Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες και Νοσταλγίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες και Νοσταλγίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Καλό μήνα ... αλλά και Καλή Πρωτοχρονιά θα έπρεπε να λέμε σήμερα!!!



Κανονικά σήμερα 1η Σεπτέμβρη πρέπει να είναι η δική μας Πρωτοχρονιά. Και έτσι πρέπει να ήταν για πολλά χρόνια. Από αυτό, ίσως, να έχει μείνει η Αρχή της Ινδίκτου, η αρχή δηλαδή του ετήσιου εκκλησιαστικού ημερολογίου που ξεκινάει σήμερα. Καθώς τέτοιες μέρες γίνονταν όλα. Πατιούνταν τα σταφύλια. Καθαρίζονταν, πλένονταν και γιόμιζαν με μούστο τα κρασοβάρελα. Κόβονταν και ποστιάζονταν τα ξύλα για το χειμώνα. Τρίβονταν τα ξερά καλαμπόκια να βγούνε και να αποθηκευτούνε τα σπυριά. Αποθηκεύονταν στ' αχούρια οι μπάλες του τριφυλλιού και του άχυρου. Πεταλώνανε τ' άλογα. Ανοίγανε τα σχολεία. Προετοιμάζονταν τα χωράφια για τη σπορά. Στα κατώγια κρέμαγαν οι νοικοκυρές από τα πατερά τα ρόϊδα και τα κυδώνια. Πήγαιναν με το αζημίωτο τις γίδες στο τραγί για την επόμενη γέννα. Πέφτανε οι πληρωμές και οι μπροστάντζες από την πώληση της παραγωγής. Ξοφλιότανε το τεφτέρι του Μπακάλη. Και με τα αποδέλοιπα ... βουρ στα κοντινά πανηγύρια για γαλότσες και για κανα μπουφάν με ψεύτικο γουνάκι σαν αυτό που φόραγε ο Ρίτσαρντ Μπάρτον. Και πάνω απ' όλα: η γουρνοπούλα το παστέλι και η σάμαλη.
Από που ως που Πρωτοχρονιά μέσα στο καταχείμωνο;

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Τα άλογα του χωριού...!!!




                  14.02.2016, 06:47 | Ετικέτες:  ζώα, ασθένειες,
 
 




Εμείς κι αυτά

σελίδα 50

 Τα άλογα του χωριού...
  Συντάκτης: 
Παναγιώτης Διαμαντής

Η επιστολή που ακολουθεί (από τον αναγνώστη μας κ. Δημήτρη Κουκουλά, συγγραφέα) έχει σαν αφορμή την εκπληκτική φωτογραφία με την πορεία των λύκων, κάπου στον χιονισμένο Καναδά, που αναδημοσίευσα απ' το ίντερνετ. Με την ευκαιρία, ο κ. Κουκουλάς μάς έστειλε κι ένα πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα από ένα βιβλίο του, που μιλάει για τα άλογα του χωριού, τότε που δεν είχε γεμίσει η ύπαιθρος με φορτηγά και «αγροτικά».
Και βέβαια κάνατε πολύ καλά, κύριε Διαμαντή, και μοιραστήκατε μαζί μας τη φωτογραφία με τους λύκους. Γιατί υπάρχουν πολλοί, νομίζω, αναγνώστες σας με ισχυρότατους δεσμούς με τα ζώα που δεν μας συγκινεί τόσο η λεπτομέρεια όσο η ουσία: η αυστηρά καθορισμένη διάταξη εν προκειμένω - όπως σωστά σημειώνετε.
Ιδίως εμείς που μεγαλώσαμε στα χωριά δίπλα στα οικόσιτά μας. Ο Καράς μας μάλιστα πήγαινε όργωμα-μεροκάματο με τον πατέρα μου και μας ζούσε. Μόνο που φοβάμαι να μην παρεξηγηθώ ότι εκμεταλλεύομαι τη συγκυρία για κάποιο promotion γι' αυτό που θα κάνω. Το στέλνω για σας. Ενα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου «Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες», εκδόσεις Απόπειρα:
«...οι Τσαμπάσηδες, οι ειδικοί των αλόγων. Αξιολογούσαν το ζώο με μια ματιά που έριχναν σε διάφορα μέρη του σώματός του. Γι' αυτό και τους έπαιρναν για συμβουλάτορες όσοι πήγαιναν στα ζωοπανήγυρα για ν' αγοράσουν άλογο. Κοίταζαν τα δόντια, την κοιλιά, τους μυς των ποδιών, τα καπούλια και το στήθος.
Το τελευταίο το πρόσεχαν ιδιαίτερα μήπως είχε μαζέψει υγρά, κάτι που συνέβαινε όταν έμενε το άλογο ιδρωμένο σε κρύο ρεύμα αέρα και που για να περάσει του έβαζαν καταπλάσματα.
Στις πιο βαριές περιπτώσεις του έκαναν “βυζιγάντι”. Του χάραζαν δηλαδή το στήθος με το μαχαίρι για να φύγουν τα υγρά. Πιανότανε η ψυχή μας όταν το βλέπαμε δεμένο σε κάποια αυλή, με τη χαίνουσα πληγή γεμάτη μύγες και εκείνα τα μεγάλα μάτια να μας κοιτάζουν όλο παράπονο και ικεσία.
Έχωναν επίσης τα δάχτυλά τους στα ρουθούνια του ζώου. Το ανάγκαζαν έτσι να φταρνιστεί και να βήξει, για να δούνε μήπως έχει “τεκνοφέσι”. Μια φοβερή πάθηση που οφειλόταν στα άγανα από τα άχυρα. Περνούσαν στο αναπνευστικό σύστημα και πλήγωναν τα πνευμόνια, κάτι που καταρράκωνε σιγά σιγά το άλογο και το οδηγούσε στο θάνατο.
Δεν είχα πάει ακόμη στο Δημοτικό τότε που χάσαμε τον Καρά μας από τεκνοφέσι. Τον αγαπούσα πολύ και του άρεσε να σκύβει το κεφάλι, για να διώχνω με το χέρι μου τις αλογόμυγες που φώλιαζαν μέσα στη βαθιά λακκούβα του σαγονιού του. Εβγαζε τότε ένα υπόκωφο και χαρούμενο χλιμίντρισμα σαν να με ευχαριστούσε, ενώ έτριβε τα τεράστια χείλη του πάνω στο κουρεμένο μου κεφάλι.
Κάποια στιγμή ήρθε ο βήχας που όλο δυνάμωνε. Τις κρύες νύχτες τον παίρναμε μέσα στο σπίτι, αλλά τα γκουχ και τα γκουχ δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ενα πρωί τον τράβηξαν κάτω στη βαθιά ρεματιά και είπαν πως τον έδωσαν σε κάποιους άλλους. Μα δεν το πίστεψα και όταν, ύστερα από κάποιες μέρες, είδα να ζυγιάζονται από ψηλά τα μαύρα κοράκια, κατάλαβα πολύ καλά γιατί είχαν έρθει...»

