Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκή παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκή παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

«πως η ανάγκη γίνεται ιστορία: πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»




   
                  
 «πως η ανάγκη γίνεται ιστορία:
πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»*


     Ύφαινε η μάνα μου κάτι λεπτές και δροσερές κουβερτούλες, πολύ χρήσιμα σκεπάσματα του καλοκαιριού. Και κάθε φορά, όπως τώρα, που ανθίζουν τα σπάρτα κατακλύζοντας πλαγιές και δρόμους με αυτό το έντονο και γλυκό κίτρινο, μου έρχεται στο νου όλη αυτή η διαδικασία που προανέφερα και στην οποία συμμετείχα ως μόνιμος βοηθός. Τα χρόνια περνάνε,  γεράσαμε, όλο λέω να κάτσω να γράψω αυτήν την … τεχνογνωσία που κουβαλάω στη μνήμη μου και όλο το αναβάλω. Μα φέτος το αποφάσισα.
     Όλη η δουλειά γινότανε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που μέναμε στο κτήμα για τις ανάγκες της σταφιδοκαλλιέργειας. Περιδιαβαίναμε τα ατέλειωτα σπάρτα, διάλεγε η μητέρα μου τα πιο κατάλληλα και τα έκοβε στη ρίζα, αφήνοντάς τα επί τόπου μέσ’ στο λιοπύρι να ξεραθούν για καμιά βδομάδα. Μετά με ζαλιά στην πλάτη τα κουβαλούσε σ’ ένα ποταμάκι που κράταγε νερό και το καλοκαίρι και τα απίθωνε σε μια μεγάλη φυσική γούρνα με βούρλα, βατράχια και ακίνδυνα νερόφιδα. Τα πλάκωνε από πάνω με κάτι πλάκες (τα σπάρτα όχι τα νερόφιδα) για να μη μετακινούνται. Στη βδομάδα τα ‘βγαζε πάλι στο λιοπύρι και μετά στο σπίτι κάτω από τον ίσκιο της τεράστιας αριάς, όπου είχε στηθεί και ο φερμένος με το άλογο απ’ το χωριό, αργαλειός.
     Άρχιζε το τελικό στάδιο που στο πρώτο μέρος του με μεγάλη χαρά συμμετείχα κι’ εγώ. Με ένα ξύλινο εργαλείο σαν «Π» (όχι το … 3,14) που πάνω είχε ένα κενό μέσα στο οποίο ανεβοκατεβάζαμε με το χέρι μια συνδεδεμένη ξύλινη μασέλα με δόντια κροκόδειλου και μασούσε τα ξερά σπάρτα (μου φαίνεται πως το λέγαμε «μάγγανο»). Τα μασημένα σπάρτα τα έξαινε η μάνα μου με το λανάρι --κάτι σαν μεγάλη βούρτσα μαλλιών με σιδερένια δόντια-- καθαρίζοντας τις ίνες από τα τσόφλια. Οι ίνες αναφουφουλιάζονταν και με τη βοήθεια της ρόκας μετατρέπονταν σε λινό νήμα που τυλιγότανε σε κουβάρια. Τάκα τούκα, τάκα τούκα ο αργαλειός με τα αδράχτια, άσπρη κλωστή, το νήμα με τη σαΐτα και έτοιμη η κουβερτούλα και με διακοσμητικά, μάλιστα:  κλώστινα κρόσσια στα τελειώματα.
     Τέλος, μούλιασμα του υφαντού στο ποταμάκι και κοπάνημά του πάνω σε πέτρινη επιφάνεια με τον κόπανο  -- ένα πλατύ και βαρύ πλατανίσιο ξύλο με μονοκόμματο χερούλι πολύ χρήσιμο για το σπίτι που το αδικεί η μεταφορική του χρήση για παλιανθρώπους – πάλι μούλιασμα, πάλι κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα και άπλωμα για στέγνωμα στα πουρνάρια. Μια κάτασπρη λινή και δροσερή κουβερτούλα ήταν στη διάθεσή μας.
    

