
«Το χέρι υπέγραψε συνθήκη, γέννησε πυρετό,
θέρισε η πείνα κι έπεσε ακρίδα
μέγα το χέρι που έχει τόση εξουσία
στον άνθρωπο, με τ’ όνομα του ορνιθοσκαλισμένο».
Ντύλαν Τόμας, Το χέρι που υπέγραψε
Στις 8 Ιουλίου, το Ευρωκοινοβούλιο με 432 ψήφους υπέρ, 241 κατά και 32 αποχές, ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο προετοιμάζεται το έδαφος για την υπογραφή συνθήκης ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ με την επωνυμία «Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων» (TTIP).[i] Πρόκειται για ένα αποφασιστικό βήμα προς την ολοκλήρωση αυτού που ο Κ. Πολάνυι αποκαλούσε «μεγάλο μετασχηματισμό» της καπιταλιστικής κοινωνίας. Δηλαδή, την ολοκλήρωση της ιστορικής διαδικασίας που αποβλέπει στην πλήρη αγοραιοποίηση της κοινωνικής ολότητας και την υπαγωγή όλων των πτυχών του οργανωμένου κοινωνικού βίου στην δικτατορική κυριαρχία του κεφαλαίου, μέσω της κατάργησης των συλλογικών ελέγχων που οι κολεκτιβιστικές τάσεις είχαν επιβάλλει προκειμένου να προστατευτούν τα ασθενέστερα στρώματα από τις καταστροφικές συνέπειες της οικονομίας της αγοράς.[ii] Πέρα ωστόσο από την αρνητική όψη της άρσης των κοινωνικών ελέγχων, η διαδικασία αγοραιοποίησης έχει και «θετικό», δηλαδή ενεργητικό, περιεχόμενο το οποίο θα μπορούσαμε, κάπως σχηματικά, να το συνοψίσουμε ως εξής: σε ανθρωπολογικό επίπεδο, συνεπάγεται την εξύψωση της άντλησης οικονομικής ωφέλειας σαν μοναδικού ορθολογικού κινήτρου για την ανθρώπινη συμπεριφορά (homo economicus). Η άτυπη τάση προς την ψυχρή οικονομίστικη λογική που ανέκαθεν συνιστούσε χαρακτηριστικό του τρόπου σκέψης και της ψυχοσύνθεσης του ανθρωπολογικού τύπου του μπουρζουά, και που η ιστορική αστική τάξη πάσχιζε να συγκαλύψει μέσω της λογοτεχνίας, της τυπολατρικής ηθικής και της ψεύτικης θρησκευτικής ευλάβειας της, τείνει στην νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα να προσλάβει διαστάσεις κανονιστικής αρχής της ορθολογικότητας, μιας οικουμενικής αλήθειας που είναι αυθύπαρκτη στην «φύση» του ανθρώπου και ως τέτοια οφείλει να καθρεφτίζεται στα συστήματα αξιών και στις πολιτισμικές πεποιθήσεις που αναπαράγονται από τους θεσμούς κοινωνικοποίησης του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος (π.χ. σχολεία, παν/μια, ΜΜΕ). Η μετεξέλιξη αυτή βρίσκει έκφραση και στο πνεύμα οργάνωσης της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας που αναγνωρίζει την αρχή της κερδοφορίας σαν την μοναδική ορθολογική αρχή γύρω από την οποία θα πρέπει να οργανωθεί η συλλογική ύπαρξη της κοινωνίας. Η τάση για ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και για εμπορευματοποίηση του συνόλου των κοινωνικών αγαθών μέσω της μαζικής εξαγοράς τους από έναν πανίσχυρο και υπερδιογκωμένο ιδιωτικό τομέα δεν είναι παρά η λογική προέκταση του σκεπτικού που αναφέραμε προηγουμένως. Η εξυπηρέτηση του στενού εγωιστικού συμφέροντος και η επιδίωξη της ατομικής κερδοφορίας, εκλαμβάνονται σαν οι μοναδικοί παράγοντες που μπορούν να διασφαλίσουν την ομαλή διεκπεραίωση των ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών. Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα, ακόμη και η παροχή και κατανάλωση νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, η εξόρυξη στρατηγικής σημασίας πρώτων υλών, ή η αποκομιδή σκουπιδιών, είναι λειτουργίες που θα πρέπει να περιέλθουν στον έλεγχο της αγοράς προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι λειτουργίες αυτές θα εξακολουθήσουν να επιτελούνται σωστά και με την μέγιστη οικονομική παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα. Τέλος, ερχόμαστε στην καθολική υποκατάσταση των οργανικών κι αδιαμεσολάβητων κοινωνικών σχέσεων από απρόσωπες νομικές σχέσεις που τελούν υπό την αιγίδα του Κράτους και στην αποθέωση του χρήματος ως μοναδικού μέσου για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών κι επιθυμιών.

