Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μουγιάκος - Από τις πολιτείες του Βορρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μουγιάκος - Από τις πολιτείες του Βορρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

«Η ποίησή του δεν έχει ήθος» - Μια αρνητική κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου στο «Πούσι» του Νίκου Καββαδία

 



«Η ποίησή του δεν έχει ήθος» - Μια αρνητική κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου στο «Πούσι» του Νίκου Καββαδία


Σε γενικές γραμμές η κριτική στάθηκε θετική απέναντι στο έργο του Νίκου Καββαδία. Οι ποιητικές συλλογές του Κεφαλλονίτη ποιητή τράβηξαν την προσοχή και έτυχαν ευνοϊκής υποδοχής από τον τύπο και τα λογοτεχνικά έντυπα της εποχής. Γνωστοί διανοούμενοι έγραψαν επαινετικά και ενθαρρυντικά σχόλια, διέκριναν δυνατότητες και ξεχώρισαν τον τρόπο του νέου -τότε- ποιητή. Ο Φώτος Πολίτης, ο Καίσαρ Εμμανουήλ, ο Κώστας Βάρναλης, ο Ασημάκης Πανσέληνος και άλλοι αξιολόγησαν με θετικό πρόσημο τις δύο πρώτες συλλογές, τα «Μαραμπού» (1933) και «Πούσι» (1947).

Από το σύνολο των καταγεγραμμένων κριτικών ωστόσο, σε αντιδιαμετρική, αρνητική κατεύθυνση κινείται η κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου, σχετικά με την ποιητική συλλογή «Πούσι», που δημοσιεύτηκε στο Τεύχος 483 της Νέας Εστίας (1947). Πρόκειται για ένα πραγματικό καταπέλτη εναντίον του Νίκου Καββαδία, που βρίθει βαρύτατων χαρακτηρισμών και σκληρών ειρωνειών. Παρ' όλ' αυτά, το κείμενο προσπαθεί προς το τέλος του να λειάνει τις ακμές επισημαίνοντας θετικά στοιχεία.

Αναδημοσιεύουμε λοιπόν το κείμενο αυτό της Νέας Εστίας στο σύνολο του, καθώς έχει σίγουρα μεγάλο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες και φίλους του Νίκου Καββαδία. Σαν σημείωση από μεριάς μας: Θα ήταν δίκαιο η κριτική αυτή να «κριθεί» στα πλαίσια της εποχής που γράφτηκε (1947) και επίσης να ληφθεί υπόψιν ότι Καββαδίας και Χουρμούζιος διατηρούσαν καλές σχέσεις. Μάλιστα το 1961 ο Χουρμούζιος θα μεσολαβήσει, ώστε να επανεκδοθούν τα «Μαραμπού» και «Πούσι» σε ένα τόμο από τις εκδόσεις «Γαλαξίας».

Το κείμενο έχει μεταφερθεί στο μονοτονικό και διατηρεί την αρχική του ορθογραφία.

Κώστας Μουγιάκος

 



 

Ν. Καββαδία: «Πούσι».

Από το 1933, όταν ο Φώτος Πολίτης παρουσίαζε τον ποιητή των «Μαραμπού» σαν αντιπρόσωπο μιας νέας συναισθηματικής στάσης απέναντι στα παραδεγμένα τού καιρού, αντιπρόσωπο ενός νέου κόσμου πού αναφαίνεται, ακριβώς τη στιγμή που τα παλιότερα ιδανικά των περασμένων γενεών βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της φθοράς των - από τότε, ίσαμε σήμερα πέρασαν δεκαπέντε πλήρη, μεγάλα, ακέραια χρόνια. Εχώρεσαν τη Διχτατορία, τον Πόλεμο, την Κατοχή, την Απελευθέρωση, τον Εμφύλιο (πράξη πρώτη), τον Εμφύλιο (πράξη δεύτερη), το Δράμα τού έθνους... Ο Ν. Καββαδίας έμεινε ο συμπαθέστατος, ο πρωτότυπος έστω - δηλαδή ο όχι και τόσο πρωτότυπος πιά - ο  αδιάφορος σ’ όλη την άλλη, την έξω από τα καράβια, τις αντέννες, τις βάρδιες και τούς πνιχτούς μεθυσμένους έρωτες των λιμανιών ζωή. Μαραμπού! Ένα πυκνό πούσι έχει κατέβει και κρύψει από την οπτική γραμμή τού ποιητή όλο τον πόνο των ανθρώπων. Κυττάζω από περιέργεια τις χρονολογίες των τραγουδιών του. Ένα το 1940. Δυο άλλα στα 1942. Ένα άλλο στα 1944. Δύο στα 1945. Άλλα δύο στα 1946. Τ' αποδέλοιπα είναι πριν από το Σαράντα. Μια νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά. Ή μάλλον δύο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκάρθια Λόρκα...

