Στη στάση καμιά δεκαριά άνθρωποι. Μισοί στο πεζοδρόμιο, ένας δυο κάθονται, οι άλλοι πάνω στην άσφαλτο, ανυπόμονοι, το βλέμμα χαμένο και εστιασμένο στο βάθος της λεωφόρου, λες και αν κοιτάξεις αρκετά επίμονα θα εμφανιστεί το λεωφορείο. Όμως αυτό αργεί.
Το λεωφορείο κάποτε φτάνει, έχει ήδη αρκετό κόσμο και μπαίνει κι άλλος και η γυναίκα προσπαθεί να μπει με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ, πρώτα δηλαδή να τις πιάσει όλες να τις σηκώσει καλά και μετά να βρει χώρο να μπει να προχωρήσει λίγο πιο μέσα να βρει χώρο να τις ακουμπήσει δεν μπορεί να τις κρατάει για ένα ολόκληρο τέταρτο θα της κοπούν τα χέρια να τις αφήσει λίγο κάτω. Τις αφήνει και ποιος ξέρει αν ακουμπάνε στο δάπεδο ή στα παπούτσια των άλλων, πάντως δημιουργείται ένα θεματάκι, δεν είναι λίγοι αυτοί που δυσφορούν, αλλά αυτή έχει μάθει, προσπαθεί να μην εστιάζει, να μη δίνει σημασία, να ακούει και να παρατηρεί τέλος πάντων, αλλά αυτή η παρατήρηση να μη δημιουργεί συνέπειες. Το κόλπο το μαθαίνει κανείς στη δουλειά και μετά το επεκτείνει σε όλες τις δραστηριότητες. Όταν ο άλλος σε στραβοκοιτάζει, γκρινιάζει, κριτικάρει, τραμπουκίζει, η διαδικασία πάει ως εξής: Δέχεσαι τα ερεθίσματα, τα ρουφάς, τα οδηγείς μέσα από το λαιμό στο βάθος του στομαχιού (όχι χωρίς μια κάποια δυσκολία, πάντως σιγά σιγά το καταφέρνεις καλύτερα), τα καθίζεις εκεί, τα φέρνεις δεξιά κι αριστερά, ένα κατακάθι ελληνικού καφέ που βρίσκει τη φωλιά του κι εσύ μένεις απλά ακίνητος ή κάνεις ό,τι έκανες. Δεν επιτρέπεις στην κατάποση του δηλητηρίου να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, ό,τι μπαίνει, μπαίνει καλώς και καλώς μένει εκεί και δε βγαίνει, παρά φωλιάζει για τα καλά και μαζεύεται σε μαύρες μάζες. Εσύ μένεις με μια έντονη ξινίλα, κάτι σαν καούρα που με τον καιρό συνηθίζεται, και μάλιστα έχεις και επιπλέον όπλα στη φαρέτρα σου, όπλα όλων των ειδών – λουμαρέν και ζαντάκ και ζάναξ – και όλα μετατρέπονται σιγά σιγά σε μια βουβή απελπισία που έχει μάθει να νανουρίζεται.
