Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικό Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικό Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Το Γάλα
Γιώργος Ιωάννου
Το Γάλα (απόσπασµα)
Γάλα έχω χρόνια να πιω. Μου λένε πως το απεχθάνονται κυρίως οι µπεκρήδες. Μισώ κατά βάθος τους µπεκρήδες και τα πιοτά. Πολλούς παρόµοιους τύπους είδα στη ζωή µου και τους σιχάθηκα. Είµαι εξαιρετικά ευαίσθητος σí αυτό το θέµα. Τον καιρό της µεγάλης πείνας το γάλα, µαζί µε µερικά άλλα τρόφιµα, ήταν η µεγάλη ιδέα µου. ∆εν ξέρω πώς έγινε και τώρα το έχω ξεχάσει, χωρίς όµως να πάψω να το σέβοµαι ως κάτι το ιερό. Η λησµοσύνη µου αυτή δεν οφείλεται στα πιοτά. Παραχόρτασα ίσως και δόξα τω θεώ δεν έχω για πολλά χρόνια αρρωστήσει. Τρεις ή µάλλον δυο φορές µας έδωσαν όλο κι όλο τότε γάλα µε το δελτίο. Την τρίτη φορά πήγα αλλά µαταιώθηκε η διανοµή. Πήγαινα σí ένα γαλατάδικο µακρινό, στην άλλη άκρη. Το µοίραζαν απόγευµα, έπρεπε όµως να πας να πιάσεις ουρά σχεδόν απí το µεσηµέρι. Θυµάµαι πολύ ζωηρά την τρίτη και τελευταία µετάβασή µου στο ελεεινό αυτό γαλατάδικο. Έφτασα νωρίς εκεί και µπήκα αµέσως στην ουρά, που ήταν κιόλας µεγάλη. Το χτεσινό πάθηµα πολλών είχε γίνει µάθηµα σε όλους. Το στρίµωγµα εξαιτίας και του κρύου ολοένα µεγάλωνε. Ο γαλακτοπώλης όµως δε φαινόταν νí ανοίξει το γαλατάδικο. Στο µεταξύ έγιναν κάνα δυο επεισόδια λόγω της στενής επαφής µας. Παρí όλη την πείνα, όπως θα θυµούνται ελπίζω πολλοί, άνθιζε και λουλούδιζε τότε στις ουρές το κολλητήρι. Κάποια στιγµή ο γαλακτοπώλης µε το καρότσι του φάνηκε. Έρχονταν όµως πολύ γρήγορα και τα γκιούµια χοροπηδούσαν. Σαν έφταξε κοντά, µας φώναξε: ´Χύθηκε το γάλα στο δρόµοª. Κανείς δε διαµαρτυρήθηκε. Έλεγαν άλλωστε πως είναι ταγµατασφαλίτης. Τη νύχτα γυρνούσε και σκότωνε. ∆ιαλύσαµε περίλυποι την ουρά και πήραµε τους δρόµους. Ήταν φανερό πως είχε τελειώσει κι αυτή η υπόθεση. Ήµουν απαρηγόρητος. Στο γυρισµό άλλαξα δροµολόγιο για να µην ξαναπεράσω από κάτι πεθαµένους που είχα δει πρωτύτερα. Τους είχαν παρατήσει, ποιος ξέρει γιατί, εκεί που αρχίζει σήµερα η έκθεση κι ακριβώς στο σηµείο, θαρρώ, όπου τώρα υψώνεται το τεράστιο µοντέρνο γλυπτό που εκφράζει, καθώς λένε οι ειδικοί, την αιώνια ορµή του ανθρώπου για πρόοδο και ανάταση. Ήταν ένα µεγάλο ορθογώνιο κασόνι και τους είχαν µέσα πρόσωπο µε πρόσωπο. Επιστρέφοντας αργά από άλλους δρόµους γρήγορα ξεχάστηκα κι άρχισα, όπως συνήθως, να ονειρεύοµαι φαγητά. Τα φαγιά που τρώγαµε τότε ήταν κάτι απίστευτα πράγµατα. Όλα έµοιαζαν µε κάτι το προπολεµικό, µα κανένα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Θαρρείς και το παν ήταν να διατηρηθεί η ονοµασία. Για το κατσαµάκι όµως ονοµασία ευγενική δε βρέθηκε. Θα , ξιζε να γραφτεί µια µελέτη για τα φαγιά της κατοχής. ∆εν αποκλείεται µερικά να γίνουν και της µόδας, όλα να τα περιµένεις. Τα πιο πολλά είχαν για βάση τους το καλαµπόκι. Είναι µυστήριο πράγµα από που ξεφύτρωσε ξαφνικά τόσο πολύ καλαµπόκι. Ακόµη και στις εκκλησίες αντίδωρο καλαµποκίσιο µοιράζανε. Όλοι έσπευδαν να πάρουν. Θυµάµαι ένα σωρό γωνιές που είδα ανθρώπους να πέφτουν. Περνώντας τους ξαναφέρνω στη µνήµη µου λέγοντας µια ευχή. Αν ήµασταν άνθρωποι, θα , πρεπε σε µερικά έστω σηµεία να υπάρχει κάτι, ένα σηµάδι για µαρτυρία και υπενθύµιση. Σε µια µεγάλη απεργία προπολεµική, εκεί όπου είχαν πέσει απεργοί, πάνω στα ξερά αίµατα, οι φίλοι τους και σύντροφοί τους είχαν βάλει από µια τραγιάσκα κι ένα κουλούρι. Σχεδόν αµέσως, βέβαια, εξαφανίστηκαν αγρίως όλα αυτά. Πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει στους δρόµους αυτής της πόλης. Νοµίζω πως µε έχουν σώσει τα όνειρα, τα οράµατά µου µάλλον. Τότε µε είχε πιάσει µεγάλη µανία µε το γάλα και το κακάο. Φανταζόµουν καζάνια ολόκληρα µε γάλα και κακάο να τí ανακατεύω µε µια τεράστια ξύλινη χοντρή κουτάλα και να µε τυλίγει η θεσπέσια εκείνη ευωδιά. Έριχνα, βέβαια, µέσα και άφθονη ζάχαρη, γνήσια, όχι ζαχαρίνη, που τόση ζηµιά έκανε στην ερωτική ικανότητα πολλών. Ανεβοκατέβαζα συνεχώς τις δόσεις ώσπου στο τέλος µπούχτιζα, βαρυστοµάχιαζα σχεδόν, απí τα τόσο βαριά πράγµατα που έτρωγα µε το νου µου. Ο διεθνής ερυθρός σταυρός, ευτυχώς, µας µοίρασε µερικές φορές απí όλα αυτά τα πράγµατα. Τι έγιναν άραγε όλοι εκείνοι οι σεµνοί ξένοι που µε τόση κρυφή συγκίνηση κοίταζαν εµάς τα παιδιά όταν πηγαίναµε να πάρουµε τα είδη; Πολλές φορές τους πρόσεξα να µου ζυγιάζουν πολύ παραπάνω κάνοντας µάλιστα και τον αυστηρό. Όλοι τους έχουν λησµονήσει. Αν σκότωναν ανθρώπους, θα ήταν σήµερα πασίγνωστοι, ίσως και δοξασµένοι. Αλλά τι να µας κάνουν τα τρόφιµα του ερυθρού σταυρού; Η τροφή ήταν µια καθηµερινή υπόθεση που µόνο µια γεµάτη αγορά µπορούσε να τη λύσει. Γιí αυτό κι εγώ είχα καταφύγει στη φαντασία. Χρόνια και χρόνια, κι όχι µονάχα στην κατοχή, τέτοια ήταν τα νεανικά µου όνειρα. Όλο για φαγιά, για ψωµιά, για ρούχα και παπούτσια. ∆ε µου έµενε δυστυχώς καιρός ούτε ικµάδα για πράγµατα υψιπετή και λεπτεπίλεπτα. Αργά το διαπιστώνω, τι κρίµα! Ενώ κάτι συνοµήλικοί µου από χωριά ή πλουσιόσπιτα είναι σήµερα µέχρι λιποθυµίας λεπταίσθητοι ó και τι ντροπή! ó ακόµα και µπλαζέδες..
Κυριακή 16 Ιουνίου 2019
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Τὰ Δαιμόνια στὸ ρέμα (1900)
(Tο διάβασα για χαλάρωση μετά από ένα απελπιστικό αφιέρωμα της εφημερίδας για το πλαστικό των θαλασσών!)