Βιάζομαι να το γράψω, με όσην αυστηρότητα μου εμπνέει το προκλητικό θέαμα μιας πλούσιας έκδοσης, πού σ’ αυτήν μάλιστα συνεργάστηκαν από αγάπη εφτά χαράκτες διακοσμητές, πως μπορεί ο κ. Καββαδίας να είναι αισθηματικά ένας πάροικος του τόπου αυτού, μπορεί χώρος του, πατρίδα του, κόσμος του να είναι οι άνθρωποι της Τοκοπίλλα, του Περού ή της Μπομπάλλα, μα στα 1947, έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια αγωνίας και θανάτου, η ποίησή του δεν έχει ήθος. Λυπούμαι πού το γράφω, μα το πιστεύω˙ κι ό,τι πιστεύω το γράφω – μ’ όλο που ο κ. Καββαδίας μου είναι σαν άνθρωπος, και σαν ποιητής ακόμη, συμπαθέστατος.

Θα ήθελα να λησμονήσω τις χρονολογίες των τραγουδιών, θα ήθελα νοερά να μετοικήσω κ’ εγώ, να καθήσω σταυροπόδι απάνω σε κάποιο παλαμάρι στην κουβέρτα καποιανού φορτηγού πού αναπνέει τον αγέρα των θαλασσών τού Νότου, να κάνω στη μνήμη μου μιαν ένεση μορφίνης για να λησμονήση την ανθρώπινη περιπέτεια... – ή, αν δεν του γίνομαι βάρος, ας με πάρη μαζί του ο κ. Καββαδίας σε κάποιαν έρημη ξέρα της Πολυνησίας για να μου πη κάτω από το φεγγάρι για τη Γοργόνα που πέταξε στον πόντο μεθυσμένη, και να με ποτίση με το χασίσι του Κάπταιν Τζίμμυ για να ξεχάσω - να ξεχάσω το κάθε τι και λεύτερος από το φορτίο των αναμνήσεων να μπω μαζί του μέσα στους ξωτικούς κήπους που ανοίγει η ποίησή του. Έτσι...


Ξεχασμένο τ’ άστρο του Βορρά
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες...


Κ’ έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ’ άγριο κύμα θα μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι...
 

