Showing posts with label ΛΙΤΣΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΛΙΤΣΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Show all posts

March 5, 2009

ΛΙΤΣΑΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ - Για το πρώτο θέμα

Πρώτη φορά κείμενο προσυνεδριακών θέσεων αναφέρει σε τόσα πολλά σημεία το θέμα της ενσωμάτωσης και εξαγοράς της εργατικής τάξης (ε.τ.) (σελ. 7, 45, 49, 56, 62), προσπαθώντας να δικαιολογήσει καθυστερήσεις που παρουσιάζονται στην ανάπτυξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος. Η ΚΕ θεωρεί μάλιστα ότι η ενσωμάτωση είναι αντικειμενική (σελ. 56, Θέση 75).

«Η οργανωτική ισχυροποίηση του Κόμματος... είναι πιο σύνθετο καθήκον... Σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται και από αντικειμενικές συνθήκες. Οσο το εργατικό κίνημα δε βρίσκεται στο ύψος των απαιτήσεων, όσο, δηλαδή, ένα μεγάλο μέρος της ε.τ. παραμένει ενσωματωμένο, δε συνειδητοποιεί τη δύναμή του... θα παραμένουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό δυσκολίες που επιδρούν στην κομματική οικοδόμηση...».

Για τους κομμουνιστές, τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί είναι περιττοί, αντανακλούν σε τελευταία ανάλυση τις αδυναμίες του κόμματος, της πολιτικής του. Αν η ε.τ. δεν ακολουθεί το δρόμο του αγώνα, και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης, αυτό είναι κύρια πρόβλημα του κόμματός της. Το αντιμετωπίζει όμως κινητοποιώντας την ε.τ.

Οργανώνοντας τον αγώνα της, συμβάλλει στη διαμόρφωση συνείδησης. Μόνο μέσα απ' την εμπειρία του αγώνα μπορεί η ε.τ. να αντιληφθεί τους ταξικούς εχθρούς της και να αποκτήσει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της, αναγνωρίζοντας στο κόμμα το πρωτοπόρο κομμάτι της τάξης της. Προϋπόθεση, η νικηφόρα έκβαση των αγώνων, αφού οι αποτυχίες απογοητεύουν, προσανατολίζοντας σημαντικά τμήματα της ε.τ. στην ατομική λύση ή στη στήριξη ξένων προς τα συμφέροντα της δυνάμεων, που υπόσχονται απατηλά το άμεσο.

Ομως η νικηφόρα έκβαση των αγώνων συνδέεται άρρηκτα με την ενότητα της τάξης. Με αυτό το πρόβλημα θα έπρεπε να ασχολούνται οι θέσεις. Πώς δηλαδή προωθείται το ενιαίο μέτωπο πάλης της ε.τ., ποια προβλήματα συναντά, ποιες οι επιμέρους συνεργασίες, οι κίνδυνοι κλπ. Με αναφορές στους συγκεκριμένους αγώνες (π.χ. Ασφαλιστικό), θα έπρεπε να γενικεύεται η πείρα.

Πρόκειται για το σημαντικότερο και δυσκολότερο ζήτημα της τακτικής και στρατηγικής ενός κομμουνιστικού κόμματος, καθώς πάνω στη βάση της σχέσης μεταρρύθμισης - επανάστασης είτε απεμπολούνται επαναστατικά χαρακτηριστικά του κόμματος, μετατρέποντάς το σε οπορτουνιστικό, είτε αποκόβεται το κόμμα απ' την πλειοψηφία της ε.τ., αφού αυτή δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί μέσα από την πείρα των μέχρι τώρα αγώνων της και της συνείδησής της την ορθότητα και αναγκαιότητα των στόχων του κόμματός της, για ανατροπή του καπιταλισμού. Π.χ. η πρόταση του κόμματος για υπηρεσίες κοινής ωφέλειας 100% δημόσιες, ενταγμένες σε έναν κοινωνικοποιημένο τομέα, είναι σωστή και πρέπει να προβάλλεται. Λείπει ωστόσο η πρόταση που θα απαντά στο τι θα γίνει μέχρι τότε, και που βεβαίως δεν μπορεί να είναι μόνο η προτροπή: «Βγάλτε συμπεράσματα, αλλάξτε τους συσχετισμούς».