Τὰ Δαιμόνια στὸ ρέμα (1900)
ΔΙΗΓΗΜΑ
Δύο πειρασμοὶ μοῦ ἐπενέβησαν καὶ δύο
δοκιμασίας ὑπέφερα εἰς μίαν ἡμέραν, κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἐκδρομήν. Ἤμην δεκαετὲς
παιδίον. Ἅμα ἐφθάσαμεν, μόλις εἶχον ἀναλάβει ἀπὸ τὸν πρῶτον κλονισμόν, ᾐσθάνθην
τόσην χαρὰν καὶ δρόσον ἀπὸ τὴν ἐκλάμπρου ὡραιότητος ἐκείνην τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν
τὸ πρῶτον ἔβλεπα, ὥστε ἐξεκλέφθην παρευθὺς ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπίβλεψιν τοῦ
πατρός μου, ὅστις θὰ ἐπίστευεν ἴσως ὅτι εἶχα σωφρονισθῆ ἀπὸ τὴν τρομάραν τῆς
πρωίας, κ᾽ ἐπῆγα τρελὰ νὰ τρέξω, νὰ χαζέψω, νὰ περιπλανηθῶ, μαζὶ μὲ ἄλλα
παιδιά, στοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα.
Ὑψηλὰ ἐπὶ τοῦ λόφου τοῦ περιφανοῦς, τοῦ
βλέποντος πρὸς βορρᾶν εἰς τὸ πέλαγος, ἵσταται ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Προδρόμου. Ἄνω καὶ κάτω καὶ ὁλόγυρα, πολυσχιδεῖς λόφοι καὶ ράχεις καὶ δειράδες,
ὅπου γυμνοί, ἀμαυροί, ἀνεμόπληκτοι βράχοι ἐναλλάσσουσιν ἁρμονικῶς μὲ πλουσίας
λόχμας καὶ συστάδας θάμνων, ἀπὸ πρίνους καὶ ἀγριελαίας, καὶ πελωρίους σχοίνους
δακρύοντας ἀγριομαστίχην, σχηματίζοντας εἰς καλύβην τοὺς μακροὺς κατηρεφεῖς κλῶνάς
των, ὅπου ὄχι σπανίως εὑρίσκουσι πρόχειρον μάνδραν διὰ τὰ κοπάδια των οἱ
λιναρόξανθοι μὲ τὰς μακρὰς ράβδους βοσκοί. Κάτω, τὰ κράσπεδα ὅλης τῆς ἀκτῆς
φιλοῦσι μὲ ὑγρά, σιαλώδη, μεθυσμένα φιλήματα, μὲ ἀγρίους πόθους καὶ μὲ ἐξάλλους
ὁρμάς, μαῦρα καὶ γαλανὰ τὰ κύματα· μέλη σειρήνων εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ κάλλη
σειρήνων, καὶ νηρηίδων ἀνεκλάλητα μυστήρια εἰς τὸ βάθος.
Ἦτο τότε ἡ παραμονὴ τῆς 29 Αὐγούστου, Ἀποτομῆς
τοῦ Προδρόμου, καὶ ὁ παλαιὸς ναΐσκος, ἐπὶ τοῦ ἐρήμου λόφου, ὕπερθεν τῆς
θαλασσοπλῆγος ἀκτῆς, θὰ προσείλκυε τὰ πλήθη τῶν προσκυνητῶν. Κατὰ συνοδίας τὰ
πλήθη, νέοι, γυναῖκες καὶ παιδία, ἤρχοντο. Μυρμηκιὰ ὀφθαλμοφανὴς ἐσχηματίζετο εἰς
τὸν κατήφορον, ἅμα ἀνέβλεπέ τις ἄνω πρὸς τὴν ποδιὰν τοῦ βουνοῦ, ἐκ μεσημβρίας, ὁπόθεν
κατήρχοντο φαιδροί, κάθιδροι, μὲ ροδιζούσας παρειὰς καὶ ἀσθμαινούσας πνοάς, οἱ
πανηγυρισταί.
Ἡμεῖς εἴχομεν κατέλθει τὴν αὐτὴν ἐκείνην
κατωφέρειαν πρωί, ἅμα τῇ ἀνατολῇ. Εἴχομεν ἐκκινήσει τὰ χαράγματα ἀπὸ τὸ χωρίον
μας, ἀπέχον τριῶν ὡρῶν δρόμον, πρὸς μεσημβρίαν· ἐγὼ ἤμην καβάλα ἐπὶ τῆς
φορβάδος. Ὁ ἀγωγιάτης, ὁ Μῆτρος ὁ Πρανᾶς, ἐκράτει τὴν τριχιὰν τοῦ χαλινοῦ
προπορευόμενος, κατ᾽ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τοῦ πατρός μου, ἂν καὶ μετὰ γογγυσμοῦ, ὡς
ἀγγαρείαν τὸ ἔκαμνε. Τοῦ ἐφαίνετο ὡς νὰ ἔσυρεν ἐπ᾽ ὤμων τὴν φοράδα μὲ τὸ σαμάρι
της, κ᾽ ἐπάνω στὸ σαμάρι ἐμέ. Θὰ ἐπροτίμα νὰ ἀκολουθῇ σφυρίζων ὄπισθεν, ὡς
συνηθίζουν οἱ συνάδελφοί του ὅλοι.
Ὄπισθέν μας ἤρχοντο πεζοὶ ὁ πατήρ μου καὶ
τρεῖς ἢ τέσσαρες γυναῖκες, κρατοῦσαι τὰ καλαθάκια των. Ἐπρόκειτο νὰ
λειτουργήσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν ἡμέραν ἐκείνην, παραμονὴν τῆς ἑορτῆς, εἶτα δὲ θὰ ἐμένομεν
εἰς τὴν πανήγυριν.
*
* *
* *
Ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ, καθὼς ἐμέλλομεν
νὰ κατηφορίσωμεν πρὸς τὴν βορειοδυτικὴν κλιτύν, ἀνάμεσα εἰς πυκνοὺς φράκτας καὶ
εὐώδεις λόχμας, ὅπου ὁ δρόμος γίνεται οἱονεὶ σκιάς τις δροσοστάλακτος καὶ ἀδιαπέραστος
εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, ὁ Μῆτρος ὁ Πρανᾶς ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ εἰς βάρος μας τὴν
φοράδα του, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα ἀγρὸν ὑψηλότερα, εἰς τὴν κορυφήν, πρὸς τὸν Ἁι-Θανάση.
Ἐκεῖ, καθὼς μᾶς ἀπεχαιρέτισε κ᾽ ἔφυγε, δὲν ἐφρόντισε νὰ παραδώσῃ τὸν χαλινὸν τοῦ
ζῴου εἰς χεῖρας τοῦ πατρός μου, ἀλλ᾽ ἔρριψε τὴν ἄκρην τῆς τριχιᾶς κάτω εἰς τὸ ἔδαφος,
ὅπως ἔτυχεν, ἄνοιξε τὰ πόδια του τὰ ὑποδεμένα καλὰ μὲ φασκιές, κ᾽ ἔφυγε δρομαῖος.
Ἡ φοράδα, μόλις ᾐσθάνθη τὴν ἐλευθερίαν
της ―φαίνεται κάπου ἐγνώρισεν ὅτι πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος ἦσαν τὰ κατατόπια της― δὲν
ἐκρατήθη, κ᾽ ἐπηλάλησεν εἰς τὰ τέσσερα, τὸν κατήφορον· κ᾽ ἐγώ, χωρὶς νὰ ἔχω τὸν
χαλινὸν εἰς τὰς ἀσθενεῖς χεῖράς μου, καβάλα στὸ σαμάρι…
Αἱ γυναῖκες ἔβαλαν τὰς φωνάς.
― Ἄχ! Παναϊά μ᾽!
― Τὸ παιδί! τὸ παιδί!
― Εἶδες, ὁ χαζός! ἄφσε κατὰ γῆς τὴν
τριχιὰ κ᾽ ἔφυγε…
― Μπά! ὁ ἀθεόφοβος…
― Πώ, πώ! τὸ παιδί…
― Νά, τώρα θὰ τὸ πετάξ᾽ κάτω!
― Βαστάξ᾽, Ἀλέκο!
― Βαστάξου, παιδί μ᾽!
― Χριστέ μ᾽! Παναγία μ᾽!
Ὁ πατήρ μου, ἔξαλλος ἐκ τρόμου, ἔτρεξε τὸν
κατήφορον. Ἐπῆρ᾽ ἓν μονοπάτι πλάγιον· ἔπειτα τὸ ἔχασε, κ᾽ ἔτρεχε μέσα στὰ
χωράφια. Ἐπροσπάθει ἀπελπιστικῶς νὰ κόψῃ τὸν δρόμον τῆς φοράδας. Ἐπεθύμει νὰ
τρέχῃ, εἰ δυνατόν, παραλλήλως. Ἔμενεν ὀπίσω, εἴκοσι βήματα κατ᾽ ἀρχάς· εἶτα ἑκατόν,
εἶτα πεντακόσια βήματα. Ἔτρεχε κάθιδρος, πνευστιῶν, πότε ἐρυθρός, πότε
πελιδνός, βλοσυρός, ἔκφρων.
