Κατεβαίνει τα σκαλιά χαρωπή-χαρωπή, σαν άγριο κατσίκι, κατά πως την έλεγε από μικρή ο πατέρας της. Ασανσέρ δεν παίρνει ποτέ. «Τρείς όροφοι όλοι κι όλοι, να γυμνάσουμε και λίγο το θεϊκό κορμί μας», αστειεύεται. Είναι φοιτήτρια πια. Δεν χωρατεύεται με τη ζωή. Έχει σκοπό να την αρπάξει απ’ τα μαλλιά, σαν να’ ταν καμιά πονηρή που πήγε να της φάει το γκόμενο.
Κανονικά, μονάχα η κατάσταση στο σπίτι τη βαραίνει. Άνεργος ο πατέρας, έκλεισε το μαγαζί και γυρνάει τώρα σαν το φάντασμα. Απ' το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα και πάλι πίσω. Τον βαριέται, μωρέ, έτσι που τον βλέπει. Κι οι μελαγχολικές μουσικές του, κάθε που βάζει κανά δίσκο στο παλιό του πικάπ! Φάλτσο στην αισιόδοξη φύση της. Μα τι να του πει; Παρηγοριές της πλάκας της φαίνονται κι αυτηνής τα λόγια της. Κι απ’ την άλλη, αν δεν ήταν η μάνα της στο δημόσιο, να τα κουτσοβολεύουνε, ούτε φαΐ που λέει ο λόγος δεν θα ‘χανε. Να και τώρα πάλι, τον άφησε να κοιμάται. Μεσημέρι κοντεύει κι αυτός κοιμάται! Όχι πως είναι κανας τεμπέλης ο πατέρας της. Προκομμένος άνθρωπος είναι. Μα προκοπή δεν είδε στη ζωή του και φαίνεται πως σ’ αυτή την ηλικία πια, όταν η αποτυχία χτυπάει την πόρτα, σέρνει μαζί και τη φίλη της, την κατάθλιψη.
Κανονικά, μονάχα η κατάσταση στο σπίτι τη βαραίνει. Άνεργος ο πατέρας, έκλεισε το μαγαζί και γυρνάει τώρα σαν το φάντασμα. Απ' το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα και πάλι πίσω. Τον βαριέται, μωρέ, έτσι που τον βλέπει. Κι οι μελαγχολικές μουσικές του, κάθε που βάζει κανά δίσκο στο παλιό του πικάπ! Φάλτσο στην αισιόδοξη φύση της. Μα τι να του πει; Παρηγοριές της πλάκας της φαίνονται κι αυτηνής τα λόγια της. Κι απ’ την άλλη, αν δεν ήταν η μάνα της στο δημόσιο, να τα κουτσοβολεύουνε, ούτε φαΐ που λέει ο λόγος δεν θα ‘χανε. Να και τώρα πάλι, τον άφησε να κοιμάται. Μεσημέρι κοντεύει κι αυτός κοιμάται! Όχι πως είναι κανας τεμπέλης ο πατέρας της. Προκομμένος άνθρωπος είναι. Μα προκοπή δεν είδε στη ζωή του και φαίνεται πως σ’ αυτή την ηλικία πια, όταν η αποτυχία χτυπάει την πόρτα, σέρνει μαζί και τη φίλη της, την κατάθλιψη.
