Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Κορνήλιος Καστοριάδης – μεταρρύθμιση ή μετασχηματισμός;

Απόσπασμα από το βιβλίο Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα (τόμος ΙΙΙ – Θουκυδίδης, η ισχύς και το δίκαιο). Σεμινάριο της 19ης Δεκεμβρίου 1984 σ.113-118 (εκδόσεις Κριτική)_____________________________________________
Προτού προχωρήσω περισσότερο, θα ήθελα να σταθώ σε ένα ζήτημα που συζητιέται εδώ και πάνω από έναν αιώνα και γενικά παρουσιάζεται με τη μορφή διλήμματος: μεταρρύθμιση ή επανάσταση; Στο πρόταγμα μιας αυτόνομης κοινωνίας που έχω κατά νου, η μετάβαση σε αυτή την κοινωνία συνεπάγεται ριζικό μετασχηματισμό. Μέχρι πού φτάνει αυτός ο μετασχηματισμός; Λέω ευθύς εξαρχής ότι το ερώτημα είναι παραπλανητικό αν διατυπωθεί ως απλά αντίθεση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης. Όπως σημείωνα πρόσφατα, αν ισχυριστούμε ότι μια αλλαγή δεν είναι ποτέ «ριζική» με την έννοια της tabula rasa, διατυπώνουμε μάλλον μια τεράστια κοινοτοπία και μάλιστα ταυτολογία. Τέλος πάντων· καλύτερα όμως να το λέμε. Σε τελική ανάλυση, χρειάστηκε να έρθει ο Husserl – ύστερα από 2.500 χρόνια φιλοσοφίας – για να διατυπωθεί μια εντυπωσιακά κοινότοπη ιδέα, ότι δηλαδή η συνείδηση είναι συνείδηση κάποιου πράγματος, ότι δεν υπάρχει σκέψη χωρίς αντικείμενο της σκέψης μου. Κάθε μετασχηματισμός, όσο ριζικός κι αν είναι, θα είναι πάντα ένας μετασχηματισμός ή, αν προτιμάτε, μια «μεταρρύθμιση» της κοινωνίας, δεδομένου ακριβώς του γεγονότος ότι δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει μια tabula rasa. Θα υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, πάντοτε κάποια συγκεκριμένα άτομα – έτσι όπως είναι διαμορφωμένα από την προηγούμενη κοινωνία, τα οποία μιλούν μια γλώσσα που προϋπήρχε και η οποία, παρά τους μετασχηματισμούς που μπορεί να υποστεί, εξακολουθεί να μεταφέρει σημασίες της προηγούμενης περιόδου -, τα άτομα δε αυτά θα εισάγουν αυτό τον ριζικό μετασχηματισμό, ο οποίος επομένως δεν θα είναι ποτέ απολύτως ριζικός, ἀπλώς ριζικός, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Κατά μια άλλη έννοια, βεβαίως, έχω ήδη υπενθυμίσει ότι θα ήμασταν άθλιοι σοφιστές αν προσποιούμασταν ότι ξεχνάμε τις τεράστιες διαφορές που υφίστανται ανάμεσα σε ένα σύστημα όπου ο βασιλιάς της Γαλλίας παίρνει με το συμβούλιό του την τάδε απόφαση, η οποία τροποποιεί τις αρμοδιότητες κάποιου τοπικού κοινοβουλίου, και σε όσα συμβαίνουν στη Γαλλία ανάμεσα στο 1789 και το 1795, η ανάμεσα στην  επί αιώνες αλληλοδιαδοχή των φαραωνικών δυναστειών και σε όσα είδαμε να διαδραματίζονται στην αρχαία Ελλάδα. Προφανώς, στοχεύουμε σε μια διαφορά αυτή της τάξεως, και ο ριζικός μετασχηματισμός που αναζητάμε είναι αυτού του τύπου. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι μπορεί να υπάρξει αυθεντικός και εξίσου ριζικός μετασχηματισμός τέτοιου τύπου προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: όχι προς την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης κοινωνίας, αλλά προς την επάνοδο ή μάλλον την άνοδο μιας ανήκουστης μέχρι στιγμής στην ιστορία κατάστασης ετερονομίας. Ας μη μιλήσουμε εδώ για την περίπτωση της Ρωσίας, η οποία είναι πολύ περίπλοκη από αυτή την άποψη. Ας αναλογιστούμε όμως τον αναμφίβολα ριζικό μετασχηματισμό ο οποίος ξεκινά στη Γερμανία μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου του 1933 και δεν συνιστά επιστροφή στο παρελθόν· η κατάσταση ετερονομίας που δημιουργήθηκε στη Γερμανία υπό το ναζιστικό καθεστώς είναι ένα καινούργιο ιστορικό ζώο. Είναι επομένως προφανές ότι το ζήτημα δεν συνίσταται στο να προσδώσουμε θετικό πρόσημο στην ιδέα του ριζικού μετασχηματισμού αυτή καθαυτή. Μιας και μιλάμε για κοινοτοπίες, ας δούμε κατά πρώτον για ποιον μετασχηματισμό πρόκειται. Ας μάθουμε να δυσπιστούμε απέναντι στις λέξεις και ας προσπαθήσουμε να προσέχουμε πάντα το περιεχόμενο.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Σκέψεις πάνω στον Machiavelli