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Κώστα Βάρναλη: Πως περνούσε τη μέρα του Πάσχα ο Παπαδιαμάντης!!!



     Αὐτὲς τὶς μέρες ξαναθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι τὰ καλὰ ἐκεῖνα χρόνια (γύρω στὸ 1905-1915), ποὺ ἡ Ἀθήνα ἤτανε ἀκόμη μιὰ εἰδυλλιακὴ πολιτεία κι εἶχε περισσότερη πίστη καὶ περισσότερην ἐγκαρδιότητα σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τώρα τὸ πολὺ πλῆθος, ποὺ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν πρωτεύουσα, ἀπομακρύνει τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ τὸν ἀπομονώνει. Κείνην τὴν ἐποχὴ τῆς εἰρηνικῆς καὶ εὔκολης ζωῆς, οἱ κάτοικοι μιᾶς συνοικίας ἀποτελούσανε μίαν οἰκογένεια κι οἱ θαμῶνες ἑνὸς κέντρου μιὰ φιλικὴ συντροφιά.
     Ἡ Δεξαμενὴ τότες ἤτανε μιὰ προνομιούχα… ἐξοχή. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἀνοιχτὸς ὁρίζοντας, καθαρὸς ἀέρας καὶ δάσος. Ἤτανε ὄχι μονάχα τὸ ὑψηλὸ καταφύγιο τῶν λογίων καὶ τῶν ποιητῶν, παρὰ καὶ ἡ πνευματικὴ κορφὴ ὅλης της Ἑλλάδος. Στὰ γύρω φτωχικὰ σπίτια καθόντανε ἀπὸ χρόνια ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Βλαχογιάννης, ὁ Μαλακάσης, ὁ Κοντυλάκης, ὁ Χατζόπουλος καὶ συχνάζανε ὅλοι στὸ καφενεδάκι τοῦ Μπαρμπαγιάννη. Οἱ νεοσσοὶ τῶν Μουσσῶν: ὁ Αὐγέρης, ὁ Ζῆλος, ὁ Πελλερέν, ὁ Ροδοκανάκης, ὁ Καζαντζάκης, ἡ Γαλάτεια, καθόντανε σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τοὺς μεγάλους, γεμάτοι ἀπὸ τὴ νεανικὴ ματαιοδοξία πὼς θὰ τοὺς ξεπεράσουνε.
     Τότες δὲν ὑπήρχανε οἱ φριχτὲς πολυκατοικίες, ποὺ πνίξανε τὸν ὁρίζοντα, οὔτε εἴχανε γίνει τὰ «ἐξωραϊστικὰ» ἔργα, ποὺ φάγανε τὸν μισὸ λόφο καὶ τοῦ χαλάσανε τὴ φυσική του γραφικότητα. Ἡ θάλασσα φαινότανε κάθε πρωὶ νὰ σπιθίζη πέρα ὁλόχαρη, γελαστὴ καὶ μπλάβη.
     Καμμιὰ δεκαριὰ πανύψηλες λεῦκες, ὁλοφούντωτες καὶ ρωμαλέες, κι ἄλλα τόσα πεῦκα τραγουδούσανε μέρα νύκτα μὲ τὸ παραμικρὸ ἀεράκι· τὰ πουλιὰ γεμίζανε τὰ κλώνια καὶ τὰ τζατζίκια* τσιτσιρίζανε μέσα στὸ… τηγάνι τῆς μεσημεριάτικης πύρας. Μιὰ βρύση κελάριζε ἀκατάπαυστα μέρα καὶ νύκτα στὴ ρίζα μιᾶς θεώρατης λεύκας. Καὶ τὸ φθινόπωρο, σὰν πέφτανε τὰ φύλλα καὶ τὰ ἔσερνε ὁ βορριᾶς, ἡ βρύση θρηνολογοῦσε μὲ ἀναφυλλητά, τὰ ξερόφυλλα θροούσανε ἀπελπισμένα καὶ μέσα στὴ χαβούζα τῆς δεξαμενῆς τὸ νερὸ βογγοῦσε δυνατά. Ὁ διαβάτης, ποὺ περνοῦσε ἀπ᾿ ἐκεῖ τὴ νύχτα μέσα στὸ ἐρημικὸ καὶ βαθὺ σκοτάδι ἔμοιαζε μὲ τὶς «σκιὲς» τῶν ρομαντικῶν μυθιστορημάτων, ποὺ «αἰφνιδίως ἀποσπῶνται ἐκ τῆς παρακειμένης γωνίας καὶ διασκελίζουσιν ἐσπευσμένως τὴν ἔρημον ὁδόν, ἐνῶ τὸ ὡρολόγιον κ.τ.λ.».
      Ἐκεῖ ἐρχότανε πρωὶ κι ἀπόγευμα ὁ κὺρ Στέφανος, ὁ Πρόεδρος, ὁ τύπος τῶν τύπων. Φοροῦσε ποδήματα χειμώνα-καλοκαίρι κι ἀκουμποῦσε τὰ γερατειά του ἀπάνου σ᾿ ἕνα χονδρὸ μπαστούνι. Ἀπαισιόδοξος, πυρρωνιστής**, λαϊκὸς φιλόσοφος μὲ ἀληθινὴ φλέβα. Ἤτανε ὁ μοναδικὸς σχεδὸν φίλος του Παπαδιαμάντη. Γιατὶ ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας ἔπασχε ἀπὸ ἀνθρωποφοβία – μὲ τὸ δίκηό του. Καθότανε στὸ πίσω μέρος τοῦ καφενείου κοντὰ στὸ παραθυράκι τοῦ τζακιοῦ. Σταύρωνε τὰ χέρια του, ἔγερνε δίπλα τὸ ἱερατικό του κεφάλι καὶ βυθιζότανε στὰ δημιουργικά του ὀνειροπολήματα μὲ κατάνυξη κι εὐχαριστημένος γιὰ τὴν μόνωσή του. Ἀπὸ τὸ παραθυράκι ἔπαιρνε τὸν καφέ του καὶ καμμιὰ φορὰ ἔμπαινε βιαστικὸς στὸ καφενεῖο χωρὶς νὰ σηκώνη τὰ μάτια, ἔπαιρνε μίαν ἐφημερίδα κι ἔφευγε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο βιαστικός. Μονάχα τὸν κὺρ Στέφανο δεχότανε νὰ τὸν ζυγώνῃ. Ὅπως ἤτανε πάντα σιωπηλός, τὸν ἄφηνε νὰ τοῦ μιλῇ ὑπομονετικά. Γιατὶ ὁ κὺρ Στέφανος ἦταν ἕνας τίμιος, ἁπλοϊκός, ἄκακος καὶ περήφανος ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος. Ἂν ἐτοῦτος ἤτανε βαθύτατα θρῆσκος σὰν τοὺς καθωσιωμένους ἀσκητὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, μὰ καὶ τοῦ Προέδρου ὁ πυρρωνισμὸς δὲν ἤτανε ἄθρησκος. Εἶχε τὴ μανία νὰ κοροϊδεύῃ τὶς ματαιότητες κάθε λογῆς καὶ πρὸ παντὸς τὴν παραδοπιστία τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν παπάδων. Κι αὐτὸ χωρὶς κακία.
      Τίς Κυριακὲς καὶ τὶς μεγάλες γιορτάδες ὁ Παπαδιαμάντης πήγαινε πρωὶ-πρωὶ στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο***, κοντὰ στὸν Παλαιὸ Στρατώνα, καὶ ἔψελνε ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοϊκοὺς πιστοὺς τῆς συνοικίας. Ἐκεῖ πήγαινε καὶ ὁ Μωραϊτίδης γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό. Ἔτσι ξαλαφρώνανε κι οἱ δύο τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὶς πίκρες τῆς ζωῆς καὶ παίρνανε ἕνα λουτρὸ καρτερίας, ποὺ τοὺς δυνάμωνε τὴ δημιουργική τους ὁρμή. Τὴ Μεγάλη βδομάδα τὸν χάναμε. Ἐκτελοῦσε στὴν ἐντέλεια ὅλα τα χριστιανικά του χρέη σὰν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μὰ τὴν Κυριακή του Πάσχα, κατὰ τὸ μεσημέρι ὁ κὺρ Στέφανος ἐρχότανε στὸ καφενεῖο καὶ τὸν ἔπαιρνε στὸ σπίτι του νὰ φᾶνε τὸ πασχαλινὸ ἀρνί. Κατηφορίζανε κι οἱ δύο τὸ λόφο, ὁ ἕνας μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι κι ὁ ἄλλος μὲ τὴν ἀλύγιστη περπατησιά του, γιατὶ τὰ γόνατά του ἤτανε ξυλιασμένα ἀπὸ τὴν ἀρθρίτιδα.
      Στὸ τραπέζι μοσχοβολοῦσε κι ἄχνιζε τὸ ἀρνὶ μέσα στὸ ταψί· μοσχοβολοῦσε τὸ τυρὶ τοῦ Παρνασσοῦ, ἡ μαρουλοσαλάτα μὲ τὸν ἄνηθο καὶ τὸ κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τὰ πορτοκάλια καὶ λαμποκοπούσανε μέσα στὴ σουπιέρα τὰ κόκκινα τ᾿ αὐγά. Πόσοι πειρασμοί: Μὰ ὁ θρῆσκος Παπαδιαμάντης πρῶτα ἔκαμνε τὸ σταυρό του, ἔλεγε τὸ «φάγονται πένητες καὶ ἐμπλησθήσονται…», οἱ ἄλλοι ὄρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αὐτοὶ κι ὕστερα… Αἵ, ὕστερα, ἅμα καθόντανε στὸ τραπέζι, ὁ κὺρ Στέφανος, ποὺ ἤξαιρε τὰ συνήθεια τοῦ φίλου του, τοῦ γέμιζε μιὰ κούπα ρετσίνα. Ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος τὴν ἔπιανε μὲ τὶς δύο του φοῦχτες (γιατὶ τὰ χέρια του τρέμανε) καὶ τὴν ἄδειαζε ὁλάκερη «ἀμυστὶ»**** μὲ μιὰ συγκινητικὴ λαχτάρα. Τότες τὸ αἷμα του ξυπνοῦσε καὶ κύλαε ζεστὸ στὶς φλέβες του, τὰ μάτια του καθαρίζανε, ἡ ψυχή του ἄνοιγε τὰ διπλωμένα φτερά της καὶ τότε μονάχα ἀρχίζανε τὸ φαγί. «Ἠτο ὡραῖον ρετσινάτον» (λέγει σ᾿ ἕνα του διήγημα) «ὅλον ἄρωμα καὶ πτῆσις καὶ ἀφρός»! Τί λυρικὸς καϋμός, τί ἀληθινὸς ἔρωτας γιὰ τὸ κρασί!
      Ἔτσι αὐτὲς τὶς μέρες, ποὺ ἡ ἐποχή μας τὶς ζῆ μὲ κάποιαν πεζότητα, πῶς νὰ μὴ θυμηθῇ κανεὶς τὸν καλὸ ἐκεῖνο καιρό, ποὺ ἡ ποίηση καὶ ἡ πίστη ἤτανε ζωντανὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς. Τώρα τὰ πεῦκα τὰ κόψανε ὅλα οἱ πολυκατοικίες. Οἱ λεῦκες ξεραθήκανε κι ὡς τόσο δὲν τὶς κόβουνε νὰ λείψῃ ὁ πένθιμος ἐκεῖνος σκελετός τους, ποὺ τὶς κάνει νὰ μοιάζουνε μὲ ὑψηλοὺς ξύλινους σταυροὺς σὲ κοιμητήρι. Ἡ Δεξαμενὴ ποὺ ἤτανε ἡ ψηλότερη σκοπιὰ τῆς Ἀθήνας, ἔχασε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ θάλασσα καὶ κατάντησε σὰ μιὰ πηγάδα. Καὶ μείναμε ἐμεῖς τὰ ἐρείπια, οἱ παληοὶ κάτοικοι τοῦ ὡραίου λόφου νὰ θρηνοῦμε ἐπάνω στὰ ἐρείπια τοῦ «ἐξωραϊσμοῦ» του.

