
Το «αδέσποτον» της εν Χριστώ ζωής
Λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Αδέσποτον η αρετή και εκούσιον και ανάγκης πάσης ελεύθερον» και:
«Ελευθέραν γαρ είναι προσήκει παντός φόβου την αρετήν και αδέσποτον, εκουσία γνώμη το αγαθόν αιρουμένην».
Και ο Μέγας Βασίλειος: «Θεώ ου το ηναγκασμένον φίλον αλλά το εξ αρετής κατορθούμενον. Αρετή δε εκ προαιρέσεως και ουκ εξ ανάγκης γίνεται».
Το ρήμα «δεσπόζω» αρχικά σημαίνει ασκώ κυριαρχία. Επίσης κυριαρχώ τινος, εξουσιάζω κάτι. Γενικά, όλες οι ερμηνείες του ρήματος περιστρέφονται γύρω από τη λέξη «εξουσία» και «κυριαρχία». Το ουσιαστικό «δεσπότης» αναφέρεται στον οικοδεσπότη, στον κύριο των δούλων, τον απόλυτο άρχοντα, το δυνάστη, τον ιδιοκτήτη κάποιου, το Θεό. Στη νεότερη δε εκδοχή τον αρχιερέα, τον επίσκοπο.
Η λέξη «αδέσποτος» επίσης, αυτός που δεν έχει κύριο, δεσπότη, αυτός που δεν ανήκει σε κανέναν, αυτός που είναι στη διάθεση του καθενός. Το δε θηλυκό του «δεσπότης» είναι η «δεσπότις», η «δέσποινα», η κυρία του σπιτιού, η ηγεμονίδα, η βασίλισσα, η αυτοκράτειρα, η Θεοτόκος.