Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Γιώργου Β. Μονεμβασίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Γιώργου Β. Μονεμβασίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

Ο Γιώργος Β. Μονεμβασίτης για τη σχέση του Μίκη Θεοδωράκη με τη βυζαντινή μουσική





Ο Θεοδωράκης και ο Μίκης


Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ



Πηγή: Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου 2013


Είναι δεδομένη η αγάπη του Μίκη Θεοδωράκη για τη βυζαντινή μουσική, όπως και η συναρπαστικά μυθιστορηματική ζωή του. Μια συναυλία (Ακολουθία εις κεκοιμημένους, Μεγάλη Τρίτη 30 Απριλίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών) και μια μουσική παράσταση («Ποιος τη ζωή μου...», έως τις 9 Ιουνίου, Θέατρο Μπάντμιντον, στη Μακρόνησο και στις πόλεις όπου έζησε ο Μίκης) τα θύμισαν σε αυτούς που ίσως τα αγνοούσαν ή τα είχαν λησμονήσει.

Η βυζαντινή μουσική αποτέλεσε ένα από τα πρώιμα δημιουργικά ερεθίσματα του Μίκη Θεοδωράκη. Ο ίδιος, άλλωστε, θεωρεί ως κορυφαίο νεανικό έργο του το Τροπάριο της Κασσιανής, το οποίο συνέθεσε στις αρχές του 1943 στην Τρίπολη. Στοιχεία βυζαντινού μέλους ανιχνεύονται σχεδόν σε όλο το έργο του: από τα λαϊκά τραγούδια μέχρι τις επιβλητικές συμφωνίες του.

Η περίοδος των σπουδών και της δημιουργίας στο Παρίσι (δεκαετία του '50), καθώς και η αφοσίωση στο ελληνικό τραγούδι (1960-1980) αποδυνάμωσαν τη διάθεσή του να ασχοληθεί σοβαρότερα με τη βυζαντινή μουσική. Επανέκαμψε στις αρχές της δεκαετίας του '80, καταθέτοντας δύο διαφορετικά, αλλά εξ ίσου σημαντικά έργα: τη Θεία Λειτουργία (Missa Greca, 1982-83) και τη Λειτουργία εις κεκοιμημένους (1983-84), το καθ' ημάς Ρέκβιεμ - την Ακολουθία αρ. 2 (1982), το θρησκευτικό συναίσθημα εκφράζεται με τελείως προσωπικό τρόπο και άλλες προδιαγραφές.

Οι καλώς γνωρίζοντες τις αισθητικές ανησυχίες και τις αναζητήσεις του Μίκη Θεοδωράκη ήσαν σίγουροι για την έλευση ενός Ρέκβιεμ. Ηταν ομολογημένος και ο θαυμασμός για το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, που επιβεβαιώνεται τόσο από μαρτυρίες του όσο και από σχετικές αναφορές στο σπουδαίο μελέτημα για τα Τετράχορδα, το οποίο εκπόνησε στο Παρίσι τη δεκαετία του '50. Το Ρέκβιεμ του Θεοδωράκη, «Αφιερωμένο στη μνήμη των νεκρών της σφαγής των Καλαβρύτων», ήταν αρχικά γραμμένο για τέσσερις μονωδούς, μικτή χορωδία και παιδική χορωδία.

Στη δεκαετία του '90 προστέθηκε ορχήστρα. Αυτή την τελευταία εκδοχή παρακολουθήσαμε, ερμηνευμένη από την υψίφωνο Μαρίνα Βουλογιάννη, τη μεσόφωνο Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, τον τενόρο Βαγγέλη Χατζησίμο, το βαθύφωνο Χριστόφορο Σταμπόγλη, τη Χορωδία της ΕΡΤ (διδασκαλία: Νεκταρία Παλέτσου), την Παιδική και Νεανική Χορωδία Rosarte (διδασκαλία: Ρόζη Μαστροσάββα) και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, σε μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη.

Βυζαντινό μέλος

Το έργο ουσιαστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, χρονικά ισομοιρασμένα. Στο πρώτο μέρος (Εν τω Ναώ-Ευλόγησον, Στάσις Α, Στάσις Β, Στάσις Γ, Νεκρώσιμα Ευλογητάρια), όπου η μελοποίηση και η εναρμόνιση συνταιριάζουν αρμονικά το βυζαντινό μέλος με τη δυτικοευρωπαϊκή μουσική παράδοση, ακολουθείται το τυπικό της Νεκρώσιμης Ακολουθίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το δεύτερο μέρος, στο οποίο επικρατεί ο βυζαντινός ήχος, είναι δομημένο με το Τριαδικό, το Θεοτόκιον, τα Νεκρώσιμα Ιδιόμελα και τους Μακαρισμούς. Τα περισσότερα από τα ποιητικά κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν ανήκουν στον Ιωάννη Δαμασκηνό. Ο συνθέτης χρησιμοποίησε εμφαντικά τις χορωδίες, ιδίως την παιδική, που στο δεύτερο μέρος τραγουδά και χωρίς οργανική συνοδεία, και τους μονωδούς και τα όργανα των χαμηλών περιοχών.

Η μεσόφωνος, ο βαθύφωνος, τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα είναι επιφορτισμένα με το μεγαλύτερο βάρος της ερμηνείας. Μικρή είναι η συμμετοχή της υψιφώνου, ενώ ο τενόρος τραγουδά μόνο στο τέλος του έργου. Στην ερμηνεία, που ήταν άξια κάθε εγκωμίου, καταλυτική υπήρξε η συνεισφορά της έξοχης Χορωδίας Rosarte. Κατανυκτική, αβίαστη, χωρίς υπερβολές, με μια αδιατάρακτη μουσική ροή, ήταν πραγματικά συγκινητική. Ηρεμος, αλλά κυρίαρχος, ο αρχιμουσικός καθοδήγησε άπαντες σε μια ερμηνεία χωρίς ψεγάδια, υποδειγματικά αφοσιωμένη στο μουσικό κείμενο. Ηταν ένα θαυμάσιο προπασχαλινό δώρο.

(...)







Requiem - Ακολουθία εις Κεκοιμημένους


Μετά την ΚΑΣΣΙΑΝΗ (1942) και τη ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (1982), συνέθεσα το 1984 την ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ, δηλαδή το καθ΄ημάς REQUIEM (για να τονισθεί η αναλογία με τη γνωστή μουσική φόρμα της ευρωπαϊκής μουσικής).

Τελείως διαφορετική είναι η μουσική γλώσσα που χρησιμοποίησα στο έργο αυτό, σε σχέση με τα δύο προηγούμενα. Το δέος του «απαίδευτου» Έλληνα που με διακατείχε όταν για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα, έφηβος ων, συγχορδίες μέσα στην εκκλησία, είχε πλέον σβήσει ύστερα από 40 και πλέον έτη μουσικού βίου. Είναι πράγματι περίεργο το ότι αυτό το δέος υπήρχε τόσο έντονο μέσα μου ακόμη έως το 1982, προκειμένου να αντιμετωπίσω ένα εκκλησιαστικό κείμενο, όπως η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Το χέρι μου ανήκε ασφαλώς στα 1982, όμως η ψυχή μου είχε παραμείνει μαρμαρωμένη και εκστατική στο 1942. Και το αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν εκπλήρωση ενός εφηβικού πόθου – μιας νεανικής φιλοδοξίας που είχε σαν μέγιστα πρότυπα τον Πολυκράτη και τον Σακελλαρίδη…

Μετά τη ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ αισθάνθηκα απολυτρωμένος. Έχω άλλωστε σκεφτεί να συνθέσω πολλές θείες ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ, εάν μου το επιτρέψει ο πανδαμάτωρ χρόνος. Να συνθέσω και ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ, ίσως και ΔΟΞΟΛΟΓΙΕΣ.

Ας μιλήσω όμως καλύτερα για το REQUIEM.

Η βασική διαφορά του από τα προηγούμενα εκκλησιαστικά έργα μου, έγκειται τόσο στην ίδια την υφή του «μέλους», όσο και στην εναρμόνισή του. Από κει και πέρα σημαντική σημασία έχει η χρήση των φωνών της χορωδίας, καθώς και η σχέση ανάμεσα στα τρία βασικά μουσικά υλικά, δηλαδή τους σολίστ, τη μικτή χορωδία και την παιδική χορωδία.

Απαραίτητη θεώρησα την εισαγωγή της γυναικείας φωνής –ως σολίστ- καθώς και τον ήχο της παιδικής χορωδίας. Αυτή η αντίθεση των παιδικών φωνών, σαν μια επιθετική παρουσία της ζωής προς το θάνατο, μας βοηθά πιστεύω για να απολυτρωθούμε από τη μακάβρια θεώρηση ενός αναπότρεπτου αλλά ωστόσο συγκλονιστικού και μυστηριώδους φαινομένου.

Το κείμενο (που εν πολλοίς ανήκει στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό), από τα υψηλότερα ανθρώπινα, πνευματικά, φιλοσοφικά και ποιητικά επιτεύγματα του ελληνικού λυρικού λόγου, μας βοηθά ν΄ανακαλύψουμε τις ορθές και πραγματικές μας διαστάσεις μέσα στην παγκόσμια τάξη των πραγμάτων. Μας καλεί σε μια μεθυστική κατάδυση στο βάθος του εαυτού μας για να ανακαλύψουμε το «φως που καίει», την ουσία και την πεμπτουσία της ανθρώπινής μας ύπαρξης. Να ενωθούμε με το μυστήριο του θανάτου, σαν τη μόνη εγγύηση και οδό, ότι έτσι ανακαλύπτουμε την ουσία της ζωής.

Με την αφιέρωση του έργου αυτού στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων, αποτίω φόρο τιμής στη μνήμη των εθνομαρτύρων της νεώτερης ιστορίας μας.

Μίκης Θεοδωράκης

Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Ο Γιώργος Μονεμβασίτης απόψε στο Μονόγραμμα




ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ
(κριτικός & ιστορικός μουσικής, πολιτικός μηχανικός)
προβολή: Δευτέρα 10 Μαΐου 2021 - ΕΡΤ2 - 20:00

Ο συγγραφέας, δημοσιογράφος κριτικός και ιστορικός μουσικής, Γιώργος Μονεμβασίτης που δηλώνει «εσχάτως και …καλλιεργητής» αυτοβιογραφείται στο Μονόγραμμα.

Γεννήθηκε το 1947 στο Γύθειο, το πρώτο αγόρι σε μια οικογένεια με άλλα δυο κορίτσια. Μεγάλωσε στο Γύθειο στους απόηχους της εποχής του Τζοκόντο Μορέττι, Ιταλού μαέστρου που είχε εγκατασταθεί εκεί. Η μητέρα Ελένη έπαιζε μαντολίνο, ο πατέρας Βάσος Μονεμβασίτης βιολί.

Μικρός ακόμα, εκτός από μέλος της βυζαντινής χορωδίας της Αγίας Τριάδας, έψελνε στο δεξί ψαλτήρι με πρωτοψάλτη τον Θόδωρο Σκάντζικα.

Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Από την πρώτη στιγμή των σπουδών μου στο ΕΜΠ έγινε μέλος της Μικτής Χορωδίας του Ιδρύματος καθώς και σολίστ κλασικής κιθάρας στις εκδηλώσεις της. Ήδη από τη στρατιωτική του θητεία (1970-72) άρχισε να εκπονεί στατικές μελέτες οικοδομικών και συγκοινωνιακών έργων, κάτι οποίο έκανε ανελλειπώς μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2008.