Κώστας Βάρναλης – Εἰς τὴν Δεξαμενήν
Πηγή: Ἐφημ. «Πρωία», 2 Μαΐου 1937
Ἀναδημοσίευση: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 24 Ἀπριλίου 2008

 *     Τζατζίκια = τζιτζίκια.
**    Πυρρωνισμός: φιλοσοφικό σύστημα που πήρε το όνομά του από τον αρχαίο φιλόσοφο του 3ου  αιώνος π.Χ., Πύρρωνα.   
***  Πίσω από το σταθμό στο Μοναστηράκι.
****Αμυστί: απνευστί, χωρίς να κλείνει τα χείλη του αυτός που πίνει.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΣΤΙΣ... ΜΕΡΕΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ!!!


Τα τελευταία χρόνια με τα exit-poll οι δημοσκόποι και τα κανάλια μετέτρεψαν σε διαδικασία πατ-κιουτ κάτι που παλιά κρατούσε όλη τη νύχτα. Με το κλείσιμο της κάλπης, υψώνουν στις οθόνες μας κάτι χρωματιστά παλούκια: τόσο ο ένας τόσο ο άλλος τόσο οι υπόλοιποι και το μόνο που μένει για μετά είναι οι …αποκλίσεις! Ενώ παλιά, ιδίως στις μέρες του ραδιοφώνου, όλη αυτή η μακρόσυρτη ροή των αποτελεσμάτων συνιστούσε μια ηδονική μυσταγωγία που κράταγε μέχρι το πρωί. Και στα χωριά με τα λιγοστά ραδιόφωνα μαζευόντουσαν οι άνθρωποι κατά ομάδες στα μαγαζιά και στα καφενεία και άκουγαν χωριά νομούς και περιφέρειες. Από κοντά και εμείς οι μαθητές που εκμεταλλευόμασταν την αργία της επομένης. Άλλες εποχές και άλλες καταστάσεις για τις οποίες παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου: «Τα Φορτηγά και Άλλες Ιστορίες»