― Βαστάξου καλά! παιδί μ᾽, βαστάξου!
Ἐγὼ ὁρμεμφύτως ἐκρατούμην ἀπὸ τὰ δύο
προεξέχοντα παγίδια, οἱονεὶ τὰ κέρατα, τοῦ σάγματος. Καὶ ἡ φοράδα ἔτρεχε τρελή,
κ᾽ ἡ τριχιὰ ἐσύρετο κάτω, καὶ δὲν ἔτυχε νὰ πιασθῇ πουθενά, εἰς σχισμάδα ἢ
χαμόκλαδον ἢ παλουκοειδὲς ξύλον. Καὶ τίς ἠξεύρει ἂν θὰ ἦτο διὰ καλὸν ἢ διὰ
κακόν, ἂν ἐπιάνετο; Ἢ τὸ σχοινίον θὰ ἐκόπτετο, μὲ τὴν ὁρμὴν τοῦ ἐξηγριωμένου ζῴου,
καὶ τότε ἡ μανία του θὰ ηὔξανεν, ἢ τὸ σχοινίον θ᾽ ἀντεῖχε, καὶ τότε ἐγώ, μὲ τὰ ἄτακτα
λοξὰ πηδήματα τῆς φοράδας, πιθανὸν νὰ ἐξεσφενδονιζόμην πουθενά, εἰς βράχον ἢ
κρημνόν, ἢ ἀκανθώδεις θάμνους καὶ αἰχμηροὺς κορμοὺς κομμένων δένδρων.
Δὲν ἐνθυμοῦμαι πλέον τί ᾐσθανόμην, ὁ
φόβος τὸν ὁποῖον ἐδοκίμαζα, μετεῖχε θελγήτρου τινός, καὶ δὲν μὲ παρέλυε. Μοῦ ἤρεσκε
τὸ χοροπήδημα ἐκεῖνο ἐπάνω στὸ σαμάρι, καὶ μ᾽ ἔτερπον καθ᾽ ὑπερβολὴν αἱ ἐναγώνιοι
κραυγαὶ τῶν γυναικῶν. Ὁ πατήρ μου, ἔκφρων, ἔτρεχε, φορῶν μόνον τὸ ζωστικόν του,
ἀσκεπὴς τὴν κεφαλήν, μὲ τὴν κόμην ἀνεμίζουσαν. Ὤ, ἐπίστευε τάχα ὅτι ἤμην ἄξιος
τόσης μερίμνης; Κ᾽ ἐκολακευόμην ὅτι ἤμην πρᾶγμα πολύτιμον, φεῦ, τῆς πλάνης!
Κ᾽ αἱ γυναῖκες πάντοτε ἔκραζον:
― Παναγιά μ᾽! Παναγιά μ᾽!
Ἄχ! ἀπὸ πόσας συμφορὰς πόσον κόσμον νὰ ἔσωσεν
ἡ εὐσεβής, ἡ αὐθόρμητος αὕτη κραυγὴ τῶν χριστιανῶν γυναικῶν!
Ὁ δρόμος ἔβαινε πάντοτε ἀνώμαλος κατὰ μῆκος
τῶν δειράδων καὶ ποδιῶν τῶν λόφων. Δεξιόθεν ἦτο ἀνήφορος, ἀριστερόθεν
κατήφορος, καὶ κρημνός. Διὰ τοῦ κρημνοῦ καὶ τοῦ κατηφόρου ἐκείνου ἔτρεχεν ἔξαλλος
ὁ πατήρ μου. Ἐγώ, βλέπων ὅτι ἐσχηματίζοντο δεξιόθεν πολλοὶ ἐξέχοντες ὄχθοι, ἐνῷ
ἐκαθήμην ἕως τότε περιβάδην, μετεκάθισα μονόπλευρα ἐπὶ τοῦ σάγματος, δεξιά, καὶ
εἰς τὸν πρῶτον ὄχθον, ἐπήδησα ἐλαφρὸς καὶ ἐστάθην σῷος καὶ ἀβλαβής.
Πάραυτα ἡ φοράδα ἐσταμάτησε, καὶ ἤρχισε
νὰ βόσκῃ ἥσυχα εἰς τὸ χόρτον.
Ὁ πατήρ μου καὶ αἱ συνοδοί μας δὲν ἐφαίνοντο
πλέον ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλ᾽ αἱ φωναί των ἠκούοντο.
― Μὴ φοβᾶσθε! Ἐδῶ εἶμαι! Πήδησα κάτω! ἐφώναξα
θριαμβεύων ἐγώ.
Εὐθὺς τότε ἔφθασαν ὅλοι πλησίον μου. Ὁ
πατήρ μου μόλις ἠδύνατο πλέον νὰ σταθῇ ἀπὸ τὸν κόπον.
― Πῶς ἔκαμες;
Διηγήθην πῶς ἐξεπιάσθηκα τὸ ἀριστερὸ
χέρι ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ παγίδι, πῶς ἐπιάσθηκα μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο χέρι ἀπὸ τὸ παγίδι τὸ
δεξί, πῶς μετέφερα τὸ δεξὶ χέρι πρὸς τὰ ὀπίσω τοῦ σαμαριοῦ, πῶς μετεκάθισα
μονόπλευρα ἐπάνω στὸ σαμάρι, καὶ πῶς εἶδα ἕνα μικρὸν ὄχθον κ᾽ ἐπήδησα.
― Δόξα σοι, ὁ Θεός!
―Ἐγὼ ἔκαμα τάμα στὸν Ἁι-Γιάννη.
―Ἐσὺ ἔταξες, παιδί μ᾽, τίποτα;
― Τί νὰ τάξω; Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀσήμι γιὰ νὰ
κάμω παιδιά.
Ἐγέλασαν αἱ γυναῖκες μὲ τὸν παιδικὸν τοῦτον
λόγον. Ἐσήμαινε δὲ τοῦτο τὰ ἀσημένια «παιδιά», τὰ ὁποῖα προσφέρουν αἱ μητέρες
συνεπείᾳ ταξίματος εἰς θαυματουργοὺς εἰκόνας τῶν Ἁγίων. Ὑπῆρχον εἰς τὸ χωρίον
μας δύο χρυσοχόοι ἀδελφοί, τῶν ὁποίων τὰς ἐργασίας παρηκολούθουν μετὰ
περιεργείας, τοὺς ἐζήτουν ἕνα μικρὸ κομματάκι ἀσήμι, καὶ δὲν μοῦ ἔδιδαν.
*
* *
* *
Ἡ ἐντύπωσις ἐκείνη τοῦ φόβου δὲν εἶχε
διαρκέσει εἰς τὸ πνεῦμά μου οὐδὲ ὅσον διήρκεσεν ἡ ἀνωτέρω διήγησις. Μίαν ὥραν ὕστερον,
ἐνῷ ὁ πατήρ μου ἱερούργει εἰς τὸν ναΐσκον, καὶ πρὶν ἀπολύσῃ ἀκόμη ἡ λειτουργία,
ἔφυγα, ὡς εἶπον, μὲ τἆλλα παιδιά, κ᾽ ἐπήγαμεν νὰ τρέξωμεν εἰς τοῦ «Χαιρημονᾶ τὸ
ρέμα».
Τἆλλα παιδιά, ὅσον σέβας καὶ φόβον ἐδείκνυον
ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν πρεσβυτέρων μελῶν τῆς οἰκογενείας μου, ὅλον τὸ ἐξέσπων εἰς
φθόνον καὶ ἐπιβουλὴν κατ᾽ ἐμοῦ.
Τοῦ «Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα» βαθύνεται καὶ
κατέρχεται ὄπισθεν ἀκριβῶς τοῦ λόφου, ἐφ᾽ οὗ ἐγείρεται ὁ ναΐσκος τοῦ Προδρόμου.