Είναι καλός στη μουσική, στα μαθηματικά και στις ξένες γλώσσες «Ευεξήγητο, λέει, γιατί όλα αυτά βασίζονται στα σύμβολα· και όποιος έχει ευχέρεια σε ένα, έχει και στα άλλα. Αρκεί βεβαίως να το ανακαλύψει και να το καλλιεργήσει».

Την πολυδιάστατη προσωπικότητά του δίνουν ο «Επίλογος» και τα «Μουσικά Ημερολόγια» (από το συγγραφικό του έργο) καθώς και η συνεργασία του με περιοδικά και εφημερίδες όπως Ποπ και Ροκ, TaR, Ελευθεροτυπία, Δίφωνο, Echo-Artis, BHMAgazino, ΒΗΜΑ-Βιβλίο, Μετρονόμος.

Συνεργάστηκε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Η φωνή του είναι γνωστή από το ραδιόφωνο, αφού συνεργάστηκε με πολλούς σημαντικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς ξεκινώντας από το Τρίτο Πρόγραμμα.

«Εκδώσαμε εξαιρετικά ηχογραφήματα για τα οποία νοιώθω περηφάνια, γιατί εγώ ήμουν πίσω απ' αυτά, με κυριότερο την “Αιώνια Εφηβεία της Φωνής” που ήταν ηχογραφήσεις της Φλέρυς Νταντωνάκη που τις είχα ανακαλύψει πεταμένες στην ταινιοθήκη του Τρίτο Προγράμματος. Ψάχνοντας για κάτι άλλο, συνέβη αυτό. Βρήκα τυχαία τις ηχογραφήσεις της Φλέρυς, οι οποίες εκδόθηκαν σε CD, που εκτός του ότι αναδείχθηκε σε ένα από τα πλέον ευπώλητα της εποχής του, έγινε αφορμή για να γίνει αφιέρωμα στη Φλέρυ, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό των Κυριακάτικων Times του Λονδίνου».

Μία άλλη εκπομπή στο Τρίτο πρόγραμμα που έχει μείνει ιστορική, ήταν αυτή με την οποία γιορτάστηκαν τα 40 χρόνια του Τρίτου προγράμματος, μια εκπομπή που έκανε όλο το 1995 και ονομαζόταν “Το μουσικό ημερολόγιο του Τρίτου”. 365 εκπομπές, μια για κάθε ημέρα, που μάθαιναν οι ακροατές τι συνέβη αυτή την ημέρα στο παρελθόν της μουσική, της κλασσικής λόγιας μουσικής.

Για την προσφορά του έχει βραβευτεί από διάφορους φορείς όπως ο Δήμος Πεντέλης, ο Δήμος Νέου Ηρακλείου Αττικής, το Εμπορικό Επιμελητήριο Λακωνίας

Έχει γράψει σχόλια σε πολλές δισκογραφικές εκδόσεις, αλλά και προλόγους σε βιβλία που εστιάζουν στη μουσική.

Είναι παντρεμένος με την παιδαγωγό και σολίστ πιάνου Ντιάνα Βρανούση με την οποία συχνά συνεργάζεται.

Παραγωγός: Γιώργος Σγουράκης
Σκηνοθεσία: Χρίστος Ακρίδας
Δημ/φική επιμέλεια: Ιωάννα Κολοβού, Αντώνης Εμιρζάς
Φωτογραφία: Μαίρη Γκόβα
Ηχοληψία: Λάμπρος Γόβατζης
Μοντάζ: Θανάσης Παπαθανασίου
Διεύθυνση παραγωγής: Στέλιος Σγουράκης

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Ένα ντοκουμέντο του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη για την 25η Μαρτίου






Πρωταπριλιά 2021


Καλησπέρα φίλες και φίλοι

Για την 25η Μαρτίου 2021, κορύφωμα της φετινής μεγάλης επετείου, ετοίμασα κάτι το ξεχωριστό και διαφορετικό και το έστειλα με το ξημέρωμα εκείνης της ημέρας στους συντοπίτες μου (Γυθειάτες και Μανιάτες) μια και αυτούς πρωτίστως και αμέσως αφορά. Η ανταπόκριση ήταν τουλάχιστον συγκινητική. Το έμαθαν κάποιοι φίλοι που δεν παρέλαβαν το μήνυμά μου, ως μη συντοπίτες μου (!), και μου εξέφρασαν τα παράπονά τους, επειδή του αγνόησα!!! Σκέφτηκα λοιπόν, κατόπιν αυτού, να το στείλω και σε κάποιους άλλους, εσάς δηλαδή, που ίσως να το βρείτε ενδιαφέρον μια και συνδυάζει ιστορία, ποίηση και μουσική. Το παραθέτω λοιπόν όπως το απέστειλα την 25η Μαρτίου - θα το δείτε πιο κάτω.

Με την ελπίδα ότι δεν θα σας απογοητεύσω

Σας εύχομαι καλό μήνα και κάθε τι το καλό

Γιώργος Β. Μονεμβασίτης

***




25η Μαρτίου 2021

Όλη η δόξα, όλη η χάρη
Άγια μέρα ξημερώνει...

Μόλις είχε αρχίσει να χαράζει

Πεταγόμαστε απ’ τα κρεβάτια μας παιδιά στο Γύθειο, δεκαετία του ’50 ήταν, για να τρέξουμε στα παράθυρα ή στα μπαλκόνια και να ακούσουμε και να δούμε τη Φιλαρμονική – ή τέλος πάντων ότι είχε απομείνει από την ένδοξη Φιλαρμονική του Μορέττι – να παιανίζει το γιορταστικό εμβατήριο.

Πως πέρασαν οι ώρες, πως πέρασαν τα χρόνια. Σήμερα βλέπουμε και ακούμε από την τηλεόραση... Και λόγω επέλασης της τεχνολογίας, που έχει αλλάξει τη ζωή μας, και λόγω επέλασης της πανδημίας, που έχει αλλάξει με άλλο τρόπο τη ζωή μας.

Επετειακές μέρες που είναι, μέσα στη χρονιά-επέτειο για τον Ελληνισμό, διαβάζουμε, ακούμε τα χίλια-μύρια όσα. Άλλα μας λέει ο ένας, άλλα μας λέει ο άλλος. Και η παραχάραξη της ιστορίας συνεχίζεται. Μια παραχάραξη που έχει αρχίσει από παλιά όταν καθιερώθηκε ως μέρα επετείου η 25η Μαρτίου. Όλοι ή σχεδόν όλοι γνωρίζουμε πια και ξεχωρίζουμε το μύθο από την ιστορία. Μόνο, όμως, όποιος έχει διαβάσει τα πραγματικά ιστορικά κείμενα θα μπορέσει να διαμορφώσει μια αταλάντευτη άποψη: Σπυρίδων Τρικούπης, Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης – δια πένας Τερτσέτη – Φραντζής, Φιλήμων, Παπαρρηγόπουλος, Κορδάτος Carl Mendelssohn Bartholdy, George Finlay, William Martin Leake … μνημονεύω μόνον μερικούς, που έγραψαν και κατέγραψαν...

Ο καθένας σήμερα οπλίζει τον κονδυλοφόρο του διαδικτύου και όποιον πάρει ο χάρος. Παραμεθύσαμε φαίνεται με «τ’ αθάνατο κρασί του ΄21» και δεν ξέρουμε τι γράφουμε. Όχι φίλες και φίλοι. Δεν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο. Για τη σημερινή γιορταστική ημέρα σας έχω ένα δώρο-έκπληξη. Κάτι που αλλού στα δικά μας μέρη δεν θα βρείτε. Πρόκειται για ένα ποίημα, Γερμανού ποιητή, που πλάστηκε το 1821 κι έχει τίτλο Die Mainottin – Η Μανιάτισσα!








Προσέξτε πως καταλήγει το ποίημα Η Μανιάτισσα: Με ένα «Ή ταν ή επί τας» ή «Ελευθερία ή Θάνατος». Ή επί το μανιάτικο «Νίκη ή Θάνατος». Η Σπαρτιάτισσα της αρχαιότητας, που έγινε η Μανιάτισσα της νεότερης Ελλάδας.

Απ’ όσο γνωρίζω το ποίημα αυτό του Βίλχελμ Μύλλερ δεν έχει ποτέ πριν δημοσιοποιηθεί «μεταφρασμένο» στα ελληνικά, στην ολοκληρωμένη τουλάχιστον μορφή του. Η μετάφραση-απόδοση που παρουσιάζω οφείλεται κατά κύριο λόγο στον αγαπητό φίλο, εκλεκτό βιολονίστα και μουσικοπαιδαγωγό, Γιάννη Λάμπο [http://www.mozart.gr/Lampos.html] ο οποίος έχει όχι απλώς Λακωνική καταγωγή αλλά Γυθειάτικη! Ο πατέρας του καταγόταν από το Καστόρι και η μητέρα του, το γένος Ανδρεάκου, από το Γύθειο – ήταν κόρη του ιστορικού ψαρά Τρύφωνα Ανδρεάκου!!! Μια και τα γερμανικά μου έχουν ξεθωριάσει, έστειλα προχθές το ποίημα στον Γιάννη, που έχει σπουδάσει, έχει ζήσει και έχει εργαστεί στη Γερμανία, με την παράκληση να το «μεταφράσει». Ένα ποίημα, ως γνωστόν, δεν μπορεί να μεταφραστεί σε μιαν άλλη γλώσσα, χωρίς να χάσει κάποια από τα πρωτογενή χαρακτηριστικά-χαρίσματα του. Απλώς μπορεί να αποδοθεί. Γι αυτό και ο μέγας Οδυσσέας Ελύτης – Όμορφη και παράξενη πατρίδα, ω σαν αυτή που μου ΄λαχε δεν είδα - όταν θέλησε να εκδώσει τις αποδόσεις του στα ελληνικά ποιημάτων ξένων ποιητών, Γάλλων κυρίως, ονόμασε την έκδοση Δεύτερη Γραφή, υπονοώντας ότι δεν είναι μεταφράσεις αλλά ποιητικές αποδόσεις που προέκυψαν με τις δικές του παρεμβάσεις. Μου έστειλε λοιπόν ο Γιάννης τη μετάφρασή του – τον ευχαριστώ για μια ακόμη φορά για αυτό – την επεξεργάστηκα ελόγου μου για να της δώσω ποιο ποιητική μορφή – ποιητής εκ του προχείρου ... – και σας την προσφέρουμε, μέρα που είναι.

Εύλογο, ωστόσο, για τους περισσότερους το ερώτημα. Ποιος είναι αυτός ο Βίλχελμ Μύλλερ που έγραψε, το 1821 μάλιστα, ένα ποίημα – τραγούδι, άσμα το ονομάζει, όπως και τα λοιπά ομοειδή – για τη Μανιάτισσα. Σημειώστε ότι την επόμενη χρονιά, το 1822, έγραψε άλλο ένα ποίημα με αναφορές στη μοναδική Μανιάτισσα. Der Mainottin Unterricht – Το μάθημα της Μανιάτισσας το ονομάζει. Ο Μύλλερ ήταν λυρικός ρομαντικός ποιητής, εξαιρετικά μορφωμένος για αυτό και λάτρης του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, υπήρξε από τους πρωτεργάτες του φιλελληνισμού στη Γερμανία και αγωνίστηκε ποικιλοτρόπως για την ενδυνάμωσή του. Με την ανυπόκριτη και ανιδιοτελή αφοσίωση του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων, συνέβαλε σημαντικά τόσο με την τέχνη του, όσο και με τη στάση του στη διαμόρφωση φιλελληνικών τάσεων στον πνευματικό κόσμο της Γερμανίας.

