Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καθημερινότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καθημερινότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

'Ασπρο κοστούμι στην πόλη, Κατοχή.

Τον έλεγαν «το άσπρο κοστούμι» καθώς ανηφόριζε για τους δικούς του λόγους την Πανεπιστημίου στην Κατοχή.

 Του Πάνου Θεοδωρίδη

Υπήρχαν και τότε εστιατόρια, μόνο που δεν πολυρωτούσες τι ακριβώς έτρωγες-ήταν ανθυγιεινό για το καλό σου γούστο, όσο απόμενε. Για τους πολλούς ,υπήρχαν συσσίτια και όπως οι μεσαιωνικοί άνθρωποι κουβαλούσαν στη ζώνη το κουτάλι τους, πολλοί δεν αποχωρίζονταν την καραβάνα.

Χειροποίητοι τροχοί λοταρίας, παρταόλες και παπατζήδες συμπλήρωναν την ταπετσαρία πολλών τοίχων. Θέατρα, σινεμάδες και βαριετέ, είχαν κόσμο. Όσο βάραινε η ατμόσφαιρα, πελατείες συνωστίζονταν σε γραφεία σπουδαίων προσώπων, όταν κάποιος ήξερε κάποιον και μεσολαβούσε να βγεί από τα κρατητήρια κάποιος που τσίμπησαν οι αστυφύλακες και υπέδειξαν οι ρουφιάνοι.

Αλλά ήταν όλα κανονικά. Και τα κλουβιά με ομήρους μπροστά στις μηχανές των τραίνων, και συχνά η μηχανή πίσω, για να θρυμματίζονται τα βαγόνια με τους παρακατιανούς.

Με διαφόρους τρόπους, αυτοί που είχαν συγγενείς σε χωριά, έκρυβαν κάτω από το ντιβάνι τους, υπό την κλάρα, τενεκεδάκια με αλεύρι και άλλα τρόφιμα. Στα ταπεινά σπίτια των χωριών, έβλεπες κομμότες και κηροπήγια, φουστανάκια της βόλτας κρεμασμένα με συρμάτινη κρεμάστρα από καρφί στην πόρτα, ένα βιολί σε θήκη, στο συρτάρι ένα κουτί με κολλιέ ,δαχτυλίδια και σταυρουδάκια, ανταλλαγές για ένα μπουκάλι λάδι η ένα τσουβαλάκι με δυo οκάδες σιτάρι.

Ήταν κατάρα να είσαι «εκδηλωμένος». Στην αρχή, κυνηγούσαν με τον νόμο του Βενιζέλου.Αργότερα, οι φάκελοι απόκτησαν βάθος και ποσότητες καταγγελιών, αφού οι χαφιέδες κάλυπταν την ζήτηση.

Σε όλη τη δεκαετία του 30, οι εκδηλωμένοι μετρήθηκαν και ζυγίζονταν. Οι ίδιοι φάκελοι εμπλουτίστηκαν στην Κατοχή. Σπαράγματά τους, συνέχισαν να υπάρχουν ώς την μεταπολίτευση και παραπέρα.


Ακόμη και σε αυτόν τον ζόφο της Κατοχής, υπήρχε τρόπος να σε σβήσουν, έστω προσωρινά, από την κατάδοση και την ομηρεία. 'Ηθελε λίρες, μισόγυμνα σώματα γυναικών σε όρθια πηδήματα στο πλυσταριό,εκχωρήσεις κάθε τύπου για να γλυτώσει ο συγγενής.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Κάποιες φορές να λες: Δε γαμιέται;

de


Δύο άνθρωποι στο δάσος αποφάσισαν να κάνουν ένα διαγωνισμό κοψίματος ξύλων. Πήραν από ένα πριόνι και ξεκίνησαν να κόβουν κορμούς.

Όμως ο ένας από αυτούς κάθε τόσο σταματούσε το κόψιμο, έπαιρνε το πριόνι και έμπαινε στην καλύβα του. Έβγαινε μετά από δέκα λεπτά και συνέχιζε. Ο άλλος δεν σταματούσε να πριονίζει, και χαμογελούσε, βέβαιος για τη νίκη του.

Όταν τελειώσανε δεν χρειαζόταν καν να μετρήσουν τα κομμένα ξύλα. Ο σωρός εκείνου που κάθε τόσο σταματούσε ήταν εμφανώς μεγαλύτερος.

– Πώς έγινε αυτό; τον ρώτησε ο ηττημένος. Εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να πριονίζω, ενώ εσύ κάθε τόσο έμπαινες στην καλύβα σου.

