Του ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ*
Το ερώτημα αν «
αυτός ο νόμος αφορά κι εμένα» δεν ήταν μόνο στην Ελλάδα που ακούστηκε πιο συχνά απ’ οποιοδήποτε άλλο τη διετία 2010 – 2011. Και στην υπόλοιπη Ευρώπη τέθηκε κατ’ αναντιστοιχία το ίδιο ακριβώς ερώτημα: «Κατά πόσο ό,τι γίνεται στην Ελλάδα αφορά κι εμάς». Πολλοί λίγοι μπορούσαν να δεχτούν ότι η Ελλάδα ήταν το
πειραματόζωο ή ο ευαίσθητος κρίκος για να ενταχθεί όλη η Ευρώπη στα Μνημόνια και να αποτελέσει το καινούργιο λαμπρό πεδίο δόξας του ΔΝΤ. Υπήρχε ακόμη περιθώριο για να πιάνουν τόπο οι αιτιάσεις της αστικής τάξης περί ελληνικής εξαίρεσης και χρόνιας ασωτίας που οδήγησε στην κρίση, ενώ η ίδια κέρδιζε χρόνο ωθώντας
τον ένα λαό της Ευρώπης να στρέφεται ενάντια στον άλλο. Ειδικά το 2010.
Το 2011-2012 η κατάσταση άλλαξε με την ένταξη στον
Μηχανισμό δανειοδότησης κι άλλων χωρών που πλέον ήταν πολλές για να μπορεί να αποδοθεί η αιτία της υπερχρέωσης στην «εξαίρεσή» τους. Ακόμη και τότε όμως υπήρχαν περιθώρια
επανάπαυσης∙ και των από πάνω και των από κάτω, μεταθέτοντας τις δύσκολες αποφάσεις για το απώτερο μέλλον.
Το 2013 διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο όταν
η κρίση πλήττει πλέον όλη την Ευρώπη, παύει δηλαδή να είναι ένα φαινόμενο της περιφέρειας της ευρωζώνης όπως συνέβαινε στο ξέσπασμά της όταν λόγω της αρχιτεκτονικής του κοινού νομίσματος η κρίση έπληξε πρωτίστως τις μεσογειακές χώρες της Ευρώπης, και μπαίνει στην ημερήσια διάταξη των ασταθών ούτως ή άλλως κυβερνήσεων η ανάγκη άμεσης ψήφισης
αντιλαϊκών μέτρων. Τότε ακριβώς, όταν για πρώτη φορά πλήττεται η Ευρώπη από την ύφεση με την είσοδο του 2013, είναι που δικαιώνεται η ερμηνεία του ελληνικού παραδείγματος ως πειραματόζωο ή αδύναμου κρίκου. Η Ελλάδα κι η περιφέρεια της ευρωζώνης παύουν να αποτελούν αποδιοπομπαίο τράγο όταν επίσης μαζί με την εμφάνιση της
ύφεσης και την επιτάχυνση της επίθεσης του κεφαλαίου αρχίζουν κι οι πρώτες εργατικές αντιδράσεις απέναντι στον Αρμαγεδδώνα.
Το 2014, ειδικά το δεύτερο εξάμηνό του, μπορούμε να πούμε ότι είμαστε μάρτυρες της μετάδοσης του ελληνικού ιού στην Δυτική Ευρώπη. Οι παρατεταμένες εργατικές διαμαρτυρίες που συγκλονίζουν το Βέλγιο, όπου έχει την έδρα της η ΕΕ, και την Ιταλία, την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης
σηματοδοτούν μια νέα φάση τόσο στη διαχείριση της κρίσης, όσο και στις αντιδράσεις απέναντί της. Από κοινού, και ξέροντας επίσης ότι προ των πυλών είναι νέα, πιο απειλητικά κύματα επίθεσης και εργατικών αγώνων, δημιουργούν
την βάσιμη ελπίδα ότι η αφύπνιση των ευρωπαϊκών λαών μπορεί να δημιουργήσει τους όρους για να ανατραπεί η επίθεση και να δημιουργηθούν σοβαρά ρήγματα στην πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων.
ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ ΟΙ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Η νέα κυβέρνηση που ορκίστηκε τον
Οκτώβριο στο Βέλγιο μπορεί να ξεκινούσε αναπαράγοντας όλες τις παθογένειες του βελγικού πολιτικού συστήματος, ειδικότερα μια τάση παραλυσίας λόγω της αντίθεσης μεταξύ φτωχού γαλλόφωνου νότου και πλούσιου φλαμανδόφωνου βορά, όπως εκφράστηκε με τις διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν πέντε ολόκληρες μήνες μέχρι να συμφωνηθεί ο σχηματισμός κατ’ αντιστοιχία με ό,τι είχε συμβεί και το
2010 όταν οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν 18 ολόκληρους μήνες, αυτή τη φορά εν τούτοις υπήρχε μια ουσιώδη πολιτική αλλαγή. Πρώτη φορά μετά από 26 χρόνια δεν συμμετείχαν στην κυβέρνηση οι σοσιαλιστές. Επιπλέον, στη νέα κυβέρνηση συμμαχίας ξεχωρίζει η βαριά σφραγίδα της φλαμανδικής άκρας Δεξιάς, και δικαιολογημένα καθώς το
εθνικιστικό κόμμα Νέα Φλαμανδική Συμμαχία, το ένα από τα τρία φλαμανδικά κόμματα που συμμετέχουν στον συνασπισμό, έλαβε το 20% των ψήφων. Το Μεταρρυθμιστικό κόμμα του νέου πρωθυπουργού,
Σαρλ Μισέλ, που είναι το μοναδικό κόμμα το οποίο προέρχεται από την γαλλόφωνη Βαλονία είχε κερδίσει λιγότερο από το 10% των ψήφων και δίνει την επίφαση της εθνικής ενότητας. Κάλλιστα επομένως η νέα κυβέρνηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια κυβέρνηση των πλουσίων του Βελγίου, με μάρτυρα την απόφαση των Φλαμανδών να θέσουν μετά από καιρό κατά μέρους τα
αποσχιστικά τους αιτήματα από τη στιγμή που για πρώτη φορά τόσο έντονα και καθαρά η δική τους πολιτική ατζέντα μετατρέπεται σε κυβερνητικές εξαγγελίες.