Την πρώτη χρονιά κιόλας της Επανάστασης εξέδωσε στην πατρίδα του, το Ντεσσάου, μια μικρή συλλογή – τετράδιο το χαρακτήρισε – με ποιήματα εμπνευσμένα από τον Ελληνικό Αγώνα την οποία ονόμασε Lieder der Griechen – Τραγούδια των Ελλήνων. Το Η Μανιάτισσα είναι το τέταρτο από τα δέκα που την απαρτίζουν. Την επόμενη χρονιά εξέδωσε μια συλλογή με τον ίδιο τίτλο, ως Δεύτερο Τετράδιο όμως, με οκτώ ποιήματα, το έβδομο από τα οποία είναι Το μάθημα της Μανιάτισσας, που προαναφέρθηκε. Σε αυτήν περιέχεται και Ο μικρός Υδραίος το πλέον γνωστό ίσως από τα ποιήματά για την Ελλάδα. Το 1823 εξέδωσε τρία τεύχη με τίτλο Neue Lieder der Griechen – Νέα Τραγούδια των Ελλήνων, το 1824 τα Neueste Lieder der Griechen – Νεότερα Τραγούδια των Ελλήνων και το 1826 το Missolunghi – Μεσολόγγι, με ένα εκ των ποιημάτων του αφιερωμένο στον Λόρδο Βύρωνα. Συνολικά επτά μικρές συλλογές με συνολικά 53 «Ελληνικά» τραγούδια-ποιήματα. Πολλά από αυτά μάλιστα εμπεριέχουν και αιχμές κατά της ευρωπαϊκής διπλωματίας, η οποία τηρούσε εχθρική στάση απέναντι στον επαναστατημένο Ελληνικό λαό. Επιπροσθέτως το 1825 μετάφρασε στα γερμανικά και εξέδωσε σε δυο τόμους το μνημειώδες έργο του Claude Fauriel (1772-1844) Chants Populaires de la Grece Moderne – Τα Δημοτικά Τραγούδια της Νέας Ελλάδας, με την ονομασία Neugriechische Volkslieder – Λαϊκά Τραγούδια της Νέας Ελλάδας.

Σίγουρα ο Μύλλερ δεν ήταν σπουδαίος ποιητής με προσφορά ανάλογη ενός Γκαίτε, ενός Σίλλερ, που και αυτοί ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του Αγώνα των Ελλήνων. Και αν δεν είχε συναντηθεί η τέχνη του με εκείνη του κορυφαίου μουσουργού Φραντς Σούμπερτ (1797-1828), το όνομά του ίσως να είχε κατασπαραχθεί από τη λήθη. Η ποίησή του όμως ενέπνευσε τον Σούμπερτ στο συγκλονιστικό και ανεπανάληπτο Χειμωνιάτικο Ταξίδι του – και ο κύκλος τραγουδιών Η Ωραία Μυλωνού, από δική του ποίηση γεννήθηκε. Έτσι γνώρισα και εγώ πριν πολλά χρόνια τον Βίλχελμ Μύλλερ. Το Χειμωνιάτικο Ταξίδι, ο εμβληματικότερος κύκλος τραγουδιών στην ιστορία της μουσικής – στην ηχοθήκη μου υπάρχουν εβδομήντα σχεδόν ηχογραφημένες ερμηνείες του – γεννήθηκε από τη μελοποίηση είκοσι τεσσάρων ποιημάτων του Μύλλερ, που και αυτός όπως και ο Σούμπερτ εξεμέτρησε το ζην πολύ νωρίς – 33 χρόνια ο ένας, 31 ο άλλος!

Για το θερμό φιλελληνισμό του και για τα Τραγούδια των Ελλήνων ο Βίλχελμ Μύλλερ αποκλήθηκε «Έλληνας Μύλλερ».

Ελάχιστο αντίδωρο του Ελληνικού Κράτους στην τεράστια και ανεκτίμητη προσφορά του, την άγνωστη στους πολλούς, ωστόσο, ήταν η δωρεά ελληνικών μαρμάρων (πεντελικού και μανιάτικου) για την κατασκευή μνημείου στη γενέτειρά του, το Ντεσσάου, προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Το μνημείο, που εγκαινιάστηκε το 1891, έχει ύψος 4,30 μέτρα και φέρει την επιγραφή στα ελληνικά «Τω της Ελληνικής ελευθερίας αοιδώ τον λίθον εκ των Αττικών και Λακωνικών λατομείων, η Ελλάς ευγνωμονούσα».

Και η ονομασία, το 1884 μετά από πρόταση του Νικολάου Πολίτη, θεμελιωτή της ελληνικής λαογραφίας, προς τον τότε Δήμαρχο Αθηνών Δημήτρη Σούτσο, ενός δρόμου στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί, λίγο πιο κάτω από την Πλατεία Ομονοίας, υπάρχει η Οδός Μυλλέρου, κάθετη στην οδό Παναγή Τσαλδάρη (Πειραιώς) και την οδό Κεραμεικού, για να τον θυμίζει σε όσους έχουν ιστορική ευαισθησία και ιστορική μνήμη.


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

γ.β.μ. 25 Μαρτίου 2021


Υ.γ. 1 Πιο κάτω, μετά τα λόγια μου, θα δείτε το εσώφυλλο της πρώτης έκδοσης με τα Τραγούδια των Ελλήνων του Βίλχελμ Μύλλερ, που υπάρχει στο αρχείο μου, καθώς και τις σελίδες από αυτό στις οποίες υπάρχει το ποίημα Η Μανιάτισσα.

Υ.γ. 2 Πριν λίγες ημέρες με κάλεσαν από την εταιρεία που ετοιμάζει για την ΕΡΤ το τηλεοπτικό Μονόγραμμά μου. Πήγα, είδα την προεργασία που έχουν κάνει (μοντάζ, προσθήκη ήχου, εικόνων κλπ) και ένιωσα τη ... Δυστυχία της Ευτυχίας!!! Γιατί; Πως να χωρέσουν δυόμισι περίπου ώρες εικονοληψίας στα 30 το πολύ λεπτά που πρέπει να διαρκεί η εκπομπή; Είναι ενότητες όπως ο Μορέττι, η Ελευθεροτυπία, το Τριανόν, η παιδαγωγική μου δραστηριότητα κ.α. από τις οποίες δεν μπορείς να απομονώσεις λίγα λεπτά και να τα συρράψεις με τα άλλα απαραίτητα. Όσο κι αν προσπάθησα – προσπαθήσαμε να αλλάξουμε τη δομή (εδώ η Δυστυχία) το αποτέλεσμα δεν μπορούσε να γίνει καλύτερο από αυτό που είχαν ετοιμάσει και το οποίο είναι πραγματικά Υπέροχο (εδώ η Ευτυχία). Θα λείπουν αρκετά από το Μονόγραμμά μου. Θα είμαι όμως εγώ! Περισσότερα και ενημέρωση για την ημέρα και ώρα προβολής (λίαν) προσεχώς.















Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Γιώργος Β. Μονεμβασίτης: "Μίκης Θεοδωράκης - Τραγουδώντας στη σκηνή"







Μίκης Θεοδωράκης - Τραγουδώντας στη σκηνή



του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη


(Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο "Μίκης Θεοδωράκης, Χανιά, 29-31 Ιουλίου 2005)




Από τη στιγμή που γεννήθηκε το Θέατρο αποζήτησε τη συνδρομή των άλλων δυο παραστατικών τεχνών, της Όρχησης, του Χορού δηλαδή, και της Μουσικής∙ κυρίως της μουσικής. Σύντομα η μουσική έγινε απαραίτητη. Κάλλιστα λοιπόν μπορούμε να ισχυριστούμε σήμερα ότι Θέατρο χωρίς Μουσική μοιάζει με σαλάτα χωρίς αλάτι και χωρίς λάδι. Στην πρόκληση της θεατρικής μουσικής δεν ήταν δυνατόν να μην ανταποκριθεί ο Μίκης Θεοδωράκης.

Με αριθμούς η ανταπόκριση αυτή μεταφράζεται σε σαράντα εννέα ξεχωριστές προτάσεις θεατρικής μουσικής. Μέσα στον ανεκτίμητο μουσικό χείμαρρο που μας χάρισε ο Μίκης η μουσική την οποία συνέθεσε για το θέατρο κατέχει θέση ξεχωριστή. Και η ενασχόλησή του αυτή, καθώς εύκολα μπορεί να αντιληφθεί ο ιχνηλάτης του έργου του, δεν είναι μονοδιάστατη, ούτε ευκαιριακή, μα πολυδιάστατη και διηνεκής. Αν προσεγγίσουμε προσεκτικά αυτό το ιδιαίτερο τμήμα του έργου του θα διαπιστώσουμε ότι ασχολήθηκε συνολικά, ως συνθέτης βεβαίως, με πέντε διαφορετικά είδη θεάτρου. Η προσπάθεια ομαδοποίησής τους απέδωσε τις ακόλουθες ιδιαίτερες κατηγορίες:

1. Μουσική για το αρχαίο θέατρο (τραγωδία και κωμωδία)

2. Μουσική για κλασικό και νεότερο θέατρο

3. Μουσική για μουσικοθεατρικές παραστάσεις (επιθεωρήσεις)

4. Μουσική για ραδιοφωνικό θέατρο

5. Μουσική για το δικό του Μουσικό Θέατρο.

Καταμετρώντας και αποτιμώντας την προσφορά του κατά κατηγορία διαπιστώνουμε ότι έχει υπηρετήσει το θέατρο όχι μόνο με αξιοσύνη αλλά και με αφοσίωση. Έτσι στον κατάλογο των έργων του μετρήσαμε μουσικές για έντεκα παραστάσεις του αρχαίου θεάτρου - που γίνονται δεκατρείς αν εκλάβουμε (όπως πρέπει) την «Ορέστεια» ως τριλογία - μουσικές για δεκαοκτώ παραστάσεις κλασικού και νεότερου θεάτρου - στις οποίες πρέπει να προσθέσουμε και πέντε προσπάθειες οι οποίες παρέμειναν στο επίπεδο του σχεδιασμού - μουσικές για δυο επιθεωρήσεις, μουσικές για δέκα παραγωγές ραδιοφωνικού θεάτρου και τέλος μουσική για ένα δικό του μουσικοθεατρικό έργο. Σύνολο, οι σαράντα εννέα ξεχωριστές προτάσεις θεατρικής μουσικής που προμνημονεύσαμε. Και δεν έχουμε συμπεριλάβει σε αυτές τα πέντε λυρικά δράματα (όπερες δηλαδή) που έχει υπογράψει μέχρι σήμερα, μια και η κα Χολστ σας μίλησε πριν λίγο για αυτά∙ και αυτά κι αν είναι θέατρο!

Ας εξετάσουμε όμως ξεχωριστά τις πέντε αυτές ιδιαίτερες ομάδες-κατηγορίες, αφού πρώτα αναφέρουμε μιαν ιδιομορφία της θεατρικής μουσικής. Προορισμένη, παλιότερα τουλάχιστον, να ερμηνεύεται η μουσική αυτή επί σκηνής, δεν επέτρεπε στο δημιουργό να χρησιμοποιήσει παρά ένα λιτό οργανικό σύνολο. Αξιοποιώντας τις γνώσεις και την ευρηματικότητά του ο Μίκης μεγαλούργησε και στον τομέα αυτό. Οι ενορχηστρώσεις της θεατρικής μουσικής του αποτελούν συχνά πρότυπα.