Ἡ ὀφρὺς τοῦ βουνοῦ καμπυλοῦται ἄνωθεν, ἐπιστέφουσα βαθεῖαν πτυχὴν τῆς γῆς,
σχηματίζεται δὲ βαθυτάτη χαράδρα, κατερχομένη μέχρι τοῦ αἰγιαλοῦ· εἰς τὴν κορυφὴν
τῆς χαράδρας ὑπῆρχεν ἕνα καιρὸν μικρὸν ἐξωκκλήσιον, μὲ ἓν γειτονεῦον ἀσκητήριον,
τοῦ ὁποίου τὰ ἴχνη φαίνονται, καὶ μία παλαιὰ κρήνη, ξηρὰ τώρα. Εἰς τὸ ἀσκητήριον
ἐκεῖνο, καθὼς διηγεῖτο ὁ πατήρ μου εἰς τὴν οἰκίαν μας, ὀλίγας ἡμέρας πρίν, ὅταν
ἐμελετούσαμεν τὴν ἐν λόγῳ ἐκδρομήν, ἀσκήτευε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐνάρετος
μοναχός, ἐρημίτης, ὅστις ἔφερεν ἓν ὄνομα καλογηρικὸν ὄχι πολὺ σύνηθες, καὶ ἀπὸ
τὸ ὄνομα ἐκεῖνο ὠνομάσθη ὅλη ἡ κοιλάς, καὶ ἡ βρύσις, καὶ τὸ ποτάμιον, «τοῦ
Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα».
Πέραν τῆς κρήνης ἐξέρχεται τώρα ἡ πηγὴ
τοῦ νεροῦ, ὡς νὰ ἔχῃ ἀποπλανηθῆ καὶ ζητῇ τὴν μοναξίαν. Ἡ βρύσις βγαίνει ἀπὸ ἕνα
βράχον, καλυπτόμενον ἀπὸ μέγαν φουντωτὸν σχοῖνον. Γύρω, γύρω, πλουσία χλόη
πρασινίζουσα, κοσμοῦσα τὴν γῆν καὶ τὰς πέτρας, εἰς τὸ βασίλειον αὐτὸ τῶν
βράχων. Ἀποστάζει ἀδάμαντας ρευστοὺς τὸ πολυτρίχι, λεπτοφυές, περίεργον χόρτον,
τὸ ὁποῖον λέγουν ὅτι ἦτο καλὸν βότανον διὰ τὰς λεχούς. Πελώριος βράχος φράττει ἐν
μέρει τὴν θέαν, κάθετος, ὄρθιος, ὡς τοῖχος. Ἄλλοι βράχοι χθαμαλώτεροι, σχιστοί,
αἰχμηροί, ἀμαυροί, ὑψοῦνται, κύπτουν, πλαγιάζουν τριγύρω. Ἀπὸ τὰ στήθη των τὰ
λάσια ἀπὸ χλόην, κάτω εἰς τοὺς γυμνοὺς πόδας των, ρέει τὸ νερόν. Πότε
σχηματίζει ρυάκια καὶ ρεύματα, πότε μικρὰς λίμνας καὶ λεκάνας. Εἰς τὸ μέσον δύο
βράχων, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἵσταται ὑπερήφανος, ὁ ἄλλος κυρτός, γονυπετής, ὡς ἐν
σχήματι μετανοίας, ἀρχίζει νὰ κροτῇ καὶ νὰ ροχθῇ καὶ νὰ πλαταγῇ ὁ καταρράκτης,
ραγδαῖος πίπτων κάτω εἰς τὴν λεκάνην, ὅπου φαίνεται τὸ νερὸν νὰ καταπίνεται. Ὀλίγας
σπιθαμὰς παρακάτω ἀναθρῴσκει πάλιν. Πόθεν ἀναβρύει, ἄδηλον.
Πολλὰς ὀργυιὰς κάτω, ἡ κοιλὰς διχάζεται
εἰς δύο, καὶ τὰ δίδυμα ρεύματα συμβάλλουσιν εἰς ἕνα ποταμόν, ἐκβάλλοντα εἰς τὴν
θάλασσαν· τὸ ἄλλο ρεῦμα, πλουσιώτερον πολύ, ἔρχεται ἀπὸ τὴν βρύσιν τῆς Παναγίας
τῆς Ζωοδόχου. Ἡ πηγὴ ἐκείνη εἶναι τόσον ἄφθονος, ὥστε, λέγουσιν οἱ βοσκοὶ τοῦ
τόπου, ὅταν εἶναι ἀνομβρία, τότε τὰ νερά της πληθύνονται.
*
* *
* *
Τὰ παιδιά, ἡ ἀσυμπαθὴς καὶ ἄστοργος συντροφιά
μου, κατέβαινον, ἔτρεχον, ἐχάνοντο· ἐκυλίοντο, οἱονεί, τὸν κατήφορον, κ᾽ ἐκυνηγοῦσαν
τὰ καβούρια, μέσα εἰς τοὺς διαφόρους λάκκους τοῦ νεροῦ. Ἔτρεχα, ἐπλανώμην κ᾽ ἐγὼ
κατόπιν των. Ἔψαχνα νὰ εὕρω καβούρια.
Μὲ τὸ σήκωμα τῆς πέτρας, ἐθόλωναν τὰ
νερά, καὶ τὰ καβούρια ἐκρύπτοντο. Ἂν ἐδοκίμαζα νὰ ἁρπάσω ἓν εἰς τὰ τυφλά, μοῦ ἐδάγκανε
τὰ δάκτυλα· ἐπόνουν, τὸ ἄφηνα, κ᾽ ἐκεῖνο ἔφευγε. Νὰ τὸ πιάσω μὲ προφύλαξιν, νὰ
φυλαχθῶ ἀπὸ τὰ δύο κυκλοτερῆ, μακρὰ στόματά του, δύσκολον ἦτο, ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔβλεπα
καλά· τὰ νερὰ θολωμένα.
Καθὼς μ᾽ ἐδάγκαναν τὰ καβούρια, οὕτω μὲ ὠνείδιζαν
καὶ τὰ παιδιά. Δύο ἢ τρία ἐξ αὐτῶν, ἄνευ αἰτίας, ἤρχισαν νὰ μὲ «ἀναγορεύουν»*, ὅπως
λέγουν εἰς τὴν γλῶσσάν των, νὰ μὲ προσφωνοῦν δηλαδὴ μὲ ὑβριστικὰ ἐπίθετα. Ἐγὼ ἤρχισα
νὰ κλαίω.
Καθὼς μ᾽ ἔφευγαν τὰ καβούρια, οὕτω μ᾽ ἔφυγαν,
μετ᾽ ὀλίγον, καὶ τὰ παιδιά. Εἶχαν ἀλλάξει διεύθυνσιν ἔξαφνα, κ᾽ ἐπήγαιναν πρὸς
τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος. Ἐκεῖνα ἔτρεχαν, ἐγὼ ἔμενα ὀπίσω.
Δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν περίπου συνομήλικά
μου. Ἄλλοι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἦσαν ἀπὸ δώδεκα ἕως δεκατεσσάρων ἐτῶν. Ἦσαν δέ, ὅσον
δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐκτιμήσω, πανοῦργοι, παμπόνηροι. Ἐθόλωναν τὰ νερά, ἐστραβοπατοῦσαν,
ἔφευγον τρέχοντα. Ὡμοίαζον πολὺ μὲ τοῦ ρεύματος τὰ καβούρια.
Ἔτρεχον ἐγὼ ἀπηλπισμένος κατόπιν των.
― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμέ!
Τοῦ κάκου. Ἔτρεχαν, ἔτρεχαν. Δὲν ἠμποροῦσα
νὰ τοὺς φθάσω. Ἔκλαιον εἰς μάτην.
―Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ νὰ πιάνῃς καβούρια· εἶσαι
γιὰ νὰ τρῷς χαράμια!
― Εἶσαι γιὰ τυφλοψώμια!
Ὠνόμαζαν οὕτω τὰ πρόσφορα, τοὺς ἄρτους
τοὺς προσφερομένους εἰς τοὺς ναούς. Μὲ ἐμίσουν διότι ἤμην παπαδοπαίδι. Ἐκεῖνοι ἦσαν
τέκνα ναυτικῶν, πορθμέων, ναυπηγῶν, γεωργῶν. Οἱ πατέρες ἐθαλασσοπνίγοντο ἢ ἵδρωναν
πολὺ γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί, καὶ οἱ υἱοὶ τὸ εἶχον διὰ καύχημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐμὲ
μ᾽ ἐπεριφρονοῦσαν,
― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμένα!
― Νά! τώρα θὰ σὲ φᾶνε τὰ κρούσματα*…
― Μιὰ στιγμή, καρτερεῖτε!