Όπως περιγράφουν οι Quentin Skinner (1981) και Giuliano Procacci (1960), το 1494 ο βασιλιάς της Γαλλίας, Κάρολος ο 8ος, εισβάλει στην Ιταλία και κατακτά την Νάπολη και την ρεπουμπλικανική Φλωρεντία. To 1512 η Φλωρεντία θα περάσει στον έλεγχο των Ισπανών οι οποίοι θα επαναφέρουν την αριστοκρατική οικογένεια των Μεδίκων στο θρόνο. Ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος, ψ, όντας τότε γραμματέας του Δεύτερου Ανώτατου Δικαστηρίου της Φλωρεντίας (γνωστός για τις ρεπουμπλικανικές του θέσεις) θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εξουσία τους. Ένα χρόνο αργότερα θα συλληφθεί, θα βασανιστεί, θα εκτοπιστεί αλλά αργότερα θ’ αποφυλακιστεί. Έχοντας όμως χάσει ένα ένα όλα του τα αξιώματα, θα καταφύγει στο ιδιωτικό του κτήμα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από τη γενέτειρά του, προσπαθώντας να επανέλθει στην πολιτική σκηνή μέσω της πένας του. Έτσι, θα συγγράψει τον Ηγεμόνα (Il Principe), αναλύοντας με πλήρη σαφήνεια και ωμό ρεαλισμό (που πολλές φορές προτρέπει και στην άρση κάθε ηθικού ορίου) ποιες θα πρέπει να είναι οι κινήσεις ενός άρχοντα (μονάρχη) για να διατηρήσει την εξουσία του, εξουδετερώνοντας εχθρούς και συνωμότες. Ολοφάνερα, ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος  προσπαθεί κερδίσει την εμπιστοσύνη του Giuliano di Lorenzo των Μεδίκων (προφανώς με στόχο να επανακτήσει κάποια από τα χαμένα του αξιώματα στην πόλη) όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της μικρής αυτής διατριβής. Δεδομένου ότι ο Ηγεμόνας κεντρίζει το ενδιαφέρον πολλών μελετητών, ενώ κατά διαστήματα υπήρξε βασική πηγή έμπνευσης για αυταρχικούς πολιτικούς και δικτάτορες [1], η σκέψη του Μακιαβέλι τείνει να θεωρείται βασικός ιδεολογικός τροφοδότης του πολιτικού αυταρχισμού. Μια βαθύτερη ανάλυση στο έργο του Φλωρεντίνου φιλοσόφου, ωστόσο, αρκεί ώστε να μας πείσει για το αντίθετο, ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν βαθύτατα δημοκρατικό φιλόσοφο και συνάμα για έναν από τους μεγαλύτερους δασκάλους της πολιτικής αρετής.


Αναμφισβήτητα ο Ηγεμόνας είναι το πιο γνωστό και πολυσυζητημένο (αλλά και αντιπροσωπευτικό για το ευρύ κοινό) έργο του Μακιαβέλι. Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να θεωρήσουμε τη συγκεκριμένη διατριβή ως αφετηρία της σκέψη του, δεδομένης της ιδιαιτερότητας του γραπτού (ιδίως αν μέσα σε όλα συμπεριλάβουμε και το γεγονός ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ουδέποτε εξέδωσε τον Ηγεμόνα, ο οποίος κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, το έτος 1532). Στο ογκώδες Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio, ο Μακιαβέλι τεκμηριώνει απόψεις που αντικατοπτρίζουν το σύνολο των πολιτικών του πεποιθήσεων και ανοιχτά υπερασπίζεται το ρεπουμπλικανικό (δημοκρατικό) σύστημα και την ισότητα, θεωρώντας τα εγκλήματα που διαπράττουν οι πρίγκιπες και οι βασιλιάδες πολύ πιο απεχθή από αυτά που διαπράττει ο δήμος ή το πλήθος (multidudine). Πιο συγκεκριμένα, όπως σχολιάζει στα τελευταία κεφάλαια του πρώτου τόμου, «όπου υπάρχει ισότητα, είναι αδύνατο να εγκαθιδρυθεί ένα Πριγκιπάτο, και όπου δεν υπάρχει, είναι αδύνατο να αναδυθεί μια δημοκρατία» (Machiavelli 1960, 258). Η «φύση» και ο χαρακτήρας των μαζών, για τον ίδιο, δεν είναι διαφορετική από αυτή των πριγκίπων και των βασιλιάδων. Επίσης, όπως αναλύει παρακάτω, οι μάζες είναι δυνατό να πάρουν λάθος αποφάσεις. Αλλά αν πραγματικά οδηγηθούν στον λάθος δρόμο κανείς δεν μπορεί να τις εμποδίσει. Εξίσου όμως οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες μπορούν να παίρνουν λάθος αποφάσεις, εξηγεί ο Μακιαβέλι, φέρνοντας πληθώρα παραδειγμάτων από Ρωμαίους αυτοκράτορες και τυράννους των οποίων τα σφάλματα και τα εγκλήματα ξεπερνούν αυτά του δήμου και του πλήθους. Όταν, λοιπόν, ο λαός είναι στην εξουσία και είναι καλά οργανωμένος, θα είναι σταθερός, συνετός και ευγνώμων, με τον ίδιο τρόπο, ή με καλύτερο, από ό, τι είναι ένας πρίγκιπας.