Το πρώτο αρχαίο δράμα στο οποίο εκλήθη ο Μίκης Θεοδωράκης να συνθέσει μουσική ήταν η τραγωδία του Ευριπίδη «Φοίνισσες». Ήταν Δεκέμβρης του 1959. Βρισκόταν τότε στο Παρίσι, είχε αναδειχθεί σε λόγιο μουσουργό με εξαιρετικές προοπτικές εξέλιξης, δεν κουβαλούσε όμως ακόμη, επίσημα τουλάχιστον, τη δόξα και την ευθύνη του ελληνικού τραγουδιού. Ο εμβληματικός «Επιτάφιος» ήταν ήδη έτοιμος, άγνωστος ωστόσο, καθόσον αδισκογράφητος. Το αίτημα για σύνθεση μουσικής για τις «Φοίνισσες» προερχόταν από το Εθνικό Θέατρο και τον Αλέξη Μινωτή, σκηνοθέτη του έργου που επρόκειτο να παρουσιαστεί το επόμενο καλοκαίρι (1960) στην Επίδαυρο. Ο Μίκης άρχισε να εργάζεται για το έργο με οδηγό τη μετάφραση του Γεράσιμου Σπαταλά στις 27 Δεκεμβρίου. Ολοκλήρωσε την καταγραφή της έμπνευσής του, αλλά και την επεξεργασία της, στις 28 Μαΐου 1960. Η μουσική συναπαρτιζόταν από έντεκα ξεχωριστά μέρη από τα οποία τέσσερα ήσαν χορικά. Η παρτιτούρα όριζε για την ερμηνεία μεσόφωνο, χορωδία - ο χορός δηλαδή - δυο βιολοντσέλα, κόντρα μπάσο, δυο φλάουτα, όμποε, δυο κόρνα, δυο τρομπόνια, δυο τρομπέτες, κλαρινέτο σε Sib, πιάνο και κρουστά. Η πρώτη παράσταση του έργου πραγματοποιήθηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 19 Ιουνίου 1960. Όπως διαπίστωσαν οι παρευρισκόμενοι, η μουσική του Μίκη ήταν πραγματικά σπουδαία. Απολύτως ταιριαστή προς το μύθο αλλά και προς το ήθος της τραγωδίας. Για την ιστορία αναφέρουμε - και όχι για να προκαλέσουμε συγκρίσεις με το σήμερα - ότι πρωταγωνιστές της παράστασης ήταν η Κατίνα Παξινού, η 'Αννα Συνοδινού, ο Αλέξης Μινωτής και ο Θάνος Κωτσόπουλος.

Η καθομολογημένη επιτυχία της μουσικής προοιώνιζε λαμπρή συνέχεια στη συνεργασία του Μίκη με το Εθνικό Θέατρο και τον Αλέξη Μινωτή. Ήταν κάτι που ο ίδιος μάλιστα ο ηθοποιός-σκηνοθέτης του Εθνικού διακαώς επιθυμούσε. Δυστυχώς όμως η αρμονική αυτή συνεργασία διεκόπη βιαίως. Ξέρετε γιατί; Μα πως ήταν δυνατόν εκείνη την εποχή, αρχές της δεκαετίας του 1960, να συνεργάζεται ένας κομμουνιστής με το Εθνικό (λέγε με και Βασιλικό) Θέατρο, όταν μάλιστα ακόμη και τα παιδιά πηγαίναμε στο κατηχητικό για να πάρουμε πιστοποιητικό νομιμοφρασύνης; Το Εθνικό Θέατρο ωστόσο δεν απέκλεισε εντελώς τον Μίκη Θεοδωράκη από τις παραγωγές του. Μάλλον για άλλοθι και με βαριά καρδιά οι υπεύθυνοι του ανέθεσαν κάποιες ακόμη μουσικές, όχι όμως για τις μεγάλες παραγωγές. Γεννήθηκε έτσι μουσική για τον «Αίαντα» του Σοφοκλή (1961), τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη (1965). Μετά τη μουσική για τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, το 1966 για το ανεξάρτητο θέατρο, η επόμενη προσπάθεια έγινε το 1977 με τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, ξανά με το Εθνικό - επίσημη ονομασία πλέον - Θέατρο. Ακολούθησαν «Ιππής» του Αριστοφάνη, το 1979, η τριλογία της «Ορέστειας» του Αισχύλου, το 1986 με 1988, η «Εκάβη' του Ευριπίδη το 1987, η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή το 1990, ο «Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου, το 1992 και τέλος ο «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, το 1996.

Μουσική για το κλασικό και το νεότερο θέατρο άρχισε να συνθέτει ο Μίκης Θεοδωράκης νωρίς-νωρίς, το 1945. Επρόκειτο για το έργο Θεατρική Τραγωδία του Βασίλη Ρώτα. Η προσπάθεια όμως, λόγω και των γεγονότων, έμεινε ημιτελής. Τα γεγονότα της εποχής, όσα επακολούθησαν αλλά και η αφοσίωση του συνθέτη στις μουσικές του σπουδές στο Παρίσι, ανέστειλαν τη διάθεση για περεταίρω ενασχόληση με το θέμα. Μέχρι το 1962 όμως. Τότε με υποκινητή πάλι τον, έστω και δευτερογενή, λόγο του Βασίλη Ρώτα ο Μίκης κατέθεσε την πρώτη ολοκληρωμένη του μουσική για το νεότερο θέατρο και - ποιος αμφιβάλει - θριάμβευσε. Το έργο: «Ένας όμηρος» του Ιρλανδού Μπρένταν Μπίαν - ο Βασίλης Ρώτας είχε κάνει τη μετάφραση. Τα περισσότερα από τα 16 θαυμάσια τραγούδια του έργου έφυγαν πάραυτα από τη σκηνή και έγινα τραγούδια της πολιτικής παρέας: «Ήταν 18 Νοέμβρη», «Το γελαστό παιδί», «'Ανοιξε λίγο το παράθυρο», «Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι», «Είμαι 'Αγγλος νιος και τυχερός», «Θα σου στείλω μάνα», ποιο να μην αναφέρει κανείς... Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά στις 12 Απρίλη του 1962 στο Κυκλικό Θέατρο της Αθήνας με την Ντόρα Γιαννακοπούλου να τραγουδά επί σκηνής συνοδευόμενη, στην κλασική κιθάρα, από τον Δημήτρη Φάμπα. Ξανά για την ιστορία μνημονεύουμε τους ηθοποιούς που μετείχαν στην παράσταση: Κώστας Μπάκας, Νέλλη Αγγελίδου, Μαρίκα Κοτοπούλη, Χρήστος Πάρλας, Τασώ Καβαδδία.

Αυτή τη δεύτερη κατηγορία των σκηνικών μουσικών του Μίκη Θεοδωράκη μπορούμε να τη χωρίσουμε σε δυο υποκατηγορίες. Ελληνικό και διεθνές θέατρο. Η Διάκριση αυτή είναι χρήσιμη και για την αισθητική προσέγγιση του θέματος, αφού δείχνει τη γνώση, την ευαισθησία και την προσαρμοστικότητα του συνθέτη. Τι εννοούμε; Θα το αντιληφθείτε αμέσως μόλις αναφέρουμε το πρώτο αμιγώς ελληνικό θεατρικό έργο για το οποίο συνέθεσε μουσική και τη συγκρίνετε με αυτήν που συνέθεσε για το έργο που μόλις αναφέραμε, το «Ένας Όμηρος». Ο «Όμηρος» έδωσε μουσική σαφώς δυτικότροπη, με μπαλάντες και ηχοχρώματα που προσδιορίζουν την εντοπιότητα και προσδιορίζονται από αυτή - Ιρλανδία γαρ. Το ελληνικό έργο απέφερε μουσική γνήσια ελληνική με πλεονάζοντα τα χαρακτηριστικά του λαϊκού μουσικού μας πολιτισμού. Α!!! Συγγνώμη. Λησμονήσαμε να σας πούμε ποιο ήταν αυτό το έργο. Οι περισσότεροι το έχετε ασφαλώς καταλάβει. Ήταν βεβαίως «Η γειτονιά των αγγέλων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Πρεμιέρα στο Θέατρο Κοτοπούλη - σημερινό REX - στις 4 Οκτωβρίου 1963. Σκηνοθέτης ο συγγραφέας, πρωταγωνιστές οι Νίκος Κούρκουλος, Τζένη Καρέζη, Αλίκη Ζωγράφου, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Πρωταγωνιστούσαν επίσης τα τέσσερα τραγούδια και οι πολύχρωμες μουσικές που συνέθεσε για την παράσταση ο Μίκης μας. Τραγούδια που σύντομα τα τραγούδησε όλη η Αθήνα, όλη η Ελλάδα, όλος ο Ελληνισμός: «Από το παράθυρό σου», «Το ψωμί είναι στο τραπέζι», «Δόξα το θεό», «Στρώσε το στρώμα σου για δυο». Με το μπουζούκι του Γιώργου Ζαμπέτα να υφαίνει μουσικές της ψυχής.

Η μετέπειτα ενασχόληση του Μίκη Θεοδωράκη με αυτά τα είδη του θεάτρου, είχε τη γνωστή πορεία και κατάληξη. Αναστολή, τα χρόνια της Χούντας, θριαμβική επάνοδος, τον καιρό της μεταπολίτευσης, ύφεση μετά το 1980, μια και τότε ο συνθέτης αποφάσισε να ασχοληθεί μεθοδικότερα με το λόγιο έργο του. Τελευταία και πλέον πρόσφατη θεατρική του μουσική είναι εκείνη για τον σαιξπηρικό «Μάκβεθ» που παρουσιάστηκε το 1994 στο Θέατρο Καρέζη από τον Γιώργο Κιμούλη και την Καρυοφιλλιά Καραμπέτη.

Στην κατηγορία μουσικό θέατρο-επιθεώρηση η εμπλοκή του Μίκη Θεοδωράκη είναι σχετικά μικρή, πολύ, ωστόσο, σημαντική. Δύο παραστάσεις απήλαυσαν τη μουσική του εύνοια. Η πρώτη ήταν η «Όμορφη Πόλη». Εννέα Ιουνίου 1962 η επιθεώρηση, σε κείμενα Μποστ αλλά και Μίκη και σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη πρωτοπαρουσιάζεται στο Θέατρο Παρκ της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Τα δώδεκα τραγούδια της παράστασης σε στίχους Μποστ, Δημήτρη Χριστοδούλου, Ερρίκου Θαλασσινού και 'Ακου Δασκαλόπουλου ερμήνευσαν επί σκηνής ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Γιάννης Βογιατζής, ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα. Τραγούδια γνήσια λαϊκά όπως τα «Σερενάτα», «Μέσα στα μαύρα σου μαλλιά», «Όταν με δείτε να μιλώ», «Της ξενιτιάς» - γνωστότερο ίσως ως «Φεγγάρι μάγια μου 'κανες». Το εξαιρετικά ενδιαφέρον στην περίπτωση αυτή είναι ότι λίγα μέτρα μακρύτερα, πάντοτε στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στο Θέατρο Μετροπόλιταν, πέντε μέρες αργότερα δόθηκε η πρεμιέρα μιας άλλης επιθεώρησης αντίστοιχου ήθους, εμβέλειας και επιρροής, όπως αποδείχθηκε, τη μουσική της οποίας είχε υπογράψει ο Μάνος Χατζιδάκις. Ήταν βεβαίως η «Οδός Ονείρων». Την επόμενη όμως χρονιά οι δυο ακρογωνιαίοι λίθοι του οικοδομήματος του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού από αντίπαλοι, βρέθηκαν συνεργάτες. Το Θέατρο Παρκ φιλοξένησε τους καρπούς της συνεργασίας τους που ονομάστηκε «Μαγική Πόλη». Η λαμπρή πρεμιέρα δόθηκε στις 20 Ιουνίου 1963 και τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Η παράσταση αυτή σηματοδότησε το τέλος της προσφοράς του Μίκη στην επιθεώρηση. Συνέθεσε για αυτήν τρία εξαίσια νέα λαϊκά τραγούδια: Τα «Βάρκα στο γιαλό» και «Το φεγγάρι κάνει βόλτα» σε δικούς του στίχους και το «Τι να την κάνω τη χαρά» σε στίχους Νότη Περγιάλη.

