Όπως περιγράφουν οι Quentin Skinner (1981) και Giuliano Procacci (1960), το 1494 ο βασιλιάς της Γαλλίας, Κάρολος ο 8ος, εισβάλει στην Ιταλία και κατακτά την Νάπολη και την ρεπουμπλικανική Φλωρεντία. To 1512 η Φλωρεντία θα περάσει στον έλεγχο των Ισπανών οι οποίοι θα επαναφέρουν την αριστοκρατική οικογένεια των Μεδίκων στο θρόνο. Ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος, ψ, όντας τότε γραμματέας του Δεύτερου Ανώτατου Δικαστηρίου της Φλωρεντίας (γνωστός για τις ρεπουμπλικανικές του θέσεις) θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εξουσία τους. Ένα χρόνο αργότερα θα συλληφθεί, θα βασανιστεί, θα εκτοπιστεί αλλά αργότερα θ’ αποφυλακιστεί. Έχοντας όμως χάσει ένα ένα όλα του τα αξιώματα, θα καταφύγει στο ιδιωτικό του κτήμα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από τη γενέτειρά του, προσπαθώντας να επανέλθει στην πολιτική σκηνή μέσω της πένας του. Έτσι, θα συγγράψει τον Ηγεμόνα (Il Principe), αναλύοντας με πλήρη σαφήνεια και ωμό ρεαλισμό (που πολλές φορές προτρέπει και στην άρση κάθε ηθικού ορίου) ποιες θα πρέπει να είναι οι κινήσεις ενός άρχοντα (μονάρχη) για να διατηρήσει την εξουσία του, εξουδετερώνοντας εχθρούς και συνωμότες. Ολοφάνερα, ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος προσπαθεί κερδίσει την εμπιστοσύνη του Giuliano di Lorenzo των Μεδίκων (προφανώς με στόχο να επανακτήσει κάποια από τα χαμένα του αξιώματα στην πόλη) όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της μικρής αυτής διατριβής. Δεδομένου ότι ο Ηγεμόνας κεντρίζει το ενδιαφέρον πολλών μελετητών, ενώ κατά διαστήματα υπήρξε βασική πηγή έμπνευσης για αυταρχικούς πολιτικούς και δικτάτορες [1], η σκέψη του Μακιαβέλι τείνει να θεωρείται βασικός ιδεολογικός τροφοδότης του πολιτικού αυταρχισμού. Μια βαθύτερη ανάλυση στο έργο του Φλωρεντίνου φιλοσόφου, ωστόσο, αρκεί ώστε να μας πείσει για το αντίθετο, ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν βαθύτατα δημοκρατικό φιλόσοφο και συνάμα για έναν από τους μεγαλύτερους δασκάλους της πολιτικής αρετής.
Αναμφισβήτητα ο Ηγεμόνας είναι το πιο γνωστό και πολυσυζητημένο (αλλά και αντιπροσωπευτικό για το ευρύ κοινό) έργο του Μακιαβέλι. Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να θεωρήσουμε τη συγκεκριμένη διατριβή ως αφετηρία της σκέψη του, δεδομένης της ιδιαιτερότητας του γραπτού (ιδίως αν μέσα σε όλα συμπεριλάβουμε και το γεγονός ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ουδέποτε εξέδωσε τον Ηγεμόνα, ο οποίος κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, το έτος 1532). Στο ογκώδες Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio, ο Μακιαβέλι τεκμηριώνει απόψεις που αντικατοπτρίζουν το σύνολο των πολιτικών του πεποιθήσεων και ανοιχτά υπερασπίζεται το ρεπουμπλικανικό (δημοκρατικό) σύστημα και την ισότητα, θεωρώντας τα εγκλήματα που διαπράττουν οι πρίγκιπες και οι βασιλιάδες πολύ πιο απεχθή από αυτά που διαπράττει ο δήμος ή το πλήθος (multidudine). Πιο συγκεκριμένα, όπως σχολιάζει στα τελευταία κεφάλαια του πρώτου τόμου, «όπου υπάρχει ισότητα, είναι αδύνατο να εγκαθιδρυθεί ένα Πριγκιπάτο, και όπου δεν υπάρχει, είναι αδύνατο να αναδυθεί μια δημοκρατία» (Machiavelli 1960, 258). Η «φύση» και ο χαρακτήρας των μαζών, για τον ίδιο, δεν είναι διαφορετική από αυτή των πριγκίπων και των βασιλιάδων. Επίσης, όπως αναλύει παρακάτω, οι μάζες είναι δυνατό να πάρουν λάθος αποφάσεις. Αλλά αν πραγματικά οδηγηθούν στον λάθος δρόμο κανείς δεν μπορεί να τις εμποδίσει. Εξίσου όμως οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες μπορούν να παίρνουν λάθος αποφάσεις, εξηγεί ο Μακιαβέλι, φέρνοντας πληθώρα παραδειγμάτων από Ρωμαίους αυτοκράτορες και τυράννους των οποίων τα σφάλματα και τα εγκλήματα ξεπερνούν αυτά του δήμου και του πλήθους. Όταν, λοιπόν, ο λαός είναι στην εξουσία και είναι καλά οργανωμένος, θα είναι σταθερός, συνετός και ευγνώμων, με τον ίδιο τρόπο, ή με καλύτερο, από ό, τι είναι ένας πρίγκιπας.