Ακόμα πιο προβληματικές είναι οι παρακάτω διατυπώσεις:

«Οι αντικειμενικοί παράγοντες που οδηγούν στην ενσωμάτωση διαδραματίζουν το συγκεκριμένο ρόλο τους σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμα διαταραχτεί σε τέτοιο βαθμό για ένα μέρος της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων οι όροι αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Η τάση όμως αυτή θα ενισχυθεί στην πορεία και γι' αυτό μεγαλώνουν και οι απαιτήσεις δράσης του Κόμματος», (σελ. 49, Θέση 64) και «όσο ενοποιούνται οι εργασιακοί όροι και οι γενικότεροι όροι διαβίωσης προς το χειρότερο, δημιουργούνται προϋποθέσεις ενοποίησης της πάλης και ευρύτερης αφύπνισης με τη δράση του Κόμματος και του ΠΑΜΕ» (σελ. 62, Θέση 82).

Φαίνεται ότι το κόμμα βασίζει την ελπίδα ανόδου της λαϊκής πάλης στη χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης, παρόλο που σε άλλα σημεία διαπιστώνει την αρνητική επίδραση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, στην οργάνωση της ε.τ. Παράλληλα υποσκάπτει και την ορθότητα της εκτίμησης: «Βάση των διεκδικήσεων είναι τα οικονομικά αιτήματα των εργαζομένων και το δικαίωμα στη δουλειά...» (σελ. 77, Θέση 102).

Είναι διαφορετικό να διαπιστώνει κανείς ότι η όξυνση της κρίσης μπορεί και μόνο μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις ευρύτερης αφύπνισης ανάλογα με την ικανότητα του κόμματος να προσανατολίζει σωστά το εργατικό κίνημα και άλλο πράγμα η απόλυτη διατύπωση «όσο ενοποιούνται οι εργασιακοί όροι... προς το χειρότερο, δημιουργούνται προϋποθέσεις...».

Η αντίληψη αυτή παραπέμπει σε ιδέες της σχολής της Φραγκφούρτης (Μαρκούζε) και ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που τη δεκαετία του '60 θεωρούσαν την ε.τ. της Δ. Ευρώπης ενσωματωμένη στο σύστημα, ανίκανη να αναλάβει πρωτοπόρο ρόλο, επινοώντας διάφορα άλλα «επαναστατικά» υποκείμενα. Εκφράζει απαισιοδοξία, μειωμένη εμπιστοσύνη στη δύναμη της ε.τ. να αποσπά κατακτήσεις ακόμα και κάτω από αντίξοες συνθήκες. Μπορεί να οδηγήσει το κόμμα και το κίνημα στην αναμονή, στερώντας απ' την ε.τ. την αισιοδοξία που αποφέρουν οι επιμέρους νίκες, στην κατεύθυνση βελτίωσης του βιοτικού της επιπέδου. Στερεί τελικά την εμπιστοσύνη στην ικανότητά της να διεκδικήσει την εξουσία και αφήνει ανοιχτό το δρόμο σε οπορτουνιστικές, αλλά και ακροδεξιές δυνάμεις να εκμεταλλευτούν την απελπισία των λαϊκών στρωμάτων, για ακόμα μεγαλύτερες συλλογικές και ατομικές υποχωρήσεις, για εξελίξεις σε αντιδραστική κατεύθυνση.

Τέλος, θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο ότι μαζί με την ιδεολογική δουλειά, η οργάνωση και έκβαση των αγώνων αποτελεί τη βάση και της ανάπτυξης του κόμματος, κριτήριο όμως που απουσιάζει απ' τα ζητήματα οργανωτικής ισχυροποίησης του κόμματος (Θέση 93 κλειδί ισχυροποίησης του Κόμματος...), τα κριτήρια της πολιτικής επιρροής (Θέση 99), την εκτίμηση του ρόλου του κόμματος (Θέση 73).

