Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία-Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία-Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΩΠΑΣΑΝ: ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ


Γκυ ντε Μωπασάν

                   ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

     Από τη Διέππη ίσαμε τη Χάβρη, η ακτή είναι συνεχώς απόκρημνη, έχει ύψος εκατό περίπου μέτρα και είναι ίσια σαν τείχος. Εδώ κι εκεί, αυτή η μεγάλη σειρά άσπρων βράχων, χαμηλώνει απότομα, και τότε βλέπεις μια μικρή στενή κοιλάδα με απότομες πλαγιές, καλυμμένες με γρασίδι και παραθαλάσσια σκίνα, να κατεβαίνει από το καλλιεργημένο πλάτωμα προς μια παραλία με βότσαλα, όπου απολήγει μέσα από μια σούδα όμοια με κοίτη χειμάρρου. Η φύση διαμόρφωσε αυτές τις κοιλάδες, και οι νεροποντές τις ολοκλήρωσαν με αυτά τα φαράγγια, τέμνοντας ό,τι απόμεινε από την απόκρημνη ακτή, σκάβοντας ως τη θάλασσα τις ρεματιές που χρησιμεύουν για πέρασμα στους ανθρώπους.
     Που και που κάποιο χωριό κουρνιάζει σ’ αυτά τα λαγκάδια όπου χυμάει με ορμή ο άνεμος του πελάγους.
     Πέρασα το καλοκαίρι σε μιαν από αυτές τις θαλασσοφαγωμένες ακτές, στο σπίτι ενός χωρικού, που, όπως ήταν στραμμένο προς τη θάλασσα, μου επέτρεπε να βλέπω από το παράθυρό μου ένα μεγάλο γαλάζιο τρίγωνο νερού, πλαισιωμένο από τις πράσινες κατωφέρειες της κοιλάδας και κατάστικτο από άσπρα πανιά κάθε φορά που περνούσαν στ’ ανοιχτά, λουσμένα στον ήλιο.
     Ο δρόμος που οδηγούσε στη θάλασσα ακολουθούσε το βάθος του φαραγγιού και βυθιζόταν ξαφνικά ανάμεσα σε δυο τοιχώματα από ασβεστόλιθο, γινόταν σαν βαθιά αυλακιά, προτού καταλήξει σε μια ωραία απλωσιά από κροκάλες που τις κύλησε, τις στρογγύλεψε και τις λείανε το προαιώνιο χάδι των κυμάτων.
     Αυτό το στενόστρατο ονομάζεται «το πήδημα του βοσκού».
     Ακούστε τώρα την τραγική ιστορία που του έδωσε αυτό το όνομα.

                                                       *

     Διηγούνται ότι άλλοτε το χωριό αυτό το διαφέντευε ένας νεαρός ιερέας, αυστηρός και βίαιος. Είχε αποφοιτήσει από την ιερατική σχολή γεμάτος μίσος γι’ αυτούς που ζούνε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους και δεν ακολουθούν τους νόμους του δικού του Θεού. Άκαμπτης αυστηρότητας για τον ίδιο του τον εαυτό, επέδειξε αμείλικτη αδιαλλαξία για τους άλλους. Ένα προπαντός πράγμα τον εξόργιζε και τον αηδίαζε: ο έρωτας. Αν ζούσε στις πόλεις, ανάμεσα σε πολιτισμένους και εκλεπτυσμένους ανθρώπους, οι οποίοι κρύβουν πίσω από τα λεπτεπίλεπτα πέπλα του συναισθήματος και της τρυφερότητας τις ζωώδεις πράξεις που επιβάλλει η φύση, αν εξομολογούσε μέσα στο ημίφως των μεγαλοπρεπών καθεδρικών ναών τις παρφουμαρισμένες αμαρτωλές, που τα λάθη τους μοιάζουν να μετριάζονται από τη χάρη της πτώσης τους και την εξιδανίκευση με την οποία περιβάλλουν το φυσικό φίλημα, δεν θα είχε ίσως νοιώσει αυτήν την τρελή αναστάτωση, αυτήν την ανεξέλεγκτη οργή που τον καταλάμβανε μπροστά στο βρομερό σμίξιμο των κουρελήδων μέσα στη λάσπη ενός χαντακιού ή πάνω στ’ άχυρα ενός στάβλου.
     Τους παρομοίαζε με κτήνη αυτούς τους ανθρώπους που αγνοούσαν παντελώς την αγάπη και έσμιγαν μονάχα με τον τρόπο των ζώων, και τους μισούσε για τη χυδαιότητα της ψυχής τους, για τον ρυπαρό κορεσμό των ενστίκτων τους, ακόμη και για την αηδιαστική ευθυμία των γεροντότερων από αυτούς όταν μιλούσαν γι’ αυτές τις σιχαμερές απολαύσεις.
     Ίσως κιόλας να βασανιζόταν, άθελά του, από το άγχος ανικανοποίητων ορέξεων και να καταδυναστευόταν κρυφά απ’  την πάλη του επαναστατημένου κορμιού του ενάντια στο τυραννικό και πουριτανικό πνεύμα.
    Πάντως, κάθε τι που σχετιζόταν με τη σάρκα τον δαιμόνιζε, τον έκανε έξω φρενών, και τα σφοδρά κηρύγματά του, γεμάτα απειλές και τρομερούς υπαινιγμούς, έκαναν να σαρκάζουν οι κοπέλες και οι νεαροί που ανταλλάσσανε μεταξύ τους κλεφτές ματιές στην εκκλησία, και οι χωριάτες με την μπλε μπλούζα και οι γυναίκες τους με τη μαύρη μπέρτα έλεγαν στο τέλος της λειτουργίας, καθώς επέστρεφαν στα χαμόσπιτά τους, που η καπνοδόχος έστελνε στον ουρανό τολύπες γαλάζιου καπνού: «Δε χωρατεύει με τέτοια πράγματα ο παπάς».
     Μια φορά μάλιστα, για το τίποτα, φρένιασε σε βαθμό τρέλας. Πήγαινε να δει κάποιαν άρρωστη. Μόλις μπήκε, που λέτε, στην αυλή της αγροικίας, είδε ένα τσούρμο παιδιά, του σπιτιού και των γειτόνων, μαζεμένα γύρω από το σπιτάκι του σκύλου. Κοίταζαν όλο περιέργεια κατιτί, ακίνητα και σιωπηλά, με τεταμένη προσοχή. Ο παπάς σίμωσε. Ήταν η σκύλα που γεννούσε. Μπρος στο σπιτάκι της, πέντε κουτάβια μάρμαζαν γύρω από τη μάνα τους, που τα έγλυφε στοργικά, και τη στιγμή που ο παπάς τέντωνε το κεφάλι του για να κοιτάξει κι αυτός πάνω από τα κεφάλια των παιδιών, γεννήθηκε κι ένα έκτο κουταβάκι. Όλα τα χαμίνια βάλθηκαν τότε κατενθουσιασμένα να φωνάζουν χτυπώντας παλαμάκια: «Κι άλλο ένα, να κι άλλο ένα». Ήταν ένα παιχνίδι γι’ αυτά, ένα φυσικό παιχνίδι όπου τίποτα το ακάθαρτο δεν υπεισερχόταν. Παρακολουθούσαν αυτήν την γέννηση όπως θα παρατηρούσαν τα μήλα να πέφτουν. Όμως ο άντρας με το μαύρο ράσο συσπάστηκε από αγανάκτηση και, χάνοντας κάθε έλεγχο, σήκωσε τη μεγάλη μπλέ ομπρέλα του και άρχισε να κοπανάει τα παιδιά, που σκόρπισαν πιλαλώντας. Τότε, μένοντας ολομόναχος με την ετοιμόγεννη σκύλα, άρχισε να την χτυπάει και δώσ’ του να την χτυπάει. Η σκύλα, καθώς ήταν δεμένη, δεν μπορούσε να το σκάσει, και, ενώ σπάραζε βογκώντας, ο παπάς ανέβηκε πάνω της, την ποδοπάτησε, την έκανε να φέρει στον κόσμο ένα τελευταίο κουτάβι και την αποτέλειωσε με χτυπήματα της φτέρνας. Κατόπιν την παράτησε αιμόφυρτη ανάμεσα στα νεογέννητα που έσκουζαν ζητώντας κιόλας να βυζάξουν.
     Έκανε μακρινούς περιπάτους, ολομόναχος, με γοργό βήμα, μεγάλες δρασκελιές και αγριεμένη θωριά.
     Εκεί που επέστρεφε, κάποια μαγιάτικη βραδιά, από έναν μακρινό περίπατο, και ακολουθούσε την απόκρημνη ακτή, για να γυρίσει στο χ  ωριό, τον έπιασε στο δρόμο δυνατό χαλαζόβροχο. Δεν υπήρχε σπίτι, παντού η γυμνή ακτή που η μπόρα την τρυπούσε με υδάτινα βέλη.
     Η τρικυμισμένη θάλασσα άφριζε, και τα βαριά μαύρα σύννεφα, που έρχονταν γοργά από τον ορίζοντα, έκαναν τη βροχή να δυναμώνει. Ο αγέρας σφύριζε, φυσομανούσε, πλάγιαζε τις νέες σοδειές και παράσερνε τον ιερέα που είχε γίνει παπί, κολλούσε το μουσκεμένο του ράσο στους μηρούς του και γέμιζε με βόμβο τ’ αυτιά και με αχό την ταραγμένη του καρδιά.
     Ξεσκέπασε το κεφάλι του, αφήνοντας το μέτωπό του στην καταιγίδα και σιγά σιγά πλησίαζε τον κατήφορο για το χωριό. Όμως τον πρόφτασε ένα τέτοιο δρολάπι, που δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Έξαφνα πήρε το μάτι του πλάι σ’ ένα μαντρί την κινητή καλύβα ενός βοσκού. Έτρεξε προς τα κει να βρει καταφύγιο.
     Τα σκυλιά που τα μαστίγωνε η ανεμοζάλη δεν σάλεψαν καθώς τα πλησίασε, κι έτσι έφτασε ίσαμε το ξύλινο καλύβι, κάτι σαν παράπηγμα πάνω σε ρόδες, που οι τσοπαναραίοι σέρνουν το καλοκαίρι από το ‘να βοσκοτόπι στο άλλο.
     Πατώντας σ’ ένα σκαμνί, έφτανες στη χαμηλή πόρτα που ήταν ανοιχτή και άφηνε να φαίνεται η ψάθα που ήταν στρωμένη μέσα.
     Ο παπάς ετοιμαζόταν να μπει όταν διέκρινε στο μισοσκόταδο δυο ερωτευμένους να χαϊδολογούνται. Τότε έκλεισε απότομα την πόρτα και την μαντάλωσε, ύστερα ζεύτηκε τα μπράτσα κυρτώνοντας το αχαμνό κορμί του, τραβώντας σαν άλογο και λαχανιάζοντας μεσ’ στο καταμουσκεμένο ράσο του, έτρεξε παρασύροντας προς την απότομη ακτή, τη θανάσιμη ακτή, τους νέους ερωτευμένους που πιάστηκαν στα πράσα σφιχταγκαλιασμένοι και που χτυπούσαν τώρα τα τοιχώματα με τις γροθιές τους, νομίζοντας αναμφίβολα πως κάποιος περαστικός τους έκανε φάρσα.
     Σαν έφτασε στην κορυφή της πλαγιάς, ξαμόλησε την ελαφριά κατοικία που άρχισε να ροβολάει την απότομη κατηφοριά.
     Η άμαξα επιτάχυνε την πτώση της, καθώς παρασυρόταν ξέφρενα από το βάρος της, κατρακυλώντας όλο και πιο γρήγορα, πηδώντας, σκοντάφτοντας σαν ζώο, χτυπώντας τη γη με τα μπράτσα της.
     Κάποιος γεροζητιάνος κουρνιασμένος μέσα σ’ ένα χαντάκι, την είδε να περνάει με φόρα πάνω από το κεφάλι του και άκουσε φρικιαστικές κραυγές να βγαίνουνε από αυτό το ξύλινο κιβώτιο.
     Ξαφνικά έχασε η άμαξα μια ρόδα που αποσπάστηκε εξαιτίας του τράκου, έγειρε στο πλάι και άρχισε να κατρακυλάει σαν τόπι, όπως θα κατρακυλούσε ένα ξεθεμελιωμένο σπίτι από μια βουνοκορφή ύστερα, φτάνοντας στο φρύδι του τελευταίου γκρεμού, τινάχτηκε διαγράφοντας καμπύλη και, πέφτοντας στο βάθος, τσακίστηκε σαν αβγό.
     Τους περιμάζεψαν και τους δύο εραστές συνθλιμμένους, κομματιασμένους, με τσακισμένα όλα τους τα μέλη, αλλά πάντοτε αγκαλιασμένους, με τα χέρια του ενός τυλιγμένα στο λαιμό του άλλου, μές στον τρόμο τους ή στην ηδονή.
     Ο παπάς αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο των πτωμάτων τους στην εκκλησία και να ευλογήσει τα φέρετρά τους.
     Και την Κυριακή στο θείο κήρυγμα, μίλησε με παραφορά για την έβδομη εντολή του Θεού, απειλώντας τους ερωτευμένους μ’ ένα εκδικητικό και μυστηριώδες χέρι και αναφέροντας το τρομερό παράδειγμα των δύο δυστυχισμένων που σκοτώθηκαν την ώρα πάνω που αμάρταιναν.
     Εκεί που έβγαινε όμως από την εκκλησία, τον συνέλαβαν δύο χωροφύλακες.
     Ένας τελωνοφύλακας που παραφύλαγε μέσα σ’ ένα παρατηρητήριο, είχε δει τα πάντα. Ο παπάς καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα.