Και, από την άλλη, ένας πρίγκιπας που δεν σέβεται τους νόμους, θα είναι πολύ πιο αχάριστος, άστατος και αλόγιστος από ό, τι ο ίδιος λαός στην ίδια κατάσταση. Και στις εκλογές των δικαστών, ακόμα, ο λαός μπορεί να κρίνει ορθότερα από τον πρίγκιπα. Στη συνέχεια ο Μακιαβέλι, φέρνοντας στη συζήτηση διάφορα παραδείγματα από τη Ρωμαϊκή αρχαιότητα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως μια κυβέρνηση από το λαό είναι προτιμότερη από ό, τι οι μοναρχικές κυβερνήσεις. Ακόμα και αν θα πρέπει να συγκρίνουμε την πιο δίκαιη μορφή ενός πριγκιπάτου, μια μοναρχική εξουσία που ο ένας κυβερνά με βάση το νόμο (και όχι αυθαίρετα) με μια δημοκρατία όπου ο λαός, ο δήμος, ασκεί πολιτική με σύνεση και νομιμοφροσύνη, περισσότερη αρετή θα βρεθεί στην εξουσία του λαού παρά σε αυτή του πρίγκιπα. Τέλος, ένα δημοκρατικό πολίτευμα λόγω του μεγάλου αριθμού ανθρώπων που συμμετέχει στην άσκηση της πολιτικής, μπορεί πολύ πιο δύσκολα να διαφθαρεί σε σύγκριση με το πολίτευμα του ενός, τη μοναρχία.
Αναμφισβήτητα ο Ηγεμόνας είναι το πιο γνωστό και πολυσυζητημένο (αλλά και αντιπροσωπευτικό για το ευρύ κοινό) έργο του Μακιαβέλι. Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να θεωρήσουμε τη συγκεκριμένη διατριβή ως αφετηρία της σκέψη του, δεδομένης της ιδιαιτερότητας του γραπτού (ιδίως αν μέσα σε όλα συμπεριλάβουμε και το γεγονός ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ουδέποτε εξέδωσε τον Ηγεμόνα, ο οποίος κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, το έτος 1532). Στο ογκώδες Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio, ο Μακιαβέλι τεκμηριώνει απόψεις που αντικατοπτρίζουν το σύνολο των πολιτικών του πεποιθήσεων και ανοιχτά υπερασπίζεται το ρεπουμπλικανικό (δημοκρατικό) σύστημα και την ισότητα, θεωρώντας τα εγκλήματα που διαπράττουν οι πρίγκιπες και οι βασιλιάδες πολύ πιο απεχθή από αυτά που διαπράττει ο δήμος ή το πλήθος (multidudine). Πιο συγκεκριμένα, όπως σχολιάζει στα τελευταία κεφάλαια του πρώτου τόμου, «όπου υπάρχει ισότητα, είναι αδύνατο να εγκαθιδρυθεί ένα Πριγκιπάτο, και όπου δεν υπάρχει, είναι αδύνατο να αναδυθεί μια δημοκρατία» (Machiavelli 1960, 258). Η «φύση» και ο χαρακτήρας των μαζών, για τον ίδιο, δεν είναι διαφορετική από αυτή των πριγκίπων και των βασιλιάδων. Επίσης, όπως αναλύει παρακάτω, οι μάζες είναι δυνατό να πάρουν λάθος αποφάσεις. Αλλά αν πραγματικά οδηγηθούν στον λάθος δρόμο κανείς δεν μπορεί να τις εμποδίσει. Εξίσου όμως οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες μπορούν να παίρνουν λάθος αποφάσεις, εξηγεί ο Μακιαβέλι, φέρνοντας πληθώρα παραδειγμάτων από Ρωμαίους αυτοκράτορες και τυράννους των οποίων τα σφάλματα και τα εγκλήματα ξεπερνούν αυτά του δήμου και του πλήθους. Όταν, λοιπόν, ο λαός είναι στην εξουσία και είναι καλά οργανωμένος, θα είναι σταθερός, συνετός και ευγνώμων, με τον ίδιο τρόπο, ή με καλύτερο, από ό, τι είναι ένας πρίγκιπας.
Και, από την άλλη, ένας πρίγκιπας που δεν σέβεται τους νόμους, θα είναι πολύ πιο αχάριστος, άστατος και αλόγιστος από ό, τι ο ίδιος λαός στην ίδια κατάσταση. Και στις εκλογές των δικαστών, ακόμα, ο λαός μπορεί να κρίνει ορθότερα από τον πρίγκιπα. Στη συνέχεια ο Μακιαβέλι, φέρνοντας στη συζήτηση διάφορα παραδείγματα από τη Ρωμαϊκή αρχαιότητα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως μια κυβέρνηση από το λαό είναι προτιμότερη από ό, τι οι μοναρχικές κυβερνήσεις. Ακόμα και αν θα πρέπει να συγκρίνουμε την πιο δίκαιη μορφή ενός πριγκιπάτου, μια μοναρχική εξουσία που ο ένας κυβερνά με βάση το νόμο (και όχι αυθαίρετα) με μια δημοκρατία όπου ο λαός, ο δήμος, ασκεί πολιτική με σύνεση και νομιμοφροσύνη, περισσότερη αρετή θα βρεθεί στην εξουσία του λαού παρά σε αυτή του πρίγκιπα. Τέλος, ένα δημοκρατικό πολίτευμα λόγω του μεγάλου αριθμού ανθρώπων που συμμετέχει στην άσκηση της πολιτικής, μπορεί πολύ πιο δύσκολα να διαφθαρεί σε σύγκριση με το πολίτευμα του ενός, τη μοναρχία.








