by SaneJoker
Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·
γι’ αυτό σωπαίνουν
Γιώργος Σεφέρης, «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους»
~~~~~~~~~~~~~
Στη Θάλαττα δεν έχει αστυνομία. Το πιο κοντινό αστυνομικό τμήμα είναι στο Χελιδόνι. Ο εκεί διοικητής ήταν παλιός συμμαθητής του πατέρα μου. Μαζί πήγαν γυμνάσιο, μαζί πέρασαν στη σχολή υπαξιωματικών. Κι όταν πηγαίναμε στο χωριό περνούσαμε κάποιες φορές απ’ το Χελιδόνι, για να πιουν ένα κρασί παρέα.
Την τελευταία φορά που τον ακολούθησα ήμουν 17 χρονών. Επειδή ήξερα ότι θα βαρεθώ είχα μαζί μου ένα βιβλίο της Πατρίσια Χάισμιθ.
Κάτσαμε στην ταβέρνα απέναντι απ’ το τμήμα. Τον Αντωνάκη, τον φίλο του πατέρα μου, οι χωριανοί τον φώναζαν καπετάνιο -παρότι δεν είχε μπει ποτέ σ’ άλλο πλοίο πέρα απ’ το φέρι μποτ που πάει στη Ζάκυνθο.
Έμοιαζε πολύ με τον πατέρα μου. Κοιλιά απ’ το ποτό και τις γουρνοπούλες, λίγο κόκκινη μύτη, λίγο φασίστας, λίγο αντικομμουνιστής, λίγο χριστιανός. Κλασικός αστυνομικός της παλιάς σχολής.
Έφαγα όση πέτσα άντεχα και ήπια μια μπύρα, χωρίς τσιγάρο, γιατί αυτό ήταν κοινό μυστικό. Το ήξερε ότι κάπνιζα, με είχε μυρίσει και είχε βρει άδεια πακέτα. Αλλά δεν ήθελε να το ξέρει κι εγώ ήθελα την ησυχία μου.
Μπροστά στον πατέρα μου θα κάπνιζα μόνο στην πρώτη άδεια απ’ τον στρατό. Μάλλον γιατί τότε με θεώρησε αρκετά άντρα γι’ αυτό και μου είπε, καθώς πίναμε καφέ στον Σκαραμαγκά: «Άντε, κάνε κι εσύ ένα τσιγάρο.»
Είναι παράξενη η σχέση κάθε γιου με τον πατέρα του, αλλά σίγουρα είναι πολύ πιο απλή απ’ τη σχέση ανάμεσα σε κόρη και μάνα.
~~