                                                        *

     Κι ο χωρικός που μου διγήθηκε την ιστορία πρόσθεσε σοβαρά: «Τον είχα γνωρίσει, εγώ, κύριε. Ήτανε τραχύς άνθρωπος και δεν του άρεσαν οι ξετσιπωσιές

___________________________________
Από τη συλλογή «Γκυ ντε Μωπασάν: Επίλεκτα Διηγήματα. Μετάφραση Φοίβος Ι. Πιομπίνος. Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ. 2005

Πληκτρολόγηση: Δημήτρης Κουκουλάς 19.03.2020

  

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Ένα μοναδικό ταλέντο που έφυγε πολύ νέος !!!



BREECE D' J PANCAKE:



                        Έτσι έχουν τα πράγματα

Η Αλίνα στεκόταν κάτω από την τέντα του παγωτατζίδικου και χάζευε τη βροχή που πότιζε το χώμα και έσκαβε μικρές λακκούβες σηκώνοντας συννεφάκια σκόνης. Όταν σταμάτησε να βρέχει, τα αυτοκίνητα άρχισαν να βουίζουν στη λεωφόρο, χαμένα στους στρόβιλους της ομίχλης. Η Αλίνα πλησίασε τη βιτρίνα, κόλλησε τη μύτη της στο βρόμικο τζάμι και κοίταξε τα άδεια ψυγεία και τις ξεραμένες μύγες στα περβάζια. Στο πάρκινγκ, πολύ πιο πέρα, είδε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, όμως δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει στους γονείς της. Μ’ αυτή τη σκέψη τριγύριζε στον χαλικόδρομο ανάμεσα σε πεταμένα καπάκια.
     Κάθισε στην άκρη ενός σκαλιού δίπλα στην πορσελάνινη βρύση και κοίταξε τον Χάρβι, που κοιμόταν με το κεφάλι γερμένο στο παράθυρο του αυτοκινήτου. Τα λουριά της πιστολοθήκης του ήταν χαλαρά και εξείχαν πάνω από τους ώμους του σαν ετοιμόρροπες αψίδες. Την έπιασε ναυτία και προσπάθησε να τρίψει τα μάτια της χωρίς να μουτζουρωθεί. Δεν της άρεσε έτσι που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, αλλά την ήξερε τον Χάρβι, ήταν αγύρυστο κεφάλι. Γέλασε, είχε έρθει από τη Δυτική Βιρτζίνια για να δει καουμπόηδες, αλλά το μόνο που έβλεπε γύρω της ήταν μια έκταση στρωμένη με χωράφια και φράκτες. Η ανοιχτωσιά της έδινε μια αίσθηση ελευθερίας και ταυτόχρονα τη φόβιζε.
     Ο Χάρβι σκίρτησε μες στον ύπνο του και το κεφάλι του γλίστρησε στο τζάμι. Στο σαγόνι του είχε στάξει μια λευκή γραμμούλα σάλιου. «Θες να οδηγήσεις» ρώτησε.
     Η Αλίνα μπήκε στο αυτοκίνητο. «Όλη νύχτα ήμουν ανήσυχη. Σήμερα η μαμά φτιάχνει κονσέρβες».
     «Κοφ’ το» είπε. «Ήταν δικαίωμά σου να φύγεις» Έσφιξε τα λουριά της πιστολοθήκης και ίσιαξε το μπουφάν του.
     «Δηλαδή σ’ αρέσει αυτό που πας να κάνεις;».
     «Του αξίζει. Ας πρόσεχε».
     «Έτσι και σε πιάσουν ξέχνα την αναστολή. Θα φας πολλά χρόνια ακόμα».
     «Παράτα με, μόλις ξύπνησα» είπε απλώνοντας το χέρι να πιάσει ένα τσιγάρο.
     Καθώς οδηγούσε ο Χάρβι, η Αλίνα έβλεπε την καταχνιά να σηκώνεται, χωρίς όμως να εξατμίζεται όπως η υγρασία. Αντίθετα, άφηνε ένα λεπτό στρώμα σκόνης στην ατμόσφαιρα, ενώ μπροστά, στο βάθος του ορίζοντα, το τοπίο ήταν θολό απ’ άκρη σ’ άκρη. Την ώρα που περνούσαν έξω από την Οκλαχόμα Σίτι, η ομίχλη πύκνωσε και η ζέστη άρχισε να κολλάει στο δέρμα τους. Σταμάτησαν σε μια καντίνα. Ο Χάρβι βγήκε και η Αλίνα έσκυψε στο χάρτη, για να δει τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν. Σε ένα πλαίσιο στο πλάι, μια φωτογραφία του Cowboy Hall of Fame τράβηξε την προσοχή τους. Ο Χάρβι γύρισε με δυο ποτήρια καφέ και μια σακούλα με σάντουιτς.
     «Χαρβ» είπε η Αλίνα δείχνοντας τη φωτογραφία «να πάμε».

     Ο Χάρβι την κοίταξε, τη χούφτωσε στον καβάλο και τη φίλησε. «Θα ‘χουμε μπόλικο καιρό μόλις ξεμπερδέψουμε».
     Εκει που έτρωγαν, ο Χάρβι έβγαλε ένα σημείωμα από το πουκάμισό του, το άφησε δίπλα στο χάρτη και το περι- εργάστηκε. Έμεινε για πολλή ώρα σκεφτικός με το βλέμμα κολλημένο στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Η Αλίνα τον έβλεπε που φουρκιζόταν, αλλά δεν τολμούσε να του ζητήσει να αλλάξει γνώμη. Ήλπιζε ότι ο Χάρβι δεν θα έκανε τη χαζομάρα να τον σκοτώσει.
     Ο Χάρβι έβαλε μπρος και μπήκαν σ’ έναν στενό παράδρομο που έβγαζε σε μια φάρμα. Η Αλίνα χάζευε τα χωράφια, που, μες δτη ζέστη που άναβε, απλώνονταν όλο και πιο επίπεδα όλο και πιο πλατιά. Μπροστά ο ορίζοντας παρέμενε κρυμμένος στην ομίχλη. Μακάρι, σκεφτόταν η Αλίνα, μακάρι να έβλεπα ένα καουμπόη.