Η επόμενη και λιγότερο γνωστή κατηγορία θεατρικής μουσικής του Μίκη είναι εκείνη που αφορά το ραδιοφωνικό θέατρο. Ναι! Το ραδιοφωνικό θέατρο που προσέδιδε μιαν άλλη μαγεία στο ραδιόφωνο, χαμένη σήμερα, αν όχι και ξεχασμένη. Ομολογούμε ότι παραμένουμε αθεράπευτα νοσταλγοί εκείνου του μέσου και εκείνης της εποχής. Μουσική του Μίκη Θεοδωράκη για ραδιοφωνικά σκηνοθετημένο θεατρικό έργο πρωτακούστηκε από το Πρώτο Πρόγραμμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, του ΕΙΡ όπως ονομαζόταν, στις 17 Οκτωβρίου 1953. Το έργο ήταν η «Κάρμεν» του Προσπέρ Μεριμέ, αυτό από το οποίο γεννήθηκε και η ομώνυμη ξακουστή όπερα του Ζορζ Μπιζέ. Τη ραδιοσκηνοθεσία είχε υπογράψει ο Μήτσος Λυγίζος και τη θεατρική προσαρμογή του έργου ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Στίχοι του Καμπανέλλη για την περίπτωση ευτύχησαν να γίνουν πανέμορφο τραγούδι το οποίο κόσμησε δέκα χρόνια αργότερα την παράσταση «Μαγική Πόλη». Το όνομα του τραγουδιού: «Μαργαρίτα Μαγιοπούλα». Η εξαιρετικά επιτυχημένη ραδιοφωνική συνεργασία του συνθέτη ανταμείφθηκε με την άμεση συνέχεια. Μέχρι το 1955 ο Μίκης χάρισε το θείο χάρισμά του σε εννέα ακόμη ραδιοσκηνοθετημένα θεατρικά έργα, ελληνικά τα περισσότερα, συνεργαζόμενος με σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Νότης Περγιάλης, ο Ντίμης Αποστολόπουλος, ο Μιχάλης Κατσαρός. Τούτος ο τελευταίος, ο ποιητής της ανατροπής, υπέγραψε την τελευταία ραδιοφωνική παρουσία του Μίκη σε θεατρικό έργο, ως μεταφραστής του έργου «Το τραγούδι του Νάλα», το οποίο προέρχεται από το έπος «Μαχαμπαράτα». Οι σπουδές στο Παρίσι εμπόδισαν το συνθέτη να συνεχίσει την καρποφόρα ραδιοφωνική δραστηριότητά του. Όταν επέστρεψε οι συνθήκες είχαν αλλάξει και η δημιουργική του προσοχή επικεντρώθηκε αλλού. Οι όμορφες μουσικές τις οποίες συνέθεσε για τα δέκα έργα του ραδιοφωνικού θεάτρου, έχουν εν πολλοίς λησμονηθεί, μια και παραμένουν ανέκδοτες, δεν έχουν όμως χαθεί. Παραμένουν φυλαγμένες στα ανήλιαγα σωθικά του Ραδιομεγάρου της Αγίας Παρασκευής. Φυλαγμένες πολύ καλά μάλιστα, μήπως βρεθεί κάποιο βέβηλο χέρι που θα θελήσει να τις αγγίξει, να τις χαϊδέψει, να τις ακούσει, να τις χαρεί, να τις δημοσιοποιήσει.

Και φτάσαμε στην τελευταία κατηγορία, στην τελευταία ομάδα της θεατρικής του μουσικής. Ουσιαστικά δεν είναι ομάδα αλλά αποτελείται από ένα και μοναδικό έργο∙ τι έργο όμως! Έργο πραγματικά εμπνευσμένο - και όχι μόνον μουσικά - για το οποίο ο Μίκης έχει τη συνολική ευθύνη δημιουργίας. Ο ίδιος εμπνεύστηκε τον μύθο του, ο ίδιος έγραψε το ποιητικό του κείμενο, ο ίδιος έγραψε τους στίχους των τραγουδιών του - πλην ενός - ο ίδιος, προφανώς, συνέθεσε τη μουσική του και έπλασε τα τραγούδια του. Εφάρμοσε δηλαδή στην εντέλεια τις προδιαγραφές του μεγάλου οράματος του Ρίχαρντ Βάγκνερ για ένα συνολικό, ολοκληρωμένο έργο τέχνης, ένα Gesamtkunstwerk, όπως το ονόμαζε ο ρομαντικός Γερμανός μουσουργός, στα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Πρόκειται βεβαίως για το συγκλονιστικό «Τραγούδι του νεκρού αδελφού», που δεύτερο όμοιο του στην νεότερη ελληνική ιστορία δεν υπάρχει. Με το έργο αυτό ο Μίκης αναδεικνύεται σε έναν αδιαμφισβήτητο σύγχρονο Έλληνα τραγωδό. Τούτο το έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου 1962 στο Θέατρο Καλουτά σκηνοθετημένο από τον Πέλο Κατσέλη είναι ακριβώς μια Σύγχρονη Λαϊκή Τραγωδία. Ο Μίκης Θεοδωράκης σε ένα κορύφωμα έμπνευσης, ευαισθησίας και τόλμης συμπλέκει το ήθος της αρχαίας τραγωδίας, τους μύθους και τα σύμβολα της νεοελληνικής ιστορίας και τα δομικά στοιχεία του δημοτικού και λαϊκού τραγουδιού. Τα τραγούδια που γεννήθηκαν για αυτό και τραγουδήθηκαν από τον μεγάλο Γρηγόρη Μπιθικώτση, τραγούδια δοξαστικά του λαϊκού ελληνικού πολιτισμού, έμελλε να σφραγίσουν την ευαισθησία του Έλληνα. Τραγούδια όπως τα «Απρίλης», «Το όνειρο», «Κοιμήσου αγγελούδι μου» - αυτό μόνο ήταν σε στίχους του Κώστα Βίρβου -, «Η αλυσίδα», «Ένα δειλινό» «Προδομένη αγάπη», «Τον Παύλο και τον Νικολιό», «Στα περβόλια», «Δοξαστικό». Ελπίζω να μην ξέχασα κανένα γιατί δεν πρέπει, δεν μπορεί, δεν επιτρέπεται να ξεχαστεί κάποιο τους.

Πέρα από αυτά πρέπει να επισημάνουμε και την έντονη θεατρικότητα η οποία ενυπάρχει και στο πιο απλό τραγούδι του συνθέτη. Επομένως ολοκληρωτικά θεατρικός είναι ο μουσικός Μίκης Θεοδωράκης. Μια αστείρευτη πηγή θεατρικής μουσικής. Βεβαίως «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Στην περίπτωση του Μ.Θ., όμως, όσον αφορά τη σκηνική μουσική, υπάρχει και το πολύ και το καλό. Το πρώτο, το πολύ, το οποίο είναι αντικειμενικό το αποδείξαμε, το είπαμε με τον αδιάψευστο κανόνα των αριθμών. Το δεύτερο, το καλό δηλαδή, το οποίο είναι υποκειμενικό, μετατρέπεται σε αντικειμενικό από την αντοχή την οποία έχουν επιδείξει οι περισσότερες από αυτές τις μουσικές στο χρόνο. Αδιάψευστος δηλαδή ο κριτής και σε αυτή την περίπτωση.

Πριν ολοκληρώσουμε, ιδού μερικές φράσεις του τις οποίες ερανιστήκαμε από κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης στις 4 Σεπτεμβρίου 1980 και στις οποίες συνοψίζεται η φιλοσοφία με την οποία προσέγγισε τη σκηνική μουσική. «Η πιο πετυχημένη μουσική, είτε στο θέατρο, είτε στο αρχαίο δράμα ή στον κινηματογράφο, είναι εκείνη που αφομοιώνεται τόσο πολύ με το έργο ώστε να μη γίνεται καν αισθητή. Υπάρχουν βέβαια ορισμένες σκηνές, όπως είναι τα χορικά, όπου η μουσική βγαίνει σε πρώτο πλάνο∙ εκεί δεν γίνεται διαφορετικά. Ωστόσο γενικά η μουσική θα πρέπει να υπογραμμίζει το λόγο και όχι να φλυαρεί από μόνη της, γιατί τότε αποπροσανατολίζει».

Αν αναλογιστούμε τέλος και το μέγεθος και την ποιότητα της θεατρικής-σκηνικής μουσικής την οποία συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης θα καταλήξουμε στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η μουσική αυτή και μόνη της θα ήταν αρκετή να αναδείξει και να καταξιώσει τον οποιονδήποτε συνθέτη. Ο Μίκης Θεοδωράκης όμως μας δώρισε τόσα ακόμη δυσμέτρητα όσο και πολύτιμα της τέχνης των ήχων...







Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

"Ο Απρίλιος είναι ο μήνας της πασχαλιάς"






19 Μαρτίου 2020 

Φίλες και φίλοι καλησπέρα 

Ποιος θα το φανταζόταν ότι ένα σενάριο για ταινία επιστημονικής φαντασίας θα γινόταν εφιαλτική πραγματικότητα. Σε εμπόλεμη λοιπόν κατάσταση όλος ο πλανήτης με γνωστό, πλην όμως αόρατο τον κοινό εχθρό. Ασύμμετρες οι απειλές, παράπλευρες οι απώλειες κι ας ευχηθούμε αυτές οι τελευταίες να είναι οι λιγότερες δυνατές.

Σκληρός είναι ο Μάρτης, σκληρός προβλέπεται κι ο Απρίλης του 2020 – ας θυμηθούμε και τον Τόμας Στερνς Έλιοτ με τον δικό του Σκληρό Απρίλη που μας τον γνώρισε μουσικά, ως Σκληρό Απρίλη του ’45, ο αοίδιμος Μάνος Χατζιδάκις. Ο συνδυασμός των δυο όμως μας γνώρισε και τις Πασχαλιές μέσα απ’ τη Νεκρή Γη· ας μη λησμονούμε λοιπόν – η αισιοδοξία πάντα χρειάζεται τουλάχιστόν ως αντίδραση σε τέτοιες περιπτώσεις – ότι ο Απρίλιος είναι ο μήνας της πασχαλιάς. Κι αν ο Μάρτης «νεκρή γη» αφήσει, μέσα απ’ αυτήν θα βλαστήσουν και θα ανθίσουν πασχαλιές!!!

Μένουμε στο σπίτι λοιπόν, ένδειξη υπευθυνότητας και σεβασμού στις οδηγίες των ειδικών για το καλό όλων μας. Διάβασμα, ακρόαση μουσικής, τακτοποίηση εκκρεμοτήτων που χρονίζουν, να δούμε και καμιά καλή ταινία από εκείνες που αγοράζαμε το πάλαι ποτέ μαζί με τις κυριακάτικες εφημερίδες και παρέμειναν σε κάποιο ράφι ...