*Ο Άλκης Αλκαίος εκτός από εξαίρετος ποιητής ήταν και ένας πολύ ευγενής και ευαίσθητος άνθρωπος και πιστεύω θα μου συγχωρούσε αυτή τη μικρή αλλά καλοπροαίρετη παρέμβαση στους στίχους του.

Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Καρβουνιάρηδες: το παλιό επάγγελμα που αντιστέκεται !!!





     Αντιστέκεται στην κυριολεξία γιατί παρ' όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει και γίνονται – με χημικοτεχνικά υποκατάστατα-- είναι αδύνατον για την τεχνολογία να βγάλει πραγματικό ξυλοκάρβουνο με μηχανικά μέσα. Αυτό το πατροπαράδοτο που η θράκα του πάνω στις ψησταριές υπερέχει ασύγκριτα στο ψήσιμο των εδεσμάτων.
     Αφορμή για την παρούσα ανάρτηση αποτέλεσε ένα ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ3 το οποίο κυριολεκτικά με καθήλωσε και είπα να μοιραστώ μαζί σας αυτή τη συγκίνηση.
     Με τη βοήθεια του φίλου μου του Γιώργου του Γεωργακά από το Σύρριζο της Ορεινής Τριφυλίας (οι κάτοικοί του παρεμπιπτόντως αποκαλούνται Συρριζαίοι) που μεγάλωσε δίπλα στα καμίνια και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ως βοηθός καρβουνιάρη, μπόρεσα να σχηματίσω μια ικανοποιητική εικόνα πάνω στο θέμα μιας και δεν διαθέτω καμία προσωπική εμπειρία. 

     Η διαδικασία παραγωγής ξεκινάει από τον καμινόλλακο, έναν ισοπεδωμένο κύκλο που πάνω του στοιβάζονται σε σχήμα κώνου τα ξύλα που θα γίνουν κάρβουνα. Ως καλύτερα κατά ποιοτική κατάταξη θεωρούνται: τα πουρνάρια, οι σκίνοι, τα κέδρα, οι αγριελιές, τα πεύκα, οι γκορτσιές και οι οξιές και που όλα υλοτομούνται μετά από υπόδειξη του αρμόδιου δασαρχείου μέσα στα πλαίσια της ανανέωσης και συντήρησης των δασών.

,  


     Ο κώνος σκεπάζεται πρώτα με παχύ στρώμα άχυρου και μετά με χώμα που πατιέται με το φτυάρι. Στην κορυφή αφήνεται μια μικρή τρύπα για καμινάδα και μια επίσης μικρή στη βάση που θα μπει ο δαυλός με την αρχική φωτιά και η οποία αμέσως θα κλείσει για να μην μπαίνει οξυγόνο. Καθώς βασική αρχή της καρβουνοποίησης  είναι η "ατελής καύση" του ξύλου. Κουφοκαίει δηλαδή η φωτιά χωρίς να βγάζει φλόγα.

     Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κρατάει 10-15 ημέρες, ανάλογα με τη σκληράδα του ξύλου ανοίγουν κατά διαστήματα και για λίγο κάτι μικρές πλαγινές οπές για να κατευθύνουν την καύση εκεί που χρειάζεται και γρήγορα τις ξανακλείνουν.

      Όταν η καύση ολοκληρωθεί, πράγμα που το καταλαβαίνουν από τον καπνό, σκεπάζουν για τρεις μέρες όλο τον κώνο με χοντρό πανί σαν καραβόπανο ή με χοντρό νάιλον για να μηδενίσουν τελείως το οξυγόνο και την πιθανότητα κάποιας ανάφλεξης με το άνοιγμα κάτι που σημαίνει: καταστροφή!


     Ξεσκεπάζουν μετά αφαιρώντας το χώμα με προσοχή και τα κάρβουνα έτοιμα: από 5 κιλά ξύλο παράγεται 1 κιλό κάρβουνο. 