 
Η σκάλα ήταν άδεια και ήσυχη, όμως η Αλίνα, κοιτάζοντας τον Χάρβι, άρχισε πάλι να χάνει την ψυχραιμία της. Ο Χάρβι παραπατούσε, δεν έβλεπε μπροστά του απ’ το μεθύσι. Δέβηκαν δυο ορόφους και άνοιξαν την πόρτα. Το δωμάτιο τους, μίζερο και στενάχωρο, έβλεπε στο δρόμο, όπου οι φανοστάτες είχαν πάρει ένα κιτρινιάρικο χρώμα εξαιτίας της αμμοθύελλας . Ο Χάρβι έβγαλε το μπουφάν άνοιξε το σάκο του και έβγαλε το ουίσκι. Το κορμί του έτρεμε και το περίστροφό του παλλόταν μες στην πιστολοθήκη.
     «Ρε Χάβρι, για όνομα του Θεού …» είπε η Αλίνα και κάθισε στο κρεβάτι.
     « Βούλωσ’ το»
     Η σκηνή έπαιζε ακόμη στο μυαλό της: ο άντρας να απλώνει το χέρι για χειραψία και ο Χάρβι να του φυτεύει τρεις σφαίρες στο στήθος. «Φοβάμαι» και δεν μπορούσε να βγάλει από το νου της τη γρια που καθάριζε φασολάκια στη βεράντα. Ποιος ξέρει, σκεφτόταν η Αλίνα, αν καθόταν ακόμη στην ίδια θέση, ακίνητη, με το στόμα ανοιχτό και το γιο της στην αυλή νεκρό.
     «Βάλε να πιεις» είπε ο Χάρβι. Δεν έτρεμε πια.
     «Θα ξεράσω».
     «Ξέρνα, γαμώ το στανιό μου!». Έτριψε δυνατά το σβέρκο του.
     Η Αλίνα έσκυψε στο νεροχύτη και κοίταξε τη γούρνα, αλλά δεν βγήκε τίποτα απ’ το στομάχι της. «Και τώρα τι κάνουμε;».
     «Καθόμαστε στ’ αυγά μας» απάντησε ο Χάρβι, στραγγίζοντας το πρώτο ποτήρι και ψάχνοντας το μπουκάλι για το δεύτερο.
     «Συγχώρα με που φοβάμαι» ψιθύρισε η Αλίνα και άνοιξε τη βρύση για να πλυθεί.
     «Τράβα να ξαπλώσεις» είπε ο Χάρβι. Στεκόταν δίπλα στο παράθυρο.
     Η Αλίνα κάθισε κοντά στον νεροχύτη και κοίταξε τον Χάρβι.
Είχε κατεβάσει το μισό ποτήρι και στηριζόταν στο παραθυ-ρόφυλλο. Δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος που είχε γνωρίσει στο χωριό, πάνω στους λόφους. Τώρα της φαινόταν ξερακιανός και μοχθηρός, τώρα καταλάβαινε ότι ήταν φονιάς, ότι το όπλο δεν το κουβαλούσε για μόστρα. Το ένιωθε ξένο, ο έρωτάς τους έσβησε τόσο γρήγορα που η Αλίνα δεν ήξερε αν είχανε ερωτευτεί καν ο ένας τον άλλο.
     «Θα πάμε στο Μεξικό να παντρευτούμε» είπε ο Χάρβι.
     «Δεν μπορώ φοβάμαι».
     Ο Χάρβι γύρισε προς το μέρος της. Απ’ τον δρόμο ο φανοστάτης έλουζε το πρόσωπο και το στήθος του με μια κίτρινη λάμψη.
     «Όσο ήμουν στη φυλακή» είπε «δυο πράγματα περίμενα: να τον σκοτώσω και να σε παντρευτώ».
     «Δεν γίνεται, Χάρβι. Δεν το είχα καταλάβει».
     «Τι; ‘Ότι σ’ αγαπούσα;»
     «Για το άλλο…. Νόμιζα ότι δεν μιλούσες σοβαρά».
     «Πάντα μιλάω σοβαρά» είπε και ξαναγέμισε το ποτήρι.
     «Χριστέ μου, μακάρι να μην είχαν έρθει έτσι τα πράγματα».
     «Και τι θες; Να γυρίσεις στους λόφους, στο χωριό;».
     «Ναι, δεν την αντέχω αυτή την κατάσταση, τη σιχαίνομαι».
     Ο Χάρβισήκωσε το περίστροφο και τη σημάδεψε. Καθιστή, η Αλίνα τον κοίταζε, έβλεπε τα μάτια του που είχαν ανοίξει διάπλατα απ’ τον φόβο, και ύστερα έστριψε στο πλάι και άρχισε να ξερνάει κίτρινη χολή. Όταν σταμάτησε να βήχει, σκούπισε τα χείλη της, και τότε ο Χάρβι σωριάστηκε στη γωνιά με το πιστόλι να κρέμεται απ’ το χέρι του.
     «Πουτάνα» ψέλλισε «Τώρα που σ’ έχω ανάγκη, κάνεις σαν πουτάνα». Έπιασε το περίστροφο και κόλλησε την κάνη στον κρόταφό του, αλλά η Αλίνα τον είδε που χαμογελούσε. Ο Χάρβι ξεφύσηξε και έχωσε το πιστόλι στη θήκη.
     «Πάω να πιω»  είπε και σηκώθηκε «Κάνε ό,τι καταλαβαί-νεις. Δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω». Βγήκε απ’ το δωμάτιο, και όπως διέσχιζε το διάδρομο, η Αλίνα τον άκουγε να κουτουλάει στους τοίχους.
     Η Αλίνα πλύθηκε και άναψε το φως. Τα μάτια της ήταν κόκκινα κι αποκάτω διαγράφονταν κύκλοι. Τα χείλη της είχαν σκάσει. Βάφτηκε και βγήκε.
     Καθώς περπατούσε ο άνεμος έφερνε στα πόδια της άμμο και παλιόχαρτα. Στη βιτρίνα μιας καφετέριας έγραφε: «Ζητείται σερβιτόρα». Η Αλίνα μπήκε και ζήτησε μπίρα. Η κοπέλα πίσω απ’ τον πάγκο την κοίταζε βαριεστημένη.
     «Ψάχνετε σερβιτόρα;».
     «Όχι για τώρα για την πρωινή βάρδια. Έλα το πρωί και ζήτα τον Πιτ. Μάλλον θα σε πάρει».
     «Ευχαριστώ» είπε και ρούφηξε μια γουλιά.
     Στο βάθος υπήρχε ένας τηλεφωνικός θάλαμος. Η Αλίνα έπιασε το ποτήρι της, πήγε στο τηλέφωνο και σήκωσε το ακουστικό. Σχημάτισε τον αριθμό και ύστερα από δυο χτυπήματα της απάντησαν.
     «Γεια σου, μαμά».
     «Αλίνα … ακούστηκε μια τρεμάμενη φωνή.
     «Μαμά, είμαι στο Τέξας. Ήρθα με τον Χαρβι».
     «Τριγυρνάς ακόμη μ’ αυτόν την αλήτη … Εμείς φταίμε που σε κακομάθαμε».
     «Δεν θέλω να ανησυχείτε για μένα».
     Ακολούθησε μεγάλη παύση. «Αλίνα, γύρνα σπίτι».
      «Δεν γίνεται μαμά. Βρήκα δουλειά. Υπέροχα νέα, έ;».
.     «Το πάνω ράφι της κουζίνας δεν βάσταξε, έσπασε κι έκανε τον τόπο χάλια. Ανησυχώ. Είναι κακό σημάδι.
     «Όχι μαμά, δεν είναι τίποτα, όλα καλά, τ’ ακούς; Βρήκα δουλειά».
     «Τα βάζα που γεμίσαμε έγιναν όλα θρύψαλα».
     «Δεν πειράζει, μαμά, έχεις κι άλλα, δεν θα ξεμείνεις».
     «Ναι, μπορεί».
     «Πρέπει να κλείσω, μαμά. Σ’ αγαπάω».
     Η Αλίνα κατέβασε το ακουστικό.
     Το βράδυ ο καιρός μαλάκωσε. Η πιο πολλή άμμος είχε αρχίσει να κατακάθεται και στροβιλιζόταν δίπλα στα χαντάκια. Πηγαίνοντας προς το ξενοδοχείο η Αλίνα ένιωθε καλύτερα. Ο Χάρβι είχε φύγει, αλλά δεν την ένοιαζε. Είχε βρει δουλειά και βρισκόταν στο Τέξας.
     Την ώρα που περνούσε απ’ το χολ του ξενοδοχείου, ο υπάλληλος της χαμογέλασε και αυτό της άρεσε. Όμως στο πλατύσκαλο, έξω απ’ το δωμάτιο την περίμενε ο Χάρβι. Γύρω απ’ τα παπούτσια του υπήρχαν πεταμένες γόπες. Φαινόταν ράκος, σκέτο ερείπιο.
     «Γύρισα να ζητήσω σγγνώμη» είπε κι έκανε να την αγκαλιάσει. Η Αλίνα τον έσπρωξε.
     «Ισχύει αυτό που είπαμε. Θα μείνω εδώ».
     «Το αποφάσισες;».
     Η Αλίνα έγνεψε «ναι». «Βρήκα δουλειά, τηλεφώνησα και στους γονείς μου. Όλα εντάξει».
     «Πάμε στο δωμάτιο να μιλήσουμε;».
     «Πάμε» απάντησε η Αλίνα.
     «Ας μιλήσουμε, λοιπόν» είπε ο Χάρβι και, απλώνοντας το χέρι να πιάσει ένα τσιγάρο, το μπράτσο του χάιδεψε το περίστροφο.
 
___________________________

Από τη συλλογή ΤΡΙΛΟΒΙΤΕΣ εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πληκτρολόγηση: navarino-s.

 

 

Καλό Καλοκαίρι!

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΚΩΛΗΚΟΔΙΤΗΣ !!!