Οι συνθήκες πολέμου που βιώνουμε μου έφεραν στο νου κάποιες άλλες εποχές παραδοσιακού πολέμου. Ανέσυρα έτσι από τα αρχεία μου ένα ειδικό, πλην όμως εξαιρετικό βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε το 1941!!! Γραμμένος από το γεωπόνο Νικόλαο Βοσυνιώτη «Ο Λαχανόκηπος του Σπιτιού» εκτός των πολύτιμων συμβουλών του προσέφερε, εκείνα τα δύστηνα χρόνια της Κατοχής, σταγόνες αισιοδοξίας, ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Σας στέλνω συνημμένα το εξώφυλλο του βιβλίου και την πρώτη σελίδα του προλόγου του συγγραφέα. Διαβάστε την με προσοχή και αποκωδικοποιείστε τα μηνύματά της. Είναι σίγουρο ότι θα συγκινηθείτε. Και ίσως σας γεννήσει την επιθυμία να αξιοποιήσετε με ιδιαίτερα ωφέλιμο τρόπο λίγο από τον ελεύθερο χρόνο που πια διαθέτουμε, μένοντας πάντα στο «σπίτι». Δεν χρειάζεται απαραίτητα κήπος. Το μπαλκόνι ή η βεράντα αρκούν. Λίγα σπορόφυτα από τη λαϊκή ή από το φυτώριο της γειτονιάς σας – ή και από κάποιο φίλο – και τίποτ’ άλλο. Σαλάτες αν φυτέψετε σε γλάστρες ή ζαρντινιέρες θα γευτείτε τα υπέροχα φύλλα τους σύντομα. Να, δείτε τις δικές μου!





(...)


Για άλλο θέμα άρχισα να γράφω αυτό το μήνυμα, αλλού κατέληξα – τι κάνει ο ... ελεύθερος χρόνος!

Όπως γνωρίζετε η ομιλία μου στη Μουσική Βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μουσικής που ήταν προγραμματισμένη για τις 10 Μαρτίου αναβλήθηκε, θύμα και αυτή του περιλάλητου ιού – ας είναι μόνον τέτοια τα θύματά του. Πότε θα πραγματοποιηθεί, κανείς δεν ξέρει. Ωστόσο στο επεισόδιο της εκπομπής της ΕΡΤ2 «Σταθμός Μέγαρο» το οποίο προβλήθηκε στις 8 Μαρτίου, υπήρχε το σχετικό με την εκδήλωση μαγνητοσκοπημένο θέμα, με την ένδειξη βεβαίως ότι αναβάλλεται. Έχει κάποια λάθη, ως προς την παρτιτούρα που παρουσιάζεται και τους μουσικούς που θα συμμετείχαν τελικά, ωστόσο είναι όμορφο και όσοι δεν το είδαν και επιθυμούν να το δουν υπάρχει στα διαδικτυακά αρχεία της ΕΡΤ – η αρχή στο 9:40:



(..)


Στο σπίτι μένω, είμαι καλά, πολύ καλά, το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς!

Με τους ευχές μου για ότι το καλύτερο 

Γιῶργος Β. Μονεμβασίτης 
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ 
Συγγραφέας – Δημοσιογράφος 
Κριτικός καί Ἱστορικός Μουσικῆς 
ἐσχάτως δέ καί ... καλλιεργητής!







Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Οι ευχές του Γιώργου Μονεμβασίτη




Καθώς το 2018 μετρά τις τελευταίες του μέρες ο καθένας μας μετρά τις μέρες της χρονιάς που πέρασε, αυτά που του έφεραν, αυτά που του πήραν. Στέκεται και στους αποχαιρετισμούς. Που κάποιοι ήταν οδυνηροί. Και αναρωτιέται τι θα του λείψει τη χρονιά που καταφτάνει. Για μας η απάντηση είναι μια. Θα μας λείψει ο καλός φίλος, ο σοφός δάσκαλος, ο ταπεινός άνθρωπος, ο ευεργέτης του σύγχρονου Ελληνικού Τραγουδιού, που εδώ και λίγους μήνες βρίσκεται στων αγγέλων τα μπουζούκια και σκαρώνει στα κιτάπια του στίχους που δεν τους πιάνει ο νους...

Θελήσαμε στη θύμησή του να αποχαιρετίσουμε την παλιά χρονιά και κυρίως να υποδεχτούμε τη νέα χρονιά με κάποια δικά του αισιόδοξα λόγια. Η αναζήτηση μάταιη… Ο Μάνος Ελευθερίου (Ερμούπολη Σύρου 12 Μαρτίου 1938 – Αθήνα 22 Ιουλίου 2018) πραγματιστής και ρεαλιστής καθώς ήταν δεν βρήκε χαρά να τραγουδήσει. Επέμενε στο «Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας, γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας». Θα ήταν όμως άδικο να ακυρώσουμε την επιθυμία μας να υποδεχτούμε την καινούρια χρονιά με δικά του λόγια.

Αντί για το λυγμό, τουλάχιστον τον υπαινιγμό. Κι αυτός ήρθε αυθόρμητα στο νου.

Του κόσμου το στενό γεφύρι
θα το περάσουμε μαζί
θα ’ναι η καρδιά σου παραθύρι
τα λόγια σου παλιό κρασί

Μνημονεύετε Μακρυγιάννη, τον έχουμε μεγάλη ανάγκη σήμερα.

Μόνο να γράφεις τ’ όνομά σου
και κείνο το ΄μαθες μισό,
μα συλλαβίζεις τα όνειρά σου 
στο Άργος και τον Ιλισό

Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλληκάρια να κερνάς

Του κόσμου το στενό γεφύρι
θα το περάσουμε μαζί
θα ΄ν΄ η καρδιά σου παραθύρι
τα λόγια σου παλιό κρασί

(Τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου μελοποίησε ο Ηλίας Ανδριόπουλος και το τραγούδι ενέταξε στον κύκλο Γράμματα στον Μακρυγιάννη που δισκογραφήθηκε το 1979. Το τραγούδησαν η Άλκηστις Πρωτοψάλτη και ο Αντώνης Καλογιάννης).

Αισιόδοξες να ᾽ναι οι σκέψεις, καθώς η νέα χρονιά ανατέλλει.
Και να ᾽ναι η Ελπίδα οδηγός στο 2019.

Ντιάνα Βρανούση - Γιώργος Β. Μονεμβασίτης

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Ένα διαφορετικό ρεσιτάλ πιάνου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών


Ένα διαφορετικό ρεσιτάλ πιάνου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Τα ρεσιτάλ πιάνου δομούνται συνήθως με έργα γνωστών και αρκούντως ερμηνευόμενων συνθετών. Το δικαίωμα στη διαφορά διεκδικεί το ρεσιτάλ της Ντιάνας Βρανούση, στις 11 Ιανουαρίου 2018, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, αφού εστιάζει σε δυο άγνωστους συνθέτες, οι οποίοι έζησαν και δημιούργησαν στο Παρίσι την εποχή που κυριαρχούσε ο ρομαντισμός.

Και όχι μόνον αυτό. Οι δυο αυτοί συνθέτες ήταν Έλληνες – ελληνικής καταγωγής ακριβέστερα. Πρόκειται για τον λιγότερο άγνωστο, και πρεσβύτερο των δυο, Camille-Marie Stamaty – Κάμιλλο Σταμάτη (1811-1870) και την πλέον άγνωστη και νεότερη Mario Foscarina Damaschinó – Μαριώ Φωσκαρίνα Δαμασκηνού (1850-1921).

Ο Κάμιλλος Σταμάτης υπήρξε εξέχουσα μουσική προσωπικότητα της εποχής του, καθόσον διέπρεψε και ως πιανίστας και ως παιδαγωγός πιάνου. Στους πολυάριθμους μαθητές του συγκαταλέγονται ο επιφανής και πασίγνωστος Γάλλος συνθέτης Camille Saint-Saëns – Καμίγ Σαιν-Σανς (1835-1921) και ο λιγότερο γνωστός, αλλά εξίσου σπουδαίος, Αμερικανός πιανίστας και συνθέτης Louis Moreau Gottschalk – Λουί Μορώ Γκόττσαλκ (1829-1869) – αναζητείστε τη γοητευτική και δημοφιλή Λιτανεία των Αγίων (Litanie des Saints) [θυμηθείτε την παλιά ωραία διαφήμιση της μπύρας Kaiser] του εκ Νέας Ορλεάνης Δόκτορα Τζων (Dr. John), για να διαπιστώσετε την πηγή της έμπνευσής του.

Η Μαριώ Φωσκαρίνα Δαμασκηνού, γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική, όσο και όπως ο Κάμιλλος Σταμάτης, μολονότι είχε πραγματοποιήσει επαρκείς σπουδές μουσικής στο ξακουστό Ωδείο του Παρισιού, αλλά συνέθετε μάλλον ερασιτεχνικά για τη δική της ευχαρίστηση και για να ψυχαγωγεί τους ανθρώπους του περιβάλλοντός της, στους οποίους αφιέρωνε, ως επί το πλείστον, τα συνθέματά της. Πολυάριθμα, ωστόσο, έργα της είχαν εκδοθεί από μουσικούς οίκους του Παρισιού. 

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι και τους δυο απασχόλησαν κυρίως οι μικρές μουσικές φόρμες με έμφαση στο πιάνο. Η μουσική τους δημιουργία υπηρετεί χωρίς εκτροπές τον αμιγή ρομαντισμό και χαρακτηρίζεται άλλοτε από διδακτικό, άλλοτε από ψυχαγωγικό μουσικό ήθος.

Το πρόγραμμα του ρεσιτάλ έχει εμπλουτιστεί με έργα συνθετών εκείνης της εποχής, Γάλλων κυρίως, όπως ο Καμίγ Σαιν-Σανς, ο Εμμανυέλ Σαμπριέ, ο Γκαμπριέλ Φωρέ, αλλά και ο Ρόμπερτ Σούμαν, που χαρακτηρίζονται από συγγενική αισθητική. Ο τελευταίος είχε εκφραστεί εξαιρετικά εγκωμιαστικά, εγγράφως μάλιστα, για τον Κάμιλλο Σταμάτη. 

Αναφέρεται με την ευκαιρία ότι η Ντιάνα Βρανούση έχει πραγματοποιήσει, το 1992, την πρώτη, αλλά και μοναδική μέχρι σήμερα παγκοσμίως, ηχογράφηση-δισκογράφηση έργου του Κάμιλλου Σταμάτη. Πρόκειται για μια πανέμορφη Βαρκαρόλα με όνομα Promenade sur l’eau. Επισημαίνεται, επίσης, ότι στα παγκόσμια μουσικά χρονιά δεν έχει καταγραφεί, μέχρι σήμερα, κάποια ερμηνεία έργου για πιάνο της Μαριώς Φωσκαρίνας Δαμασκηνού – εκτός βεβαίως από την εποχή που αυτά δημιουργήθηκαν – και είναι η πρώτη φορά που ερμηνεύονται κατά τη νεότερη εποχή στην Ελλάδα έργα για πιάνο του Κάμιλλου Σταμάτη – εκτός βεβαίως από την Βαρκαρόλα, την οποία έχει ερμηνεύσει μερικές φορές στα ρεσιτάλ της η πρώτη διδάξασα!