Λίτσας Παναγιώτης

Ριζοσπάστης - 10 Φεβρουαρίου 2009

February 21, 2009

ΛΙΤΣΑΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ - Σημειώσεις για το σοσιαλισμό

1. Είναι αυτονόητο ότι χωρίς παραγωγή δεν υπάρχει κατανομή. Παράλληλα «ο χειρόμυλος μας δίνει τη φεουδαρχική κοινωνία, ο ατμόμυλος την κοινωνία των βιομηχανικών καπιταλιστών» (Μαρξ). Το πρώτο ερώτημα λοιπόν είναι ποια πρέπει να είναι τα αντίστοιχα του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, υλικοτεχνικά χαρακτηριστικά της οικονομικής βάσης. Μήπως η εκμηχανισμένη - αυτοματοποιημένη και στον κομμουνισμό πλέρια αυτοματοποιημένη παραγωγή;

Αν ναι, τότε θα πρέπει να υπάρχει για τη χώρα μας αναφορά α) στα χαρακτηριστικά της βιομηχανίας, στις συνέπειες που απορρέουν απ' τη συμμετοχή της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας β) στους τρόπους αντιμετώπισης της οικονομικής εξάρτησης, των συνεπειών της απουσίας βαριάς βιομηχανίας. Στόχος, η προβολή των δυνατοτήτων ανάπτυξης των μέσων παραγωγής, στο πλαίσιο σύνδεσης της εντατικής διευρυμένης αναπαραγωγής με την εργατική συμμετοχή και την προστασία ανθρώπου-περιβάλλοντος.

Μόνο στη βάση ανάλυσης της υφιστάμενης τεχνικοοικονομικής παραγωγικής δομής και της σκιαγράφησης των δυνατοτήτων της μελλοντικής είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για τις δυνατότητες, διαδικασίες, μεγέθη, μορφές και ρυθμούς ανάπτυξης α) της πραγματικής κοινωνικοποίησης και όχι τυπικής β) του κεντρικού σχεδιασμού γ) της συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση κατ' αρχάς του παραγωγικού μηχανισμού, και τέλος για το ρυθμό απονέκρωσης του νόμου της αξίας και των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων.

Πρόκειται επί της ουσίας, ανεξάρτητα από αδυναμίες, για το οικονομικό πρόγραμμα που το κόμμα απ' το '70 αντιστοιχούσε στη «δημοκρατία του λαού» και είχε ως στόχο την αντιμετώπιση της οικονομικής εξάρτησης, της στρεβλής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην εισήγηση της ΚΕ στο 15ο Συνέδριο αναφερόταν ότι η αντιμετώπιση των συνεπειών της εξάρτησης «δεν μπορεί να γίνει από οποιαδήποτε κυβέρνηση, εκτός από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της» (Ντοκουμέντα 15ου σελ. 31.) Ομως, η απουσία σχετικών οικονομικών αναλύσεων και καθηκόντων, ιδιαίτερα στις Θέσεις για το 18ο, στερεί την υλική βάση για όλες τις υπόλοιπες εκτιμήσεις, προσδίδοντάς τους βολουνταριστικό χαρακτήρα.

Από πού αντλεί η ΚΕ τη σιγουριά (σελ. 40) ότι με την «υλοποίηση του πρώτου κρατικού σχεδίου, ήδη περιορίζεται η λειτουργία των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων»;

Πρόκειται για ευχή ή πραγματική δυνατότητα; Αν πρόκειται για δυνατότητα, η ΚΕ θα έπρεπε να εξηγεί, βασιζόμενη σε επιστημονικές μελέτες, τι είδους τιμές θα μπορούσε να καθορίσει ο κεντρικός σχεδιασμός, όταν το μεγαλύτερο μέρος του μηχανολογικού εξοπλισμού της βιομηχανίας και μέρος των καυσίμων, είναι εισαγόμενο. Αν πρόκειται για υπόθεση του μακρινού μέλλοντος, ποια είναι τα συγκεκριμένα άμεσα μέτρα που θα έπρεπε να πάρει μια εργατική εξουσία, προκειμένου να καταστούν εφαρμόσιμες όλες οι υπόλοιπες επιδιώξεις; Πάντως, η άποψη στην ίδια παράγραφο, ότι ο συνεχής περιορισμός τους «...συνδέεται με τη σχεδιασμένη επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων σε όλη την παραγωγή και την κατανομή...» μας επαναφέρει στην αρχή, καθώς η «επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων» συνδέεται με την ανάπτυξη των Π.Δ. Το πρόβλημα είναι ότι εκτός μιας αοριστολογίας (σελ. 38), σχετικές αναφορές απουσιάζουν και μάλιστα για την υποδιαίρεση Ι.