«…Από το κρεμασμένο μεγάφωνο της Φίλιπς στο «Ζυθοζαχαροπλαστείον Αστόρια» που τα κυριακάτικα απογεύματα έβαζε τις ποδοσφαιρικές αναμεταδόσεις, μεταδίδονταν και τα εκλογικά αποτελέσματα. Το βράδυ των εκλογών το κρεμούσαν έξω από το μαγαζί και από κάτω συνωστιζόταν ένα πλήθος από άντρες που αδημονούσαν, κάπνιζαν αρειμανίως και σήκωναν ψηλά το κεφάλι για να ακούνε καλύτερα. Ανακατεμένοι και εμείς μαζί τους, περιεργαζόμασταν τις αντιδράσεις τους και ακούγαμε τα σχόλια τους. Τα πρώτα «έλαβον» που θυμάμαι είναι από τις εκλογές του ’61. Στην αρχή έλεγε τα μικρά χωριά και όλο γελούσαν οι ΕΡΕτζήδες με τη νίλα της ΕΔΑ. Πιο πολύ τους ξετρέλαινε εκείνο το «είς», η μία ψήφος δηλαδή που τότε ήταν… αρσενικού γένους. Έλεγε π.χ. το μεγάφωνο: …έλαβον ΕΡΕ: εξήκοντα, Ένωσις Κέντρου: είκοσι, ΕΔΑ: είς …και καρ…καρ…τα γέλια από κάτω. Γέλια όμως που κόπαζαν μόλις άρχιζε να λέει τις μεγάλες πόλεις και μετατρέπονταν σε μουγκρητά και γαμωσταυρίδια μόλις έπιανε την Καισαριανή το Βόλο και τον Πειραιά.
Το Νοέμβρη του ’63 και το Φλεβάρη του ’64, με τις δυο απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις, είχαμε ζήσει μια άγρια εκλογική περίοδο. Εμείς στην οικογένεια μας ήμασταν με την ΕΡΕ για δυο πολύ σημαντικούς λόγους: ο ένας γιατί είχανε σκοτώσει οι αντάρτες το θείο μου τον Αποστόλη και ο άλλος –και δεν το λέω ειρωνικά- γιατί ο οικογενειακός μας προϋπολογισμός είχε ανάγκη πιστώσεων και δανεικών από εμπόρους-κομματάρχες.
Από τη νύχτα των εκλογών του ’63 θυμάμαι το φωτισμένο καντράν του Telefunken και τα «έλαβον» μέσα στο κοινοτικό κατάστημα του χωριού. Εγώ σκυμμένος πάνω σε ένα μακρύ τραπέζι με ένα πάκο χασαπόχαρτα ένα μολύβι Faber και μια ξύστρα. Να ξύνω και να γράφω να γράφω και να μην τελειώνω, νούμερα! νούμερα! νούμερα! Εκλογικά τμήματα, περιφέρειες, επικράτεια και να δίνω τα χαρτιά δίπλα στον μπαρμπα-Αγγελή τον Πρόεδρο, που με βαθιές ρουφηξιές, φουμάριζε διαρκώς τα «Έθνος Εξαιρετικά». Και ενώ στην αρχή ήταν μαζεμένοι και άλλοι ομοϊδεάτες που στέκονταν όρθιοι και άκουγαν, όσο προχώραγε η νύχτα και διαγραφότανε η ήττα, αραίωνε το ακροατήριο και πύκνωναν οι ρουφηξιές του Προέδρου και το ντουμάνι!
Κάποια στιγμή μείναμε οι δυο μας. Είχαν σιγήσει τώρα και τα καφενεία. Ακουγότανε μόνο το χρατς…χρατς…χρατς…του μολυβιού πάνω στην τραχιά επιφάνεια του χασαπόχαρτου και η φωνή του εκφωνητή που μέσα από το τρεμάμενο μεταξωτό ύφασμα, έβγαινε με εκείνον τον παράξενο τρόπο που ακούγονταν τη νύχτα τα ραδιόφωνα: αυτόν, δηλαδή, που σιγά-σιγά ο ήχος δυνάμωνε και σιγά-σιγά χανότανε!
Κάποτε ακούστηκαν τα κοκόρια και άρχισε να χαράζει το πρώτο φως. Τα μάτια μου βάραιναν, το μολύβι κόντευε να σωθεί και τότε πια δειλά- δειλά ψιθύρισα:
--- Μπαρμπ-Αγγελή Χάσαμε!
Δεν απάντησε αμέσως. Τράβηξε άλλη μια βαθειά ρουφηξιά, κοίταξε πάλι το τελευταίο χαρτί που του είχα δώσει και ξεφυσώντας τον καπνό, μου απάντησε με σιγανή και ήρεμη φωνή:
--- Μη βιάζεσαι, παιδί μου! Εκκρεμούν ακόμη η Λακωνία και η Ροδόπη!»



Δημήτρης Κουκουλάς

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Εμείς του Στίβου οι εραστές!