                                              

 
Θεόδωρος Κόλλιας
 
                               Ο ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΚΩΛΗΚΟΔΙΤΗΣ

       O γερo-Πανάγος, ψηλός αδύνατος με μια άγρια χαρακωμένη φάτσα και λίγα μαλλιά γκριζόασπρα με μόνιμο σήμα κατατεθέν τη γλίτσα του και την καπελαδούρα του κατέβαινε στο χωριό από εκεί πάνω τη στάνη του κάθε μέρα λίγο  μετά το απομεσήμερο. Ήταν η ώρα που οι γέροντες έβγαιναν στο μικρό καφενεδάκι για το απογευματινό τους καφεδάκι. Ο γερο- Πανάγος καθόταν στο μικρό τραπεζάκι αμίλητος και σοβαρός, απόμακρος. Γύρω στη μισή ώρα έπαιρνε πάλι την ανηφοριά για κει πάνω στα ριζά του πέρα βουνού, που ήταν  ολόκληρο το βιος του, το μαντρί με τα τόσα γίδια και δίπλα η καλύβα του που στέγαζε τη μικρή του οικογένεια. Τη γρια γυναίκα του, κουτσή κι ονειροπαρμένη και τον  γιος τους, το Μάρκο, το αγρίμι του βουνού, τον ασβό. Όπως όλοι οι τσοπάνηδες δεν έλεγε σε κανέναν πόσα γίδια είχε. Τόχαν μεγάλη γρουσουζιά να ξέρουν οι άλλοι πόσα ζωντανά έχουν. Ούτε και τα μαντρόσκυλα δεν μαρτύραγαν. Όμως οι ίδιοι τις γίδες τις γνώριζαν μία - μία από τούς όζους στα μαστάρια  τους.    
Από τις ελάχιστες μαρτυρίες ο Μάρκος πρέπει να πλησίαζε τα τριάντα με μια αφάνα στο κεφάλι και ένα πρόσωπο σκεπασμένο με αραιά γένια και μάτια μεγάλα σαν της αγελάδας. Λίγοι χωριανοί τον είχαν συναντήσει από κοντά και όλοι τον θεωρούσαν το αλλόκοτο θεριό του βουνού. Από το πρωί με το που χάραζε ο ήλιος, σκαρφάλωνε πάνω σε μια μεγάλη βελανιδιά, δίπλα στο μαντρί και έβγαζε διάφορες κραυγές μιμούμενος διάφορα ζώα. Πιο καλά έκανε τον τράγο και τη γίδα. Εκεί πάνω βρισκόταν τον περισσότερο καιρό. Αρκετά πιο πέρα στο φαράγγι, που χώριζε τα δυο βουνά, ήταν μια μεγάλη σπηλιά, ο φόβος και μαζί ο θρύλος για τους χωριάτες που οι παλιοί έλεγαν ότι κάποτε ένα κατσίκι που το κυνηγούσαν οι κλέφτες μπήκε στη σπηλιά και βγήκε κάτω κοντά στη θάλασσα τρεις με τέσσερις ώρες δρόμο από το χωριό. Εκεί μέσα έμπαινε ο Μάρκος και κανείς ποτέ δεν ήξερε τι έκανε.
Ο γερο-Πανάγος μπορεί να είχε πολλά  κακά κι ανάποδα, κουσούρια και μη αλλά είχε ένα πολύ καλό! Στο πανηγύρι του χωριού αλλά και σε πολλούς γάμους, ουδέποτε σε αντιβενιζελικούς και μετέπειτα σε τετραυγουστιανούς, με το βιολί και τη γλυκιά φωνή του, πολύ παράξενο σε σχέση με την άγρια φάτσα του, κράταγε το χορό και το γλέντι μέχρι τις μικρές ώρες της νύχτας. Σημειωτέον το κρασί που έρεε αφειδώς δεν το έβαζε ποτέ στο στόμα του. Μόνο το κρασί υπήρχε άφθονο, όλα τα άλλα αγαθά τότε ήταν σπάνια. Η ανέχεια κυριαρχούσε σε όλες τις οικογένειες. Στο τέλος, αργά πλέον με τους τελευταίους τράβαγε την ανηφοριά με ένα δέμα γλυκά, τι γλυκά κουραμπιέδες με σκέτο λάδι. Ήταν τόσο υπερήφανος που δεν ανεχόταν και δεν έπαιρνε τίποτα άλλο.   Το άλλο δε ανεξήγητο ήταν που όλες εκείνες τις ατέλειωτες ώρες, που έπαιζε και τραγουδούσε ο Γερο-Πανάγος,   ο Μάρκος, ο ασβός είχε   ανέβει σε ένα μακρινό, αντικρινό   μαντρότοιχο και παρακολουθούσε περιπαθής και απλησίαστος.
     Κάπως έτσι κυλούσε ο χρόνος   μέσα στη φτώχεια και στην κακοτυχιά, και η καθημερινότητα ίδια και απαράλλαχτη πνιγμένη στους αέρηδες και στη λάσπη του χειμώνα και στα λιοπύρια με τον μπουχό του καλοκαιριού. Ο γερο-Πανάγος τα γίδια του και το βιολί του, ο Μάρκος τα δικά του, η Κουτσοβασίλω διπλωμένη στα δύο από την οστεοπόρωση να βογκάει μέρα νύχτα και οι χωριανοί άλλος έτσι κι άλλος αλλιώς πάλευαν στον δύσκολο αγώνα της βιοπάλης να ξεπεράσουν τα δεινά  της ζωής, που έτριζε τα δόντια της. Ευτυχώς που ο τόπος ήταν γεμάτος αγριόχορτα και σαλιγκάρια οπότε ικανοποιούσαν αρκετά την πείνα τους, την  πρώτη ανάγκη. 
        Ώσπου μια καλοκαιρινή μέρα, ντάλα μεσημέρι το χωριό σείστηκε από τη φωνή του γερο-Πανάγου γεμάτη σπαραγμό κι απόγνωση.
  "Βοήθεια-βοήθεια χωριανοί" ακούστηκε πρώτα από τα ακρινά σπίτια του χωριού.  Οι νεότεροι γυναίκες και άντρες τούτη την ώρα έλειπαν στο θέρο και στο χωριό ήταν τα γερόντια και αρκετά τσιρομπίλια. Οι περισσότεροι έπαιρναν τον υπνάκο τους και πετάχτηκαν άρον-άρον ταραγμένοι και  εμβρόντητοι και σε λίγο έτρεξαν στο καφενεδάκι, που ήταν το κέντρο του χωριού να δούνε τι συμβαίνει. Πάνω σε μια λινάτσα ήταν ξαπλωμένος ο Μάρκος και ρουλιόταν από τον πόνο, κρατούσε την κοιλιά του και διπλωμένος στα δύο χτυπιόταν σαν το άλογο με κολικό. Κανείς δεν είχε δει τέτοιο πράγμα
  Τότε στα χωριά υπήρχαν οι "πρακτικοί" που με διάφορα μαντζούνια και γιατροσόφια επιτελούσαν σπουδαίο έργο και απολάμβαναν μεγάλου σεβασμού και εκτίμησης από τους χωριάτες. Ήρθε λοιπόν κι ο γερο-Παύλος, τον πότισε με το ζόρι λίγο χαμομήλι, του έβαλε κατάπλασμα διάφορα βότανα αλλά ο  Μάρκος  δεν σταμάταγε με τίποτα τα  βογκητά και τους λυγμούς, δάκρυζαν και οι πέτρες. Ήρθε και η γρια-Σπυρούλα και τον ξεμάτιασε αλλά τα ίδια και χειρότερα. Ήρθε κι ο παππάς από το διπλανό χωριό, τον διάβασε, τίποτα. Οι χωριανοί πρώτοι φορά έβλεπαν την αλλόκοτη θωριά του Μάρκου να χτυπιέται σαν θεριό ανήμερο κι όλοι σταυροκοπιούνταν. Ένα άλλο πρωτόφαντο γεγονός, που όλοι γούρλωναν τα μάτια ήταν το μεγάλο μαυρόασπρο τσοπανόσκυλο, ο Δίας, έτσι τον είχε βγάλει ο ίδιος ο Μάρκος, που όλη την ώρα στεκόταν παραδίπλα και γρύλιζε λες και υπέφερε το ίδιο. Ήταν ο καλύτερος φίλος του Μάρκου και ο πιο πιστός. Πάντοτε πίσω από το Μάρκο κι έφτανε μόνο ένα νόημα του αφεντικού να τρέξει να γυρίσει τα γίδια από τη ζημιά ή να φέρει το παγούρι από την καλύβα ή να ξεχωρίσει τα τραγιά όταν κουντριόσαντε λυσσασμένα. Μεγάλη αφοσίωση και αγάπη είχαν οι δυο τους από τότε που ήταν μικρό κουτάβι. 
    Είχε επέλθει μεγάλη αναστάτωση και κανείς δεν ήξερε τι να κάνουν, οπότε ακούστηκε η δυνατή φωνή του  γερο-Μερτύκα. Ήταν ο ψάλτης του χωριού κι όλοι τον άκουγαν: "Χωριανοί  προς Θεού μην καθυστερείτε, είναι σκουληκοδίτης και κάνετε γρήγορα  να πάει στο γιατρό, δε βγάζει το βράδυ".
      Και πράγματι σε λίγο δυο-τρεις νεότεροι που κατέφθασαν στο χωριό, φόρτωσαν το Μάρκο σε ένα μουλάρι και μετά τρεις ώρες δρόμο έφθασαν στο μεγάλο χωριό, που ήταν ο γιατρός. Από κει αμέσως τον οδήγησαν στο νοσοκομείο γιατί πράγματι ήταν οξεία μορφή σκωληκοειδίτιδας. Αμέσως έγινε εγχείρηση αλλά η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή. Φαίνεται είχαν περάσει πολλές μέρες που πονούσε ο Μάρκος και η σκωληκοειδής απόφυση είχε σπάσει και προκάλεσε διευρυμένη περιτονίτιδα.  
  Όταν που λέτε ξεκίνησαν με το μουλάρι, ο Δίας ο σκύλος από κοντά, αφηνιασμένος. Και τι μέσο δεν χρησιμοποίησαν για να γυρίσει πίσω αλλά τίποτα, έτσι στο τέλος τον άφησαν να τους ακολουθεί. Έφτασε μέχρι το δασύλλιο του νοσοκομείου όπου σε λίγες μέρες που μαθεύτηκε όλοι οι επισκέπτες, γνωστοί και ξένοι, έτρεχαν να τον δουν και να τον θαυμάσουν!  Εκείνο το καλοκαίρι είχε γίνει το μέγα γεγονός, η ατραξιόν.
     Δύσκολα τα πράγματα τότε στα νοσοκομεία. Με τις σουλφοναμίδες και την πενικιλλίνη στην πρώτη γραμμή οι γιατροί προσπαθούσαν να κάνουν τα αδύνατα δυνατά αλλά αλίμονο στον ασθενή με τις μεγάλες φλεγμονές και τις εγχειρήσεις. Έτσι και ο Μάρκος αντί να καλυτερεύει χειροτέρευε και τα άσχημα μαντάτα έφταναν κάθε μέρα στο χωριό αφού οι χωριανοί έκαναν τακτικές επισκέψεις. 
     Επί ένα μήνα που χαροπάλευε ο Μάρκος στο νοσοκομείο ο γερο-Πανάγος δεν κίνησε ρούπι από το προσκεφάλι του. Αυτός κι ο Δίας. Είχαν μείνει οι μισοί. Τα δε γίδια του τα φρόντιζαν οι χωριανοί μια και του είχαν μεγάλη ευγνωμοσύνη γιατί όλους τους είχε παντρέψει με το βιολί του και δεν είχε καταδεχθεί  το παραμικρό.
     Ξαφνικά εκεί που όλοι είχαν ξεγράψει το Μάρκο λες και έγινε κάποιο θαύμα και όλα άλλαξαν! Ήταν παραμονή του Δεκαπενταύγουστου κι ο Μάρκος πρωί - πρωί άνοιξε τα μάτια του κι άρχισε να αναγωγιέται. Του έβαλαν θερμόμετρο κι ο πυρετός είχε πέσει. Από εκείνο το πρωινό όλα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα. Η γερή κράση του βγήκε νικητής κι ο Μάρκος σιγά και σταθερά άρχισε να συνέρχεται. Το άλλο βράδυ στο χωριό ήταν το πανηγύρι αλλά το είχαν ματαιώσει, έμαθαν όμως τα καλά νέα και στο άψε-σβήσε το ξανάστησαν και έγινε ένα τρικούβερτο γλέντι. Ο γερο-Πανάγος στο τέλος έσπασε το δοξάρι αλλά ευτυχώς που σφεντάμια ήταν γεμάτος ο λόγγος. Οι χωριανοί μπορεί να έβγαζαν τα μάτια για μια αγριλιά αλλά στις λύπες γίνονταν ένα κουβάρι και στις χαρές λιγότερο. Τους είχε στοιχίσει πολύ η ιστορία με τον Μάρκο.
     Το άλλο που έγινε ήταν μεγαλύτερο θαύμα. Το πρόσωπο του Μάρκου άρχισε να γλυκαίνει και το χαμόγελο έκανε την εμφάνισή του. Όταν μάλιστα ένας μπαρμπέρης του έκοψε την αφάνα και τα γένια έγινε άλλος άνθρωπος,  εντελώς αγνώριστος. Γαλήνεψε η ψυχή του κι αυτό φάνηκε στο αλαφιασμένο του πρόσωπο. Όταν δε επέστρεψε στο χωριό με άλλα ρούχα που του χάρισαν κάτι "ευγενείς" κυρίες στο νοσοκομείο όλοι έκαναν το σταυρό τους. Πρώτος λεβεντονιός!
        Και έτσι για την ιστορία μας ο Μάρκος σε λίγα χρόνια έγινε ο καλύτερος τσοπάνης του χωριού. Πρώτος με τα γίδια και πρώτος και με τους συγχωριανούς. Πήρε και μια φτωχούλα αλλά νταρντάνα  γυναίκα, έφτιαξε και μια χαμοκέλα στο χωριό και έτσι έγινε στο τάκα-τάκα πολυφαμελίτης, πολύτεκνος. Δυο κορίτσια και τρία αγόρια!!! Το πρώτο αγόρι το έβαλε Πανάγο και το δεύτερο Δία.
Μετά, μόνο εκείνη η βελανιδιά θύμιζε εκείνα τα χρόνια.
_____________________________________ 
Ο Θεόδωρος Κόλλιας γεννήθηκε στο Γιαννιτσοχώρι του Δήμου Ζαχάρως το 1953. Σπούδασε Κτηνιατρική και εργάστηκε ως κτηνίατρος στο Υπουργείο Γεωργίας. Ασχολείται με τη Λογοτεχνία και έχει συγγράψει τα έργα "Αναλόγιο Ενθυμημάτων για Ανθρώπους και Ζώα" και "Αλλοτινές Εποχές"
 

