Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ

Ο φόβος λοιπόν είναι κάποια λύπη ή ταραχή πού προκαλείται από την αίσθηση κάποιου κακού πού επαπειλείται, ενός κακού πού μπορεί να μάς καταστρέψει ή να μάς λύπηση. Γιατί οι άνθρωποι δεν φοβούνται όλα τα κακά, όπως π.χ. αν θα γίνουμε άδικοι ή βραδείς στη σκέψη, αλλά όσα μπορούν να μάς φέρουν μεγάλη λύπη ή καταστροφή, και μάλιστα όταν αυτά δεν βρίσκονται μακριά, αλλά φαίνονται πολύ κοντά, ότι επίκεινται. Γιατί τα πολύ μακρινά δεν τα φοβούνται. Γιατί όλοι γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν, αλλά πιστεύουν ότι ο θάνατος δεν είναι κοντά, γι’ αυτό δεν τούς νοιάζει.


Αν λοιπόν αυτός είναι ο φόβος, κατ’ ανάγκη φοβερά είναι όλα αυτά πού φαίνονται πώς έχουν μεγάλη δύναμη να μάς καταστρέψουν ή να μάς προξενήσουν βλάβες πού θα έχουν ως αποτέλεσμα μεγάλη λύπη. Γι’ αυτό και οι ενδείξεις αυτών των δυστυχημάτων προξενούν φόβο. Γιατί φαίνεται κοντά αυτό πού φοβούμαστε. Γιατί αυτό ακριβώς είναι ο κίνδυνος, ο ερχομός του φοβερού. Και τέτοιες ενδείξεις είναι ή έχθρα και ή οργή ανθρώπων πού έχουν τη δύναμη να κάνουν κάποιο κακό. Γιατί είναι φανερό ότι θέλουν να το κάνουν, ώστε βρίσκονται κοντά στο να το κάνουν. Τέτοια ένδειξις είναι και η αδικία πού έχει δύναμη, γιατί ο άδικος είναι άδικος γιατί προκρίνει την αδικία. Ένδειξις είναι και ή αρετή πού την έχουν προσβάλει, όταν αποκτά δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι έχει την προαίρεση πάντοτε να κάνει κακό, όταν προσβάλλεται, αλλά μόνο τώρα έχει τη δύναμη να το πράξει. ’Ένδειξις είναι και ο φόβος αυτών πού μπορούν να κάνουν κάτι. Γιατί κι αυτός κατ’ ανάγκη είναι έτοιμος να μάς βλάψει. Επειδή οι πολλοί είναι κακοί και επιδιώκουν το κέρδος και είναι δειλοί στους κινδύνους, είναι φοβερό να κρέμεσαι από την εξουσία τού άλλου, ώστε ένας πού έχει διαπράξει έγκλημα, έχει λόγους να φοβάται τούς συνενόχους του μήπως τον καταγγείλουν ή τον εγκαταλείπουν.

Και όσοι έχουν τη δύναμη να αδικούν εμπνέουν το φόβο σε αυτούς πού μπορούν να αδικούνται χωρίς εκδίκηση. Γιατί οι άνθρωποι ως επί το πλείστον αδικούν, όταν μπορούν. ’Επίφοβοι είναι και όσοι έχουν αδικηθεί ή νομίζουν ότι αδικούνται. Γιατί πάντα παραφυλάνε την ευκαιρία. Φοβεροί είναι κι αυτοί πού έχουν αδικήσει, αν έχουν δύναμη, γιατί φοβούνται μήπως πάθουν τα ίδια, δεδομένου ότι αυτό, όπως είπαμε, προκαλεί φόβο. Κι όσοι διεκδικούν το ίδιο πράγμα και δεν είναι δυνατό ταυτόχρονα να το έχουν και οι δυο. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους. Και όσοι είναι επίφοβοι στους ισχυρότερους από μάς, είναι και σε μάς επίφοβοι. Γιατί μπορούν περισσότερο να βλάψουν εμάς, αφού μπορούν να βλάψουν τούς ισχυρότερους. Φοβεροί είναι κι αυτοί τούς οποίους φοβούνται οι ισχυρότεροι μας, κι αυτό για τον ίδιο λόγο. Κι όσοι έχουν σκοτώσει τούς ισχυρότερους μας. Κι όσοι επιτίθενται εναντίον των ασθενέστερων τους. Γιατί αυτοί ή είναι ήδη επίφοβοι ή θα γίνουν όταν αυξηθεί ή δύναμη τους.

Και από εκείνους πού έχουν αδικηθεί, είτε εχθροί είναι είτε αντίπαλοι, επίφοβοι δεν είναι οί οξύθυμοι και οί ελευθερόστομοι, αλλά οι πράοι και οι είρωνες και οι πανούργοι. Γιατί είναι αβέβαιο αν θα εκδηλωθεί σύντομα ή εκδίκησις τους, ώστε ποτέ δεν γνωρίζει κανείς αν βρίσκεται μακριά από αυτήν.