Εμείς αποτελούμε και τις παράπλευρες απώλειες από αυτή τη συμφορά με τις ντόπες που βρήκε τα τελευταία χρόνια τον κλασσικό αθλητισμό. Κάτι έσπασε μέσα μας και δεν αναπληρώνεται. Χάθηκε η γοητεία του «ευ αγωνίζεσται» που κάποτε μας τράβηξε σε αυτόν. Και δεν μιλάω σαν αθλητές αλλά σαν λάτρεις. Γιατί όπως λέει και ο μεγάλος Ολλανδός φιλόσοφος Γουϊζίνγκα στο έργο του «Ο Άνθρωπος και το Παιχνίδι» εκδόσεις Γνώση: το παιχνίδι είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής των ανθρώπων ακόμη και σαν θεατών του. Γιατί ταυτίζονται με τους μετέχοντες σε αυτό και ζουν τις ίδιες συγκινήσεις.
Και εδώ θέλω να σημειώσω ότι θεωρώ πιο πετυχημένο τον αγγλικό όρο παιχνίδια (games) από τον δικό μας βαρύ όρο: «αγώνες».
Παιχνίδια λοιπόν που εμείς οι «αρπαγμένοι» των κουλουάρ των βαλβίδων και των σκαμμάτων, οι κάποιας και πάνω ηλικίας – οι νέοι δεν τσιμπάνε πια, κάτι που ισχύει και για τους Γερμανούς από ότι βλέπω αυτές τις ημέρες στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου του Βερολίνου, όταν η κάμερα γυρίζει προς τους θεατές- συνεχίζουμε ακόμη να τα παρακολουθούμε παρ’ όλο ότι «τίποτα δεν είναι όπως παλιά».
Βγάλαμε σε σύνταξη τον Διακογιάννη και τον Φουντουκίδη –τον αλήστου μνήμης Βαγγέλη που περιγράφοντας αγώνα πάλης στην ασπρόμαυρη τηλεόραση που δεν ξεχώριζε τη μπλε από την κόκκινη φόρμα πρόσθεσε τη διευκρίνιση: «ο ανατσούμπαλος είναι ο Ρώσος»- και γερνάμε μαζί με τους Μαμουζελοαντωνιάδηδες γιατί εκτός από νέους θεατές δεν υπάρχουν, φαίνεται, ούτε και νέοι δημοσιογράφοι που να ασχοληθούν με το αντικείμενο.
Ξεκίνησα να παρακολουθώ το στίβο, ως μαθητής γυμνασίου, από τους Ολυμπιακούς του Τόκυο το 1964 με τον Αμπέμπε Μπικίλα και τον Μπρούμελ. Από τις εφημερίδες φυσικά. Μετά από καιρό στα «επίκαιρα» που παίζονταν στο σινεμά πριν την ταινία, βλέπαμε και εικόνες. Όπως εκείνος ο φοβερός συναγωνισμός για τη δεύτερη και τρίτη θέση στον Μαραθώνιο: Μπήκε δεύτερος ο Ιάπωνας –μετά βέβαια από τον αδιαμφισβήτητο Μπικίλα- σε ένα στάδιο που σείονταν από τα χειροκροτήματα και τις ιαχές και αρκετά πιο πίσω ένας πανύψηλος για τα δεδομένα του αγωνίσματος Εγγλέζος, ο οποίος άρχισε να σπιντάρει σαν τετρακοσάρης και λίγο πριν το τέλος να κλέβει τη δεύτερη θέση.
Το 1968, ως φοιτητής πιά, λόγω αδυναμίας της τότε νεοσύστατης τηλεόρασης και λόγω διαφοράς ώρας με την Πόλη του Μεξικού- ξενυχτήσαμε σε μια ΕΒΓΑ, Παιωνίου και Μιχ. Βόδα, πάνω από 50 άνθρωποι, παρακολουθώντας ραδιοφωνικά τις προσπάθειες του Χρ. Παπανικολάου στο επί κοντώ για μετάλλιο.
Εκείνη η Ολυμπιάδα απέδειξε ότι τότε παιζόντουσαν καθαρά τα πράγματα. Οι επιδόσεις και τα ρεκόρ που επιτεύχθηκαν λόγω μεγάλου υψομέτρου, όπως εκείνο το 8.90μ του Μπήμον στο μήκος, κάνανε πολλά χρόνια να σπάσουν! Αλλά και αργότερα το 1974 με την Επιστημιάδα στο ίδιο στάδιο, το 19.72΄ που έκανε στα 200μ ο μεγάλος Πιέτρο Μεννέα κράτησε 22 ολόκληρα χρόνια μέχρι το 1996, περίοδο που το πάρτυ με τις νταμιζάνες των αναβολικών είχε φτάσει στο φόρτε του, και ήρθε ο Τζόνσον να το συντρίψει με 19.38΄! Σιγά ρε Πάπια! Όσο για το χτεσινό 19.19΄ του Μπολτ, ε! να μην το πάρω στο λαιμό μου το παιδί, μπορεί να είναι και φαινόμενο!!!
Το 1972 στο Μόναχο είχαμε τη φριχτή σφαγή των Εβραίων αθλητών από τον «Μαύρο Σεπτέμβρη» αλλά και τον Βαλερύ Μπορζώφ τον Άκη Μπούα και την 6η θέση από τον δικό μας Σταύρο Τζωρτζή στα 400μ με εμπόδια.
Μετά ήρθε και ο Χουαντορένα και η Μαρίτα Κοχ , ήρθε και η συμβία μου Ελένη με το ίδιο πάθος το οποίο έτσι δυνάμωσε με εκθετική αύξηση! Δεν χάναμε ούτε Βαλκανιάδα ούτε και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα που γινόταν στη Λάρισα! Προσέχαμε πάντα να μη συμπέσουν οι διακοπές μας με τίποτα αγώνες. Γιατί προστέθηκε και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου, προστέθηκαν και τα μίτινγκ! Μόνο που κάποια στιγμή άρχισαν οι υποψίες αλλά εμείς κάναμε ότι δεν καταλαβαίναμε!