– Ναι, αλλά εγώ, όταν έμπαινα μέσα, ακόνιζα το πριόνι μου, του απάντησε ο νικητής.
~~
Αυτή την ιστορία τη διάβασα πριν πολλά χρόνια σ’ ένα βιβλίο του Στίβεν Κόβεϊ. Αυτός είναι (ήταν, σκοτώθηκε κάνοντας ποδήλατο) σύμβουλος επιχειρήσεων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.
Μάθαινε τους διευθυντές πώς θα κάνουν τους εργαζόμενους να αποδίδουν τα μέγιστα. Τι τους έλεγε; (με λίγα λόγια): «Πληρώστε τους καλά, αφήστε τους να ξεκουραστούν, δώστε τους ελευθερία κινήσεων, κάντε τους ν’ αγαπήσουν την εργασία τους, να νιώσουν υπεύθυνοι και περήφανοι για όσα καταφέρνουν».

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Περιστρεφόμενο Κατακάθι

coffee-shop-railway-statio

Στη στάση καμιά δεκαριά άνθρωποι. Μισοί στο πεζοδρόμιο, ένας δυο κάθονται, οι άλλοι πάνω στην άσφαλτο, ανυπόμονοι, το βλέμμα χαμένο και εστιασμένο στο βάθος της λεωφόρου, λες και αν κοιτάξεις αρκετά επίμονα θα εμφανιστεί το λεωφορείο. Όμως αυτό αργεί.

Επάνω στο πεζοδρόμιο στέκεται κι αυτή, 40 με 45, τζιν και γκρι μακρυμάνικο, στη μέση μιας λίμνης από σακούλες σουπερμάρκετ, έξι, εφτά σακούλες όλες τίγκα. Είναι κουρασμένη και φαίνεται. Εννιά ώρες στη γραμμή παραγωγής φρέντο εσπρέσο, το ‘χει υπολογίσει, φτιάχνει ενάμιση καφέ το λεπτό, αδιάκοπα, με ένα διάλειμμα εικοσάλεπτο και ένα πεντάλεπτο. Φτιάχνει, φτιάχνει, φτιάχνει, να παίρνουν οι περαστικοί, να φεύγουν οι περαστικοί κι ύστερα σχολάει και είναι Παρασκευή και δεν έχει πάει σούπερ μάρκετ και πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ και τελικά πάει. Δεν τα έχει υπολογίσει καλά, τα πράγματα είναι πολλά. Τα λεωφορεία μετά τον εξορθολογισμό των δρομολογίων δεν πάνε κέντρο, σταματάνε φιξ, να πάρεις δηλαδή πρώτα το μετρό και ύστερα το λεωφορείο. Σωστή απόφαση, αποφεύγουμε την κίνηση, ελαττώνεται η συμφόρηση, πάμε πιο γρήγορα. Μετέφερε μέσα στο μετρό πάνω κάτω τις έξι με εφτά σακούλες, έφτασε στη στάση και τώρα περιμένει.


Το λεωφορείο κάποτε φτάνει, έχει ήδη αρκετό κόσμο και μπαίνει κι άλλος και η γυναίκα προσπαθεί να μπει με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ, πρώτα δηλαδή να τις πιάσει όλες να τις σηκώσει καλά και μετά να βρει χώρο να μπει να προχωρήσει λίγο πιο μέσα να βρει χώρο να τις ακουμπήσει δεν μπορεί να τις κρατάει για ένα ολόκληρο τέταρτο θα της κοπούν τα χέρια να τις αφήσει λίγο κάτω. Τις αφήνει και ποιος ξέρει αν ακουμπάνε στο δάπεδο ή στα παπούτσια των άλλων, πάντως δημιουργείται ένα θεματάκι, δεν είναι λίγοι αυτοί που δυσφορούν, αλλά αυτή έχει μάθει, προσπαθεί να μην εστιάζει, να μη δίνει σημασία, να ακούει και να παρατηρεί τέλος πάντων, αλλά αυτή η παρατήρηση να μη δημιουργεί συνέπειες. Το κόλπο το μαθαίνει κανείς στη δουλειά και μετά το επεκτείνει σε όλες τις δραστηριότητες. Όταν ο άλλος σε στραβοκοιτάζει, γκρινιάζει, κριτικάρει, τραμπουκίζει, η διαδικασία πάει ως εξής: Δέχεσαι τα ερεθίσματα, τα ρουφάς, τα οδηγείς μέσα από το λαιμό στο βάθος του στομαχιού (όχι χωρίς μια κάποια δυσκολία, πάντως σιγά σιγά το καταφέρνεις καλύτερα), τα καθίζεις εκεί, τα φέρνεις δεξιά κι αριστερά, ένα κατακάθι ελληνικού καφέ που βρίσκει τη φωλιά του κι εσύ μένεις απλά ακίνητος ή κάνεις ό,τι έκανες. Δεν επιτρέπεις στην κατάποση του δηλητηρίου να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, ό,τι μπαίνει, μπαίνει καλώς και καλώς μένει εκεί και δε βγαίνει, παρά φωλιάζει για τα καλά και μαζεύεται σε μαύρες μάζες. Εσύ μένεις με μια έντονη ξινίλα, κάτι σαν καούρα που με τον καιρό συνηθίζεται, και μάλιστα έχεις και επιπλέον όπλα στη φαρέτρα σου, όπλα όλων των ειδών – λουμαρέν και ζαντάκ και ζάναξ – και όλα μετατρέπονται σιγά σιγά σε μια βουβή απελπισία που έχει μάθει να νανουρίζεται.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΡΟΣΟΧΗ ΖΟΜΠΙ.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΖΟΜΠΙ.