... έτσι μπορεί κανένας να χαρή την ποίηση του Μαραμπού. Να τη χαρή χωρίς πια την πρώτην έκπληξη. Τότε, στα 1933, το εξωτικό, η σύζευξη των κοινών ποιητικών τόπων - της ρίμας, του καλορυθμισμένου στίχου, των γνώριμων μέτρων - με ολόκληρον εκείνο τον κόσμο, που ως εκείνη την εποχή, ή την αμέσως νωρίτερη, έμενε εξορισμένος από την ποιητικήν ύλη, μπορούσε να ήταν ένας ευπρόσδεκτος νεωτερισμός ακόμη και μια επανάσταση για όσους ποθούσαν μιάν αδρότερη κι ουσιαστικότερη επαφή με τη ζωή, την όποια ζωή. Ήταν η εκδήλωση μιας αντίδρασης στην ωχρή και μαραζωμένη από τα λογίς spleen ρομαντικήν ακόμα διάθεση του καιρού παρά την παρένθεση του πρώτου πολέμου. Σήμερα ο κοσμοπολιτισμός αυτός δεν είναι πιά νεωτερισμός. Δεν είναι ξάφνιασμα. Εξάλλου μεσολάβησαν τόσα ταξίδια έως το Βλαδιβοστόκ, ξεφορτώθηκε τόση μανιτόμπα σε λιμάνια κι αρμένισαν τόσες χίμαιρες στους ωκεανούς, που το εξωτικό έπαψε να ναι εξωτικό. Δαμάσθηκε από την αίσθησή μας, έγινε του σπιτιού μας και η έκπληξη έγινε πιά υπόμνηση απλώς... Ωστόσο νοιώθεις πώς ο Καββαδίας σου προσφέρει γνήσια πραμμάτεια. Είναι εμπειρία ζωής αυτό που σου δίνει. Είναι κομμάτια ζωντανά από ύλη ζεστή που σπαρταρά από ηλεκτρισμό - όσο κι αν τα θέματά του, θέματα παρατήρησης και καταγραφής νωθρών καταστάσεων, δεν απομακρύνονται κάποτε από την αφηγηματικότητα που χαρακτήριζε άλλωστε και το πρώτο του βιβλίο με στίχους. Μολαταύτα οι εικόνες του δεν είναι αφηρημένες· αντιπροσωπεύουν καταστάσεις που ο ποιητής τις υποβάλλει με εκπληκτικήν ενάργεια. Το πάθος από τα τραγούδια τούτα λείπει σχεδόν ολότελα. Ο στίχος είναι υπαινικτικός κι όχι πλαστικός. Νοσταλγικός μάλλον παρά δημιουργός άμεσων συγκινήσεων από την επαφή του αναγνώστη με τον ποιητή. Έχει τη γοητεία όλων των πραγμάτων που βρίσκονται σε κάποιαν απόσταση από το καθημερινό συνηθισμένο και τοπικό γεγονός. Ρεαλιστικός χωρίς προσπάθεια καλλιλογίας ο κ. Καββαδίας, υποβάλλει εκείνο πού θέλει. Παρασύρει με την πιο μεγάλη ευκολία τον αναγνώστη του κ’ είναι τούτο άσφαλτο σημάδι της γοητείας του. Έτσι, με παράσυρε και μένα, στ’ απίθανα τούτα ταξίδια που σ’ άλλους είναι πράξη και καθημερινή πείρα, σ’ άλλους είναι αποδημία της φαντασίας. Βρίσκουμαι ακόμη μαζί με τον πλοηγό μου και δε θέλω να ξαναγυρίσω για να συλλογιστώ πάλι πως ο ποιητής έμεινε, είτε θεληματικά είτε από αδιαφορία, πίσω από το πούσι του...

ΑΙΜ. X.



(Προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη για την ποιητική συλλογή "Πούσι")

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Για τον δίσκο "Ατέρμων" των Γιώργου Μιχαήλ - Δημήτρη Βαβλιάρα





«ΑΤΕΡΜΩΝ» - Ένας σπουδαίος δίσκος από τους Γιώργο Μιχαήλ και Δημήτρη Βαβλιάρα


του Κώστα Μουγιάκου


Ας μπούμε απευθείας στο θέμα:

Ο «Ατέρμων» των Γιώργου Μιχαήλ και Δημήτρη Βαβλιάρα κυκλοφόρησε το 2016 και πρόκειται για ένα σπουδαίο δίσκο. Άξιο απορίας είναι, γιατί το άλμπουμ δεν έχει βρει το δρόμο προς ένα μεγαλύτερο κοινό, αλλά αυτό θα το εξετάσουμε στο τέλος της παρουσίασης.