Και το κακό ξεκίνησε από εκεί που, θεωρητικά τουλάχιστον, ήτανε το προπύργιο της ευγενούς άμιλλας: από τις Χώρες του Υπαρκτού Σοσιαλισμού! Λόγοι προπαγάντας και πολιτικής εκμετάλλευσης οδήγησαν στην αχαλίνωτη ντόπα με ολέθρια αποτελέσματα. Ανεστάλη η περίοδος των κοριτσιών, χάθηκαν τα στήθη τους και βλέπαμε στα γυναικεία αγωνίσματα να παίρνουνε μέρος «άντρες» όπως εκείνη η σερνίκω η Κρατοσβίλοβα από την Τσεχοσλοβακία που με αυτό το στοιχειωμένο 1.53.29΄ στα 800μ από το 1983, θα αφήσει ίσως ένα ρεκόρ για την αιωνιότητα, αφού δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει για πολλά χρόνια που πάλευε, ούτε η άλλη σερνίκω η Μούτολα από την Μοζαμβίκη!
Και καλά, η περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης δεν πολυφάνηκε λόγω του πληθυσμού της αλλά αυτή της Ανατολικής Γερμανίας, μια χώρα 15 εκατομ. ανθρώπων να παίρνει τη δεύτερη ή τρίτη θέση υπερσκελίζοντας χώρες σαν τις ΗΠΑ τη Γερμανία τη Μ. Βρετανία και την Ιταλία, ήτανε σκαστή! Πράγμα που αποδείχτηκε αργότερα με τους θανάτους των κολυμβητριών.
Μόνο που την τέχνη της ντόπας την έκλεψαν οι «σπόνσορες» οι πολυεθνικές δηλαδή εταιρίες αθλητικών ειδών και τότε έγινε ο Μεγάλος Χαμός!!! Ο μόνος που αντιστάθηκε και δεν δέχτηκε σπόνσορα ούτε και κρατική ενίσχυση –κάτι σαν την Μπαρτσελόνα στο ποδόσφαιρο- ήταν ο Βρετανός αθλητής των 800 και 1500μ ο τελευταίος άρχοντας των κουλουάρ: ο Σεμπάστιαν Κόε! Έφτιαξε δικό του γήπεδο για να προπονείται και μετακινιόταν από αγώνες σε αγώνες με δικά του έξοδα. Τώρα ο κάθε αθλητής ανήκει σε κάποια πολυεθνική εταιρία. Του έχουνε δίπλα ψυχολόγους γυμναστές μασέρ υπεύθυνους τύπου και όσο βελτιώνονται οι επιδόσεις τόσο ανεβαίνει ο αριθμός των συμβούλων! Μην κοιτάτε αυτούς τους όλο μαγκιά-κλανιά αφροαμερικανούς με τα σιτροέν γυαλιά και τα φακαντόρα που κάνουν γκριμάτσες στο φακό και λένε όλο… εγώ! εγώ! καθώς δείχνουν τον εαυτό τους και επιμένει η κάμερα και τους δείχνει σαν φαβορί, τους δείχνει και τους ξαναδείχνει και όλο τους εκθειάζουν οι μαμουζέλοι και πολλές φορές δεν προλαβαίνουμε να δούμε τους υπόλοιπους μετέχοντες του αγωνίσματος, μην τους κοιτάτε και νομίζετε πως έχουν κάποια αξία: πιόνια και άβουλα όντα είναι όλοι τους! Ένας προχτές στο Βερολίνο είχε κουρέψει στα μαλλιά του το σήμα της εταιρίας του της ΝΙΚΕ. Τόσα μεγάλα προβλήματα ταλανίζουν τον πλανήτη και βγαίνουνε στη μεικτή ζώνη και στις συνεντεύξεις και δεν λένε τίποτα για κάτι, όταν στο Μεξικό το ’68 οι προκάτοχοι τους σπίντερ σήκωναν τις γροθιές την ώρα της υπόκρουσης του εθνικού τους ύμνου.
Και θα μου πείτε τώρα, μετά από αυτά γιατί να βλέπω ακόμη στίβο; Βλέπω γιατί δεν είναι μόνο η εξάρτηση και τα παυλοφικά τα σύνδρομα, δεν είναι μόνο η κρυφή ελπίδα να γυρίσει το παλιό και καθαρό (που δεν γυρίζει!) είναι και κάτι άλλα πραγματάκια κάτι μικροχαρές: όπως να βλέπω αθλήτριες από ισλάμ χωρίς μαντήλα, να βλέπω να κερδίζει ο άσημος τις φίρμες! Ακόμη και κακίες κάποιες: να βλέπω π.χ. να χάνει αυτή η ‘απατεώνισα’ η Ισιμπάγιεβα που θησαυρίζει ανεβάζοντας πόντο τον πόντο το παγκόσμιο ρεκόρ, όπως ακριβώς μας δούλευε εδώ και χρόνια ο και προπονητής της «μεγαλοαπατεώνας» Μπούμκα!
Βλέπω ακόμα στίβο γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής υπάρχει ακόμα ο Περικλής Ιακωβάκης με τη γυμνάστρια του Μαίρη απ’ το γυμνάσιο των Λεχαινών, ο Περικλής που με το βλέμμα και το λόγο του με πείθει ότι κρύβει μέσα του μια τεράστια ψυχή μια «τρέλα» δηλαδή για το θεωρητικά αδύνατο που δεν χρειάζεται ποτέ αναβολικά!

