Γράφει ο Ν.Μ.

Ήταν μεσάνυχτα Παρασκευής, όταν γύρισα σπίτι κι άνοιξα την τηλεόραση. Ο Πρωθυπουργός ανακοίνωνε την απόφασή του να διεξάγει δημοψήφισμα στην Ελλάδα, για να αποφασίσουν οι πολίτες αν δέχονται ή όχι τα νέα μέτρα που ζητούσαν οι δανειστές. Το πρωί του Σαββάτου, πριν πάω για δουλειά, ο Υπουργός Εργασίας δήλωνε ότι ο ελεγκτικός μηχανισμός του κράτους είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε φαινόμενο παραβίασης των εργασιακών δικαιωμάτων, ότι τα lock out και οι αναγκαστικές άδειες είναι παράνομες και ότι η Κυβέρνηση δεν θα επιτρέψει την τρομοκράτηση των εργαζομένων. Ότι πιο λογικό δηλαδή, για μια Κυβέρνηση της αριστεράς.
Μόνο που το αφεντικό μου είχε αντίθετη άποψη. Το ίδιο πρωί, αφού χτυπήσαμε κάρτα περίπου 100 εργαζόμενοι, μας ανακοίνωσε ότι δεν θα δουλέψουμε κι η εταιρία θα μείνει κλειστή για μία εβδομάδα, λόγω του δημοψηφίσματος. Φυσικά, δεν ζητήθηκε η άποψή μας.
Η μία εβδομάδα έγινε δύο. Κι εγώ όλο το διάστημα πριν το δημοψήφισμα παρότρυνα τους συναδέλφους μου να μην φοβηθούν. Όλη την εβδομάδα αγωνίστηκα κι έτρεξα μαζί με χιλιάδες συντρόφους στον αγώνα της αξιοπρέπειας και του ΟΧΙ.
Παράλληλα, βέβαια, τηλεφωνούσα επανειλημμένα στον αριθμό καταγγελιών που είχε δοθεί στην δημοσιότητα για να αναφέρω το πρόβλημα. Κρίμα που ο αριθμός δεν λειτουργούσε. Κρίμα που το τοπικό γραφείο της Επιθεώρησης Εργασίας περίμενε δύο εβδομάδες για να προσκομιστούν τα βιβλία αδειών της επιχείρησης. Πώς να προσκομιστούν, εξάλλου, αφού κανείς εργαζόμενος δεν τα είχε υπογράψει.

Ήταν μεσάνυχτα Παρασκευής, όταν γύρισα σπίτι κι άνοιξα την τηλεόραση. Ο Πρωθυπουργός ανακοίνωνε την απόφασή του να διεξάγει δημοψήφισμα στην Ελλάδα, για να αποφασίσουν οι πολίτες αν δέχονται ή όχι τα νέα μέτρα που ζητούσαν οι δανειστές. Το πρωί του Σαββάτου, πριν πάω για δουλειά, ο Υπουργός Εργασίας δήλωνε ότι ο ελεγκτικός μηχανισμός του κράτους είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε φαινόμενο παραβίασης των εργασιακών δικαιωμάτων, ότι τα lock out και οι αναγκαστικές άδειες είναι παράνομες και ότι η Κυβέρνηση δεν θα επιτρέψει την τρομοκράτηση των εργαζομένων. Ότι πιο λογικό δηλαδή, για μια Κυβέρνηση της αριστεράς.
Μόνο που το αφεντικό μου είχε αντίθετη άποψη. Το ίδιο πρωί, αφού χτυπήσαμε κάρτα περίπου 100 εργαζόμενοι, μας ανακοίνωσε ότι δεν θα δουλέψουμε κι η εταιρία θα μείνει κλειστή για μία εβδομάδα, λόγω του δημοψηφίσματος. Φυσικά, δεν ζητήθηκε η άποψή μας.
Η μία εβδομάδα έγινε δύο. Κι εγώ όλο το διάστημα πριν το δημοψήφισμα παρότρυνα τους συναδέλφους μου να μην φοβηθούν. Όλη την εβδομάδα αγωνίστηκα κι έτρεξα μαζί με χιλιάδες συντρόφους στον αγώνα της αξιοπρέπειας και του ΟΧΙ.
Παράλληλα, βέβαια, τηλεφωνούσα επανειλημμένα στον αριθμό καταγγελιών που είχε δοθεί στην δημοσιότητα για να αναφέρω το πρόβλημα. Κρίμα που ο αριθμός δεν λειτουργούσε. Κρίμα που το τοπικό γραφείο της Επιθεώρησης Εργασίας περίμενε δύο εβδομάδες για να προσκομιστούν τα βιβλία αδειών της επιχείρησης. Πώς να προσκομιστούν, εξάλλου, αφού κανείς εργαζόμενος δεν τα είχε υπογράψει.