Και, από την άλλη, ένας πρίγκιπας που δεν σέβεται τους νόμους, θα είναι πολύ πιο αχάριστος, άστατος και αλόγιστος από ό, τι ο ίδιος λαός στην ίδια κατάσταση. Και στις εκλογές των δικαστών, ακόμα, ο λαός μπορεί να κρίνει ορθότερα από τον πρίγκιπα. Στη συνέχεια ο Μακιαβέλι, φέρνοντας στη συζήτηση διάφορα παραδείγματα από τη Ρωμαϊκή αρχαιότητα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως μια κυβέρνηση από το λαό είναι προτιμότερη από ό, τι οι μοναρχικές κυβερνήσεις. Ακόμα και αν θα πρέπει να συγκρίνουμε την πιο δίκαιη μορφή ενός πριγκιπάτου, μια μοναρχική εξουσία που ο ένας κυβερνά με βάση το νόμο (και όχι αυθαίρετα) με μια δημοκρατία όπου ο λαός, ο δήμος, ασκεί πολιτική με σύνεση και νομιμοφροσύνη, περισσότερη αρετή θα βρεθεί στην εξουσία του λαού παρά σε αυτή του πρίγκιπα. Τέλος, ένα δημοκρατικό πολίτευμα λόγω του μεγάλου αριθμού ανθρώπων που συμμετέχει στην άσκηση της πολιτικής, μπορεί πολύ πιο δύσκολα να διαφθαρεί σε σύγκριση με το πολίτευμα του ενός, τη μοναρχία.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Λατούς: Ο Καστοριάδης, η αυτονομία και η αποανάπτυξη

Ο Γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος Σερζ Λατούς
 
    Ο Γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος Σερζ Λατούς | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Είναι συμβατό το πρόταγμα της αυτονομίας με εκείνο της αποανάπτυξης;

Στο ερώτημα αυτό ο Γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος Σερζ Λατούς όχι μόνο απαντά θετικά, αλλά και, μέσα από τη μελέτη των βασικών θέσεων του Κορνήλιου Καστοριάδη, θεωρεί ότι η δεύτερη αποτελεί, κατά έναν τρόπο, κληρονόμο και συνεχιστή της πρώτης.


Το βιβλίο του Σερζ Λατούς: «Κορνήλιος Καστοριάδης: Ριζοσπαστική αυτονομία»

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Καστοριάδης: Λόμπι και Χόμπι


Οι νέοι ζουν σε μια κοινωνία όπου όλες οι «αξίες» έχουν αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο». Ούτε θρησκεία, ούτε ιδέες, ούτε αλληλεγγύη. (Καστοριάδης, δεκαετία του '80)


Τίθεται το ερώτημα αν μπορούν ακόμα οι δυτικές κοινωνίες να κατασκευάσουν το είδος εκείνο του ατόμου που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

Το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι η οικογένεια. Η κρίση της σύγχρονης οικογένειας δεν έγκειται μόνο ούτε κυρίως στη στατιστική της διάλυση· το βασικό είναι ο θρυμματισμός και η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων -άντρας, γυναίκα, γονείς, παιδιά- και η συνέπειά τους: ο άμορφος αποπροσανατολισμός των νέων γενεών.

'Όσα είπαμε προηγουμένως για τα κινήματα των τελευταίων είκοσι χρόνων ισχύουν και για αυτόν τον τομέα (αν και, στην περίπτωση της οικογένειας, η διαδικασία χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Έχει αρχίσει, προκειμένου για τις πιο «εξελιγμένες» χώρες, εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα). Η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων αντανακλά τη ροπή των ατόμων προς την αυτονομία και περιέχει σπέρματα χειραφέτησης. Έχω όμως επισημάνει από παλιά την αμφισημία των συνεπειών της. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε ν' αμφιβάλλουμε κατά πόσον η διαδικασία αυτή οδηγεί στην εκκόλαψη νέων τροπών ζωής και όχι στον αποπροσανατολισμό και την ανομία.

Ένα κοινωνικό σύστημα όπου ο ρόλος της οικογένειας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ρόλος άλλων θεσμών ανατροφής και διάπλασης, δεν έχει τίποτα το αδιανόητο. Πολλές αρχαϊκές φυλές, όπως άλλωστε και η Σπάρτη, διαμόρφωσαν τέτοια συστήματα. Στη Δύση, από μια περίοδο και μετά, το ρόλο αυτό τον έπαιξε όλο και περισσότερο από τη μια το εκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη η περιρρέουσα κουλτούρα -γενική και ειδική (τοπική: χωριό· η δεμένη με τη δουλειά: εργοστάσιο κ.λπ.).