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ο Μαγικός Μπόρχες !!!

 


 Επεισόδιο του εχθρού
 
     Τόσα και τόσα χρόνια καταδίωξη και αναμονή και επιτέλους ο εχθρός ήρθε στο σπίτι μου. Απ’ το παράθυρο τον είδα ν’ ανηφορίζει με κόπο το απότομο μονοπάτι του λόφου. Στηριζόταν σ’ ένα ραβδί, ένα βαρύ ραβδί που στα γέρικα χέρια του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί όπλο, παρά μονάχα απλό μπαστούνι. Ταράχτηκα μόλις άκουσα αυτό που περίμενα: το αδύναμο χτύπημα στην πόρτα. Κοίταξα με κάποια νοσταλγία το δυσανάγνωστο και μισοτελειωμένο μου χειρόγραφο και την πραγματεία του Αρτεμίδωρου περί ονείρων, ένα βιβλίο κάπως παράταιρο μέσα εδώ, αφού ελληνικά δεν ξέρω. Κι άλλη χαμένη μέρα, σκέφτηκα. Παιδεύτηκα με το κλειδί. Φοβήθηκα ότι ο άνθρωπος αυτός θα σωριαζότανε, έκανε όμως λίγα βήματα  τρικλίζοντας, πέταξε το ραβδί, που δεν το ξαναείδα πια, και σωριάστηκε στο κρεβάτι μου εξαντλημένος. Η αδημονία μου τον είχε αναπαραστήσει πολλές φορές, μα μόνο τότε παρατήρησα πως έμοιαζε τόσο πολύ, σαν να ‘τανε αδέλφια, με την τελευταία προσωπογραφία του Λίνκολν. Θα πρέπει να ήταν τέσσερις το απόγεμα.
     Έσκυψα από πάνω του έτσι που να μ’ ακούει.
     «Καθένας πιστεύει ότι τα χρόνια περνάνε μόνο γι’ αυτόν», του είπα, «αλλά περνούν και για όλους τους άλλους. Εδώ ανταμώνουμε εντέλει κι ό,τι και να ‘γινε παλιά δεν έχει πια καμιά σημασία».
     Όσο μιλούσα ξεκούμπωνε την καμπαρντίνα του. Το δεξί του χέρι ήταν στην τσέπη του παλτού του. Κάτι με σημάδευε και ένιωθα πως ήταν ένα περίστροφο.
     Μου είπε τότε με σταθερή φωνή.
     «Για να μπω στο σπίτι σου, κατέφυγα στον οίκτο σου. Τώρα είσαι στο έλεός μου και είμαι ανελέητος».
     Κάτι προσπάθησα να πω. Δεν είμαι χεροδύναμος άνθρωπος και μόνο τα θα μπορούσαν να με σώσουν. Κατάφερα να πω:
     «Είναι γεγονός πως πριν από πολλά χρόνια φέρθηκα άσκημα σ’ ένα παιδί, όμως τώρα, ούτε εσύ είσαι πια εκείνο το παιδί, ούτε κι εγώ εκείνος ο ανόητος. Άλλωστε, η εκδίκηση δεν είναι λιγότερο μάταιη και γελοία απ’ τη συγγνώμη».
     «Ακριβώς επειδή δεν είμαι πια εκείνο το παιδί», μου αποκρίθηκε, θα σε σκοτώσω. Δεν πρόκειται για εκδίκηση, παρά για πράξη δικαιοσύνης. Τα επιχειρήματά σου, Μπόρχες, είναι απλώς επινοήματα του φόβου σου, για να μη σε σκοτώσω. Μα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα».
     «Κάτι μπορώ να κάνω», του απάντησα.
     «Τι πράγμα;» με ρώτησε.
     «Να ξυπνήσω».
     Και αυτό έκανα.

                                                      Χόρχε Λουίς Μπόρχες
                                                                    
_______________________________

Από τη συλλογή: ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΩΝ ΤΙΓΡΕΩΝ, 1972. Μετάφραση από τα ισπανικά Δημήτρης Καλοκύρης.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Ένα διαμάντι από τη Βουλγαρία!!!




Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов):

 
                                                        Κόρη

ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.
  — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;
Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.
— Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.
— Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.
Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.
— Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.
— Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;
 Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.
— Πές, Μα­α-ρί­ι... Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.
Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.
— Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;
— Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.
       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).
— Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.
— Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.
Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.
       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ... παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.
       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.
— Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως...
       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.
— Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.
— Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος....
— Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε... Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.
Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.
— Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.
— Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα... μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε... Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.
       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.
— Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω... προ­σω­ρι­νά;
       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.— Γί­νε­ται... γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες... Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει... Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται... Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα... Ἔ;
       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.
       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.
       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.

Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.

                                        Μετάφραση από τα βουλγαρικά: Σπύρος Ν. Παππάς
___________________________________________________________________
Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989.
το δανείστηκα από το εξαίρετο και πολυτονικό site: Ιστορίες Μπονζάϊ

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Ο Τζαμπάσης !!!




σημείωση navarino-s: παραθέτω το σχετικό με την προηγούμενή μου ανάρτηση διήγημα "Ο Τζαμπάσης" του φίλου μου λογοτέχνη Θεόδωρου Κόλλια που μας προσφέρει μια πιο σφαιρική και γλαφυρή εικόνα του επαγγέλματος.