Σακιάζονται σε τσουβάλια 5 ή 10 κιλών και παίρνουν το δρόμο για ταβέρνες ψησταριές και οικίες και για πεντενόστιμα ψησίματα με λαχταριστές τσίκνες που «σπάζουν» τις μύτες γειτόνων και διερχομένων!




















Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

ΠΕΡΙ….ΑΝΕΜΩΝ

.
.
.



«Ο Μaΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής,
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια…»


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Άξιον Εστί»




Σήμερα έχουμε μάθημα Λαογραφίας. Το μάθημα για την πολιτιστική μας παράδοση και κληρονομιά που καμία εξουσία μέχρι σήμερα δεν σκέφτηκε να εισάγει στα σχολεία –«άχρηστες γνώσεις» θα λένε κάποιοι «αρμόδιοι»- γιατί υπάρχουν βλέπεις άλλες προτεραιότητες, τεχνοκρατικής κατεύθυνσης. Και θα μιλήσουμε συγκεκριμένα για τους ανέμους που πνέουν στη χώρα μας, αυτούς που οι μετεωρολόγοι στα δελτία καιρού τους αναφέρουν πλέον μόνο με το στίγμα κατεύθυνσης, ενώ ο λαός μας από τα πανάρχαια χρόνια τους είχε δώσει ονόματα. Ονόματα που όλοι μας, όλο και κάπου θα συναντήσαμε διαβάζοντας θαλασσινές ιστορίες του Παπαδιαμάντη, του Καρκαβίτσα ή του Μωραϊτίδη. Ονόματα που όλο και κάπου θ’ ακούσαμε, τα καλοκαίρια που ξεχυνόμαστε στα νησιά, από ηλιοκαμένους ψαράδες και ξέμπαρκους ναυτικούς στα κεφενεία των λιμανιών. Ονόματα μύθοι που από μόνα τους εκλύουν μια γοητεία και μια ηχητική αρμονία που η απλή και μόνο παράθεση τους από τον μεγάλο μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, εμπεριέχει το στοιχείο της υψηλής ποιητικής σύνθεσης.
Έφτιαξα μάλιστα και μια σχηματική απεικόνιση για καλύτερη κατανόηση των κατευθύνσεων τους και διευκόλυνση στην απομνημόνευση των ονομάτων τους για τα οποία, με τη βοήθεια των λεξικών, παραθέτω και μια εννοιολογική προσέγγιση.