Περίμενα στην ουρά υπομονετικά με ένα μπλουζάκι που λόγω εκπτώσεων και τιμής που του είχαν βάλει θα έπρεπε να ντρέπομαι να περιμένω.. αλλά γινόταν πανζουρλισμός. Ηταν εκείνα τα κλασικά σκηνικά όπου τα πρόβατα , συγνώμη οι πελάτες ήθελα να πω, πλακώνονται ποιο θα προλάβει να πάρει το περισσότερο χορτάρι σε τιμή ευκαιρίας.   Εκεί λοιπον στην ουρά ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τα... ζόμπι.

Ηταν πίσω μου δυο μούμιες μου η μούρη τους θύμιζε αμυδρά τον άνθρωπο που κάποτε υπήρξε ποριν από τα χιλιάδες τραβήγματα ... ένας λαιμός κρεμασμένος σαν πατσαβούρι κι η υπόλοιπη εμφάνιση μια κακή έκδοση από ένα αποτυχημένο καρναβάλι...

Μαίρη μου ονομαζόταν το ένα ζόμπι, άννα μου το άλλο. Είχαν πάρει ένα βουνό από διάφορα ρούχα, μπιχλιμπιδια, και περίμεναν στην ουρά, θάβοντας εν τω μεταξύ μέχρι και τα ένατου βαθμού ξαδέλφια τους... Συνειδητοποίησα τότε πως .. κι όμως δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε επαφή με ζόμπι.  Συνειδητοποίησα πως κάθε μέρα έρχομαι σε επαφή με τα ζόμπι. Μόλις βγαίνω από το σπίτι το πρωί. Συναντάω διάφορες κατηγορίες στο μετρό, μετά στη δουλειά μου, στο καφέ που σταματάω να πάρω ένα κολατσιό, στα μαγαζιά που θα ψωνίσω, στο δρόμο που θα περάσουν δίπλα μου...

Συνεχίζοντας την μακάβρια ονειροπόληση κατάλαβα πως από την ώρα που άνοιξα τα μάτια μου είδα ζόμπι... Και μετά ήρθαν στο μυαλό μου ολόκληρες συνοικίες, πόλεις, κράτη που ήταν γεμάτα από τις φυλές των ζωντανών-νεκρών...

Σκέφτηκα πως τελικά οι καταραμένοι πίνακες του Ιερώνυμου Μπος δεν ήταν οπτασίες , οράματα ή κάποια ανατριαχιαστική φαντασία του καλλιτέχνη αλλά μια απλή καταγραφή αυτού που έβλεπε μπροστά του. Σκέφτηκα πως χιλιάδες "τρελλοί" που κατέληξαν σε κάποιο άσπρο θάλαμο λοβοτομημένοι, όταν φώναζαν βλέπω ένα τέρας, ... απλά το έβλεπαν.

Εχουμε κάνει ένα μεγάλο λάθος. Θεωρούμε πως ότι βλέπουμε γύρω μας είναι... ζωντανό. Με αποτέλεσμα να ερχόμαστε σε επαφή με όλα αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα και να μην αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει. Γιατί θεωρούμε δεδομένο πως το να ανασαίνεις, να χτυπάει η καρδιά και να το πιστοποιεί ο οποιοσδήποτε γιατρός είναι ένδειξη ζωής... Ομως στ΄αλήθεια σε τι διαφέρει η πλειοψηφία των κατοίκων της πολιτισμένης πλέον γης από τους ήρωες των ταινιών σπλάτερ?