Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαμηλές φωνές ξεχασμένες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαμηλές φωνές ξεχασμένες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΕ ΠΟΙΗΣΗ



Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Το μονοπάτι που έλπιζες να μην το λησμονήσεις.

Την Αγάπη δεν την λένε θάνατο.

(Μάθε πιο καλά τη γλώσσα των Ανθρώπων)

Αγάπη να την ονομάζεις.

Αγάπη να τηνε ζητάς

τον Θάνατο, τον λένε Θάνατο.

***

Φόρεσε μόνο πράσινα ξανά

και σβήσε τα κεριά

και μην εκπλήττεσαι,

που αλλάζω φως και χρώματα

σαν φαντασμαγορικό βεγγαλικό,

και μη νομίζεις λιμασμένα τα όνειρα μου.

***

Μη λησμονάς το φλογισμένο μονοπάτι

και το φλεγόμενο ταπέτο του.

Ό,τι μας καίει δεν μας πεθαίνει

όχι, πως να σου το πω:

Την Αγάπη δεν την λένε Θάνατο

***

την Αγάπη τήνε λένε Αγάπη.

Έτσι θάν το βρεις παντού.

Ο δρόμος της

δε βγάζει όπως νομίζαμε στην άβυσσο.

***

Αγάπη μου

τελειώνοντας στο γράφω πάλι:

Το μονοπάτι που έλπιζες

να μην το λησμονήσεις.

Σταύρος Βαβούρης

Ένας ποιητής που έφυγε προ ολίγου καιρού από τη ζωή τελείως ξεχασμένος σε ηλικία 83 ετών. Δεν είχε την τύχη να συζητηθεί και να σχολιαστεί όπως άλλοι ποιητές της γενιάς του. (γράφει στο τελευταίο ένθετο της Ελευθεροτυπίας "βιβλιοθήκη" ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

χαμηλές φωνές ...ξεχασμένες!






ΠΙΕ ΣΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΤΑΒΕΡΝΑ



Πιέ στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,

σε μι' άκρη, τώρα που άρχισαν ξανά τα πρωτοβρόχια,

πιέ το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,

μ' ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.



Πιέ το. Η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει

που αν έρθει η Μοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις,

καημοί καινούργιοι αν έρθουνε να πεις να πιουν κι εκείνοι,

κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.


Λάμπρος Πορφύρας.


Μελαγχολίας συνέχεια. Σήμερα θέλω να μιλήσω για έναν σχεδόν ξεχασμένο ποιητή: το Λάμπρο Πορφύρα. Το πραγματκό του όνομα ήταν Δημήτρης Σύψωμος και γεννήθηκε στη Χίο το 1879. Ήρθε νέος στον Πειραιά όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και μετά γράφτηκε στη Νομική της Αθήνας την οποία και εγκατέλειψε όταν έφτασε στο πτυχίο. Συνεγάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας, όπου δημοσίευε τα ποιήματα του
και τα οποία εκδόθηκαν το 1920 σε συλλογή με τον τίτλο: Σκιές. Έζησε φτωχικά τη ζωή του, περνώντας πολλές ώρες του στα ταβερνάκια της Φρεαττύδας. Παρέα με απλούς ανθρώπους του μόχθου, στους οποίους μάλιστα δεν επεδείκνυε ποτέ τις γραμματικές του γνώσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι όταν πέθανε το 1923 και κατέβηκε στην κηδεία του όλος ο πνευματικός κόσμος της Αθήνας, οι άνθρωποι αυτοί ξαφνιάστηκαν. "Ήταν σπουδαίος άνθρωπος ο κυρ Δημήτρης!" σχολίαζαν μεταξύ τους. Παρά την πολύ μικρή ποσοτική παραγωγή του θεωρείται από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές της εποχής του. Οι στίχοι του διακρίνονται για την απλότητα τους, τη μεγάλη συναισθηματική φόρτιση και την έντονη μουσικότητα τους. Και αν ο Πωλ Βαλερύ έδωσε κάποτε τον ορισμό της λυρικής ποίησης ως: η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος, στούς στίχους του Λάμπρου Πορφύρα η φράση αυτή, νομίζω, ότι βρίσκει την πλήρη επαλήθευση της.