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

1.Πουνέντες ή Πονέντες, λέξη ιταλικής προέλευσης για τον εκ δυσμών πνέοντα άνεμο. Ponente = δυτικός.
2. Ζέφυρος, λέξη ομηρική για τον εκ δυσμών πνέοντα άνεμο. Λέξη που απαντάται σε πολλές ραψωδίες και της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Αρκετές φορές μάλιστα χρησιμοποιείται με μεταφορική έννοια.. Είτε σαν το σύμβολο της ταχύτητας, είτε της επερχόμενης βροχής.
3. Μαΐστρος, λέξη ιταλικής προέλευσης για τον βορειοδυτικό άνεμο. Ο οποίος από τους αρχαίους ονομάζετο και άνεμος αργέστης = ο αιθρίαν ποιών. Από τους κατοίκους της Αττικής ονομαζόταν Σκίρων επειδή έπνεε από τις Σκιρωνίδες πέτρες του Ισθμού της Κορίνθου.
4. Τραμοντάνα ή Τραμουντάνα, ιταλική λέξη για τον βόρειο άνεμο. Tramontana = ο προερχόμενος απ’ τα βουνά.
5. Γραίγος, ο βορειοανατολικός άνεμος. Αντιδάνειο από την βενετσιάνικη λέξη grego και την ιταλική greco που υποδήλωναν τον άνεμο που φυσάει από την Ελλάδα.
6. Λεβάντες ή Λεβάντης, ισχυρός ανατολικός άνεμος που πνέει συνήθως το φθινόπωρο και την άνοιξη. Η λέξη προέρχεται από την μεσαιωνική ιταλική λέξη levante = ανατολή. Σε κάποια μέρη ονομάζεται και απηλιώτης.
7. Σιρόκος, θερμός και υγρός νότιος ή νοτιοανατολικός άνεμος που πνέει συνήθως πάνω από τη Μεσόγειο Θάλασσα και τη Ν. Ευρώπη, προκαλώντας βροχές και ομίχλες. Από ιταλ. Scirroco< αραβ. Sarq = ανατολή.
8. Όστρια, ο νότιος άνεμος ο αποκαλούμενος και νοτιάς. Από τη μεσαιωνική ιταλική λέξη ostro = νότος.
9. Γαρμπής, ο νοτιοδυτικός άνεμος. Από την βενετσιάνικη λέξη garbin < αραβική garbi = δυτικός.
10. Λίβας, νοτιοδυτικός άνεμος που πνέει από την κατεύθυνση της Λιβύης, συνήθως ξηρός και θερμός που προκαλεί σημαντικές καταστροφές στη γεωργία.
Αυτά τα ολίγα περί ανέμων και ελπίζουμε ότι με τις γνώσεις σας και τα σχόλια σας θα έρθετε να πλουτίσετε το περιεχόμενο αυτής της ανάρτησης.
Υ.Γ. Παραθέτω ένα σχόλιο με μια πολύ διαφωτιστή παρέμβαση από υψηλόβαθμο αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού που νομίζω ότι λόγω σπουδών είναι και ο καθ' ύλην αρμόδιος:
Ο/Η Eleni Tsamadou είπε...
Γειά σου Δημήτρη,Ο Κίμων ενθουσιάστηκε. Σου βάζει 10 θα σου έβαζε και τόνο αν είχες βάλει υποσημείωση ότι το κέντρο του ανεμολογίου ( δηλαδή αυτός που παρατηρεί τους ανέμους) νοητά βρίσκεται στη Μάλτα, έτσι εξηγούνται και οι ονομασίες, όπως είναι του Γραιγου, του Λιβα κλπ αλλά και του Μαίστρου είτε γιατί έρχεται από την Αβινιόν, Μιστράλ τον λένε εκεί, είτε για να θυμούνται οι Μαλτέζοι το Μεγάλο Μάγιστρο των Ναίτών.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ


Με αφορμή ένα σχόλιο από την blogger: dyosmaraki, ένιωσα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια γι' αυτό το θέμα. Αυτή τη μεγάλη μας πολιτιστική κληρονομιά που σιγά-σιγά τη βλέπουμε να χάνει την παλιά της αίγλη. Τα καλοκαίρια που ξεχυνόμαστε στην ύπαιθρο χώρα όλο και θα τύχει να πέσουμε πάνω σε κάποιο πανηγύρι. Γατί από παλιά ο λαός και για ευνόητους λόγους, έχει φροντίσει να ορίσει τα πανηγύρια του μέσα στο καλοκαίρι. Κάποιους συμμαθητές μου στο γυμνάσιο από ένα κοντυνό χωριό που είχανε πανηγύρι στις 10 Φλέβαρη του Αγίου Χαραλάμπους, τους κοροϊδεύαμε γιατί ήταν αναγκασμένοι λόγω του κρύου να βάζουν τα όργανα μέσα σε ένα καφενείο όπου κάθε φορά γινόντουσαν καυγάδες και τσακωμοί. Στριμωγμένοι οι άνθρωποι από τη στενότητα του χώρου μέσα σε ένα βαρύ ντουμάνι καπνού και κάτω από την επήρεια του Βάκχου και την εκκωφαντική ένταση των μεγαφώνων, αγρίευαν και με το παραμικρό ερχόντουσαν στα χέρια, γινόντουσαν συρράξεις γιατί πέφτανε στη μέση και τα σόγια και άντε μετά να τους ξεμπλέξεις!
Τα πανηγύρια αρχίζουν συνήθως με τη γιoρτή της Αναλήψεως που είναι κινητή και τελειώνουν με αυτή του Σταυρού στις 14 Σεπτέμβρη. Στα κεφαλοχώρια και τις κωμοπόλεις μαζί με το εορταστικό και τις ορχήστρες γινόντουσαν παλιά και ζωοπανήγυρα. Έβλεπες άλογα γαϊδούρια μοσχάρια και γουρούνια, γίδες πρόβατα και κοκκόρια να παζαρεύονται από υποψήφιους αγοραστές. Τώρα αυτά χαθήκανε, μόνο κανα κοκκαλιάρικο άλογο ή γαϊδουράκι μπορεί να δεις σε καμιά άκρη, να το παζαρεύουν οι γύφτοι από κάποιο γεράκο σε εξευτελιστική τιμή και με προορισμό το τσίρκο και τα θηρία.
Το πανηγύρι ξεκινάει από την παραμονή το βράδυ με τον εσπερινό και το επακόλουθο γλέντι και συνεχίζεται με την ιεροτελεστία της επομένης και το βραδυνό πάλι γλέντι. Τα μεγάλα πανηγύρια έχουν και εμποροπανήγυρη με παράγκες και κρατάνε μία τουλάχιστον εβδομάδα. Οι ορχήστρες που έπαιζαν παλιά στα πανηγύρια, απαρτίζονταν από καλλιτέχνες της περιοχής και συμπεριελάμβαναν απαραίτητα 3 όργανα: κλαρίνο, βιολί και σαντούρι. Δεν έπαιζαν μόνο τα δυο βράδια αλλά και το πρωί προς το μεσημέρι μετά το σχόλασμα της θείας λειτουργίας. Τώρα έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα και εγώ δυστυχώς κατάγομαι από περιοχή, τη Μεσσηνία συγκεκριμένα, όπου οι αλλαγές αυτές είναι μεγάλες. Βλέπεις παντού αφίσες και τεράστια πανώ να διαφημίζουν καλλιτέχνες της Αθήνας που κατεβαίνουν στα χωριά για αρπαχτές και αρχίζουνε το πρόγραμμα μετά τις 11 τη νύχτα. Σε μαντρώνουν με εισιτήριο σε κάτι φραγμένους χώρους γηπέδων η σε προαύλια σχολείων, με πλαστικά τραπέζια και καρέκλες, μπίρα κουτί σε πλαστικό ποτήρι οδοντιάτρου και για μεζέ στη Μεσσηνία τη "γουρνοπούλα". Ένα ψημμένο ολόκληρο γουρούνι, μακρύ σαν λεωφορείο, πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι. Γκάπα-γκούπα η μαχαίρα και για μουσική υπόκρουση το ρεπερτόριο των τηλεοπτικών πρωϊνάδικων. Μετά τη 1 η ώρα πιάνουν και τα δημοτικά αλλά λείπει το κλαρίνο το βιολί και το σαντούρι: "λείπει το όνειρο εσύ και το δοξάρι".