Θεόδωρου Κόλλια

                                            Ο ΤΖΑΜΠΑΣΗΣ

 Η ζωή κάνει κύκλους στο χρόνο, η ιστορία γωνίες σαν πολύγωνο. Όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και εκφάνσεις, ουδεμιάς εξαιρουμένης, είναι συνιστώσες και διαγώνιες άλλων προγενέστερων καταστάσεων. Κυρίως όμως μικρότερων και λιγότερο σημαντικών. Τα μεγάλα είναι αθροίσματα των μικρών, τα σημαντικά, απαυγάσματα των ασήμαντων. Και για την ύλη και για το πνεύμα. Οι άβακες που αποτελούσαν τις πρώτες αριθμομηχανές στην προϊστορική Ελλάδα, δεν είναι πρόγονοι των ηλεκτρονικών υπολογιστών(Η/Υ);Τα πάντα με ένα λόγο εξελίσσονται, μεταλλάσσονται και τροποποιούνται. Τίποτα δεν έρχεται από το πουθενά αλλά και τίποτα δεν εξαφανίζεται. Και οι εφευρέσεις ουδόλως αποτελούν παρθενογενέσεις. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υποκείμενο και αντικείμενο όλων των προαναφερθέντων. Στις δε λειτουργίες της ανάγκης και επιβίωσης, που πρωτοστατεί η εργασία, όλες οι παραπάνω αρχές επαυξάνονται. Η εργασία (τρόπος, ποιότητα, απόδοση) καθορίζει το είναι. Το γίγνεσθαι είναι δουλειά των επαϊόντων και των αρμόδιων ειδικών. Οι διάφορες μορφές της εργασίας είναι τα επαγγέλματα.Μόνο στις τελευταίες δεκαετίες εάν ανατρέξουμε, γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης, της ακμής και συγχρόνως της παρακμής και της εξαφάνισης αμέτρητων επαγγελμάτων. Ένα τέτοιο επάγγελμα είναι ο τζαμπάσης ή τζαμπάζης, επί το ελληνικό, ζωέμπορος.
Οι τζαμπάσηδες λοιπόν, είναι (καλύτερα ήταν) οι μεσίτες, οι έμποροι για όλα τα είδη των μεγάλων ζώων, κυρίως των αλόγων. Αυτό, διότι η διακίνηση ήταν πολύ ευκολότερη και ταχύτερη. Το ίδιο το άλογο χρησιμοποιούσαν και σαν μεταφορικό μέσο.
Κυρίως οι τζαμπάσηδες δεν διέθεταν κανένα παραγωγικό μέσο, αλλά ούτε και περιουσιακό στοιχείο, εκτός ίσως από μια χαμοκέλα και αυτή πλίθινη. Ήταν μ΄ ένα λόγο προλετάριοι, με όλη τη σημασία της λέξης. Επομένως ήταν αδέσμευτοι, ανεξάρτητοι από κάθε κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική οριοθέτηση και προτροπή. Ελεύθεροι σαν τα πουλιά.
Από τη μια η ανάγκη επιβίωσης και από την άλλη, το δαιμόνιο της φυλής, συνέβαλαν στη μεγάλη ανάπτυξη πολλών ψυχικών χαρισμάτων, όπως η εξυπνάδα, καπατσοσύνη, διπλωματία, ψιλοκατεργαριά (Εθνική Ελλάδος γεια σου).

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Breece D’J Pancake: η μεγάλη απώλεια της παγκόσμιας λογοτεχνίας!!!



Σημείωση Navarino-s: Ο Μπρις Ντ.Τζ. Πάνκεϊκ έζησε μόνο 27 χρόνια, γεννήθηκε το 1952 και αυτοκτόνησε το 1979. Όλο του το έργο αποτελείται από 12 μικρά διηγήματα. Τα έξι τα δημοσίευσε σκόρπια όσο ζούσε και τα άλλα έξι τα βρήκανε μετά στο συρτάρι του. Και το 1983 εκδόθηκε στην Αμερική η συλλογή τους με τον τίτλο "Τριλοβίτες". Έργο τεράστιάς συγγραφικής αξίας που δείχνει και το μέγεθος της απώλειας για την παγκόσμια λογοτεχνία από τον τόσο πρόωρο θάνατο του. Στη γλώσσα μας -έπρεπε να περάσουν 32 ολόκληρα χρόνια- και χάρις στις εκδόσεις Μεταίχμιο, πρωτοεκδόθηκε πριν έξι μήνες σε μια θαυμάσια μάλιστα για τις δυσκολίες του, μετάφραση του Γιάννη Παλαβού. Πληκτρολόγησα το διήγημα "Ένα μόνιμο δωμάτιο" και σας το προσφέρω σαν πρωτοχρονιάτικο δώρο.


        Breece D’J Pancake


 

