Showing posts with label ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Show all posts

March 1, 2009

ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ - Για την ανάπτυξη του μαζικού κινήματος

1. Το καίριο ερώτημα που θέτει η επερχόμενη οικονομική κρίση είναι «ποιος θα πληρώσει την κρίση: τα μονοπώλια ή ο λαός». Σε τέτοιες συνθήκες αυξάνονται οι δυνατότητες για ραγδαία ανάπτυξη του λαϊκού και επαναστατικού κινήματος. Ετσι, αποκτά κορυφαία σημασία η διαλεκτική σύνδεση της τακτικής με τη στρατηγική, η ανάπτυξη του μαζικού διεκδικητικού κινήματος με την ισχυροποίηση του Κόμματος. Πρόκειται για καθήκοντα που είναι στενά, διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους. Δεν ταυτίζονται, καθώς το καθένα διαθέτει τη σχετική του αυτοτέλεια.

Για τούτο, θεωρώ πως είναι επιζήμια η ταύτιση της τακτικής με τη στρατηγική ή πολύ περισσότερο η εξαφάνιση της τακτικής στο όνομα της σύνδεσης της υποταγής της με τη στρατηγική. Οπως βέβαια είναι επιζήμια η μη σύνδεση, η μη υποταγή της τακτικής στη στρατηγική.

Αντίστοιχα, έχει, κατά την άποψή μου, σημασία να επιμείνουμε περισσότερο από ό,τι μέχρι σήμερα στην ανάπτυξη του μαζικού κινήματος, στη δημιουργία και ισχυροποίηση των διάφορων αγωνιστικών συσπειρώσεων, σε αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική, δημοκρατική κατεύθυνση πάντοτε. Εχει ξεχωριστή σημασία η αναζωογόνηση των συνδικάτων, των συλλόγων, των επιτροπών ειρήνης, των επιτροπών για τα δημοκρατικά δικαιώματα, των ποικιλόμορφων επιτροπών αγώνα και διάφορων συσπειρώσεων.

Σημαντική επίσης η συλλογική, δημοκρατική, μαζική λειτουργία των κάθε λογής συσπειρώσεων. Η υποκατάστασή τους από τις κομματικές λειτουργίες μπορεί να εξασφαλίζει προωθημένες αποφάσεις, αλλά δε διευκολύνει τη συμμετοχή ευρύτερων λαϊκών μαζών, πέρα από αυτές που συνήθως συμβαδίζουν μαζί μας. Δε διευκολύνει τη διαπαιδαγώγηση του λαού σε μαζικές, αγωνιστικές διαδικασίες, μέσα από τις οποίες κατακτιέται στην πράξη η ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης.

Είναι πιο δύσκολο να πείθουμε αυτούς που δεν είναι πεισμένοι, παρά να μένουμε στη βολική βεβαιότητα των ήδη πεισμένων. Κατά κανόνα, είναι ορθότερο να παρεμβαίνουμε στους πρωτοβάθμιους μαζικούς φορείς (εκεί που υπάρχουν) που ελέγχονται από τις αντιδραστικές δυνάμεις και να αλλάζουμε, με επιμονή και κόπο τους συσχετισμούς, παρά να δημιουργούμε τους δικούς μας, ελεγχόμενους βέβαια, αλλά μειοψηφικούς και ξεκομμένους από τις μάζες.

Η ανάπτυξη του μαζικού κινήματος, των συσπειρώσεων βοηθά την ανάπτυξη του Κόμματος και αντίστροφα. Η συνείδηση δεν αλλάζει μόνο ή κυρίως μέσα από τη συζήτηση. Η επαναστατικοποίηση της συνείδησης απαιτεί πράξη, αλλαγή στάσης ζωής, έστω και στοιχειώδη. Γι' αυτό, η ανάπτυξη του μαζικού κινήματος τροφοδοτεί, ανοίγει δρόμους, φέρνει το Κόμμα σε επαφή με νέα τμήματα του λαού που μπορεί τώρα να εισέρχονται για πρώτη φορά στους αγώνες, τα θέτει σε κίνηση και, κατά συνέπεια, δημιουργεί τις πλέον ευνοϊκές προϋποθέσεις για να πέσει ο σπόρος της πολιτικής και ιδεολογικής παρέμβασης του Κόμματος σε εύφορο έδαφος.