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΣΕΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ


Μην κοιτάτε τώρα που για χάρη των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και των μεταδόσεων της μικρής οθόνης, τράβηξαν το ποδόσφαιρο από δέκα πάντες. Βάζουν αγώνες και τα Σάββατα. Απογεύματα και βράδια. Μέχρι και την Κυριακή τη νύχτα αργά, σέρνουν στα γήπεδα τον κόσμο. Αυτά είναι φρούτα της νέας εποχής. Μπίζνες χοντρές που όλο και αγριεύουν. Ούτε να βλέπετε εμάς τους μεγαλύτερους –τα νέα παιδιά βιώνουν το παρόν έτσι όπως είναι - που κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε τη «φόλα» με την μπάλα, όπως λέγαμε παλιά αυτό που λένε σήμερα «εξάρτηση» από κάτι. Και ούτε και θέλω να μιλήσω τώρα για τους επιχειρηματίες που ξεπλένουνε λεφτά για το χοντρό εμπόριο παικτών που αλλοιώνουν και τα τελευταία ίχνη κάποιας ταυτότητας των ομάδων. «Η ομάδα της Τρίπολης» λένε για τον Αστέρα οι εκφωνητές και στο γήπεδο δεν παίζει: όχι ούτε ένας Αρκάς αλλά ούτε ένας Έλληνας παίκτης! Το ίδιο με τον Άρη Θεσσαλονίκης, τη Σκόντα Ξάνθης το Λεβαδειακό και λίγο ως πολύ με όλες τις ομάδες.
Θέλω να πω για αυτό το ανάμεικτο συναίσθημα: τη γλύκα δηλαδή της προσμονής μιας νίκης μαζί με την μελαγχολία του κυριακάτικου απογεύματος. Γιατί τελειώνει η γιορτή και η σκόλη. Την άλλη μέρα μάθημα δουλειά! Μια μελαγχολία γνωστή σε όλους, που για μας τους ποδοσφαιρόφιλους μας πέφτει λίγο ανάλαφρα όταν κερδίζουμε αλλά γίνεται αβάσταχτη, βαριά σαν σίδερο, όταν αντί για νίκη της ομάδας μας: έρχεται η ήττα!
Παλιά οι αγώνες γίνονταν όλοι Κυριακή απόγευμα και μάλιστα νωρίς. Τελείωναν πριν βασιλέψει. Άκουγες από τα σπίτια τα ραδιόφωνα με τις αναμεταδόσεις. Το ίδιο στα λεωφορεία και στα καφενεία. Πολλοί όμως ήτανε και αυτοί που πήγαιναν στο γήπεδο. Ήταν το εισιτήριο πολύ φτηνό. Κατάφορτοι οι συρμοί του Ηλεκτρικού κουβάλαγαν τον κόσμο για το Νέο Φάληρο και το γήπεδο Καραϊσκάκη. Το ίδιο και για τον Περισσό και το γήπεδο της ΑΕΚ. Περνούσανε το ρέμα, τον Ποδονίφτη όπως τον έλεγαν και που το χειμώνα κατέβαζε πολλά νερά, μαζί οι ΑΕΚτζήδες με τους Ολυμπιακούς ή Παναθηναϊκούς. Στη Λεωφόρο οι πιο πολλοί πήγαιναν με τα πόδια. Ένα ποτάμι κόσμου η Αλεξάνδρας. Και όλοι το βράδυ στην Ομόνοια σε ατέλειωτα πηγαδάκια. Κουβέντα για τις φάσεις και τα γκολ: αν ήτανε οφσάϊντ ο Σιδέρης, αν κοντρολάρισε τη μπάλα με το χέρι ο Δομάζος και αν στηρίχτηκε ο Παπαϊωάννου πάνω στον αμυντικό, τόσο ψηλά που πήδησε στο πρώτο γκολ της ΑΕΚ. Και όλα αυτά χωρίς καυγάδες. Ήταν αδιανόητο το ξύλο. Μόνο στο γήπεδο τραγουδιστά αντάλλασσαν κάποια πειραχτικά στιχάκια.
Και όταν δεν έπαιζε στο κέντρο η ομάδα μας, πηγαίναμε σε ουδέτερους αγώνες. Εμείς οι ΑΕΚτζήδες προτιμούσαμε τη Νέα Σμύρνη και τον Πανιώνιο. Οι Παναθηναϊκοί τη Ριζούπολη και την «Ελαφρά Ταξιαρχία» όπως έλεγαν παλιά τον Απόλλωνα της Αθήνας. Οι Ολυμπιακοί πήγαιναν στους αγώνες του Εθνικού Πειραιά και της Προοδευτικής.
Υπήρχε τότε ένα ποσοστό εντοπιότητας παικτών και ομάδας. Πολλοί παίκτες του Παναθηναϊκού έμεναν στους Αμπελοκήπους. Το ίδιο και στη Νέα Φιλαδέλφεια με πολλούς της ΑΕΚ. Και οι περισσότεροι του Ολυμπιακού ήτανε Πειραιώτες.
Τώρα μπερδεύτηκαν πολύ τα πράγματα, δεν βγάζεις άκρη! Μα τι να κάνουμε οι φτωχοί που όλα χρειάζονται. Χωρίς παιγνίδι δεν αντέχεται η ζωή. Και ούτε το απόγευμα της Κυριακής χωρίς ομάδες.