― Θὰ σὲ φᾶνε τὰ στοιχειά…
Ἔβαλα κλαυθμηρὰς φωνάς, ἀλλ᾽ εἰς μάτην. Ὅσην
ἀκρόασιν ἔδωκε τὸ πάλαι τὸ εἴδωλον τοῦ Βάαλ εἰς τοὺς ἱερεῖς τῶν ἀλσῶν, τοὺς ἐπικαλουμένους
ἀπὸ πρωίας ἕως ἑσπέρας, ἄλλην τόσην ἔδωκαν εἰς τὰς φωνὰς τὰς ἰδικάς μου οἱ
μικροὶ ἐκεῖνοι ἔνσαρκοι δαίμονες τοῦ ρεύματος καὶ τῶν βράχων. «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ
Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν!». Καὶ οὐκ ἦν φωνή, καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις.
Ἔγιναν ἄφαντοι. Καὶ μακρόθεν ἐκάγχαζον εἰς
τοὺς κλαυθμούς μου.
Τότε ἀπεπλανήθην. Καθὼς εἶχα γυρίσει διὰ
νὰ ἐπιστρέψω ἀκριβῶς πρὸς αὐτὴν τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ, ὁπόθεν ἀρχίζει εὐχάρακτος
ὁπωσοῦν δρομίσκος, πρὸς ἐπιστροφὴν εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἔχασα
τὸν δρόμον· ἀντὶ νὰ λάβω τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰ δεξιά, ἐτράπην πρὸς τ᾽ ἀριστερά, εἰς
τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου.
Ἦτο δὲ μέγα, ἀτελείωτον, τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο.
Ὅταν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ συμβὰν ἐκεῖνο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, μοῦ φαίνεται ὡς
νὰ ἦτο ἀλληγορία ὅλης τῆς ζωῆς μου.
Chè la dirrita via era smarrita*.
Ἀνέβαινα καὶ ἀνέβαινα τὸ ρεῦμα, καὶ ὁλονὲν ἐχανόμην. Δὲν ἐπανεύρισκα, ὄχι, τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν ἔχανα. Ὤ, ναί, εἶχε χαθῆ δι᾽ ἐμὲ ἡ εὐθεῖα ὁδός. La dirrita via era smarrita.
Πότε ἔπεφτα μέσα εἰς διαφόρους λάκκους καὶ λεκάνας τοῦ νεροῦ, μὴ εὑρίσκων ὁρατὸν μονοπάτι, ἐπειδὴ οἱ λάκκοι οὗτοι ἐφράττοντο ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀπὸ βράχους ὀλισθηρούς, αἰχμηρούς, ἢ ἀπὸ ἀγρίους ἀκανθώδεις θάμνους. Πότε ἐπροσπάθουν ν᾽ ἀναρριχηθῶ εἰς βράχους χθαμαλούς, ὁπωσοῦν βατούς, ὁπόθεν οὐδεμία ὑπῆρχε θέα. Οἱονεὶ σκότος ἡπλοῦτο ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, τῆς ἀγνωσίας τὸ σκότος.
Ἀριστερά, εἰς ἀπόστασιν μιλίου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ πρὸς ἀνατολὰς βουνοῦ, ἔβλεπα ἓν παλαιὸν ἡμιερειπωμένον κτίριον. Ἐκαλεῖτο ὁ Μύλος τῆς Καμινίτσας. Ἦτο παλαιὸς νερόμυλος, ἄχρηστος καὶ ἔρημος τώρα.
Κατ᾽ ἀρχὰς ἔκλαυσα ἀκράτητα. Εἶτα τὰ δάκρυά μου ἐστείρευσαν. ᾘσθανόμην μέγαν φόβον. Προσεπάθουν νὰ εὕρω διέξοδον. Ἐνθυμούμην τὰ
«κρούσματα», τὰ ἄλλως «στοιχειά», τὰ ὁποῖα μοῦ ἠπείλησαν τὰ φεύγοντα παιδία. Καὶ
ἑπόμενον ἦτο νὰ εὑρίσκοντο πολλὰ εἰς τὸ ἄγριον ἐκεῖνο ρεῦμα. Ὁ τόπος «ἐκρότιζε»*.
Καὶ πᾶς μικρὸς θόρυβος, πνοὴ ἢ θροῦς, ἠκούετο μὲ πολλαπλασίαν ἔντασιν.
Πολλοὶ βράχοι ἵσταντο ὑπερήφανοι, ὑψηλοί,
ὅπου «οὐκ ἀμβαίη βροτὸς ἀνὴρ οὐ καταβαίη». Εἷς τούτων ἦτο ὀλίγον χαμηλότερος τῶν
ἄλλων, καὶ εἶχεν ὡς παραφυάδα εἰς τὴν πλευράν του ἄλλον βράχον κυρτόν, καλυπτόμενον
ἀπὸ ἕρποντας θάμνους. Δὲν ἠξεύρω πῶς, τῇ βοηθείᾳ τῶν χονδρῶν κλάδων τῶν θάμνων
τούτων ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκρατούμην, κατώρθωσα ν᾽ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸν δεύτερον,
καὶ παραδόξως εἰς τὴν κορυφὴν τούτου ηὗρα πατήματά τινα, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸν
βράχον τὸν ὑψηλότερον. Ἐκεῖ ἐστάθην κι ἀγνάντεψα. Ὑπῆρχε τέλος θέα.
Πρὸς βορρᾶν ἔβλεπα τὴν θάλασσαν, μακρὰν ἡπλωμένην,
ἀπρόσιτον, ἄσχετον, χωρὶς αἰγιαλὸν ἢ ἀκτήν, χωρὶς ὄχθην. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε πολὺ ἐκεῖ
κάτω, κ᾽ ἐγυάλιζεν, ἐγυάλιζεν ὁ καταγάλανος πόντος. Ρεύματα ἔσχιζον δαιδαλοειδῶς
τὴν ἐπιφάνειαν. Αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἔπαιζαν, ἐβουτοῦσαν, ἐχόρευαν εἰς τὸν ἀφρὸν
τοῦ κύματος.
Πρὸς τὰ βορειοδυτικὰ εἶδα τὸν λόφον ἀντικρύ.
Ἦτο ἐκεῖ τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Ἀλλὰ πόσον μακράν, πόσον μακρὰν ἐφαίνετο!
Εἶδα ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ ἕνα ἀνθρωπίσκον, ὡς ψύλλον, κολλημένον εἰς τὰς
φαιὰς πλάκας τῆς στέγης. Ἐγίνετο, κατ᾽ αὐτὴν τὴν παραμονήν, ἐπισκευὴ τῆς ὀροφῆς
τοῦ ναΐσκου. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον διέκρινα ἦτο χειρῶναξ, κτίστης ἢ τέκτων.
Ἔβαλα μίαν φωνήν.
―Ἒ ἒ ἔ! ᾽δῶ εἶμαι· ἐλᾶτε!
Ἀλλὰ ποῦ ν᾽ ἀκουσθῇ! Ἔπρεπεν ὄρνεόν τι ἢ
πελεκὰν τῆς ἐρήμου νὰ εὑρεθῇ πρόθυμον νὰ παραλάβῃ ἐπὶ πτερύγων τὴν φωνήν μου,
διὰ νὰ τὴν μεταφέρῃ ἐκεῖ κάτω ὡς κωδωνίζουσαν κλαγγήν.
Παραδόξως καὶ ἀπροσδοκήτως ἤκουσα ὡς ἠχώ
τινα εἰς τὴν φωνήν μου:
― Ἀλέκο! ποῦ εἶσαι;
Ἐγνώρισα ἀμέσως τὰς φωνάς. Ἦσαν δύο γυναῖκες
ἐκ τῆς πρωινῆς συνοδίας μας, καὶ προφανῶς ἤρχοντο πρὸς ἀναζήτησίν μου.
Δὲν ἐφαίνοντο ν᾽ ἀπέχουν πολὺ αἱ φωναί. Ἀλλὰ
ψυχὴν δὲν ἔβλεπα. Εὑρίσκοντο κάτω, εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ. Κ᾽ ἐγὼ ἤμην ἐπάνω
ψηλά, πρὸς τὴν κορυφὴν τοῦ ἄλλου ρεύματος, κατὰ τὸν Μύλον τῆς Καμινίτσας, ὀνομασίαν
τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρα τότε. Ἀδύνατον ἦτο νὰ μὲ ἴδωσιν ἐκεῖθεν ὅπου εὑρίσκοντο.
Οὔτε ἤξευρα πῶς νὰ περιγράψω διὰ φωνῶν ποῦ ἤμην.
Ἐφώναξα ὅσον ἠδυνάμην:
―Ἐδῶ εἶμαι, ψηλὰ στὸ βράχο! Δὲν ξέρω ἀπὸ
ποῦ νὰ κάμω… Ποῦ εἶσθε; Δὲν σᾶς βλέπω… Ἐλᾶτ᾽ ἐδῶ!
Ἤκουσα καὶ πάλιν ἀπάντησιν, ἀλλ᾽ αἱ φωναὶ
ἀπεμακρύνοντο, ἀντὶ νὰ προσεγγίσουν. Αἱ γυναῖκες δὲν θὰ ἤξευραν πρὸς ποῦ νὰ μὲ
ζητήσουν.
― Δὲν ἀκοῦτε;… Ἐδῶ ᾽μαι!
― Τώρα!… ἐρχόμαστε!
Καὶ ἡ φωνὴ ἀπεμακρύνετο ἀκόμη. Ἀντὶ νὰ ἔλθουν,
ἔφευγαν. Μ᾽ ἐζητοῦσαν πρὸς τὰ κάτω τοῦ Χαιρημονᾶ, ἴσως πρὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ
αἰγιαλοῦ, ὁπότε ἐγὼ εὑρισκόμην πρὸς τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος τῆς Ζωοδόχου.
*
* *
* *
Ἀφοῦ ἐπερίμενα ἐπὶ πολὺ τὰς ἀναζητούσας
με γυναῖκας, καὶ δὲν ἤρχοντο, κατὰ τύχην, ἐκεῖθεν τοῦ βράχου, ἐφ᾽ οὗ ἰστάμην, ἀνεκάλυψα
μικρὰν δίοδον, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατό τις νὰ διαβῇ, νὰ φθάσῃ πέραν, πρὸς τοῦ
Χαιρημονᾶ. Μὲ σχισμένας χεῖρας, μ᾽ αἱματωμένους πόδας, ἔφθασα ἀντικρύ, εἰς ἓν ὕψωμα,
ἀντικρύζον εἰς τὸ ἐρειπωμένον ἀσκητήριον καὶ τὴν παλαιὰν κρήνην.
Ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ, εἶδα ὅτι ὁ δρόμος
πλέον ἐκόπτετο, κ᾽ ἐγίνετο ἄβατος. Ἀδύνατον ἦτο νὰ φθάσω ἀντιπέραν, πρὸς
δυσμάς, εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀσκητηρίου καὶ τῆς ξηρᾶς κρήνης.
Μάτην εἶχα κοπιάσει. Ἔπρεπε νὰ κατέλθω ὀπίσω
πάλιν, ὅλην τὴν κατωφέρειαν τῆς κοιλάδος, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσου κόπου εἶχον ἀνέλθει,
καὶ νὰ ζητήσω τὸν δρόμον μου ἐκεῖ ὅπου τὸν ἔχασα· ὅπου ἐδιχάζετο τὸ ρεῦμα καὶ μὲ
εἶχεν ἐγκαταλίπει ἡ ἄστοργος συντροφία μου.
Ἀλλ᾽ ἤμην τόσον ἀποκαμωμένος, ὥστε δὲν ἀντεῖχον
πλέον νὰ ὑποστῶ τὴν νέαν ταύτην δοκιμασίαν. Αἱ γυναῖκες, αἱ ἐλθοῦσαι πρὸς ἀναζήτησίν
μου, δὲν ἐφάνησαν πουθενά. Εἶχαν λάβει ψευδῆ ἴχνη, καὶ εἶχον κατέλθει πρὸς τὴν
παραθαλασσίαν, εἰς τὴν ἄλλην ἄκρην τοῦ ρεύματος. Πρὸ πολλοῦ ἔπαυσα ν᾽ ἀκούω τὰς
φωνάς των.
*
* *
* *
Τὴν ὥραν ἐκείνην, ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς
μου, ἤκουσα κωδωνισμοὺς καὶ συρίγματα καὶ τραχείας φωνάς. Ὄπισθέν μου, ἐσχηματίζετο
πρὸς τὰ ἄνω μέγα πύργωμα γῆς, μία ἰδιόρρυθμος κορυφή, ὁμοιάζουσα μὲ ἐπάλξεις
φρουρίου. Ἕνα κοπάδι αἰγῶν καὶ ἐριφίων ἀνέβαινε πρὸς τὰ ἐκεῖ, μὲ φωνὰς καὶ
συριγμοὺς καὶ ἀτάκτους θορύβους. Πόθεν εἶχεν ἐξέλθει, δὲν ἐνόησα. Βεβαίως θὰ εἶχαν
ποτίσει τὸ αἰπόλιον ἄνω εἰς τὴν μάνναν τοῦ νεροῦ, εἰς τὸ κορύφωμα τοῦ μεγάλου
ρεύματος τῆς Ζωοδόχου. Καὶ τώρα ἀπεμακρύνοντο ἐν σπουδῇ πρὸς νοτιοδυτικὴν διεύθυνσιν.
Ἀπεῖχον ἀπ᾽ ἐμοῦ ὑπὲρ τὰ χίλια βήματα.
Ἕνα βοσκόπουλον, τῆς ἡλικίας μου, μὲ τὸν
λευκὸν χιτῶνα καὶ τὴν καπίτσαν του, κρατοῦν μίαν ράβδον διπλασίου ὕψους ἀπὸ τὸ ἀνάστημά
του, τὸ εἶδα νὰ σταθῇ πρὸς στιγμὴν καταντικρύ μου, εἰς τὸ πλησιέστερον πρὸς ἐμὲ
μέρος τοῦ βουνοῦ. Πλησίον του ἵστατο μία ἀδελφούλα του, ὣς ὀκτὼ ἐτῶν, μὲ τὴν
ποδίτσαν της τὴν ἐρυθρὰν καὶ μαλλίνην, ἀνυπόδητη καὶ ἀκτένιστη.
Ἅμα εἶδα τὰ δύο ταῦτα πλάσματα, ἔλαβα
θάρρος κ᾽ ἐφώναξα:
― Ἔ! ἐσεῖς, παιδιά!… Ἔχασα τὸ δρόμο… Δὲ
μοῦ λέτε ἀπὸ ποῦ νὰ κάμω… πῶς νὰ βγῶ ἀποδῶ;…
Εἰς ἀπάντησιν, ὁ μικρὸς βοσκὸς ἔλαβε
μέγα χαλίκιον ἀπὸ τοῦ ἐδάφους, καὶ τὸ ἐσφενδόνισε πρὸς τὸ μέρος μου. Τὸ
χαλίκιον ἔπεσε μετὰ κρότου, κάτω εἰς τὸ κοίλωμα τοῦ ρεύματος. Δεύτερον λιθάριον
καὶ τρίτον μοῦ ἔρριψεν ὁ μικρὸς βοσκός. Τὸ ἓν τούτων ὀλίγον ἔλειψε νὰ μὲ φοβίσῃ,
ἐκτύπησε δὲ τὸν βράχον, ὅπου ἱστάμην, πέντε βήματα ἀπ᾽ ἐμοῦ.
Ἡ μικρὰ ἀδελφή του ἐγέλασε μὲ παιδικὴν
χαρὰν εἰς τὸ κάμωμα τοῦ ἀδελφοῦ της. Ἐγὼ παρεμέρισα ὀλίγον, κ᾽ ἐκάθισα εἰς τὸ
χαμηλότερον μέρος τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς τοὺς εὐώδεις θάμνους.
*
* *
* *
Ἐκεῖ, καθὼς ἐκάθισα ἀποκαμωμένος, ἀφανισμένος,
ἐπάνω εἰς τὴν ἀπάτητον χλόην, ἀκούμβησα τὴν κεφαλὴν εἰς ἕνα σχοῖνον, καὶ δὲν ἠξεύρω
ἂν ἐκοιμήθην ἢ ὠνειρεύθην· ἀλλὰ παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου γέρων τις σεβάσμιος, μὲ
λευκὴν γενειάδα, καὶ μὲ μακρὸν ράσον. Τὸ πρόσωπόν του εἶχεν ἀκμὴν καὶ ἄνθος
νεανικόν, ἂν καὶ ἦτο ὠχρὸν μᾶλλον, καὶ εἶχε κάλλος ὁποῖον μόνον αἱ εἰκόνες ἔχουν.
Μ᾽ ἐκάλεσεν ὀνομαστί, καὶ εἶπε:
― Πῶς ἦλθες ἐδῶ, τέκνον;
― Ἔχασα τὸ δρόμο, ἀπήντησα ἐγώ.
Ὁ γέρων ἔσεισε τὴν κεφαλήν.
