Τον έλεγαν «το άσπρο κοστούμι» καθώς ανηφόριζε για τους δικούς του λόγους την Πανεπιστημίου στην Κατοχή.
Του Πάνου Θεοδωρίδη
Υπήρχαν και τότε εστιατόρια, μόνο που δεν πολυρωτούσες τι ακριβώς έτρωγες-ήταν ανθυγιεινό για το καλό σου γούστο, όσο απόμενε. Για τους πολλούς ,υπήρχαν συσσίτια και όπως οι μεσαιωνικοί άνθρωποι κουβαλούσαν στη ζώνη το κουτάλι τους, πολλοί δεν αποχωρίζονταν την καραβάνα.
Χειροποίητοι τροχοί λοταρίας, παρταόλες και παπατζήδες συμπλήρωναν την ταπετσαρία πολλών τοίχων. Θέατρα, σινεμάδες και βαριετέ, είχαν κόσμο. Όσο βάραινε η ατμόσφαιρα, πελατείες συνωστίζονταν σε γραφεία σπουδαίων προσώπων, όταν κάποιος ήξερε κάποιον και μεσολαβούσε να βγεί από τα κρατητήρια κάποιος που τσίμπησαν οι αστυφύλακες και υπέδειξαν οι ρουφιάνοι.
Αλλά ήταν όλα κανονικά. Και τα κλουβιά με ομήρους μπροστά στις μηχανές των τραίνων, και συχνά η μηχανή πίσω, για να θρυμματίζονται τα βαγόνια με τους παρακατιανούς.
Με διαφόρους τρόπους, αυτοί που είχαν συγγενείς σε χωριά, έκρυβαν κάτω από το ντιβάνι τους, υπό την κλάρα, τενεκεδάκια με αλεύρι και άλλα τρόφιμα. Στα ταπεινά σπίτια των χωριών, έβλεπες κομμότες και κηροπήγια, φουστανάκια της βόλτας κρεμασμένα με συρμάτινη κρεμάστρα από καρφί στην πόρτα, ένα βιολί σε θήκη, στο συρτάρι ένα κουτί με κολλιέ ,δαχτυλίδια και σταυρουδάκια, ανταλλαγές για ένα μπουκάλι λάδι η ένα τσουβαλάκι με δυo οκάδες σιτάρι.
Ήταν κατάρα να είσαι «εκδηλωμένος». Στην αρχή, κυνηγούσαν με τον νόμο του Βενιζέλου.Αργότερα, οι φάκελοι απόκτησαν βάθος και ποσότητες καταγγελιών, αφού οι χαφιέδες κάλυπταν την ζήτηση.
Σε όλη τη δεκαετία του 30, οι εκδηλωμένοι μετρήθηκαν και ζυγίζονταν. Οι ίδιοι φάκελοι εμπλουτίστηκαν στην Κατοχή. Σπαράγματά τους, συνέχισαν να υπάρχουν ώς την μεταπολίτευση και παραπέρα.
Ακόμη και σε αυτόν τον ζόφο της Κατοχής, υπήρχε τρόπος να σε σβήσουν, έστω προσωρινά, από την κατάδοση και την ομηρεία. 'Ηθελε λίρες, μισόγυμνα σώματα γυναικών σε όρθια πηδήματα στο πλυσταριό,εκχωρήσεις κάθε τύπου για να γλυτώσει ο συγγενής.
Του Πάνου Θεοδωρίδη
Υπήρχαν και τότε εστιατόρια, μόνο που δεν πολυρωτούσες τι ακριβώς έτρωγες-ήταν ανθυγιεινό για το καλό σου γούστο, όσο απόμενε. Για τους πολλούς ,υπήρχαν συσσίτια και όπως οι μεσαιωνικοί άνθρωποι κουβαλούσαν στη ζώνη το κουτάλι τους, πολλοί δεν αποχωρίζονταν την καραβάνα.
Χειροποίητοι τροχοί λοταρίας, παρταόλες και παπατζήδες συμπλήρωναν την ταπετσαρία πολλών τοίχων. Θέατρα, σινεμάδες και βαριετέ, είχαν κόσμο. Όσο βάραινε η ατμόσφαιρα, πελατείες συνωστίζονταν σε γραφεία σπουδαίων προσώπων, όταν κάποιος ήξερε κάποιον και μεσολαβούσε να βγεί από τα κρατητήρια κάποιος που τσίμπησαν οι αστυφύλακες και υπέδειξαν οι ρουφιάνοι.
Αλλά ήταν όλα κανονικά. Και τα κλουβιά με ομήρους μπροστά στις μηχανές των τραίνων, και συχνά η μηχανή πίσω, για να θρυμματίζονται τα βαγόνια με τους παρακατιανούς.
Με διαφόρους τρόπους, αυτοί που είχαν συγγενείς σε χωριά, έκρυβαν κάτω από το ντιβάνι τους, υπό την κλάρα, τενεκεδάκια με αλεύρι και άλλα τρόφιμα. Στα ταπεινά σπίτια των χωριών, έβλεπες κομμότες και κηροπήγια, φουστανάκια της βόλτας κρεμασμένα με συρμάτινη κρεμάστρα από καρφί στην πόρτα, ένα βιολί σε θήκη, στο συρτάρι ένα κουτί με κολλιέ ,δαχτυλίδια και σταυρουδάκια, ανταλλαγές για ένα μπουκάλι λάδι η ένα τσουβαλάκι με δυo οκάδες σιτάρι.
Ήταν κατάρα να είσαι «εκδηλωμένος». Στην αρχή, κυνηγούσαν με τον νόμο του Βενιζέλου.Αργότερα, οι φάκελοι απόκτησαν βάθος και ποσότητες καταγγελιών, αφού οι χαφιέδες κάλυπταν την ζήτηση.
Σε όλη τη δεκαετία του 30, οι εκδηλωμένοι μετρήθηκαν και ζυγίζονταν. Οι ίδιοι φάκελοι εμπλουτίστηκαν στην Κατοχή. Σπαράγματά τους, συνέχισαν να υπάρχουν ώς την μεταπολίτευση και παραπέρα.
Ακόμη και σε αυτόν τον ζόφο της Κατοχής, υπήρχε τρόπος να σε σβήσουν, έστω προσωρινά, από την κατάδοση και την ομηρεία. 'Ηθελε λίρες, μισόγυμνα σώματα γυναικών σε όρθια πηδήματα στο πλυσταριό,εκχωρήσεις κάθε τύπου για να γλυτώσει ο συγγενής.