Λόγω της πρωτοτυπίας και της ιδιαιτερότητας του ρεσιτάλ, θα προηγηθεί των ερμηνειών σύντομη κατατοπιστική ομιλία του κριτικού και ιστορικού μουσικής Γιώργου Β. Μονεμβασίτη.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Η κιθάρα σε χρόνο και χώρο ελληνικό

Ένα βαρυσήμαντο κείμενο του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη από την έκδοση Master Class - Μισός Αιώνας Έλληνες Κιθαριστές (2005, Eros Music), το οποίο ευγενικά μας παραχώρησε ο ίδιος. Η παρούσα είναι και η τελική, αναθεωρημένη εκδοχή του κειμένου. Ευχαριστώ θερμά τον κορυφαίο μας μουσικοκριτικό. ηρ.οικ.






Η ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΧΩΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Η κιθάρα υπήρξε κυρίαρχο όργανο στην αρχαία Ελλάδα. Η μορφή της βεβαίως ήταν εμφανώς διαφορετική από τη μορφή της σύγχρονης κιθάρας. Ωστόσο παρά το ότι στη σύγχρονη εποχή η κιθάρα δεν είναι το εθνικό μουσικό όργανο των Ελλήνων, είναι αναμφίβολα το πλέον αγαπητό τους. Η σχέση του Έλληνα με την κιθάρα ήταν ανέκαθεν σχέση αγάπης, αφού το μουσικό αυτό όργανο είναι απόλυτα ταιριαστό με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία του. Ο σύγχρονος Έλληνας βρήκε σε αυτήν έναν πιστό μουσικό σύντροφο, αλλά και ένα ιδανικό μέσο έκφρασης. Μέχρι όμως να απαλλαγεί η κιθάρα από συμπλεγματικούς χαρακτηρισμούς του τύπου «λαϊκό όργανο» ή «όργανο συνοδείας» πέρασε από σαράντα κύματα. Στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίζεται ως όργανο απαραίτητο τόσο στην επτανησιακή νυκτωδία όσο και στην αθηναϊκή καντάδα. Αλλά και στ’ αντίπερα του Αιγαίου ο ήχος της εμπλουτίζει το Σμυρναίικο Τραγούδι, που υπήρξε ο πρόδρομος του ρεμπέτικου, και δεν λείπει από τις περίφημες Εστουδιαντίνες της Σμύρνης και της Πόλης. Στο πρώιμο ρεμπέτικο συναγωνίζεται σε δημοτικότητα τα εξ ανατολής έγχορδα, ενώ δεν είναι λίγοι οι αφοσιωμένοι σε αυτήν ρεμπέτες (όπως, λόγου χάριν, ο περίφημος Γιώργος Κατσαρός [Θεολογίτης] [1888 – 1997]). Απαραίτητη είναι και στις διάφορες μαντολινάτες και στο ελαφρό και στο λαϊκό τραγούδι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η κιθάρα λειτουργεί ως όργανο ρυθμού και συνοδείας, εξ ου και η … κακή φήμη της.

Ως λόγιο ή συναυλιακό όργανο είναι μάλλον ανύπαρκτο στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Διδάσκεται περίπου … παράνομα με ανορθόδοξες τεχνικές που αποσκοπούν στη δημιουργία κιθαρωδών-συνοδών παρά σολίστ. Ελάχιστοι οι δάσκαλοι του τότε (μνημονεύουμε ενδεικτικά τον Νίκο Ιωάννου και τον Νίκο Πατρώνα) και με ήσσονος σημασίας έργο. Ωστόσο πριν από το 1950 πέρασαν τη μουσική τους εφηβεία οι τρεις κιθαριστές και δάσκαλοι, οι οποίοι αξιοποιώντας τη διεθνή καθιέρωση της κιθάρας, που επετεύχθη χάρη στην προσφορά και την προσωπικότητα του Αντρές Σεγκόβια[1], έμελλε να θεμελιώσουν και να χτίσουν το κραταιό οικοδόμημα της Ελληνικής Σχολής Κιθάρας, που η εμβέλειά της έφτασε μέχρι τα πέρατα της οικουμένης. Τους αναφέρουμε με ηλικιακή ιεράρχηση: Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου (1913 – 1990), Γεράσιμος Μηλιαρέσης (1918 - 2005), Δημήτρης Φάμπας (1921 – 1996). Καθένας από αυτούς έβαλε το ανεκτίμητο λιθαράκι του ώστε να στεριώσει η τέχνη της (κλασικής) κιθάρας στον τόπο μας. Δεν πρέπει να λησμονήσουμε πάντως και τον εκ Κωνσταντινουπόλεως Ανδρέα Παλαιολόγο, ο οποίος με τη σεμνή και διακριτική προσφορά του, στις δεκαετίες του 1960 και 1970 κυρίως, συνέβαλε ουσιαστικά στην καθιέρωση και εξέλιξη της κλασικής κιθάρας στον τόπο μας.

Ο Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου ήταν ο πρώτος που ονομάστηκε επισήμως καθηγητής κιθάρας (Ελληνικό Ωδείο, 1945). Διακρίθηκε περισσότερο για το παιδαγωγικό του έργο (μαθητές του υπήρξαν μεταξύ άλλων οι Σπύρος Θωμάτος, Παναγιώτης Ιωάννου, Δημήτρης Καμαρωτός, Κώστας Κοτσιώλης, Γιάννης Μαυρέας, Δημήτρης Νικητός, Άγγελος Νικολόπουλος, Γιώργος Παζαΐτης, Ανδρέας Παπαδάτος, Γιώργος Σακελλαρίου), χωρίς να αμελήσει την ερμηνεία και τη σύνθεση. 

Ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης πήρε το δίπλωμά του από το Ελληνικό Ωδείο το 1947 και έκτοτε άρχισε την παράλληλη δραστηριότητα του σολίστ (εντός και εκτός Ελλάδας), του παιδαγωγού και του συνθέτη και μεταγραφέα-διασκευαστή. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής που μαθήτευσε στον Σεγκόβια (1950-53) στη Μουσική Ακαδημία Κιτζάνα στη Σιένα της Ιταλίας, ο πρώτος που ηχογράφησε για το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας), ο πρώτος που συνέπραξε ως σολίστ με ορχήστρα (1960, με τη Συμφωνική του ΕΙΡ το Κοντσέρτο του Μάριο Καστελνουόβο-Τεντέσκο και αρχιμουσικό τον Βύρωνα Κολάση). Αναμφίβολα στη δεκαετία του 1950 ήταν κυρίαρχος. Από τους πολλούς μαθητές του αναφέρουμε ανθολογώντας τους Γιάννη Ηλιόπουλο, Σπύρο Θωμάτο, Παναγιώτη Καλατζόπουλο, Στάθη Μιχαλόπουλο, Γεράσιμο Πυλαρινό, Νάνα Σιμοπούλου, Βασίλη Τενίδη, Νίκο Φρουδαράκη. 

Ο Δημήτρης Φάμπας είχε πρώτο δάσκαλο τον Νίκο Ιωάννου. Πήρε το δίπλωμά του από το Εθνικό Ωδείο το 1953 και την επόμενη χρονιά άρχισε να διδάσκει σε αυτό. Και αυτός διακρίθηκε στις παράλληλες δραστηριότητες του ερμηνευτή (πολυάριθμα τα ρεσιτάλ του, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό), του παιδαγωγού, του συνθέτη και του διασκευαστή-μεταγραφέα. Από το 1955 έγινε και αυτός μαθητής του Σεγκόβια αλλά και του Εμίλιο Πουχόλ. Ήταν ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής που ερμήνευε με νύχια στο δεξί χέρι – από το 1944. Οργάνωσε στο Εθνικό Ωδείο σχολή κιθάρας η οποία έγινε ξακουστή. Από το 1958 μάλιστα οι μαθητές του έδιναν ετήσιο συλλογικό ρεσιτάλ, γεγονός πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Ήταν ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής ο οποίος ηχογράφησε ολόκληρο δίσκο μακράς διαρκείας (LP) με σόλο κλασική κιθάρα. Ο δίσκος ονομαζόταν Ο Φάμπας παίζει Θεοδωράκη - Χατζιδάκι (RCA Victor LPMG 14) και εκδόθηκε το 1965. Είναι ο μόνος Έλληνας σολίστ ο οποίος έχει δώσει ατομικό ρεσιτάλ στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (1965). Πολλοί από τους μαθητές του βραβεύτηκαν σε διεθνείς διαγωνισμούς κιθάρας – μέχρι το 1982 είχαν διακριθεί σε 19 τέτοιους διαγωνισμούς! Από τους πολυάριθμους μαθητές του αναφέρουμε ενδεικτικά τους Ευάγγελο Ασημακόπουλο, Κώστα Γρηγορέα, Λίζα Ζώη, Γιώργο Κερτσόπουλο, Ελευθερία Κοτζιά, Ειρήνη Κώνστα, Βασίλη Μαστοράκη, Νότη Μαυρουδή, Βαγγέλη Μπουντούνη, Κυριάκο Τζωρτζινάκη, Μιχάλη Τραυλό, Μάρκο Τσέτσο. 

Οι ανωτέρω μνημονευόμενοι δάσκαλοι, οι μαθητές τους αλλά και οι μαθητές των μαθητών τους προκάλεσαν μιαν απρόσμενη κιθαριστική ανθοφορία στον ελλαδικό χώρο. Η Ελληνική Σχολή Κιθάρας την οποία δημιούργησαν προκάλεσε και προκαλεί το θαυμασμό και το σεβασμό σε όλη την οικουμένη. Αυτή τη Σχολή θέλησε να τιμήσει η παρούσα έκδοση. Το πρόγραμμα ακρόασης δομήθηκε έτσι ώστε να καλύπτει ολόκληρη σχεδόν τη μεγάλη κοινότητα των Ελλήνων κιθαριστών· χωρίς προκαταλήψεις και με λιγοστές εξαιρέσεις. Φιλοδοξία της έκδοσης είναι να αποτελέσει μια ιστορική σύνοψη-πανόραμα της κιθαριστικής τέχνης στην Ελλάδα. Συμβάλλουν σε αυτό με τα ηχογραφήματά τους τρεις γενιές κιθαριστών. 

Όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος αμιγώς κιθαριστικός ελληνικός δίσκος εκδόθηκε το 1965. Αξίζει όμως να αναφέρουμε μια δισκογραφική έκδοση της προηγούμενης χρονιάς, μια και αυτή έχει άμεση σχέση με την κλασική κιθάρα και τα εξιστορούμενα. Πρόκειται για το δίσκο Δεκαπέντε Εσπερινοί του Μάνου Χατζιδάκι. Ο σπουδαίος έλληνας τραγουδοποιός και συνθέτης ενορχήστρωσε, για το έργο του αυτό, με τον τρόπο της μουσικής δωματίου, δεκαπέντε γνωστά τραγούδια του και τα παρουσίασε σε οργανική μορφή για δυο κλασικές κιθάρες, άρπα, κοντραμπάσο και πιάνο. Οι δυο κιθαριστές οι οποίοι συμμετείχαν στην ηχογράφηση ήσαν ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης και ο Δημήτρης Φάμπας. Αποτελεί η ηχογράφηση αυτή μοναδική πολύτιμη μαρτυρία της ερμηνευτικής τους συνύπαρξης, μια και οι πορείες τους ήσαν ανταγωνιστικές.