                             Ένα μόνιμο δωμάτιο

    Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς, γι’ αυτό με βάζουν στο μεγάλο δωμάτιο, που κοστίζει οκτώ δολάρια. Μου φαίνεται όμως στενότερο απ’ ό,τι το θυμόμουν∙ κι έτσι όπως κάθομαι δίπλα στο παράθυρο και κοιτάζω τη βροχή και την πόλη, νιώθω την αναμονή να με βασανίζει. Δεν θα έπρεπε να έρχομαι σε τέτοιες πόλεις παρά μόνο όταν το ρυμουλκό δένει στην αποβάθρα.  Αλλά πάντα φτάνω νωρίς, πάντα κάθομαι και χαζεύω τους περαστικούς. Στο δρόμο οι φανοστάτες σκορπούν ένα τρεμάμενο βιολετί φως, που αντιφεγγίζει στο πεζοδρόμιο και τυλίγει τα πάντα με μια απόκοσμη αχλή. Ψιλοβρέχει και οι βιαστικοί διαβάτες προσπερνούν τα μίζερα καταστήματα χωρίς να χασομερούν στις βιτρίνες
     Πίσω από τους δρόμους και ανάμεσα απ’ τα κτήρια βλέπω το ποτάμι.  Η βροχή και η ομίχλη έχουν παγώσει τα σκοτεινά γεφύρια του. Αλλά στο ποτάμι τίποτα δεν αλλάζει. Αύριο αρχίζει ένα άλλος μήνας στη μαούνα, έπειτα ένας μήνας στη στεριά –μόνο οι ιστορίες μας θα αλλάξουν, θα μιλούν για άλλους καιρούς, για άλλα πρόσωπα. Όμως πάνω στο Ντέλμαρ το πλήρωμα θα είναι το ίδιο, ίδια υπηρεσία δεκαοχτώ ώρες την ημέρα, και πολύ σύντομα οι ιστορίες θα τελειώσουν. Προς το παρόν περιμένω, παρατηρώντας τον άνεμο και τη βροχή να χτυπούν το παράθυρο και να χτυπούν το τζάμι.
      Βάζω στην πρίζα το μάτι για καφέ, ξεφυλλίζω την εφημερίδα μπας και βρω τίποτα να κάνω, αλλά απόψε δεν έχει αγώνες μποξ ούτε πάλης. Μέχρι και η αίθουσα του μπόουλινγκ είναι κλειστή. Θα μπορούσα να χωθώ σε κάποιο μπαρ στην Πρώτη Λεωφόρο, να τα πιω ως το πρωί, όμως αύριο θα έχω να φυλάγομαι από τα ποντίκια του πλοίου και να πατάω στις υγρές σιδεριές, οπότε ας το αποφύγω. Καλύτερα να πάρω ένα μισόλιτρο ουίσκι, να χαλαρώσω και να την πέσω νωρίς. Καλύτερα να ξεχάσω τη βόλτα.
     Πίνω βιαστικά τον καφέ και ζεματάω τη γλώσσα μου. Όλα μου πάνε στραβά. Να το πρόβλημα μου με τις Πρωτοχρονιές: Είναι μια αρχή, δε λέω. Μόνο που εγώ θυμάμαι τα γλέντια στη σχολή πλοιάρχων, πως ξασαλώναμε στο τελευταίο έτος, και έτσι καταλήγω να σκέφτομαι γιορτές, τη δουλειά και το χρόνο που έρχεται και το χρόνο που φεύγει, και στο τέλος νιώθω χάλια. Θέλω να τσακιστώ να βγω έξω. Έμεινα πολύ ώρα εδώ μέσα.
      Πιάνω το μπουφάν και το ναυτικό μου σκούφο, στέκομαι έξω απ’ την πόρτα και ανάβω τσιγάρο. Στον διάδρομο και τις σκάλες όλα τα φώτα είναι αναμμένα, για να να μην πλησιάζουν πουτάνες και αλήτες. Η απέναντι πόρτα ανοίγει, μια τραβεστί βγάζει το κεφάλι της και μου κλείνει το μάτι: «Καλή χρονιά, χαρούμενη χρυσή πρωτοχρονιά». Ξαναχώνεται ήσυχα και ωραία στο δωμάτιο της και εγώ φουρκίζομαι, κλοτσάω την πόρτα της, τη λερώνω με τη σόλα μου. Μέσα απ’ το δωμάτιο την ακούω να γελάει –κοροϊδεύει επειδή είμαι μόνος μου. Τα γέλια της αντηχούν καθώς κατεβαίνω τις σκάλες. Αλλά έχει δίκιο: χρειάζομαι γυναίκα. Γυναίκα όχι ακόμα μια πουτάνα. Χρειάζομαι τη γλυκιά ηρεμία μετά το σεξ, κάτι που για τις πουτάνες είναι εντελώς άγνωστο. Το χολ είναι γεμάτο χοντρές γριές και γέρους και, όπως βγαίνω, σκέφτομαι ότι σπίτι άλλο από αυτό δεν είχα ποτέ μου. Μπορεί και να έχω κλείσει αυτό το δωμάτιο για πάντα. Μπορεί και να ‘ναι το τελευταίο μου δωμάτιο.
      Στέκομαι κάτω απ’ τη μαρκίζα, καπνίζω και ξανακοιτάζω απ’ το παράθυρο τους κωλόγερους στο χολ. Όλοι μου οι ανάδοχοι γονείς ήταν γέροι και οι περισσότεροι θα έχουν πεθάνει. Ίσως καλύτερα που δεν ζουν, γιατί μπορεί να πήγαινα να τους επισκεφτώ, κι’ άμα πήγαινα θα τους χαλούσα τη βολή. Τώρα, βλέπεις δεν θα τους ερχόμουν πακέτο με το επίδομα της Πρόνοιας, χώρια που είμαι πια μεγάλος για να με δείρουν.
     Πετάω τη γόπα στο χαντάκι, τη βλέπω να κολυμπάει στο νερό και να χάνεται στον υπόνομο. Μάλλον θα φτάσει στον Μισισιπή νωρίτερα απ' το Ντέλμαρ. Εννιά μήνες βολοδέρνω σ' αυτές τις πόλεις και μου 'χει σαλέψει. Με το να πηγαινοέρχομαι στην κουβέρτα και να δένω την άγκυρα μες στις φουσκονεριές, βούλιαξα κι' εγώ μαζί μ' όλα τα σκουπίδια. Τώρα το στόμα μου πονάει απ' το κάψιμο και δεν έχω κέφι ούτε να μεθύσω. Τριγυρνάω, βλέπω τους περαστικούς και σκέφτομαι ότι ακόμα και οι πουτάνες, τυλιγμένες στις λαμέ καμπαρντίνες τους, έχουν κάπου να πάνε. Έτσι κι' αρχίσω να ζηλεύω αυτές τις σάπιες, πάει να πει πως είμαι για λύπηση.
     Συνεχίζω το δρόμο μου και βλέπω έναν σουρωμένο αλήτη να στρίβει σ' ένα στενό ανάμεσα σε δυο κτίρια. Το στομάχι μου είναι σκέτο πλυντήριο και όπου να 'ναι βγαίνει η μπουγάδα. Κοντοστέκομαι και τον χαζεύω που τρεκλίζει. Παλεύει να στρώσει εφημερίδες για να κοιμηθεί, αλλά ο αέρας τις ανακατεύει. Έχει πλάκα ο βρομιάρης, έτσι όπως τρέχει πέρα-δώθε να πιάσει τα χαρτιά του, έτοιμος να ταβλιαστεί. Είναι τύφλα και τα άσυλα δεν τον δέχονται, οπότε απόψε αναγκαστικά κυνηγάει εφημερίδες. Πολύ σύντομα όλ' αυτό τη πηγαινέλα θα του φέρει αναγούλα, κι' έτσι περιμένω χαμογελαστός να απολαύσω το θέαμα. Όμως το χαμόγελο μου σβήνει μόλις τη βλέπω σε μια πόρτα.
     Είναι πολύ μικρή -δεκατεσσάρων δεκαπέντε χρόνων-, αλλά με κοιτάζε λες και καταλαβαίνει τις σκέψεις μου, λες και καταλαβαίνει γιατί χαζεύω τον βρομόγερο. Με καρφώνει σαν να της έβρισα, ξέρω γω, τη μάνα και τον πατέρα. Την παρακολουθώ με την άκρη των ματιών μου όπως είμαι στραμμένος προς τον μεθυσμένο και τα μάτια μου πονάνε. Όμως δεν παύω να την κοιτάζω. Καταλαβαίνω με την πρώτη ότι δεν είναι πουτάνα. Θυμίζει κορίτσι που μεγάλωσε σε σπίτι κανονικό -φοράει τζιν, ένα αδιάβροχο με τα όλα του, στα μαλλιά φουλάρι. Και είναι πολύ νέα γι' αυτή την πόλη - οι αρχές δεν επιτρέπουν τέτοια φιντανάκια εδώ γύρω. Μάλλον το 'χει σκάσει απ' τους γονείς της. Με τέτοιες περιπτώσεις δεν βγάζεις εύκολα άκρη. Την προσπερνάω αδιάφορα και χώνομαι σε μια καφετέρια.
     Ο Πρίγκηπας Αλβέρτος κάθεται στο μπαρ και παραμιλάει χαϊδεύοντας με τα ζαρωμένα του δάχτυλα τα μαλλιά και τα γένια του. Η επιδερμίδα του είναι χλωμή, γιατί σ' ένα μπάρκο με το Κρέϊμερ το μυαλό του κάηκε αφού τον διαπέρασε ρεύμα 40 βολτ. Λένε ότι ήταν καλός ηλεκτρολόγος, τώρα όμως έχει καταντήσει παράσιτο που ζει απ' τα επιδόματα, κυκλοφορεί μες στην μπίχλα και βρομάει όπως όλοι οι μπεκρούλιακες.
     Μασουλάω το ντόνατ μου, κατεβάζω μια γουλιά καφέ και κοιτάζω από το παράθυρο το δρόμο. Η κίνηση πυκνώνει, ο κόσμος ετοιμάζεται για ρεβεγιόν. Η κοπέλα περνάει μπροστά απ' τη βιτρίνα και μου ρίχνει ένα βλέμμα σαν να ξέρει πότε θα αναποδογυρίσει η μαούνα και θα με φάνε τα ψάρια. Ανατριχιάζω και παρατάω τον καφέ. Αποφασίζω να πάρω ουίσκι και να πάω να ξαπλώσω. Όταν όμως βγαίνω, τη βλέπω από μακριά να το κόβει προς τα παρακατιανά μπαρ της Πρώτης Λεωφόρου. Η βροχή ουρλιάζει, ξεσπάει στα πεζοδρόμια. Ακολουθώ τη μικρή μέχρι που τρυπώνει σε μια πόρτα. Ο σκούφος μου είναι μούσκεμα, τα μάγουλα και ο λαιμός μου στάζουν, αλλά πάω και στέκομαι μπροστά της.
     "Θες να γαμήσεις" λέει.
     Μένω αμίλητος για ώρα. Αναρωτιέμαι αν πάει να μου τη φέρει.
     "Έχεις δωμάτιο;" ρωτάω.
     Γνέφει "ναι". Δείχνει με το βλέμμα της το απέναντι πεζοδρόμιο, έπειτα αριστερά, μετά δεξιά.
     "Θα πάμε στο δικό μου" λέω "αλλά πρώτα θέλω να πιω".
     "Εντάξει. Ξέρω που έχει ποτά".
     "Εγώ ξέρω καλύτερα". Δεν είμαι πρωτάρης. Δεν την πατάω. Σιγά μην αφήσω το νταβατζή της να μου ξαφρίσει τις τσέπες. Αλλά κάτι δεν μου κολλάει: Ποιος νταβατζής δουλεύει χωρίς δωμάτιο; Αν το κορίτσι γυρίζει στην πιάτσα μόνο του, δεν θ' αντέξει ούτε δυο μέρες με νταβατζήδες απ' τη μια και τους μπάτσους απ' την άλλη.
     Προχωράμε και βρίσκουμε ένα πολιτειακό κατάστημα για αλκοόλ. Μ' αρέσει που έχω συντροφιά αλλά η μικρή περπατάει αγέλαστη λες και το μόνο που τη νοιάζει είναι η επαγγελματική συναλλαγή. Παίρνω ένα μισόλιτρο Τζακ Ντάνιελς και πετάω ένα αστειάκι: "Με τον Τζακ είμαστε παλιόφιλοι". Κάνει πως δεν ακούει.