Kι όλα τα φοβερά είναι φοβερότερα, αν τα σφάλματά μας δεν είναι δυνατό να τα επανορθώσουμε, αλλά ή είναι εντελώς αδύνατο αυτό το πράγμα ή δεν είναι στο χέρι μας, αλλά στο χέρι των αντιπάλων μας. Επίσης και εκείνα πού δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει ή δεν είναι εύκολο να τα βοηθήσει. Και γενικά, φοβερά είναι όσα γίνονται εις βάρος των άλλων ή μέλλουν να συμβούν και προκαλούν τον οίκτο. Τα φοβερά λοιπόν πράγματα και όσα γενικά φοβούνται οι άνθρωποι, σχεδόν αυτά είναι τα πιο σπουδαία.

Τώρα θα αναπτύξουμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι και φοβούνται.

Αν λοιπόν o φόβος προκύπτει από την προσδοκία ότι θα πάθουμε κάποια συμφορά, είναι φανερό ότι κανείς από εκείνους πού νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν κανένα κακό, δεν φοβάται. Και δεν φοβούνται ούτε αυτά πού δεν νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν, ούτε εκείνους από τούς οποίους δεν νομίζουν ότι θα τα πάθουν, ούτε τότε φοβούνται, όταν δεν νομίζουν ότι πρόκειται να πάθουν τίποτε. Συνάγεται λοιπόν ότι κατ’ ανάγκη φοβούνται εκείνοι πού νομίζουν ότι κάτι θα πάθουν, και τα πρόσωπα από τα όποια φοβούνται ότι θα το πάθουν, και αυτά πού θα πάθουν, και το χρόνο πού θα το πάθουν. 
Και δεν πιστεύουν ότι θα πάθουν τίποτε εκείνοι πού βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία η νομίζουν ότι βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία, για αυτό είναι και αυθάδεις και αλαζονικοί και θρασείς (και τέτοιους κάνει τούς ανθρώπους ο πλούτος, ή σωματική δύναμις, οι πολλοί φίλοι, ή κοινωνική επιρροή). Επίσης δεν φοβούνται αυτοί πού νομίζουν ότι έχουν πάθει ήδη τα πάνδεινα και βλέπουν με ψυχρή αδιαφορία το μέλλον, σαν αυτούς πού είναι καταδικασμένοι στο θάνατο με αποτυμπανισμό. ’Αλλά πρέπει να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από την αγωνία τού φόβου. Απόδειξις είναι το γεγονός ότι ο φόβος κάνει τούς ανθρώπους να σκέπτονται, γιατί βέβαια κανείς δεν σκέπτεται τα ανέλπιστα.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Σκέψεις πάνω στον Machiavelli

Όπως περιγράφουν οι Quentin Skinner (1981) και Giuliano Procacci (1960), το 1494 ο βασιλιάς της Γαλλίας, Κάρολος ο 8ος, εισβάλει στην Ιταλία και κατακτά την Νάπολη και την ρεπουμπλικανική Φλωρεντία. To 1512 η Φλωρεντία θα περάσει στον έλεγχο των Ισπανών οι οποίοι θα επαναφέρουν την αριστοκρατική οικογένεια των Μεδίκων στο θρόνο. Ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος, ψ, όντας τότε γραμματέας του Δεύτερου Ανώτατου Δικαστηρίου της Φλωρεντίας (γνωστός για τις ρεπουμπλικανικές του θέσεις) θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εξουσία τους. Ένα χρόνο αργότερα θα συλληφθεί, θα βασανιστεί, θα εκτοπιστεί αλλά αργότερα θ’ αποφυλακιστεί. Έχοντας όμως χάσει ένα ένα όλα του τα αξιώματα, θα καταφύγει στο ιδιωτικό του κτήμα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από τη γενέτειρά του, προσπαθώντας να επανέλθει στην πολιτική σκηνή μέσω της πένας του. Έτσι, θα συγγράψει τον Ηγεμόνα (Il Principe), αναλύοντας με πλήρη σαφήνεια και ωμό ρεαλισμό (που πολλές φορές προτρέπει και στην άρση κάθε ηθικού ορίου) ποιες θα πρέπει να είναι οι κινήσεις ενός άρχοντα (μονάρχη) για να διατηρήσει την εξουσία του, εξουδετερώνοντας εχθρούς και συνωμότες. Ολοφάνερα, ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος  προσπαθεί κερδίσει την εμπιστοσύνη του Giuliano di Lorenzo των Μεδίκων (προφανώς με στόχο να επανακτήσει κάποια από τα χαμένα του αξιώματα στην πόλη) όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της μικρής αυτής διατριβής. Δεδομένου ότι ο Ηγεμόνας κεντρίζει το ενδιαφέρον πολλών μελετητών, ενώ κατά διαστήματα υπήρξε βασική πηγή έμπνευσης για αυταρχικούς πολιτικούς και δικτάτορες [1], η σκέψη του Μακιαβέλι τείνει να θεωρείται βασικός ιδεολογικός τροφοδότης του πολιτικού αυταρχισμού. Μια βαθύτερη ανάλυση στο έργο του Φλωρεντίνου φιλοσόφου, ωστόσο, αρκεί ώστε να μας πείσει για το αντίθετο, ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν βαθύτατα δημοκρατικό φιλόσοφο και συνάμα για έναν από τους μεγαλύτερους δασκάλους της πολιτικής αρετής.