― Ἔτσι χάνουν τὸν δρόμον τους, εἶπεν, ὅσοι
δὲν ἠξεύρουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ πηγαίνουν. Μήπως σ᾽ ἔστειλαν πουθενὰ εἰς ὑπηρεσίαν
καὶ λέγεις ἔχασα τὸν δρόμον; Διατί δὲν ἔκαμες ὑπακοήν; Δὲν σοῦ εἶπεν ὁ πατήρ
σου ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃς ἐκεῖ μέχρι τέλους τῆς λειτουργίας; Διατί ἔφυγες;
Δὲν ἤξευρα τί νὰ τοῦ πῶ. Δὲν μοῦ ἤρχετο
μάλιστα νὰ τὸν ἐρωτήσω πῶς τὸ ἠξεύρει.
― Καὶ δὲν σοῦ ἔφθανεν ὁ κίνδυνος ποὺ ἔτρεξες
νὰ σὲ σκοτώσῃ ἡ φοράδα, σήμερον τὸ πρωί; Δὲν ἔπρεπε νὰ σωφρονισθῇς;
― Ἄ! ἤσουν ἀντίκρυ καὶ μ᾽ ἔβλεπες; εἶπα ἐγώ,
μὴ γνωρίζων τί ἄλλο νὰ εἴπω.
―Ἡμεῖς τὰ βλέπομεν, εἶπε
παραδόξως ἐκεῖνος. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χαιρήμων μοναχός, διὰ τὸν ὁποῖον σοῦ διηγεῖτο
προχθὲς ὁ πατήρ σου.
Δὲν ἐσκεπτόμην τίποτε. Οὐδ᾽ ἐστοχάσθην κἂν
ὅτι ἐκεῖνος ὁ Χαιρήμων μοναχός, περὶ οὗ ἔλεγεν ὁ πατήρ μου, ἦτο πρὸ χρόνων πολλῶν
ἀποθαμένος.
―Ὕπαγε, εἶπε· νὰ βάλῃς μετάνοιαν εἰς τὸν
πατέρα σου, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃς ἐκ μέρους μου ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι αὐστηρότερος
πρὸς τὴν νεότητα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . .
Δὲν ἐνόησα πῶς ἐξύπνησα, οὔτε ἰδέαν εἶχον
ἂν εἶχ᾽ ἀποκοιμηθῆ. Εὑρέθην ἔχων ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλμούς. Βαθύ, ἄρρητον ἄρωμα,
ὡσὰν ἀπ᾽ ὅλα τὰ θυμάρια, τὰς μυρσίνας, καὶ τ᾽ ἄγρια ἄνθη τοῦ βουνοῦ, μαζευμένα
εἰς ἕνα σωρόν, μοῦ ἤρχετο εἰς τοὺς μυκτῆρας. Πλησίον μου ἵσταντο αἱ δύο γυναῖκες,
αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πολλοῦ μ᾽ ἐζητοῦσαν. Ἦτο μεσημβρία ἤδη κ᾽ ἐγὼ ἀπὸ πέντε ὡρῶν ἔλειπα
ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ ναΐσκου, ὅπου εὑρίσκετο ὁ πατήρ μου.
― Ἄχ! ἄπονε, ἀπόκοτε, εἶπεν ἡ μία τῶν
δύο γυναικῶν. Πῆγες μὲ τὰ παλιόπαιδα κ᾽ ἐγύριζες στὰ χαμένα!
― Καὶ σ᾽ ἀφήσανε κ᾽ ἐχάθηκες μὲς στὸ
ρέμα. Κ᾽ ἐκρύφτηκαν ἀπ᾽ τὸ πρόσωπο τοῦ πατέρα σου. Κ᾽ ἐμᾶς μᾶς εἶπαν πὼς δὲν σὲ
εἶδαν!
― Τώρα, πῶς θὰ γλυτώσῃς τὸ ξύλο; εἶπεν ἡ
πρώτη. Μ᾽ ὅλο τὸ δίκιο, σοῦ πρέπει νὰ τὶς φᾷς…
― Σιώπα σύ, εἶπεν ἡ ἄλλη. Ἔλα κ᾽ ἐμεῖς θὰ
σὲ γλυτώσουμε. Ἐμεῖς οἱ γυναῖκες, προσέθηκεν ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν ἄλλην, γιατί
ἔχουμε πλατιὲς ποδιὲς μὲ πολλὲς δίπλες, γιὰ νὰ γλυτώνουμε τὰ παιδιὰ ὅταν θέλουν
νὰ τὰ δείρουν οἱ πατεράδες τους.
Καὶ αἱ δύο ἐκάγχασαν θορυβωδῶς καὶ τὸ ρεῦμα
ἀντήχησεν ἀπὸ τοὺς φαιδροὺς γέλωτας.
― Δὲν τὸν ἀφήνει, εἶπα ἐγώ, ὁ Χαιρήμων
μοναχὸς νὰ μὲ δείρῃ.
― Ποιὸς Χαιρήμων μοναχός; Τί λές; Εἶσαι
στὰ καλά σου; Μὴν ἔπαθες τίποτε, καὶ χτυπήθηκες μὲς στὸ ρέμα;…
Ἔστρεψα τὴν κεφαλὴν καὶ ἔρριψα βλέμμα πρὸς
τὸ ἐρείπιον τοῦ παλαιοῦ, ἐρήμου ἀσκητηρίου. Τότε ἐφοβήθην. Ἐσιώπησα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . .
Ὁ πατήρ μου ἔμεινε σύννους, ἀκούσας τὴν
διήγησιν.
― Σκληροτράχηλος εἶσαι! μοῦ λέγει.
(Ἐξ ἀντιγραφῆς)
(1900)
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018
Ο Οβολός του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου
Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος
Ο Οβολός
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.
-- Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.
-- Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.
-- Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.
Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της — ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.
-- Παρ' τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.
Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μου δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.
Πράγματι, την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε τα ξημερώματα.
-- Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.
Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο, και ακολουθούσαμε εμείς.
Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.
Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.
Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.
Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.
Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δύο τενεκέδες να ξεδιψάσει.
Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.
Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στη τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:
-- Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.
Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:
-- Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!
Από το "Ο Οβολός και άλλα διηγήματα",
ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004
Σημείωση: το κείμενο –μαζί με το …
μονοτονικό-- δανείστηκα από το αρχείο
του Ν. Σαραντάκου.
Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017
Ιπποκλείδης !!!
του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και
δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε
να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα
βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα,
να μαζευτούνε στο παλάτι του∙ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο
βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο. Σαν τ' άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα,
ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη. Άλλος ξεχώριζε για ομορφιά, άλλος για
την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του. Μα
απ' όλους ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, που έσκιζε
σε ομορφιά και τσαχπινιά. Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης.
Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση,
κι αφού τελειώσαν οι αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια. Τρεις
μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες∙ και ξαφνικά την τρίτη μέρα,
σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από
αυτούς που ξέραν μόνοι οι ηνίοχοι, και δος του να λυγάει μαργιόλικα τη μέση
του, και δος του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια. Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι,
στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια στον αέρα, χωρίς
ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του. Σε λίγο κατεβαίνει, αρπάζει το τραπέζι
με τα δόντια του και το σηκώνει αψηλά, κι αρχίζει να χορεύει έναν κόρδακα,
δίχως ν' αφήσει να του πέσει ούτε ένα κύπελλο. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους
από θαυμασμό - ποιος να φανταζόταν τόση μαγκιά μες στο παλάτι! Μα ο Κλεισθένης,
βλέποντάς τα όλα αυτά, άφριζε μέσα του απ' το κακό του. Όσο κι αν συμπαθούσε το
αρχοντόπουλο, τον διάδοχο τον ήθελε συμμαζεμένο και κιμπάρη, όχι μαγκάκι των
χαμαιτυπείων. Γι' αυτό και μόλις τέλειωσε ο χορός, κατέβηκε οργισμένος απ' το
θρόνο του και είπε στον Ιπποκλείδη: «Κρίμα, λεβέντη μου∙ μ' αυτά σου τα
καμώματα έχασες και το θρόνο και τη νύφη». Κι ο Ιπποκλείδης τού απάντησε κοφτά:
«Σκασίλα μου!»Έτσι έχασε και πλούτη και τιμές, για ένα κέφι, μα κέρδισε όλων τις καρδιές ο Ιπποκλείδης. Και έμεινε αθάνατος στην ιστορία, πρώτος ρεμπέτης του ντουνιά.
