Για τη μαυρίλα της εκπαίδευσης έχουν γραφτεί εκατομμύρια κείμενα. Τα χρόνια που περνάμε στο σχολείο, έχουν καταλυτική επίδραση στον ψυχικό μας κόσμο.
Ο μαθητής –ενταγμένος ή όχι – στο πλαίσιο που ορίζει το σχολικό περιβάλλον, περνά μπόλικα χρονάκια στην αίθουσα και στο προαύλιο.
Αποκτά στάσεις και δεξιότητες που είναι καθοριστικές για την κατοπινή του συμπεριφορά ως πολίτης.
Ακόμη και γράμματα να μη μάθει, θα μάθει να συνυπάρχει με τον τρόπο του και αναγκαστικά θα αλληλεπιδράσει με τα υπόλοιπα μέλη της σχολικής κοινότητας.
Για τη μιζέρια και την αναποτελεσματικότητα της δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα μας έχουν γραφτεί εκατομμύρια κείμενα.
Είναι ένα θέμα όπου όλοι έχουν την άποψή τους (συνήθως αποψάρα), στηριζόμενη τις περισσότερες φορές στις άμεσα βιωμένες προσωπικές εμπειρίες που είχε ο καθένας ως μαθήτρια– μαθητής και στις έμμεσες εμπειρίες που είχε ή έχει, ως γονέας ή συγγενής μαθητή.
Με αφορμή το τέλος της σχολικής χρονιάς, επιτρέψτε μου (έτσι για αλλαγή ), να γράψω για μια άλλη από τις πολλές όψεις της σχολικής καθημερινότητας.
Ένα πουλάκι μου είπε πως, μέσα στα σκατά της δημόσιας εκπαίδευσης, κάποιοι μαθητές και κάποιες μαθήτριες ένοιωθαν ασφαλείς στην τάξη τους, περισσότερο κάποιες φορές από όσο ένιωθαν στα σπίτια τους.
Μου είπε επίσης πως κάποια παιδιά βίωσαν προτόγνωρα συναισθήματα αποδοχής και ενισχύθηκε η τσαλαπατημένη από το οικιακό περιβάλλον τους αυτοεκτίμηση.
Μου ψιθύρισε -το πουλάκι ντε- ότι κάποιοι μαθητές (άκουσον – άκουσον ) μορφώθηκαν.