Υπάρχουν όμως και πανηγύρια αυθεντικά. Στα χωριά τα ερημωμένα! Όσο και αν φαίνεται παράξενο, δεν κάνω χιούμορ! Είναι αυτά που γίνονται από τους "εν Αθήναις" και τους "απανταχού" αυτών συγχωριανούς. Και κρατάνε οι άνθρωποι το έθιμο όπως παλιά. Εσπερινός και προσφορά, από τους ντόπιους κτηνοτρόφους, σφαχτών που βράζουν δίπλα στα καζάνια. Γλέντι μετά κάτω απ' τον πλάτανο ή τη βελανιδιά μέχρι αργά τη νύχτα. Το πρωί θεία λειτουργία και πάλι σφαχτά και γλέντι μέχρι αργά το απόγιομα. Και ορχήστρα με γνήσιους λαϊκούς οργανοπαίκτες. Και να οι χοροί: να μην πατούν τα πόδια κάτω! Έτσι ακριβώς όπως γινότανε παλιά. Είχα την τύχη να βρεθώ πέρυσι της Παναγίας σε ένα τέτοιο πανηγύρι στο χωριό Ποταμιά της Μεσσηνίας που το χειμώνα, φυσικά, έχει μηδέν (0) κατοίκους. Τι ορχήστρα ήταν αυτή! Αυθεντικοί λαϊκοί οργανοπαίκτες όλοι, ώριμης ηλικίας εννοείται, σαν μόλις να είχαν βγει από το κάδρο της φωτογραφίας!
Έχω βρεθεί και στις Κυκλάδες σε τέτοια πανηγύρια και στην Κρήτη και όχι σε χωριά ερημωμένα. Σίγουρα θα γίνονται και αλλού. Το "που" και "πως" θα μας το πείτε με τα σχόλια σας. Υπάρχει ακόμα μια ανάσα απ' τα παλιά κάτι μπορεί να γίνει. Είναι τεράστιο το θέμα αυτό. Θα χαρώ πολύ να δω τα σχόλια σας.
*****Παραθέτω σαν συνέχεια των πιο πάνω, το κείμενο που έλαβα από την blogger kikitri για τα πανηγύρια μιας άλλης περιοχής της πατρίδας μας:
Η foodamentaltherapy είπε...
Καλησπέρα navarino και στο δικό σας σπιτάκι αυτή τη φορά. Τι μου θύμισες, τώρα, με τα πανηγύρια σου... Κατάγομαι από τη Ρούμελη και μικρό παιδάκι τα καλοκαίρια στο χωριό μας, είχαμε δύο, ένα της Αγίας Παρασκευής που γινόταν στην πλατεία και ένα της Παναγίας, που γινόταν σε έναν οικισμό λίγο παρακάτω. Υπήρχε σαντούρι (ο δικός μας τσιγγάνος που έπαιζε υπέροχα, ένας ψηλόλιγνος μελαψός άντρας με πολύ αυστηρή φυσιογνωμία, πεταλωτής στο επάγγελμα, τις άλλες μέρες) και ταμπούρλο, κάπως αλλιώς το λέγανε θα το θυμηθώ, α ναι νταούλι, το θυμήθηκα. Αυτός που τόπαιζε ήταν κοντός και χοντρός, το ζευγάρι δηλαδή ήταν αχτύπητο (Σταν και Ολι ένα πράγμα). Και έρχονταν από αλλού ένα κλαρίνο, ένα βιολί και τραγουδιστές. Τότε δεν μου αρέσανε τα δημοτικά, τα βαριόμουνα όπως όλα τα παιδιά, πηγαίναμε με το ζόρι γιατί έπρεπε να είμαστε μαζί με τις οικογένειές μας αυστηρά εκείνο το βράδι. Προτιμούσα τις ροκιές -κάναμε όπως φαντάζεσαι τα δικά μας πάρτι σε άδεια από γιαγιάδες σπίτια ή σε εξοχές με φορητό πικάπ- , αργότερα όμως μπόρεσα να τα εκτιμήσω, όπως και όλη την τελετουργία της γιορτής. Ακόμη και το που και πώς καθόταν ο κόσμος έπαιζε ρόλο -το καθόριζε η ιεραρχία, βλέπεις, στην κοινωνία του χωριού-, τι χρώμα είχαν τα ρούχα τους και αν χορεύανε ή όχι(εννοώ τα πένθη της κάθε οικογένειας). Τώρα