Ο Γιώργος Μιχαήλ δεν χρειάζεται συστάσεις. Ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο τραγούδια από τον πρώτο δίσκο του Θ. Παπακωνσταντίνου «Αγία Νοσταλγία» (1993) και ήταν συνοδοιπόρος του Λαρισαίου τραγουδοποιού για πολλά χρόνια επί σκηνής.  Το 2002 κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο («Της γης ο μουσαφίρης»), καταθέτοντας μια ιδιαίτερη προσωπική πρόταση σε δικούς του στίχους,  μουσική και ερμηνεία. Ο δίσκος διακινήθηκε χέρι με χέρι και έκανε αίσθηση, αναδεικνύοντας τον Μιχαήλ και σαν τραγουδοποιό. Μετά από...14 χρόνια, επανέρχεται ο Μιχαήλ (που απ’ ότι φαίνεται δεν βιάζεται καθόλου) με τον «Ατέρμων» και 13 νέα κομμάτια σε συνεργασία με τον (επίσης Κοζανίτη) Δημήτρη Βαβλιάρα.
Ο Δημήτρης Βαβλιάρας εμφανίστηκε στη δισκογραφία το 2012 με τον δίσκο «Πάλι βρέχει» (Polytropon), με δική του μουσική και στίχους, ενώ εμπιστεύτηκε την ερμηνεία των τραγουδιών, κυρίως, στον Βασίλη Σκούλα και ακόμη στους Αργύρη Μπακιρτζή, Μανώλη Χατζημανώλη και Γιώργο Κοντορίκο. Αξιόλογη δουλειά, που προμήνυε τις δυνατότητες του πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού, ο οποίος και ... απογειώνεται στον «Ατέρμων».

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στην Αιανή Κοζάνης στο στούντιο του Φώτη Κακαβέλη, ο οποίος έκανε την παραγωγή, την ηχοληψία και τις ενορχηστρώσεις. Ο Μιχαήλ έχει φτιάξει τη μουσική σε 7 κομμάτια και ο Βαβλιάρας σε 6 από αυτά. Το ηχητικό αποτέλεσμα είναι συμπαγές, αδιαίρετο και οι όποιες διαφορές λειτουργούν ενισχυτικά επί του κοινού παρονομαστή των δημιουργών.

Οι μουσικές που ακούμε στα 13 τραγούδια του «Ατέρμων» απλώνονται σε ένα ευρύ φάσμα παραδοσιακών-λαϊκών ρυθμών και ακουσμάτων. Άλλωστε, οι Κοζανίτες τραγουδοποιοί δεν κινούνται απλά με άνεση στο έδαφος του παραδοσιακού ήχου˙ τον κατέχουν απόλυτα, γι’ αυτό  και τον μορφοποιούν και τον μπολιάζουν με δικά τους οργανικά στοιχεία, ώστε να χαράξουν τον δικό τους μελωδικό δρόμο. Αλλού ηλεκτρίζουν τις μελωδίες με κιθάρες, αλλού τις γαληνεύουν με πιάνο. Αλλού το μαντολίνο σολάρει αντί του μπουζουκιού, ενώ όπου βγαίνει μπροστά το τρίχορδο παίζεται δωρικά και ακατέργαστα. Στο «Ο ήλιος και ο χάροντας» έχουμε τσάμικο, άνευ κλαρίνου, με λαούτο και μαντολίνο. Στα «Σφραγισμένα χείλη» αργό τσιφτετέλι, ηλεκτρικό, άνευ μπουζουκιού, με κλαρίνο. Στης «Άνοιξης την αύρα» ερεβώδες, καταληκτικό σόλο με ηλεκτρική κιθάρα (θεωρείται βέβαιη η προϋπηρεσία του Βαβλιάρα σε πιο «σκληρούς ήχους»· τα εν λόγω «παντρέματα» όπου τα συναντάμε στο δίσκο είναι απολύτως επιτυχημένα). Και βέβαια έχουμε αρκετά κρουστά, από ντραμς μέχρι νταούλια, με σημαντική παρουσία, που τονίζουν την ρυθμική αγωγή των τραγουδιών. Υπάρχουν και άλλα ωραία, που η φαντασία των Βαβλιάρα-Μιχαήλ αποτυπώνει με εμπνευσμένες μουσικές, αλλά να μην τα μαρτυρήσουμε όλα!