Η εργατική τάξη δεν επιλέγει ελεύθερα τις Π.Δ. της, αντιστοιχώντας τους τις Π.Σ. που επιθυμεί, και οι νέες Π.Σ. αποτελούν μορφή ανάπτυξης των Π.Δ. μόνο όταν αρχικά, μετατρέπουν υπάρχουσες δυνατότητες σε υλική δύναμη.

Μόνο οικοδομώντας σταδιακά μια αντίστοιχη του σοσιαλισμού οικονομική βάση αποκτούν νόημα οι αναφορές στον άμεσο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας καθώς και στην ολοκληρωτική κατάργηση των άλλων μορφών ιδιοκτησίας. Οταν δηλαδή εξαλείφεται σταδιακά ο κατακερματισμός της παραγωγικής δραστηριότητας και η σοσιαλιστική οργάνωση της εργασίας αποδεικνύει έμπρακτα την ικανότητά της να ικανοποιεί τις αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού, μέσω ενός βασικού κριτηρίου: της ανόδου της παραγωγικότητας (αύξηση αποδοτικότητας εργασίας, χρήσης μηχανολογικού εξοπλισμού, εξοικονόμησης πόρων, με μείωση εργάσιμου χρόνου, προστασία ανθρώπου-περιβάλλοντος).

Σε γενικές γραμμές και σε ό,τι αφορά τα ζητήματα κατανομής και του νόμου της αξίας, η ΚΕ θέτει ζητήματα που δεν μπορεί να λύσει, αν πρώτα δεν καταπιαστεί με τη μελέτη των χαρακτηριστικών της υλικοτεχνικής βάσης του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Φαίνεται ότι οι Θέσεις βρίσκονται πίσω και από την ελλιπή-μονόπλευρη αναφορά του κομματικού προγράμματος: «Η σοσιαλιστική εξουσία υπολογίζει την επίδραση της λειτουργίας του νόμου της αξίας, αξιοποιεί τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις στα πλαίσια της σχεδιασμένης παραγωγικής και της κοινωνικής ιδιοκτησίας...» (Ντοκουμέντα 15ου σελ. 128).

2. Η συμμετοχή των εργαζομένων αποτελεί ηθικο-πολιτική υποχρέωση απέναντι στην εργατική τάξη ή υλική αναγκαιότητα;

Η νέου τύπου ανάπτυξη του παραγωγικού μηχανισμού δημιουργεί προϋποθέσεις για την αναβάθμιση του ρόλου του εργαζόμενου, την αλλαγή του χαρακτήρα της εργασίας, δρομολογώντας τη σταδιακή κατάργηση του καταμερισμού εργασίας μεταξύ εκτελεστικών και διευθυντικών καθηκόντων. Η αξιοποίηση των προϋποθέσεων αυτών απαιτεί για την ανάπτυξη του ανθρώπου, της κύριας Π.Δ., τη διαμόρφωση ενός πλέγματος πολιτικών συνθηκών που θα διασφαλίζει την ολόπλευρη μόρφωση και ενημέρωσή του για όλες τις δημόσιες υποθέσεις, την ελευθερία έκφρασης. Αυτό αποτελεί αντικειμενική συνθήκη για την ουσιαστική και όχι τυπική συμμετοχή των εργαζομένων στην άσκηση εργατικού και κοινωνικού ελέγχου. Αποτελεί υλική ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός νέου τύπου παραγωγού.
Οσο περισσότερο η αναζήτηση, η μελέτη πληροφοριών και εκτιμήσεων, η αντιπαράθεση και η εξαγωγή συμπερασμάτων απορρέει από το ίδιο το αντικείμενο ή πεδίο εργασίας, όσο περισσότερο η εργασία αποκτά επιστημονικό χαρακτήρα, ή πρέπει να αποκτήσει, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παραπάνω συνθήκη.