Αναμφισβήτητα ο Ηγεμόνας είναι το πιο γνωστό και πολυσυζητημένο (αλλά και αντιπροσωπευτικό για το ευρύ κοινό) έργο του Μακιαβέλι. Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να θεωρήσουμε τη συγκεκριμένη διατριβή ως αφετηρία της σκέψη του, δεδομένης της ιδιαιτερότητας του γραπτού (ιδίως αν μέσα σε όλα συμπεριλάβουμε και το γεγονός ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ουδέποτε εξέδωσε τον Ηγεμόνα, ο οποίος κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, το έτος 1532). Στο ογκώδες Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio, ο Μακιαβέλι τεκμηριώνει απόψεις που αντικατοπτρίζουν το σύνολο των πολιτικών του πεποιθήσεων και ανοιχτά υπερασπίζεται το ρεπουμπλικανικό (δημοκρατικό) σύστημα και την ισότητα, θεωρώντας τα εγκλήματα που διαπράττουν οι πρίγκιπες και οι βασιλιάδες πολύ πιο απεχθή από αυτά που διαπράττει ο δήμος ή το πλήθος (multidudine). Πιο συγκεκριμένα, όπως σχολιάζει στα τελευταία κεφάλαια του πρώτου τόμου, «όπου υπάρχει ισότητα, είναι αδύνατο να εγκαθιδρυθεί ένα Πριγκιπάτο, και όπου δεν υπάρχει, είναι αδύνατο να αναδυθεί μια δημοκρατία» (Machiavelli 1960, 258). Η «φύση» και ο χαρακτήρας των μαζών, για τον ίδιο, δεν είναι διαφορετική από αυτή των πριγκίπων και των βασιλιάδων. Επίσης, όπως αναλύει παρακάτω, οι μάζες είναι δυνατό να πάρουν λάθος αποφάσεις. Αλλά αν πραγματικά οδηγηθούν στον λάθος δρόμο κανείς δεν μπορεί να τις εμποδίσει. Εξίσου όμως οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες μπορούν να παίρνουν λάθος αποφάσεις, εξηγεί ο Μακιαβέλι, φέρνοντας πληθώρα παραδειγμάτων από Ρωμαίους αυτοκράτορες και τυράννους των οποίων τα σφάλματα και τα εγκλήματα ξεπερνούν αυτά του δήμου και του πλήθους. Όταν, λοιπόν, ο λαός είναι στην εξουσία και είναι καλά οργανωμένος, θα είναι σταθερός, συνετός και ευγνώμων, με τον ίδιο τρόπο, ή με καλύτερο, από ό, τι είναι ένας πρίγκιπας.


Και, από την άλλη, ένας πρίγκιπας που δεν σέβεται τους νόμους, θα είναι πολύ πιο αχάριστος, άστατος και αλόγιστος από ό, τι ο ίδιος λαός στην ίδια κατάσταση. Και στις εκλογές των δικαστών, ακόμα, ο λαός μπορεί να κρίνει ορθότερα από τον πρίγκιπα. Στη συνέχεια ο Μακιαβέλι, φέρνοντας στη συζήτηση διάφορα παραδείγματα από τη Ρωμαϊκή αρχαιότητα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως μια κυβέρνηση από το λαό είναι προτιμότερη από ό, τι οι μοναρχικές κυβερνήσεις. Ακόμα και αν θα πρέπει να συγκρίνουμε την πιο δίκαιη μορφή ενός πριγκιπάτου, μια μοναρχική εξουσία που ο ένας κυβερνά με βάση το νόμο (και όχι αυθαίρετα) με μια δημοκρατία όπου ο λαός, ο δήμος, ασκεί πολιτική με σύνεση και νομιμοφροσύνη, περισσότερη αρετή θα βρεθεί στην εξουσία του λαού παρά σε αυτή του πρίγκιπα. Τέλος, ένα δημοκρατικό πολίτευμα λόγω του μεγάλου αριθμού ανθρώπων που συμμετέχει στην άσκηση της πολιτικής, μπορεί πολύ πιο δύσκολα να διαφθαρεί σε σύγκριση με το πολίτευμα του ενός, τη μοναρχία.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Τα άκυρα επιχειρήματα και η οικονομία της σκέψης