Ο ήχος που βγάζει ο «Ατέρμων» είναι οικείος και η πρώτη εντύπωση είναι ότι τα τραγούδια είναι γνωστά, κάπου τα έχεις ξανακούσει. Μερικές επιπλέον ακροάσεις όμως, αρκούν στην κατανόηση του μουσικού κόσμου των Βαβλιάρα-Μιχαήλ και πείθουν ότι η άνεση και οικειότητα με τα κομμάτια είναι απλά το γνώρισμα της αφομοίωσης σπουδαίων τραγουδιών. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στη διαδικασία εκείνη, που μετεξελίσει τα μέχρι πρότινος ακούσματα μας σε νέα μουσική πρόταση, με νέα ποιότητα και χαρακτηριστικά. Η μουσική πρώτη ύλη σαφώς και προϋπάρχει (άλλωστε παρθενογένεση δεν υφίσταται), αλλά στον «Ατέρμων» είναι εμφανής η ρηξικέλευθη δημιουργία, το άνοιγμα νέων δρόμων.

Στίχους στα τραγούδια υπογράφουν ο Μιχαήλ (7), ο Βαβλιάρας (5) και η Γιούλη Σταμάτη («Μοναξιά»), και είναι το πολύ δυνατό σημείο του δίσκου. Οι μελωδίες δένουν απόλυτα με τα λόγια και υφαίνουν ένα συνεκτικό, ατμοσφαιρικό σύνολο. Τα στιχουργήματα του «Ατέρμων» αποτυπώνουν εικόνες, ιστορίες και καταστάσεις με ένα βαθύ αλλά ταυτόχρονα προσιτό τρόπο, κρατώντας τον πυρήνα, το απόσταγμα των νοημάτων που απασχολούν τους δημιουργούς. Στιχουργική βάση των Βαβλιάρα-Μιχαήλ είναι η θυμόσοφη παράδοση και το δημοτικό τραγούδι εκφρασμένα με σύγχρονη φόρμα· εργαλεία τους οι λέξεις της υπαίθρου, ο δημώδης λόγος και το περιεκτικό δέσιμο τους σε τραγούδια χωρίς επιτήδευση, ευκολίες ή πλεονασμούς.

Τα τελευταία χρόνια, όταν ακούς ένα τραγούδι, σχεδόν έχεις προβλέψει από τους πρώτους στίχους τι θα λένε οι επόμενοι. Τόσο προβλέψιμα είναι το περιεχόμενο και η δομή των στίχων. Πολλά τραγούδια χτίζονται πάνω σε μια εισαγωγική ή καταληκτική ατάκα, ή σε ένα πιασάρικο ρεφρέν, ενώ η θεματολογία τους είναι αδιάφορη και χιλιοειπωμένη, με τα ίδια λόγια που δεν συγκινούν, δεν προβληματίζουν, δεν κεντρίζουν κανένα συναισθηματικό αισθητήριο. Εκτίμησα ιδιαίτερα στον «Ατέρμων» το ότι οι δημιουργοί του τόσο μουσικά, όσο και στιχουργικά/θεματολογικά δεν ακολούθησαν αυτή την πεπατημένη. Αντιθέτως έπλασαν πρωτότυπες εικόνες, ιστορίες, αλληγορίες, σε λαϊκή ποιητική γλώσσα επενδύοντας τες με υπέροχες μουσικές.

Ενδεικτικά λίγα παραδείγματα για τα παραπάνω:

Ο Μιχαήλ, σαν σύγχρονος Αίσωπος, τραγουδάει στο «Ο Ήλιος και ο Χάροντας»:

Ο ήλιος και ο χάροντας οι δυο που κυβερνάνε
όταν δεν έχουν διαφορές να λύσουν το γλεντάνε
μια στην αυλή του χάροντα μια στην αυλή του ήλιου

Ενώ σε άλλο τραγούδι («Ο Κέρβερος»), ανεβάζει και...το φοβερό σκυλί του Άδη στον πάνω κόσμο!