Ο Δημήτρης Φάμπας έχει υπογράψει και το δεύτερο ελληνικό δίσκο με σόλο κλασική κιθάρα, ο οποίος εκδόθηκε λίγο μετά τον πρώτο – την ίδια χρονιά 1965. Σε αυτόν εμφανίζεται και ως ερμηνευτής και ως συνθέτης όπως προσδιορίζει και ο τίτλος του Ο Φάμπας παίζει Φάμπα (RCA Victor LPMG 19). Την επόμενη χρονιά εκδόθηκε σε δίσκο (LYRA 3552) η μουσική την οποία είχε συνθέσει ο Νίκος Μαμαγκάκης για την ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου Η εκδρομή. Το έργο συντίθεται από μουσική για σόλο κιθάρα και δυο τραγούδια για φωνή και κιθάρα. Κιθαριστής ήταν ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης. Δυο χρόνια αργότερα, το 1968, εμφανίζεται η πρώτη δισκογραφημενη μαρτυρία της τέχνης του κιθαριστικού ντουέτου στη χώρα μας. The art of two guitars (PHILIPS 630131) το όνομα της έκδοσης και ερμηνευτές η Λίζα Ζώη και ο Ευάγγελος Ασημακόπουλος, οι οποίοι από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 είχαν αρχίσει μια ζηλευτή διεθνή σταδιοδρομία που συνεχίζεται αδιαλείπτως μέχρι τις μέρες μας. Θεμελίωσαν μάλιστα μεγάλη παράδοση ελληνικών ντουέτων. 

Αυτά ήσαν συνοπτικά τα πρώτα βήματα της κιθαριστικής δισκογραφίας στη χώρα μας. Από τότε μέχρι σήμερα πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι. Η τέχνη των Ελλήνων κιθαριστών αποτυπώθηκε σε πολλούς δίσκους. Όχι μόνον ελληνικής αλλά και διεθνούς παραγωγής από εταιρείες οι οποίες διατηρούν μιαν αξιοσέβαστη θέση στο παγκόσμιο δισκογραφικό στερέωμα. Προς επιβεβαίωση αναφέρουμε τις BIS, NAXOS, CHANDOS, GHA. Και φθάνουμε στο απρόσμενο σήμερα, οπότε, στην προ και μετά γιορταστική περίοδο - Χριστούγεννα 2004–Πρωτοχρονιά 2005 - κατεγράφησαν στον τόπο μας 7 (ναι επτά) νέες δισκογραφικές εκδόσεις κιθαριστικού ενδιαφέροντος!!! Η πλέον πρόσφατη από αυτές, προϊόντος του 2005, είναι αυτή την οποία υπογράφει ο Κώστας Γρηγορέας. Κιθάρα σε ελληνικό τρόπο το όνομά της, και εκδόθηκε από τη νεοσύστατη εταιρεία του TIMBRO. Από την πρώτη ελληνική έκδοση με κιθάρα του 1965, έως τη σημερινή του 2005 πέρασε πολύς χρόνος που η διαδρομή του ορίζεται από πολλούς-πολλούς αξιομνημόνευτους σταθμούς. Και από τον πρασβύτερο από τους μνημονευόμενους στην έκδοση Χαράλαμπο Εκμεκτσόγλου (1913 – 1990), έως τον νεώτερο Γιώργο Μπεχλιβάνογλου (γενν. 1974) η αλυσίδα είναι πολύ μεγάλη και προσδιορίζεται από πάρα πολλούς και γερούς κρίκους. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι ακαδημαϊκές σπουδές της κιθάρας νομιμοποιήθηκαν στη χώρα μας μόλις το 1987. Μέχρι τότε και η κιθάρα και οι κιθαριστές τελούσαν υπό καθεστώς … παρανομίας.

Δυστυχώς ο Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου και ο Ανδρέας Παλαιολόγος δεν κατέλιπαν δισκογραφημένα ηχογραφήματα· κάποια ανεπίσημα που έχουν εντοπιστεί δεν τεκμηριώνουν, ούτε δικαιώνουν την προσφορά τους. Γι αυτό και η τέχνη τους απουσιάζει από το πρόγραμμα ακρόασης της έκδοσης. Η έκδοση ωστόσο δεν περιορίζεται στις δισκογραφημένες μαρτυρίες. Υπάρχουν ερανίσματα από προσωπικά αρχεία, από ανέκδοτες ηχογραφήσεις που στοιχειοθετούν, μαζί με τα λοιπά, ένα μοναδικό για τη χώρα μας – ίσως και παγκοσμίως – σχεδιασμό. Πέντε από τα συμπεριληφθέντα ηχογραφήματα δεν έχουν δισκογραφηθεί ποτέ. Ανάμεσά τους αυτά των δυο πρωτοπόρων Γεράσιμου Μηλιαρέση («Αραβικό καπρίτσιο» του Φρανθίσκο Τάρρεγκα, ηχογραφημένο στο ΕΙΡ το 1961) και Δημήτρη Φάμπα (οι χοροί από την Ελληνική Σουίτα «Τσάμικος» - από ρεσιτάλ στο Βατικανό το 1970 - και «Καραγκούνα» - από ηχογράφηση στο ΕΙΡ το 1959). Οργανώνεται έτσι μια επιτομή ηχογραφημάτων των Ελλήνων κιθαριστών που εκτείνεται από το 1959 έως το 2005. Και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι οι πρώτες σοβαρές και οργανωμένες προσπάθειες για τη δημιουργία και ανάπτυξη ελληνικού κιθαριστικού δυναμικού έγιναν από τους προμνημονευθέντες πρωτεργάτες στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε η έκδοση δικαίως επαγγέλλεται Μισό αιώνα Ελλήνων κιθαριστών.  

Γιώργος Β. Μονεμβασίτης
Κριτικός και Ιστορικός Μουσικής


Αθήνα Ιούνιος 2005

[1] Η σωστή προφορά είναι Σεγόβια, χρησιμοποιούμε ωστόσο το καθιερωμένο Σεγκόβια

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Ένα ημερολόγιο για τον Μίκη

Σάββατο 07.11.2015

Φίλες και φίλοι καλησπέρα

Τώρα στα ... γεράματα, ζήλεψα τη δόξα άλλων και είπα να γίνω και εγώ διάσημος – όπως είχε πει και ο Άντυ Γουόρχωλ όλοι έχουμε δικαίωμα στη δημοσιότητα. Αποφάσισα, ωστόσο, να γίνω διάσημος, όχι με αυτόφωτο τρόπο αλλά ετερόφωτο – ας είναι καλά ο Μίκης× ένας είναι ο Μίκης. Αυτός είναι η αιτία, αυτός και η αφορμή.

Επειδή όμως έχουν γραφτεί τόσα και τόσα για αυτόν, για τη ζωή και την τέχνη του  – βιβλία εννοώ, όχι απλά κείμενα και αφιερώματα – σκέφτηκα να του προσφέρω κάτι διαφορετικό, κάτι εντελώς πρωτότυπο. Αξιοποιώντας λοιπόν το αρχείο μου – ας είναι καλά ο Πυθαγόρας, ο ηλεκτρονικός μου υπολογιστής, δηλαδή – του ετοίμασα, ορμώμενος  από τη συμπλήρωση 90 χρόνων ζωής, αλλά και την είσοδο στη 10η δεκαετία της ζωής του,  ένα Ημερολόγιο, αντίδωρο για τα όσα πολύτιμα και μοναδικά μας έχει προσφέρει, αντίδωρο στη φιλία και την  εμπιστοσύνη που μου έχει χαρίσει.

Το Ημερολόγιό μου αυτό, το οποίο ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης αποκάλεσε «Μεγάλο Άθλο», το βάφτισα Ένα Ημερολόγιο για τον Μίκη.  Το φιλοξενεί στον κατάλογό του ο εκδοτικός οίκος ΙΑΝΟS, ο οποίος, όπως ίσως θυμόσαστε, είχε εκδώσει  και το προηγούμενο Ημερολόγιό μου, αυτό του 2014 που ονόμαζα Το Μουσικό μου Ημερολόγιο, το οποίο είχε γίνει κυριολεκτικά ανάρπαστο – ήταν πρώτο στα πλέον ευπώλητα του είδους στον κατάλογο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ. Το νέο Ημερολόγιο ήδη κυκλοφορεί... 

Από τον ΙΑΝΟ, όμως,  θέλησαν να γίνει επίσημη παρουσίαση του Ημερολογίου για τον Μίκη. Έτσι έχει οργανωθεί μια μικρή γιορτή, η οποία θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015 στο Café του ΙΑΝΟΥ, που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας (Σταδίου 24), στις 8:30 το βράδυ. Θα μου κάνουν τη μεγάλη τιμή να μιλήσουν για το Ημερολόγιό μου και για τον Μίκη, βεβαίως, η μία και μοναδική Μαρία Φαραντούρη, ο σπουδαίος αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός, ο πολυαγαπημένος στιχουργός, ποιητής και πεζογράφος Μάνος Ελευθερίου, ο πρύτανης των κριτικών θεάτρου και φιλόλογος Κώστας Γεωργουσόπουλος και ο ανυπέρβλητος σολίστ-ερμηνευτής μπουζουκιού Κώστας Παπαδόπουλος (θυμηθείτε το εκπληκτικό δίδυμο Παπαδόπουλος-Καρνέζης).   Στο μικρό μουσικό πρόγραμμα-αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη που θα ακολουθήσει θα συμμετάσχουν: η καλή μου, πιανίστρια Ντιάνα Βρανούση, και οι αγαπημένοι φίλοι, όλοι γνώστες της μουσικής του Μίκη, Ιωάννα Φόρτη (μεσόφωνος), Ιάκωβος Κολανιάν (σολίστ κλασικής κιθάρας) και Ανδρέας Μπουτσικάκης (πιάνο).  

Σε αυτή την όμορφη βραδιά η είσοδος είναι ελεύθερη. Πληρώνει ο καθένας ότι καταναλώσει. Η κατανάλωση είναι προαιρετική – οι ειδήμονες, πάντως, λένε ότι φτιάχνουν καλό καφέ στο Café του ΙΑΝΟΥ. Για να φύγει, όμως, κανείς από εκεί θα πρέπει να έχει αγοράσει, τουλάχιστον δυο αντίτυπα του Ημερολογίου!!! Χα, χα, χα...

Κάτι ακόμη σημαντικό.  Ήταν μεγάλη επιθυμία μου να συμπιεστεί η τιμή του Ημερολογίου στο ελάχιστο δυνατό, ώστε να είναι προσιτό στον καθένα. Και αυτό πράγματι το πέτυχα, χωρίς άλλες εκπτώσεις παρά μόνο μειώνοντας στο ελάχιστο τα δικά μου δικαιώματα. Η τιμή καταλόγου του καθορίστηκε,  μετά από αυτά,  στα 7,00 (ναι! επτά) μόνον ευρώ. Το οποίο σημαίνει ότι με τη συνήθη έκπτωση 10%, την οποία παρέχουν τα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, μπορεί όποιος επιθυμεί να το αποκτήσει με μόλις 6,30 ευρώ!!!

Όσοι, λοιπόν, πιστοί ή περίεργοι ή βρίσκονται στα πέριξ  ή ... ή ... προσέλθετε

Χαρά μου να σας συναντήσω εκεί

Με τις ευχές μου για ότι το καλύτερο...

Καλό Σαββατοκύριακο

Γιῶργος Β. Μονεμβασίτης 
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ
Συγγραφέας – Δημοσιογράφος
Κριτικός καί  Ἱστορικός Μουσικῆς 
ἐσχάτως  δέ καί ... καλλιεργητής!