Ως άκυρα επιχειρήματα ονομάζεται μια μεγάλη σειρά από εσφαλμένα ή ατελή σκεπτικά που διαπιστώνονται στην ανθρώπινη επικοινωνία και στη διατύπωση κρίσεων. Το πρώτο έργο στο οποίο εντοπίζονται και περιγράφονται τέτοιοι συλλογισμοί είναι οι Σοφιστικο λεγχοι του Αριστοτέλη, όπου παρατίθενται μία σειρά από τεχνικές, λεκτικά και λογικά τεχνάσματα, που χρησιμοποιούσαν οι σοφιστές ως γυμνάσματα για να οδηγούν τον συνομιλητή τους σε παράδοξο συμπέρασμα και πλάνη. Ο κατάλογος εμπλουτίστηκε αργότερα μετά τον Μεσαίωνα στη λατινική βιβλιογραφία γι αυτό πολλά από τα δημοφιλή άκυρα επιχειρήματα διασώζονται με λατινική ονομασία.1
 
Τα άκυρα επιχειρήματα είναι πολύ συχνά στην ανθρώπινη επικοινωνία. Άλλοτε μπορεί να είναι υποκινούμενα για την χειραγώγηση της γνώμης των άλλων και την εξασφάλιση συναίνεσης, άλλοτε όμως τα αναπτύσσουμε μόνοι μας ως συντομεύσεις σκεπτικού που μας διευκολύνουν να καταλήγουμε σε συμπεράσματα και να μην απεραντολογούμε, συχνά και υπό την πίεση λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα εκτιμούμε ότι τα άκυρα επιχειρήματα αποβλέπουν στην οικονομία της σκέψης με την έννοια της εξοικονόμησης ενέργειας, γιατί και η διαδικασία της σκέψης–όπως και αν μεταφράζεται βιοχημικά στον ανθρώπινο οργανισμό–απαιτεί ενεργειακή δαπάνη. Επομένως ως έκφανση εξοικονόμησης ενέργειας, τα άκυρα επιχειρήματα, μερικά από τα οποία παραθέτουμε ακολούθως, δεν είναι αυτά καθαυτά μεμπτά, δεδομένου ότι η εξοικονόμηση ενέργειας είναι κινητήριος δύναμη του πολιτισμού (η τεμπελιά είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος ανακάλυψε τον τροχό). Είναι όμως σημαντικό να έχουμε γνώση και επίγνωση των άκυρων τρόπων σκέψης, δηλαδή των σκεπτικών με τα οποία δεν είναι σίγουρο ότι οδηγούμαστε σε αληθή συμπεράσματα, για να αποφεύγουμε την εξαπάτηση ή την αυταπάτη. Παραθέτουμε οκτώ μόνο από τα δημοφιλέστερα ίσως άκυρα επιχειρήματα, μολονότι ο κατάλογος είναι μεγάλος και πάντα ανοιχτός σε προσθήκες, γιατί φαίνεται πως είναι ανεξάντλητη η επινοητικότητα του ανθρώπου, όταν κάτι τον βοηθά να σκεφτεί λιγότερο ή και να κατευθύνει τους άλλους να κάνουν το ίδιο.
 
1. Argumentum ad hominem (επιχείρημα κατά του προσώπου, homo = άνθρωπος στα λατινικά, αιτιατικήhominem). Το επιχείρημα αυτό περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία απορρίπτουμε ή δεχόμαστε το περιεχόμενο μιας πρότασης με βάση το ποιος το λέει, π.χ. αν ο Γιάννης μας λέει πως ο μπρούτζος είναι κράμα χαλκού με κασσίτερο, αυτό το δεχόμαστε ή το απορρίπτουμε με βάση το αν συμπαθούμε τον Γιάννη, με βάση τη διαγωγή του Γιάννη σε άλλα θέματα, την οικογένεια του Γιάννη, τον χαρακτήρα του, τις πολιτικές του πεποιθήσεις, προηγούμενες ορθές ή εσφαλμένες κρίσεις του Γιάννη σε άλλα θέματα κτλ. Ωστόσο τίποτε από όλα αυτά πραγματικά δεν σχετίζεται με την αλήθεια ή μη του περιεχομένου της πρότασης: ο μπρούτζος είναι κράμα χαλκού με κασσίτερο. Η πρόταση αυτή είναι αληθής ή ψευδής με βάση το περιεχόμενό της, τη σημασία των λέξεων που τη συναποτελούν και την αντικειμενική πραγματικότητα. Όχι με βάση τον εκφωνητή της.