Οι μαζικοί φορείς πρέπει να θέτουν στόχους αντιμονοπωλιακούς και τα βαθύτερα ζητήματα να αντιμετωπίζονται από το Κόμμα και όχι αντίστροφα. Οι κομματικές παρεμβάσεις (ανακοινώσεις, συγκεντρώσεις κ.ά.) πρέπει να συμπληρώνουν και να εμβαθύνουν αυτές του μαζικού αντιμονοπωλιακού κινήματος και όχι να τις υποκαθιστούν ή να τις υποβαθμίζουν.

Για τούτο, χρειάζεται, νομίζω, περισσότερο να σκύψουμε στα μικρά και μεγάλα προβλήματα που απασχολούν όλα τα τμήματα του λαού, όλες εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που θα απαρτίσουν το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης. Δηλαδή την εργατική τάξη, την εργαζόμενη αγροτιά, τα μεσαία στρώματα της πόλης, τα κοινωνικά κινήματα που αγωνίζονται για τα δημοκρατικά δικαιώματα, την ειρήνη, τον πολιτισμό (Πρόγραμμα ΚΚΕ σελ. 28).

2. Ενα από τα ρυάκια που μπορούν να βοηθήσουν στη συγκρότηση του λαϊκού μετώπου είναι το κίνημα για τις δημοκρατικές ελευθερίες, το οποίο έχει, κατά τη γνώμη μου, υποτιμηθεί. Η επίθεση στις δημοκρατικές κατακτήσεις θα ενταθεί προκειμένου να θωρακιστεί το καπιταλιστικό σύστημα ενόψει μάλιστα της κρίσης.

Μέσα από το κίνημα για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών ελευθεριών μπορούμε και πρέπει να προσελκύσουμε ευρύτατες λαϊκές δυνάμεις, ακόμη και δυνάμεις που δεν μπορούμε να τις προσεγγίσουμε από άλλα κανάλια.

Σχετικές είναι οι επισημάνσεις του Λένιν: «Το ξύπνημα και η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής εξέγερσης ενάντια στον ιμπεριαλισμό συνδέονται αδιάρρηκτα με την ανάπτυξη της δημοκρατικής αντίστασης και αγανάκτησης». «Το προλεταριάτο που δε διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή». (Λένιν, «Απαντα», τ. 30, σελ. 68-74).

3. Καίριας σημασίας για την επίτευξη των στόχων του Συνεδρίου μας είναι η πολιτική στελεχών. Η σταθερότητα στις αρχές του μαρξισμού - λενινισμού, η προσήλωση στο Πρόγραμμα και στο Καταστατικό του Κόμματος πρέπει να συμβαδίζουν με τη μαχητικότητα, την ταξική αδιαλλαξία. Στα ζητήματα αυτά δε χωρά κανένας υποκειμενισμός.

Εχω τη γνώμη ότι τα στελέχη πρέπει παράλληλα να ξέρουν να ακούν και όχι μόνο να μιλούν, να καθοδηγούν και να μη ρέπουν σε διοικητικές συμπεριφορές, να αποτελούν υπόδειγμα στη ζωή τους, στον εργασιακό και προσωπικό περίγυρο. Η σεμνότητα, η πραότητα, η δυνατότητα επικοινωνίας με τους άλλους, η αυτοθυσία, η ικανότητα για ειλικρινή αυτοκριτική πρέπει να χαρακτηρίζουν τα στελέχη. Οφείλουμε όλοι να διαπαιδαγωγούμαστε με αυτό το πνεύμα μια και ζούμε σε μια κοινωνία από όλους τους πόρους της οποίας εκπορεύονται ο εγωισμός, η ματαιοδοξία, ο καριερισμός και ο συμβιβασμός με το χρήμα και την εξουσία. Ειδικά τα επαγγελματικά στελέχη πρέπει πρώτα να δοκιμάζονται στις δυσκολίες του εργασιακού τους χώρου.