Ο Κέρβερος ο φοβερός,
ο που φυλάει τον Άδη!
Την αλυσίδα έκοψε
και βγήκε απ' το σκοτάδι!

Κι αφού περιπλανήθηκε
'δω στον απάνω κόσμο!
Την καταφρόνια γνώρισε
τη φτώχεια και τον πόνο!

Ωραίο ερωτικό στίχο έχουμε από τον Βαβλιάρα στο «Παραμύθι της αγάπης»:

Κέρνα τον δράκοντα κρασί να πιεί και να μεθύσει
απ΄τις σπηλιές του ουρανού να βγει να σεργιανίσει
στο τέλος του παραμυθιού πάντα νικάει η αγάπη
μα ο έρωτας σου είναι κυρά μες στην καρδιά μου αγκάθι

Ο οποίος μας χαρίζει και μια κορυφαία στροφή, πολυεπίπεδων αναγνώσεων στα «Σφραγισμένα χείλη»:

Αν δεις καράβι στα ανοιχτά
να ψάχνει καταιγίδες
ένας παλιός σου είναι καημός
που έκανες πως δεν είδες

Θα ήθελα να σταθώ λίγο στην ερμηνεία του Γιώργου Μιχαήλ. Η τραγουδιστική του χροιά δεν είναι η ίδια με την προηγούμενη δουλειά του, πόσο μάλλον με την «Αγία Νοσταλγία». Έχουν περάσει άλλωστε 14 και 23 χρόνια αντίστοιχα. Έχει ενισχυθεί σαφώς το «ακατέργαστο» μέταλλο αλλά και το εκφραστικό βάθος στο φωνητικό του χρώμα. Και γι’ αυτό ο Μιχαήλ μας χαρίζει ερμηνείες με ψυχή, πάθος και αυθεντικότητα, πράγμα σπάνιο στις μέρες μας που αφθονούν οι ατσαλάκωτοι καλλίφωνοι, αλλά εν τέλει ρηχοί και άνευροι τραγουδιστές. Ξεχωρίζω σαν παραδείγματα το «Κοίτα Μακριά» και το ανατριχιαστικό «Πρωινή προσευχή» (που ξεκινάει με ένα μοιρολόι από την Γκόλφω Γκουρτζιούμη), ενώ και στα υπόλοιπα τραγούδια ο Μιχαήλ αποδίδει τα μέγιστα.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις ενορχηστρώσεις του δίσκου που έστησε υποδειγματικά ο Φώτης Κακαβέλης (επίσης παραγωγή, ηχοληψία και παίξιμο οργάνων). Εδώ έχουμε επιλογή οργάνων χωρίς φλυαρίες (αλλά και χωρίς λιτότητα), που υπηρετούν με ακριβείς αναλογίες την ανάπτυξη των τραγουδιών και συνεισφέρουν στη μελωδική φόρτιση της ατμόσφαιρας τους. Ο κατά τόπους «ηλεκτρισμός» είναι έξυπνα τοποθετημένος, δίνοντας έμφαση όπου απαιτείται, ενώ είναι πολύ εύστοχη και η χρήση των πλήκτρων.

Όλα τα τραγούδια του δίσκου είναι απολαυστικά και ακούγονται σε συνεχείς επαναλήψεις, που φέρνουν στην επιφάνεια κάθε φορά νέα στοιχεία, πλευρές και λεπτομέρειες που ανακαλύπτει ο ακροατής. Ξεχωρίζω σαν αγαπημένα μου τα: «Ωραιόζηλη», «ο Κέρβερος», «Του τρελού», «ο Ήλιος και ο Χάροντας», «Πρωινή προσευχή» και τα κορυφαία «Σφραγισμένα χείλη» και «Κελαηδιστής».