*Από τα μικρά πεζά ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ (Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004)
______________________________________________
Σημείωση:
Βασίζεται
σε περιστατικό που έχει διασώσει ο Ηρόδοτος και διαδραματίστηκε κατά τη
διαδικασία επιλογής γαμπρού για την κόρη του Αγαρίστη από τον τύραννο Κλεισθένη
της Σικυώνας (σημερινό Κιάτο). Προσέτρεξαν δεκατέσσερα αρχοντόπουλα από πολλές περιοχές
της Ελλάδας. Ο Κλεισθένης επέλεξε τον Αθηναίο Ιπποκλείδη γιο του άρχοντα
Τεισάνδρου και φύλαξε να ανακοινώσει την επιλογή του σε μεγάλο γλέντι με εκατό
βόδια για τους μνηστήρες και όλους τους Σικυωνίους. Εκεί, όταν ήπιαν, ο
Ιπποκλείδης κάλεσε τον αυλητή και άρχισε να χορεύει, κάτι που δεν άρεσε πολύ
στον Κλεισθένη. Όταν δε ζήτησε ένα τραπέζι και συνέχισε το χορό ανεβαίνοντας σε
αυτό, ο Κλεισθένης θεώρησε αναίδεια το χορό. Ιδιαίτερα δε, όταν ο Ιπποκλείδης
χόρεψε ισορροπώντας, στηρίζοντας το κεφάλι του στο τραπέζι, και «χειρονόμησε»
με τα πόδια του (όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος), ο Κλεισθένης εξερράγη και του είπε:
«Ω παι Τεισάνδρου, απόρχησαο γε μεν τον γάμον!» (Ω γιε του Τεισάνδρου, με το
χορό σου έχασες τον γάμο) και ο Ιπποκλείδης του απάντησε: «Ου φροντίς
Ιπποκλείδη» (δε τον νοιάζει τον Ιπποκλείδη), μια φράση που ο Ηρόδοτος αναφέρει
ότι έμεινε παροιμιώδης
Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017
'Ενα διήγημα από την Κύπρο !!!

Ειρένας Ιωαννίδου-Αδαμίδου*
ΤΟ ΣΚΥΛΙ
Το βλέπω έξω, σε κάποια
σκιά του κήπου, να κάθεται και να
κοντανασαίνει το γέρικο
πιστό σκυλί μας. Δεν ξέρω πως έτυχε να
σταματήσω απάνω του το
βλέμμα μου τούτη τη φορά. Πάντα το ‘βλεπα
σαν κάτι ασήμαντο, μια
φτηνή ζωή που περνούσε διακριτικά κι αθόρυβα
στο περιθώριο της
αδικίας μας. Γιατί ποτέ δεν είχε το θάρρος να ζήσει
σαν κανονικό σκυλί
ανάμεσά μας. Απ’ την αρχή –κουταβάκι σχεδόν όταν
μας το ‘φεραν- τ’ αποπαίρναμε όλοι για χατίρι μου, επειδή
από μικρή
είχα ένα παθολογικό φόβο
για τα ζώα, κι ιδιαίτερα τα σκυλιά. Γι αυτό
φιλικές διαθέσεις δεν
έδειξα ποτέ στο δικό μας, για να μη κακομάθει.
Ούτε κι εχθρικές. Τ’ άφηνα απαρατήρητο, να πηγαινοέρχεται στον
κήπο,
να κυνηγά τις γάτες και
τα ξένα σκυλιά, να τρομάζει τους επισκέπτες.
Καμιά φορά στεκότανε
μπροστά μου και κουνούσε την ουρά. Τότε μου
ερχότανε να του χαμογελάσω σα σε άνθρωπο – ήταν ένα
λυκόσκυλο
σπάνιας λεβεντιάς και
εξυπνάδας- όμως κάτι με συγκρατούσε την
τελευταία στιγμή, κείνος
ο ανόητος φόβος μη πάρει θάρρος και πηδήξει
απάνω μου. Νόμιζα πως αν
γινότανε κάτι τέτοιο, θα πέθαινα την ίδια
ώρα.
Θυμάμαι που γαύγιζε για
μ’ αποχαιρετίσει κάθε πρωί που ξεκίναγα για
τον σχολείο με το
ποδήλατο. Σταματούσε, όμως, κάποια στιγμή σαν να
θυμόταν ξαφνικά πως το
φοβόμουν. Μια μέρα, ωστόσο, ξεχάστηκε, ήρθε
πολύ κοντά και πάσκισε
ν’ αρπάξει με το πόδι του τις ακτίνες της πίσω
ρόδας. Εγώ τα ‘χασα παρά
λίγο να πέσω. Τίναξα πίσω το πόδι και το
κλώτσησα μ’ όλη μου τη
δύναμη. Άκουσα το σπαραχτικό ουρλιαχτό του
καθώς έβγαινα από τον
κήπο. Ούτε γύρισα να το κοιτάξω, ξεμάκρυνα
όσο πιο γρήγορα
μπορούσα. Το μεσημέρι που γύρισα, μόλις μ’ αντίκρισε
έτρεξε να κρυφτεί.
Πρόσεξα πως πήγαινε στραβά, κάτι γερό του ‘χε
αφήσει η κλωτσιά μου.
Ένιωσα ξαφνικά τύψεις. Πήγα και το βρήκα κάτω
απ’ το δέντρο που ‘χε
καταφύγει. Στάθηκα λίγο μακριά του.
--Πόνεσες; Του λέω.
Σαν να κατάλαβε, άνοιξε
το στόμα σ’ ένα σκυλίσιο, πολύ εκφραστικό
παράπονο.
--Λυπάμαι! Του ξαναλέω.
Τότε σηκώθηκε, στύλωσε
τα μάτια πάνω μου, σαν να ‘θελε να μ’
αποκριθεί και βάλθηκε να
κουνά την ουρά του. Ο φόβος πάλι με
σταμάτησε και δεν τ’
αγκάλιασα. Του γύρισα τη ράχη κι έτρεξα στο σπίτι.
Από κείνη την ημέρα
πρόσεχα τη συμπεριφορά μου απέναντί του, το
λογάριαζα πιο πολύ από
πρώτα, καταλάβαινα πως, άθελά μου, είχα κάνει
ένα βήμα μπροστά κι αυτό
μ’ ευχαριστούσε. Όμως ο φόβος μου έμενε
πάντα φόβος.
Μονάχα τώρα, έτσι καθώς
το βλέπω, γέρικο πια αποκαμωμένο, να
βαρυανασαίνει στη σκιά
του κήπου, νοιώθω για κείνο μια παράξενη
τρυφεράδα. Αναμετρώ τα
χρόνια που βρίσκεται μαζί μας … δεκατέσσερα
θαρρώ. Λένε πως μέχρι
εκεί πάνε τα σκυλιά, το πολύ δεκαπέντε. Σε λίγο
θα πεθάνει…, συλλογιέμαι
και νοιώθω ξαφνικά απέραντη θλίψη.
Σηκώνομαι και πάω κοντά
του. Δεν κουνιέται πια άμα με βλέπει, δεν έχει
δύναμη να πολυστέκεται
στα πόδια του. Χαμηλώνω γω για να το φτάσω.
Με κοιτάζει με τα πράα
μάτια του που λάμπουν ακόμα σαν νεανικά. Για
πρώτη φορά απλώνω
αυθόρμητα το χέρι και το χαϊδεύω ανάμεσα στ’
αφτιά. Ούτε και τώρα
σαλεύει.
--Μη πεθάνεις! Του λέω
σιγά, σαν να ‘ναι κάτι που εξαρτάται από το
ίδιο.
Τρεμοπαίζει τα βλέφαρα,
γέρνει λίγο το κεφάλι απ’ τη μια μεριά χωρίς
να με κοιτάζει. Θαρρώ
πως θέλει να μ’ αποκριθεί: «Τι να γίνει… μήπως
μπορώ να κάνω τίποτα;».
--Μα εγώ σ’ αγαπώ! … του
ξαναλέω. Δεν θέλω να πεθάνεις.
Βγάζει δειλά τη γλώσσα
και μου γλείφει το χέρι, απαλά, πολύ
διακριτικά. Δεν τ’
αποτραβώ, δεν νοιώθω πια τρόμο στο άγγιγμά του. Σε
λίγο ξαπλώνει ανάσκελα,
στραβώνει τα πόδια μπροστά, κλείνει τα μάτια.
Σηκώνομαι να φύγω,
αθόρυβα, να μη ταράξω τον ύπνο του. Να βλέπει
τάχα και κείνο όνειρα
όπως εμείς;
--Θα λυπηθώ άμα
πεθάνεις, να το ξέρεις! Του λέω μια στερνή φορά.
Μπορεί και να κλάψω
ακόμα!
Καθώς ξαναμπαίνω στο
σπίτι νοιώθω κιόλας υγρά τα μάτια μου…
---------------------------------
κύπριους λογοτέχνες. Πολυσύνθετο ταλέντο και πολυγραφότατη. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, τηλεοπτικές σειρές και σενάρια για ταινίες. Βγήκε στα γράμματα από 16 ετών
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