     Με το που μπαίνουμε στο χολ του ξενοδοχείου, δυο γέροι διακόπτουν την κουβέντα τους και μας κοιτάζουν. Θα την βλέπουν και θα καυλώνουν. σκέφτομαι. Με ζηλεύουν. Μ' αρέσει που μας έχουν προσέξει αυτά τα ζώα. Ξεκλειδώνω την πόρτα με το πάσο μου, ελπίζοντας ότι θα μας δει η τραβεστί, αλλά ποιος ξέρει που θα 'χει χωθεί και θα τον παίρνει. Μπαίνουμε, φέρνω μια πετσέτα να σκουπιστούμε και ετοιμάζω καφέ για το ουίσκι.
     "Ωραία ειν' εδώ" λέει.
     "Ο χώρος απολυμαίνεται τακτικά".
     Για πρώτη φορά χαμογελάει. Σκέφτομαι ότι κανονικά θα έπρεπε τώρα να 'ταν κάπου αλλού και να παίζει πεντόβολα, ξέρω γω ...
     "Δεν το κάνω καλά" λέει. "Οι πρώτοι που με πήραν με χτύπησαν άσχημα. Πάντα με πιάνει ο φόβος".
     "Δεν το κάνεις καλά επειδή δεν είσαι φτιαγμένη γι' αυτό"
     "Όχι, χρειάζομαι μόνο ένα σταθερό χώρο, μια βάση. Δεν γίνρται να 'μια άλλο στη γύρα, κατάλαβες;".
     "Ναι". Βλέπω τα είδωλα μας στο παράθυρο, στη σκοτεινή γυαλάδα του τζαμιού. Τυλίγει τα χέρια της γύρω από τη μέση μου. Δεν ξεφεύγουμε από τον επαγγελματικό χαρακτήρα της συνάντησης ούτε στιγμή..
     "Γιατί με πλησίασες;" ρωτάει.
     "Με κοίταζες περίεργα. Σαν να μάντευες ότι θα πάθω κάτι φριχτό".
     Γελάει. "Όχι, απλώς ζύγιζα την κατάσταση. Ήθελα να δω αν ενδιαφέρεσαι".
     "Α. μάλιστα. Τα νεύρα μου είναι λιγάκι τεντωμένα απόψε, αυτό ειν' όλο. Είμαι ανθυποπλοίαρχος σ' ένα ρυμουλκό. Επικίνδυνη δουλειά".
     "Τι κάνει ο ανθυποπλοίαρχος;"
     "Ό,τι κάνουν ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος. Άσ' τα να πάνε".
     "Γιατί δεν τα παρατάς;".
     "Υπάρχουν και χειρότερα. Η παραίτηση δεν είναι λύση".
     "Μπορεί"
     Φέρνει το χέρι της γύρω απ' το λαιμό μου, μπας και με καταφέρει να της χαμογελάσω, μπας και αρχίσω να φτιάχνομαι. "Εσύ γιατί δεν παρατάς το πεζοδρόμιο;" λέω. "Γιατί θες να γίνεις πουτάνα; Αφού δεν το 'χεις μέσα σου. Μπορείς και καλύτερα".
     "Σ' ευχαριστώ".
     Αναρωτιέμαι πως θα ήταν η ζωή της αν της δινόταν η ευκαιρία να ξεφύγει. Αλλά αυτό αποκλείεται. Σε τέτοια μέρη δεν γλιτώνει κανένας. Θα μπορούσα να της μιλήσω για τους ανάδοχους γονείς μου ή για τις κυρίες στα γραφεία της Πρόνοιας, πως με κοίταζαν όταν με φόρτωναν στο λεωφορείο για την επόμενη πόλη, για το επόμενο σπίτι. Αλλά δεν θα καταλάβαινε. Σβήνω το φως, γδυνόμαστε και πέφτουμε στο κρεβάτι.
     Τίποτα δεν συγκρίνεται με το σκοτάδι. Δεν υπάρχει πρόσωπο, ούτε λόγια, μόνο ζεστό δέρμα, κάτι οικείο και απαλό, ένας ωκεανός για να βυθιστείς. Αλλά όταν μπαίνω μέσα της, καταλαβαίνω τι έχω στα χέρια μου: ένα άγουρο σώμα που δεν τρέμει από κούραση ή από ηδονή, ένα κοριτσάκι που παριστάνει την πουτάνα. Νιώθω αηδία γι' αυτό που της κάνω, εξαιτίας της. Τη βιάζω όπως όλοι οι άλλοι. Υποφέρει και το ξέρω, αλλά ποτέ δεν θα της δοθεί ευκαιρία για κάτι καλύτερο. Το κορίτσι σιγοκλαίει, το κορμί μου συσπάται και κυρτώνει. Έπειτα η μικρή κουβαριάζεται στην άκρη. Την ακουμπάω, είναι μουδιασμένη.
     "Κάτσε εδώ ως το τέλος του μήνα" της λέω. "Αν θες, σου πληρώνω εγώ το νοίκι κι εσύ βρίσκεις μια κανονική δουλειά και με ξεπληρώνεις".
     Μένει στο κρεβάτι ακίνητη.
     "Γιατί δεν ψάχνεις δουλειά σε μια μεγαλύτερη πόλη; Πωλήτρια -ας πούμε- σε κάνα Σίαρς ή κάνα Πένιζ".
     "Βούλωσ' το, γαμώ το καντήλι μου!". Πηδάει απ' το κρεβάτι. "Δώσ' μου τα λεφτά να τελειώνουμε, 'ντάξει;".
     Σηκώνομαι, βρίσκω το παντελόνι μου, βγάζω ένα εικοσάρικο και της το δίνω. Δεν κοιτάζει το χαρτονόμισμα, μόνο αρπάζει το πανωφόρι τη; και βγαίνει τρέχοντας.
     Κάθομαι στο κρεβάτι, ανάβω τσιγάρο. Αναρωτιέμαι τι θα απογίνει η μικρή και
ανατριχιάζω. Ύστερα σκέφτομαι ότι πέταξα τα λεφτά και το χρόνο μου. Θυμάμαι την εποχή που τα έριχνα στη Τζέϊν, στο λύκειο. Οι γονείς της μας είχαν αφήσει μόνους στο σαλόνι και το κανίς της είχε βαλθεί να τρίβει το καυλί του πάνω μου. Εμείς προσπαθούσαμε να μιλήσουμε κι' αυτό γαμούσε το πόδι μου. Μου 'ρχεται να μπω σ' ένα αμάξι και να γυρίσω να βρω το σκυλί, αλλά ποιο το νόημα; Μια ζωή τα ίδια -πεταμένα λεφτά, πεταμένος χρόνος.
     Σβήνω το τσιγάρο, γέρνω στο κεφαλάρι με το φως αναμμένο και ο νους μου πάει στον Πρίγκηπα Αλβέρτο. Θα έχουν κολλήσει ψίχουλα από ντόνατ στα γένια του, το πουκάμισό του θα είναι λεκιασμένο με καφέ. Κάθε πόλη αποδώ ως το Δέλτα θα έχει δέκα σαν κι αυτόν, παρόλο που οι πιθανότητες να καταλήξει κανένας έτσι πρέπει να είναι λίγες. Κάποια ασφάλεια σαν να καίγεται μέσα τους και αρπάζουν το λάθος καλώδιο ή κάνουν μια ανόητη κίνηση στους υδατοφράχτες.  Αλλά, αν δεν γίνεται καμιά στραβή, δουλεύουν έναν μήνα και τον επόμενο κάθονται και, αν σταθούν τυχεροί, μπορεί να τη βγάλουν έτσι ως το τέλος της ζωής τους.
     Ντύνομαι και ξαναβγαίνω. Ακόμη βρέχει. Ο φρέσκος πάγος γυαλίζει στο πεζοδρόμιο. Ανάμεσα στα κτήρια άστεγοι κοιμούνται στους δρόμους μέσα στα σκουπίδια. Τους κοιτάζω και θυμάμαι έναν σχιζοφρενή στην Καλιφόρνια, έναν που καθάριζε μεθύστακες, αλλά μάλλον δεν τριγυρνάει κάποιος εδώ. Οι αλήτες είναι σαν τον Πρίγκηπα Αλβέρτο. Η τύχη τους γυρίζει την πλάτη και παίρνουν την κάτω βόλτα.
     Στρίβω στην Πρώτη Λεωφόρο και περνάω τις ταβέρνες που στοιχίζονται δεξιά κι αριστερά. Είναι όλες γιομάτες κι εγώ χαζεύω στα παράθυρα τους τυχερούς που γιορτάζουν την αλλαγή του χρόνου. Τότε τη βλέπω, κάθεται σ' ένα τραπεζάκι κοντά στην πίσω πόρτα. Μπαίνω πιάνω ένα σκαμπό, ζητάω ένα ουίσκι σκέτο. Το σύννεφο του καπνού είναι πυκνό, κι όμως διακρίνω το είδωλό της στον καθρέφτη. Απ' το μισάνοιχτο στόμα της καταλαβαίνω ότι τα έχει κοπανήσει. Το πιοτό δεν θα τη σώσει, αλλά μάλλον δεν το 'χει καταλάβει.
     Παρατηρώ τους πελάτες. 'Έχουν κατέβει εδώ απ' τα δωμάτια τους γιατί δεν έχουν που αλλού να πάνε. Είναι όλοι άγνωστοι μεταξύ τους. Ένας παίζει μπιλιάρδο, άλλος φλίπερ, κάποιοι πίνουν. Όλη τη χρονιά βράζουν στο ζουμί τους -βάζουν βενζίνη, στρώνουν τραπέζια, γαμάνε πουτάνες, ψαρεύουν αδερφές. Ούτε καν το φχαριστιούνται, αλλά ξέρουν ότι και πάλι τυχεροί είναι.
     Την ψάχνω στον καθρέφτη, αλλά δεν τη βλέπω. Αν είχε περάσει από μπροστά μου, θα την είχα προσέξει. Σηκώνομαι και βγαίνω απ' την πίσω πόρτα. Τη βρίσκω στο σοκάκι, μες στη βροχή, λιπόθυμη και ξυλιασμένη με την πλάτη στον τοίχο. Την πιάνω, την τραντάζω, βλέπω ότι έχει κόψει  τις φλέβες της βαθιά και στους δυο καρπούς Η παγωμένη βροχή έχει σταματήσει την αιμορραγία, και όταν την ταρακουνάω δεν τρέχει πολύ αίμα. Ξαναμπαίνω στο μπαρ.
     "Είναι μια μικρή πίσω, έκοψε τι φλέβες της" λέω.
    Τέσσερις τύποι πετάγονται απ' τον πάγκο, τρέχουν και τη φέρνουν μέσα. Ο μπάρμαν αρπάζει το τηλέφωνο. Μου λέει: "Την ξέρεις;".
     "Όχι" λέω. "Βγήκα να πάρω αέρα". Πάω προς την πόρτα και φεύγω.
     "Που 'σαι μεγάλε!" φωνάζει ο μπάρμαν. "Οι μπάτσοι θα θέλουν να σου μιλήσουν. Που 'σαι μεγάλε ..."
     Περπατάω στη λεωφόρο και σκέφτομαι ότι τα σκατά πάντα βουλιάζουν και ότι αυτές οι πόλεις ρίχνουν τα σκατά τους στο ποτάμι κι εκείνα καταλήγουν στο Δέλτα. Ύστερα φέρνω στο νου μου τη μικρή στο στενό, πνιγμένη στον ίδιο της το βούρκο, και κουνάω το κεφάλι μου. Τόσο χαμηλά εγώ δεν έπεσα.
     Στέκομαι στον σταθμό λεωφορείων, κοιτάζω τους επιβάτες κι αναρωτιέμαι που να πηγαίνουν. Εγώ όμως ξέρω ότι δεν πρόκειται να γλιτώσουν απ' τη μοίρα τους ούτε φεύγοντας ούτε μεθοκοπώντας και ούτε μπορούν να πεθάνουν για να ξεμπερδεύουν μια ώρα αρχύτερα. Παντού και πάντα τα ίδια, κοιτάς κάποιον και σου αντιγυρίζει ένα βλέμμα σαν να του έβρισες μάνα και πατέρα. Στρίβω και κατηφορίζω προς την αποβάθρα. Ίσως το Ντέλμαρ να έφτασε νωρίτερα.

___________________________________________
Σημείωση navarino-s: ελπίζω να μην έχω συνέπειες για τη δημοσίευση αυτή από το αγαπητό "Μεταίχμιο". Άλλωστε τα κίνητρά μου δεν είναι ταπεινά και η παραβίαση της νομικής τυπικότητας ίσως να συμψηφίζεται από τον κόπο της πληκτρολόγησης.