Ο Α.
Τον Α που αυτοκτόνησε πρόσφατα κάνοντας ο ίδιος πολύ ντόρο γύρω από τον επερχόμενο θάνατό του, δεν τον γνώριζα πριν. Μετά από όλα όσα διάβασα για την περίπτωσή του, έμεινα με την εντύπωση ότι ήταν ένας άνθρωπος υπέρμετρα ανασφαλής, δυστυχής και πλανεμένος, που πάλευε μέχρι την τελευταία του πνοή για επιβεβαίωση, αποδοχή και ευρεία αναγνώριση, επειδή προφανώς είχε την αίσθηση ότι όλη αυτή η ματαιότητα είναι το όπλο για να νικήσει τον θάνατο.
Ένας άνθρωπος όμως που ζει συνειδητά και είναι συμφιλιωμένος με την φυσική του υπόσταση, ωριμάζει σιγά σιγά και κατανοεί ότι δεν δύναται να παραβεί και να παραβιάσει τους φυσικούς ρυθμούς και νόμους που τον διέπουν ως ον, νιώθει την ταπεινότητα του σαρκίου του και δεν κάνει σε καμία περίπτωση θόρυβο γύρω από το Είναι του, πόσω μάλλον γύρω από το “μη Είναι του”.
Απεναντίας, όσο περνάνε οι μέρες της ζωής του και είναι υγιής, πόσω μάλλον αν δοκιμάζεται από ασθένειες και πόνους που αναδεικνύουν και του υπενθυμίζουν το φθαρτό της ύπαρξής του, γίνεται ο ίδιος στωικότερος, ταπεινότερος, γλυκύτερος και στο τέλος μαραίνεται ήρεμα όπως τα φθινοπωρινά φύλλα των δέντρων ή πεθαίνει ήσυχα και μοναχικά όπως όλα στη φύση τα πλάσματα, τα οποία μπορεί να μην γνωρίζουν την αξιοπρέπεια ως έννοια και ως λέξη αλλά την ορίζουν εκ φύσεως ως αίσθηση, καθώς και την καρτερία.
Η γλύκα είναι το προστάδιο του θανάτου. Τα φρούτα γλυκαίνουν ωριμάζοντας λίγο προτού σαπίσουν. Ακόμη και πολύ στρυφνοί, κακιασμένοι ή δύσκολοι άνθρωποι γίνονται γλυκείς στα τελευταία τους, υπάρχουν καθημερινές μαρτυρίες άπειρες περί αυτού τριγύρω μας. Όταν ο θάνατος έρθει δίχως να έχει προηγηθεί η γλύκα της ύπαρξης, είναι θάνατος άγουρος και ο θανών ανώριμος, έχει ζήσει πλανεμένος και ασυνείδητα δηλαδή, όσα κι αν ήταν τα χρόνια του βίου του δεν “ασκήθηκε καλώς” απ’ τη ζωή, που αποτελεί μονάχα μια διαρκή άσκηση του θανάτου.
Ο Β.
Τον Β. τον γνώρισα 5 χρόνια αφότου θα έπρεπε να έχει πεθάνει, σύμφωνα με τις γνωματεύσεις των γιατρών.