Να αναφέρουμε και τους (πολλούς) εξαιρετικούς μουσικούς που παίξανε στον «Ατέρμων». Καταρχήν τους ίδιους τους δημιουργούς: τον Μιχαήλ που έπαιξε μερακλίδικα τον τρίχορδο-εργάτη μπουζούκι του και τον πολυοργανίστα Βαβλιάρα (κιθάρες, μπάσο, λαούτο, μαντολίνο, μπουζούκι, πλήκτρα, κρουστά), τους Ζήση Φτάκα (ακουστική κιθάρα, λαούτο), Γιάννη Παπαστεργίου (μαντολίνο, βιολί), Στέφανο Κωφίδη (κρουστά), Στέλιο Δουγαλή (πλήκτρα), Γιάννη Βακουφτσή (ακορντεόν, πλήκτρα, πιάνο), Φώτη Κακαβέλη (κρουστά, τύμπανα, μπάσο), Παναγιώτη Πάλλα (κλαρίνο), Αλέξη Κοέν (κλασσική κιθάρα), Νίκο Παπαπαρασκευά (φλάουτο), Στέλιο Μπούκο (κρουστά), Μάρκο Καραπάτσιο (μπάσο), Κώστα Τζαναμπέτη (μπαγλαμά).

Το cd έχει πολύ όμορφη αισθητική στο εξώφυλλο και στο φυλλάδιο με τους στίχους, χάρη στις υπέροχες φωτογραφίες του Γρηγόρη Δάλλη. Εμβληματική είναι η φωτογραφία των δύο δημιουργών ως  καπετάνιου και κωπηλάτη μέσα σε μια…μπανιέρα! Είτε πρόκειται για χιούμορ και αυτοσαρκασμό, είτε για συμβολισμό πολλαπλών ερμηνειών (είτε...και τα δύο μαζί) είναι πανέξυπνη!

Κλείνω από εκεί που ξεκινήσαμε, στην αρχή της παρουσίασης και επαυξάνω: ο «Ατέρμων» είναι από τους δίσκους-ορόσημα για αυτή την κατηγορία μουσικής στη δεκαετία που φεύγει. Έχει σπουδαία τραγούδια που υπό άλλες συνθήκες, θα έβρισκαν το δρόμο τους προς ένα πολύ μεγαλύτερο ακροατήριο, αν δεν είχε καταρρεύσει η δισκογραφία και υπήρχαν ακόμη άνθρωποι-κλειδιά να στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Είμαι σίγουρος ότι το κοινό των Βαβλιάρα-Μιχαήλ είναι πιστό και αφοσιωμένο και ότι οι ίδιοι υπηρετούν με πάθος και σεμνότητα την τέχνη τους. Αλλά σίγουρα πρέπει να βρεθούν τρόποι, ώστε να προσεγγίσει η δουλειά αυτή περισσότερα αυτιά. Οι ακροατές, εφόσον βρουν τις μουσικές του «Ατέρμων» ελκυστικές, ας διαδώσουν με τον δικό τους τρόπο το μήνυμα που εξέπεμψαν οι ταλαντούχοι δημιουργοί από την Κοζάνη. Θα είναι η ελάχιστη ανταμοιβή-ενθάρρυνση προς τους συντελεστές αυτής της δουλειάς, ώστε να ακούσουμε και περισσότερα (και πιο σύντομα) στο μέλλον. Προς το παρόν, τα τραγούδια αυτά ταξιδεύουν μόνα τους, αθόρυβα, στον ωκεανό του διαδικτύου, ανάμεσα στην βουή των social media και τον «έντεχνο» οπαδισμό του καπνογόνου. Ίσως όμως αυτή η συζήτηση να ανακυκλώνεται κουραστικά και δυο απλά λόγια του Γιώργου Μιχαήλ, από το εσώφυλλο του cd, να είναι η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα:

«Δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι.
ΑΤΕΡΜΩΝ κατάσταση είναι αυτή που καθορίζει τη ζωή μας.
Αν ρίξεις έναν σπόρο φυτρώνει, αν πεις ένα τραγούδι ακούγεται και η ζωή συνεχίζει.»