Οι Θέσεις σελ. 42 αναφέρουν: «Πυρήνες της εργατικής εξουσίας θα είναι οι παραγωγικές μονάδες.. στους οποίους θα ασκείται και ο εργατικός και κοινωνικός έλεγχος της διεύθυνσης... Θεσμοθετείται και πρακτικά εξασφαλίζεται η άσκηση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, η απρόσκοπτη άσκηση κριτικής σε αποφάσεις... που εμποδίζουν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η καταγγελία υποκειμενικών (;) αυθαιρεσιών... παρεκκλίσεων από τις σοσιαλιστικές - κομμουνιστικές αρχές».

Ομως, α) Ο έλεγχος περιορίζεται στη διεύθυνση της ξεχωριστής μονάδας, αφού δεν αναφέρει και όλες τις δημόσιες υποθέσεις.

β) Χωρίς ενημέρωση, διαφάνεια όλων των δημόσιων υποθέσεων, εξασφάλιση της ελεύθερης έκφρασης, συμμετοχής των εργαζομένων στις πολιτικές διαδικασίες, τα παραπάνω αποτελούν κενό γράμμα.

γ) Αλλες «κομμουνιστικές αρχές» είχε το ΚΚΣΕ τη δεκαετία του '20 άλλες τη δεκαετία του '30 και '60. Οποιος θεωρούσε ότι αυτές οι αρχές δεν ήταν κομμουνιστικές επιδιώκοντας να ασκήσει κριτική, τι «πρακτικές» δυνατότητες είχε και θα έχει;

Οι Θέσεις βρίσκονται πίσω απ' το πρόγραμμα, το οποίο αναφέρει: «η σοσιαλιστική δημοκρατία θα κατοχυρώνει την ύπαρξη των κομμάτων που δρουν μέσα στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συντάγματος. Κοινωνικοπολιτικές ενώσεις (...) αναπτύσσουν το δικό τους σημαντικό ρόλο (...) ιδιαίτερα τα εργατικά συνδικάτα είναι οι φορείς με τους οποίους η εργατική τάξη ελέγχει το κράτος της, προστατεύεται από κινδύνους (...) απόσπασης από το γενικό συμφέρον» (Ντοκουμέντα σελ. 126).

«Πού είναι η αναφορά στο ρόλο των εργατικών ενώσεων; Εδώ όμως φαίνεται και η αποσιώπηση των σοβαρών παραβιάσεων της εσωκομματικής και σοσιαλιστικής δημοκρατίας καθ' όλη σχεδόν την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού (Κεφάλαιο Γ.).

Το ΚΚ για να συμβάλει στη δημιουργία ολόπλευρα ανεπτυγμένων προσωπικοτήτων πρέπει ήδη κατά την περίοδο οικοδόμησης των βάσεων του σοσιαλισμού, να προσελκύει ενεργά το σύνολο των εργαζομένων στις υποθέσεις της νέας κοινωνίας, θεωρώντας την αντιπαράθεση και σύγκρουση ιδεών κινητήρια δύναμη της πνευματικής ανάπτυξης, αφού αυτή σε γενικές γραμμές αντανακλά λίγο ή πολύ πραγματικά προβλήματα στα οποία προσκρούουν οι εργαζόμενοι στην καθημερινή τους ζωή και απορρέουν από τις αντικειμενικές αντιφάσεις της υλικής τους αναπαραγωγής. Ο περιορισμός αυτής της ελευθερίας αποσύνθεσε στις σοσιαλιστικές χώρες την πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης, την απονέκρωσε πνευματικά, μετατρέποντάς τη σε άβουλο χειροκροτητή της κάθε κομματικής ηγεσίας και του πολιτικού προγράμματος που αυτή εκπροσωπούσε.

Η κριτική αντίληψη, η επαγρύπνηση, η τόλμη, η ετοιμότητα για ανάληψη δράσης για την υπεράσπιση και ανάπτυξη του σοσιαλισμού, η ανιδιοτέλεια και γενικά η ηθική ακεραιότητα είναι ιδιότητες που αναπτύσσονται, μόνο στο βαθμό που ασκούνται. Αποτελούν τη μόνη εγγύηση για την επιβίωση του σοσιαλισμού, για τη διατήρηση και ανάπτυξη του πρωτοπόρου ρόλου ενός κομμουνιστικού κόμματος.

Παναγιώτης Λίτσας
ΚΟΒ Άνω Κυψέλης

Ριζοσπάστης - 20 Ιανουαρίου 2009