Καλή επιτυχία στο Συνέδριό μας!

Δημήτρης Καλτσώνης

Ριζοσπάστης - 4 Φεβρουαρίου 2009

February 14, 2009

ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ - Για την αναζωογόνηση του οράματος του σοσιαλισμού

Η συλλογική προσπάθεια που καταβάλλουμε για την εμβάθυνση στα αίτια ανατροπής των σοσιαλιστικών κρατών είναι, νομίζω, αξιόλογη. Το κείμενο που συζητάμε μόνο σαν συνέχεια και συμπλήρωμα των επεξεργασιών της πανελλαδικής συνδιάσκεψης του 1995 μπορεί να κατανοηθεί και αυτό έχει εξέχουσα σημασία για να μην οδηγηθούμε σε μονομερείς προσεγγίσεις. Θα ήθελα να συμβάλω στους προβληματισμούς του Κόμματος με τις ακόλουθες σκέψεις.

1. Πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εμβαθύνουμε περισσότερο στις αιτίες που οδήγησαν στις λαθεμένες οικονομικές πολιτικές που άνοιξαν με τη σειρά τους το δρόμο στην ενδυνάμωση των εμπορευματικών σχέσεων και, προοπτικά, στην ανατροπή του σοσιαλισμού.

Υπήρξαν βέβαια ιδεολογικές αιτίες όπως αυτές που επισημαίνονται στη θέση 22. Νομίζω όμως ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος ιδεαλιστικής ερμηνείας αν μείνουμε μόνο στην αναζήτηση των ιδεολογικών αιτιών. Οι ιδεολογικές αδυναμίες και παρεκκλίσεις, παρά το γεγονός ότι η ιδεολογία έχει τη σχετική της αυτοτέλεια, έχουν ωστόσο υλική βάση και εξήγηση. Γιατί πώς αλλιώς θα εξηγηθεί το ότι οι λαθεμένες οικονομικές αποφάσεις και οι ιδεολογικές παρεκκλίσεις δε διορθώθηκαν;

Εδώ πρέπει να προστρέξουμε σε μια σειρά παραγόντων που επέδρασαν, πολλούς από τους οποίους έχουμε εντοπίσει ήδη στο κείμενο του 1995. Καθοριστικής σημασίας νομίζω πως είναι, τόσο από την άποψη της ιστορικής εμπειρίας, όσο και από την άποψη των διδαγμάτων για το μέλλον, η σχέση του κόμματος με την εργατική τάξη και το λαό και η σχέση της ηγεσίας με τη βάση.

Ιδιαίτερες αντικειμενικές δυσκολίες, όπως η καπιταλιστική περικύκλωση και επιθετικότητα, το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη Ρωσία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του λαού οδήγησαν, μεταξύ άλλων, στην ανάγκη ενός υπερβολικού συγκεντρωτισμού προκειμένου να μπορέσει το νεαρό επαναστατικό κράτος να επιβιώσει.

Η αναγκαία αυτή συγκέντρωση της εξουσίας δημιούργησε μη ηθελημένες παρενέργειες. Για αυτές μίλησαν οι ίδιοι οι σοβιετικοί ιθύνοντες, από τον Λένιν ξεκινώντας. Η εισήγηση του Ζντάνοφ που δημοσιεύτηκε στο τεύχ. 4/2008 της ΚΟΜΕΠ είναι επίσης χαρακτηριστική των προβλημάτων και των κινδύνων γραφειοκρατικής απόσπασης της ηγεσίας από τη λαϊκή βάση. Η εισήγηση εκφράζει πρόδηλη αγωνία για φαινόμενα εκφυλιστικά της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, ανεξάρτητα αν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίλυση των προβλημάτων (Σύνταγμα του 1936 κλπ.), αποδείχτηκαν αποτελεσματικά ή όχι.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, η πορεία προς τον κομμουνισμό είναι, ανάμεσα στα άλλα, η διαδικασία υπέρβασης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, η διαδικασία εξάλειψης της αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, εξάλειψης του διαχωρισμού σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους. Η πορεία αυτή έχει στόχο «όλοι να μάθουν να διοικούν και πραγματικά θα διοικούν μόνοι τους την κοινωνική παραγωγή» (Λένιν, Κράτος και επανάσταση, σ. 102).

Μέχρι όμως να υπάρξουν οι υλικές, πνευματικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, υπάρχει ο κίνδυνος αυτονόμησης αυτών που ασκούν τη διοίκηση. Οι τελευταίοι μπορεί να λαμβάνουν λαθεμένες αποφάσεις στο όνομα των συμφερόντων της εργατικής τάξης και, ακόμη χειρότερα, να λαμβάνουν από το κοινωνικό προϊόν μεγαλύτερο μέρος από αυτό που δικαιούνται, εξασφαλίζοντας παχυλούς μισθούς και προνομιακή μεταχείριση. Αυτός ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη της οικονομίας αλλά και της πολιτικής. Δεν αφορά μόνο τους διευθυντές των εργοστασίων αλλά την ίδια την ηγεσία του κυβερνώντος κομμουνιστικού κόμματος, όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία.

2. Καθοριστική επομένως σημασία έχει η ολοένα και πλατύτερη και ουσιαστικότερη λαϊκή συμμετοχή στη λήψη όλων των αποφάσεων, τοπικών και κεντρικών, καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των αποφάσεων και των δημόσιων λειτουργών όλων των επιπέδων. Το κριτήριο του λαού (χωρίς να υποτιμάται ο ρόλος της ιδεολογικο-πολιτικής πρωτοπορίας και της επιστήμης) μπορεί να προφυλάξει από πολλές κακοτοπιές, μπορεί να βοηθήσει στην ανάδειξη προβλημάτων και κινδύνων, μπορεί να αποτρέψει τους ηγέτες από την υποβόσκουσα συχνά αλαζονεία.

Εξάλλου, η λαϊκή συμμετοχή, το αίσθημα ότι λαμβάνεις ουσιαστικά μέρος στις αποφάσεις είναι το βασικό κίνητρο στο σοσιαλισμό για την άνοδο της παραγωγικότητας. Ακόμη και οι αναγκαίες, σε διάφορες φάσεις, θυσίες μπορούν να γίνουν μόνο αν ο ίδιος ο λαός πειστεί και αποφασίσει γι' αυτές με δημοκρατικές διαδικασίες, συνελεύσεις, στους χώρους δουλειάς και διαβίωσης.

3. Συναφές είναι το ζήτημα της τήρησης της σοσιαλιστικής νομιμότητας, των δημοκρατικών διαδικασιών της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και των νόμων από όλους ανεξαιρέτως. Η τήρηση της νομιμότητας είναι όπλο ενάντια στην αντεπανάσταση αλλά και όπλο στις υποκειμενικές αυθαιρεσίες. Αποτελεί προστασία της εργατικής τάξης έναντι της πιθανής γραφειοκρατικής απόσπασης της ηγεσίας ή των οργάνων καταστολής. Στη λογική αυτή, ο Λένιν πρότεινε να τιμωρούνται από τα σοσιαλιστικά δικαστήρια αυστηρότερα οι κομμουνιστές που παραβιάζουν τους νόμους («Απαντα», τ. 45, σ. 53).

4. Εχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι όχι μόνο δεν ωραιοποιούμε τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες αλλά ότι θα συνεχίσουμε να έχουμε ανοιχτό το μέτωπο στο μηδενισμό, όποιες μορφές και αν λαμβάνει. Με αυτή την έννοια, πρέπει πιο καθαρά να προασπίσουμε την προσφορά της ΕΣΣΔ και των πρώην σοσιαλιστικών κρατών και μετά το 1956, ανεξάρτητα από τον εντοπισμό των προβλημάτων που οδήγησαν στην ανατροπή. Δεν μπορούμε να μην υπογραμμίζουμε τα επιτεύγματα αλλά και την ανιδιοτελή, διεθνιστική βοήθεια στις επαναστάσεις στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στην Αφρική, στην Ασία, στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, στο κίνημα των Αδεσμεύτων.

5. Παράλληλα, έχει σημασία να αποφύγουμε τυχόν υπερβολές. Πραγματικά, κατά την περίοδο Χρουστσόφ ιδιαίτερα, ο τρόπος εφαρμογής της πολιτικής της ειρηνικής συνύπαρξης οδήγησε σε επιμέρους εσφαλμένες τοποθετήσεις. Ομως την ίδια περίοδο, δόθηκε αποφασιστική, όχι μόνο ηθική και διπλωματική, αλλά υλική βοήθεια σε δεκάδες επαναστατημένους λαούς, αντιμετωπίστηκε ο ιμπεριαλισμός με σθένος όπως στην περίπτωση της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα, παρά τις όποιες αδυναμίες επισημαίνουν ορθά οι σύντροφοι Κουβανοί.

Πολύ περισσότερο, είναι εντελώς αστήρικτος και συκοφαντικός ο χαρακτηρισμός της ΕΣΣΔ ως σοσιαλιμπεριαλιστικής. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους μαοϊκούς και το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και δε νομίζω ότι ταιριάζει να επανερχόμαστε σε αυτόν όπως συνέβη σε ένα κείμενο του διαλόγου.

Η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης, και ο ίδιος ο όρος, είναι δημιούργημα του Λένιν (βλ. π.χ. «Απαντα» τ. 40, σ. 145, τ. 41, σ. 133) ο οποίος υπογράμμιζε την ανάγκη αγώνα για αποτροπή του πολέμου ανάμεσα στα δύο κοινωνικο-κρατικά συστήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει την υποστολή της ταξικής πάλης ή την παραγνώριση του γεγονότος ότι η διπλωματία και η διπλωματική γλώσσα δεν μπορεί να ταυτίζεται πλήρως με την ιδεολογική αντιπαράθεση (βλ. π.χ. τις οδηγίες προς τους διπλωματικούς αντιπροσώπους στη διάσκεψη της Γένοβα το 1922, όπου έλεγε πως «είναι αυτονόητο πως δεν πάμε στη Γένοβα σαν κομμουνιστές, αλλά σαν έμποροι», «Απαντα», τ. 45, σ. 34 - 40, 63, 70).

«Ειρηνική συνύπαρξη των κρατών δε σημαίνει, όπως ισχυρίζονται οι ρεβιζιονιστές, παραίτηση από την ταξική πάλη. Η συνύπαρξη κρατών με διαφορετικό κοινωνικό καθεστώς είναι μια μορφή ταξικής πάλης» (υλικά της διεθνούς διάσκεψης κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων του 1960, Αθήναι 1960, σ. 30).

6. Οι αναφορές στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (θέση 27) πρέπει, και εδώ νομίζω συμφωνούμε όλοι, να διευκρινίζουν ότι η όποια ιστορική μελέτη και αναζήτηση λαθεμένων επιλογών δε θα αμφισβητεί τα θεμέλια του κομμουνιστικού κινήματος όπως αυτά εγγράφηκαν στις αποφάσεις της Διεθνούς (1ο, 2ο, 3ο, και 4ο Συνέδριο) με την αποφασιστική συμβολή και σφραγίδα του Λένιν. Πρέπει, επίσης, να μην υποτιμήσουμε την ιστορική σημασία των επόμενων συνεδρίων και ιδίως του 7ου που, με την αποφασιστική συμβολή του Στάλιν και του Δημητρώφ, έδωσε τη δυνατότητα στα ΚΚ να βγουν από την απομόνωση και να γίνουν μαζικά επαναστατικά κόμματα, να αναπτύξουν κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της εποχής. Τυχόν λάθη εφαρμογής, που σίγουρα έγιναν από διάφορα κόμματα, δεν μπορούν να βαρύνουν τη Διεθνή.

Είμαι βέβαιος, και αισιόδοξος, ότι η συζήτηση θα μας οδηγήσει σε ακόμη περισσότερο άρτιες επεξεργασίες.

Δημήτρης Καλτσώνης

Ριζοσπάστης - 9 Ιανουαρίου 2009