πάνε αυτά. Είδα την τρομερή αλλαγή σε ένα χωριό (πολύ μικρό) της Εύβοιας πριν από μερικά χρόνια. Οσο δεν είχε φως -άρα ούτε τηλεόραση- όλα καλά. Είχαν ένα ωραίο πανηγύρι, που πήγαιναν οι άνθρωποι και διασκεδάζανε πολιτισμένα. Και μετά ξαφνικά ηλεκτρισμός (μιλάω περί το '80, ναι υπήρχε ακόμη χωριό χωρίς ηλεκτρικό), τηλεόραση, ξέκωλα και στο πανηγύρι βραχνά μικρόφωνα, χυδαία μπουζουκοβαβούρα, μπύρες και πολλά ουίσκια σε πλαστικά ποτηράκια που γέμιζαν την επαύριο όλη τη ρεματιά. Δεν ξαναπήγα. Οσο για το χωριό μου τα πανηγύρια είναι πλέον απλά θλιβερά. Κανείς δεν χορεύει και η μουσική είναι κακή. Φέτος είδα και το ευτράπελο, να γίνεται πανηγύρι με γλυκά του κουταλιού, έλεος είπα από μέσα μου. Αλλά έτσι αποφάσισε ο επιχειρηματίας που έφερε τα όργανα. Δεν ήθελε να βγάλει φαγητό και κρασί. Επ' αυτού τι λες εσύ δηλαδή; Χίλιες φορές κρύο, μέσα, να πίνουν, να ανάβουν τα αίματα και να πλακώνονται οι άνθρωποι και να εκτονώνονται, έχει κι αυτό το χάρη του. Από την άλλη μεριά, βέβαια, σε μας δεν έχουν φτάσει φίρμες τύπου Θώδη (μάλλον γιατί δεν υπάρχει αρκετό κοινό) με τις αφίσες που τις καρφώνουν στα δέντρα και όπου αλλού βρουν όπως είδα στην κατά τα άλλα αγαπημένη μου Μεσσηνία. Φαντάζομαι, λοιπόν, ότι κάποια μέρα τα πανηγύρια θα καταργηθούν...kikitri
****παραθέτω επίσης αυτούσιο και το πολύ ωραίο και διαφωτιστικό σχόλιο της φίλης dyosmaraki:
Η dyosmaraki είπε...
Οσο οι άνθωρποι γλεντούσαν με ντόπιους καλλιτέχνες και ντόπια όργανα τα πράγματα ήταν ακόμη καλά. Εστω και αν καμιά φορά πιάνονταν και στα χέρια, βλέπεις τα πανηγύρια αποτελούσαν ένα είδος "κάθαρσης"για την τοπική κοινωνία. Εκεί έβγαζαν τον καλό και τον κακκό τους εαυτό. Εκεί ανταγωνίζονταν, εκεί οι νεαροί εκδήλωναν τον κρυφό τους έρωτα στην κοπέλα που δεν είχαν δικαίωμα να θίξουν.Τα πανηγύρια ήταν και ο μοναδικός τρόπος διασκέδασης οπότε αποτελούσαν χαρά για την τοπική κοινωνία.Τα πανηγύρια ίσως τελικά να μην καταργηθούν κάποτε αλλά θα έχουν μεταλλαχθεί. Βέβαια ακόμη υπάρχουν μερικοί που προσπαθούν να διατηρήσουν τον αυθεντικό τους χαρακτήρα και σε κάποιες περιπτώσεις τα καταφέρνουν. Ας μην ξεχνάμε όμως πως έχουν αλλάξει και οι ίδιοι οι άνθρωποι.Ενώ κάποτε το συλλογικό έμπαινε πάνω από το ατομικό σήμερα δεν ισχύει αυτό. Ετσι σήμερα όλοι θέλουν να πιαστούν στην πρώτη θέση και όλοι θέλουν να ξεχωρίσουν, γεγονός που σε αλλοτινές εποχές δεν ίσχυε αφού για να επικροτηθεί ένας χορευτής έπρεπε να αυτοσχεδιάζει με βάση τους τοπικούς προφορικούς κανόνες.Οπως και να το κάνουμε τα πανηγύρια είχαν και εξακολουθούν (έως ένα βαθμό) να παίζουν σημαντικό ρόλο σε κάποιες τοπικές κοινωνίες.Αποτελούν ένα ανεξάντλητο θέμα και μπορεί κανείς να το δει από πάρα πολλές σκοπιές. Κάποτε μάλιστα διοργανώθηκε ακόμη και ένα Διεθνές Συνέδριο με θέμα τη διαχρονικότητα της πανηγύρεως (από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας).