Showing posts with label ΚΟΖΑΤΣΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΚΟΖΑΤΣΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Show all posts

February 22, 2009

ΚΟΖΑΤΣΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ - Σοσιαλισμός και κομμουνισμός

Η γενική χρήση του όρου κομμουνιστικές και όχι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής προκειμένου να δηλωθεί η μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στο σοσιαλισμό, θεωρώ ότι είναι λανθασμένη και οδηγεί στην παραγνώριση των διαφορών μεταξύ σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Η πρώτη, μεταβατική φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας δεν ταυτίζεται με τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό, η ίδια η παραγωγική βάση της κοινωνίας διατηρεί συγκεκριμένες αντιφάσεις και κατάλοιπα από τον καπιταλισμό και διακρίνεται για τις ιδιαίτερες νομοτέλειές της. Σοσιαλιστικές ονομάζονται οι ανολοκλήρωτες ακόμη κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής.

Οπως σημειώνει ο Μαρξ «η διανομή των μέσων κατανάλωσης είναι κάθε φορά μονάχα συνέπεια της διανομής των ίδιων των όρων παραγωγής», εκφράζοντας έτσι «το χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής». Συνεπώς η διαφορά της αρχής διανομής του σοσιαλισμού («ανάλογα με την εργασία») από του κομμουνισμού («ανάλογα με τις ανάγκες») δηλώνει σαφώς διαφορές στην ίδια την παραγωγή εν γένει. Στις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής «σε ό,τι αφορά στη διανομή των μέσων κατανάλωσης στους μεμονωμένους παραγωγούς, κυριαρχεί η ίδια αρχή όπως και στην παραγωγή ισοδύναμων εμπορευμάτων, ανταλλάσσεται ίση εργασία σε μία μορφή με ίση εργασία σε άλλη μορφή» [...] «είναι ανταλλαγή ίσων αξιών». «Το περιεχόμενο και η μορφή» αλλάζουν όμως, η αξία παραμένει ακόμη αναγκαία προκειμένου να μετρηθεί ο παραγωγικός κύκλος, σε αντίθεση με τον κομμουνισμό όπου τα προϊόντα παύουν να ανταλλάσσονται ως «ισοδύναμα», παύουν να μετριούνται ως «αξίες». Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποσυνδέει την αξία χρήσης από την αξία.

Η δυνατότητα ύπαρξης στο σοσιαλισμό μικρής εμπορευματικής παραγωγής και εξωτερικού εμπορίου καθιστά περισσότερο σύνθετη τη λειτουργία του νόμου της αξίας. Οπως υπογραμμίζει ο Στάλιν, ο νόμος της αξίας δε ρυθμίζει τη σοσιαλιστική παραγωγή, όμως η «ενέργειά» του «επεκτείνεται» και σε αυτήν, καθώς διατηρεί, εντός ορίων, το «ρόλο του ρυθμιστή» στην «ανταλλαγή κατά κύριο λόγο των εμπορευμάτων ατομικής κατανάλωσης».

Η εξομοιωτική χρήση του όρου κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής οδηγεί περαιτέρω αναγκαία στην εξάντληση της έννοιας των σχέσεων παραγωγής σε σχέσεις ιδιοκτησίας. Το περιεχόμενο των σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων (κοινωνική ιδιοκτησία) είναι κομμουνιστικό, όμως οι σχέσεις παραγωγής διατηρούν ακόμη μορφές όπως τον καταμερισμό και την εξειδίκευση, τη διάκριση σωματικής και πνευματικής εργασίας. Μόνο με το πέρασμα της κοινωνίας στον κομμουνισμό «θα εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και στην πνευματική δουλειά». Η εξειδίκευση οδηγεί ακολούθως στην ανάγκη αναγωγής της σύνθετης εργασίας σε απλή για τον καθορισμό των μισθών -θεμέλιο της πολιτικής μισθών στο σοσιαλισμό. Υποτιμώντας αυτή την αντίθεση, σημειώνεται στις Θέσεις 7 και 36 πως ο χρόνος αποτελεί το μοναδικό «μέτρο της ατομικής προσφοράς» εργασίας στο σοσιαλισμό, δίχως η εργασία να «διαχωρίζεται σε σύνθετη ή απλή, χειρωνακτική ή όχι». Η τοποθέτηση αυτή απλώς «λύνει» βολονταριστικά-διοικητικά το ζήτημα του καταμερισμού της εργασίας προτού λυθούν πραγματικά οι αντιθέσεις στο επίπεδο της παραγωγής, προτού ξεπεραστούν οι υλικοί όροι που τις επιβάλλουν. Το κείμενο της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του 1995, ασκεί σωστά κριτική στην «ισοπεδωτική αντίληψη για τις αμοιβές» και στις συνέπειές της.

Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής διατηρούνε ως προς τη μορφή τους ένα ακόμη χαρακτηριστικό, ουσιαστικό παρεπόμενο του καταμερισμού της εργασίας: τη διάκριση μεταξύ διεύθυνσης της παραγωγής και παραγωγής καθεαυτής. Η «διεύθυνση» παύει ολοκληρωτικά να είναι πνευματικά και κοινωνικά αποσπασμένη από τους άμεσους παραγωγούς, μονάχα στον κομμουνισμό. Οι κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής αποβάλλουν οριστικά κάθε αντίθεση μεταξύ παραγωγής και οργάνωσής της. Ο σοσιαλισμός εκπληρώνει με προσήλωση το καθήκον διαπαιδαγώγησης των εργατών στη διεύθυνση της παραγωγής προκειμένου στη θέση της πολιτικής διακυβέρνησης των προσώπων να βάλουν τη διαχείριση των πραγμάτων.

Αυτή η παραγνώριση των διαφορών μεταξύ σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής οδηγεί αναγκαία σε σοβαρές συνέπειες.

Εφόσον οι σοσιαλιστικές σχέσεις ταυτίζονται με τις κομμουνιστικές και εφόσον η κολχόζνικη ιδιοκτησία δεν αποτελεί σχέση παραγωγής του κομμουνισμού, άρα αποτελεί εγγενώς εχθρική σχέση και για την ίδια τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ετσι οι Θέσεις 9, 23 και 35 αντιδιαστέλλουν πρωτοφανώς τη «σοσιαλιστική» και τη «συνεταιριστική» ιδιοκτησία, θεωρώντας τη δεύτερη ως μη-σοσιαλιστική, και όχι ως μεταβατική σοσιαλιστική σχέση, στην προοπτική πλήρους κοινωνικοποίησης της γης. Ο Στάλιν ρητά θα υπερασπιστεί την κολχόζνικη ιδιοκτησία ως μία από τις δύο «βασικές μορφές σοσιαλιστικής παραγωγής», τονίζοντας ότι από το γεγονός ότι τα κολχόζ «δεν είναι ιδιοκτησία κοινωνική, δε βγαίνει, σε καμιά περίπτωση, το συμπέρασμα ότι [...] δεν είναι σοσιαλιστική ιδιοκτησία». Ο διαχωρισμός των κολχόζ από τη «σοσιαλιστική ιδιοκτησία» αμφισβητεί άμεσα τον ίδιο το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της σοβιετικής κοινωνίας.

Για την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, ο νόμος της αξίας και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις αποτελούν μοχλό ανάπτυξης, αξιοποιούνται «στα πλαίσια της σχεδιασμένης παραγωγής και της κοινωνικής ιδιοκτησίας, με στόχο το βάθεμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής». Ο Στάλιν υπογραμμίζει ότι «η εμπορευματική κυκλοφορία είναι ασυμβίβαστη με την προοπτική περάσματος απ' το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό», τονίζοντας ωστόσο πως οικονομικά φαινόμενα όπως τα κολχόζ και η εμπορευματική κυκλοφορία χρησιμοποιούνται «με επιτυχία για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας και φέρνουν στην κοινωνία μας αναμφισβήτητο όφελος», πως «είναι αναμφισβήτητο ότι θα φέρνουν όφελος και στο κοντινό μέλλον». Οι απόπειρες της σοβιετικής ηγεσίας να αξιοποιήσει ευρύτερα το νόμο της αξίας, δεν ήταν μονάχα ένα γυμνό αποτέλεσμα οπορτουνιστικού συμβιβασμού, αλλά ταυτόχρονα μια προσπάθεια επίλυσης ζητημάτων οργάνωσης και ελέγχου του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, τα οποία, στη θηριώδη σοβιετική οικονομία, ήταν ακόμη τεχνολογικά αδύνατη η ολοκληρωτική επίλυσή τους.

Η ταύτιση των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων οδηγεί αναγκαία στην παραγνώριση των αντικειμενικών νομοτελειών ανάπτυξης του σοσιαλισμού, μετατρέπει το πέρασμα στον κομμουνισμό σε βολονταριστικό-διοικητικό καθήκον. Στη βάση αυτή υποστηρίζεται στη Θέση 18 πως μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο θα έπρεπε «να επεκταθούν και να κυριαρχήσουν πλήρως οι κομμουνιστικές σχέσεις» στο σύνολο της παραγωγής, καθώς η κολχόζνικη ιδιοκτησία γινόταν «τροχοπέδη στην ισχυρή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Διαβάζοντας επιπλέον στη Θέση 2, εν είδει «ορισμού», πως κομμουνισμός σημαίνει την «πλήρη επικράτηση» των κομμουνιστικών σχέσεων, οδηγούμαστε αυτονόητα στο συμπέρασμα ότι στα μέσα της δεκαετίας του '50 ήταν δυνατή η μετάβαση στον ανεπτυγμένο κομμουνισμό. Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί σαφώς μία νεφελώδη θεωρητική εκτίμηση, βασισμένη στην εξομοίωση των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, δίχως να συνεκτιμάει τα οικονομικά και τεχνολογικά δεδομένα της σοβιετικής κοινωνίας της εποχής, το πραγματικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (κανένα οικονομικό στοιχείο δεν αναφέρεται στο κείμενο) ούτε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του ΚΚΣΕ που, όπως μας δείχνουν τα Οικονομικά Προβλήματα, το ζήτημα της κοινωνικοποίησης της κολχόζνικης ιδιοκτησίας δεν είχε ακόμη τεθεί καν ως ένα άμεσο πολιτικό και τεχνικό καθήκον στη σοβιετική ηγεσία. Δε σταθμίζει τέλος τις διαθέσεις των μαζών, δηλαδή αν το άπλωμα της κοινωνικοποίησης θα μπορούσε τη δεδομένη στιγμή να διατηρήσει αραγή τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά.

Αυτός ο άξονας κριτικής των Θέσεων παράλληλα με τις εκτιμήσεις περί «στροφής», περί «απώλειας» των «επαναστατικών χαρακτηριστικών» του ΚΚΣΕ (ο «οπορτουνισμός» οικοδομούσε σοσιαλισμό;) ή τη σαφή υποτίμηση του πολύμορφου ρόλου του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, θα μπορούσαν να οδηγήσουν έως και στην αμφισβήτηση του ίδιου του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της ΣΕ. Τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να μελετηθούν προσεκτικότερα στα πλαίσια αυτής της συζήτησης που, με τιμή απέναντι στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ανοίγει σήμερα το Κόμμα μας.

Γιάννης Κοζάτσας
ΚΟΒ Λιψίας, Γερμανία

Ριζοσπάστης - 24 Ιανουαρίου 2009
ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ
Στο άρθρο του Γιάννη Κοζάτσα, που δημοσιεύτηκε το Σάββατο 24 Γενάρη 2009, ο δαίμων του τυπογραφείου εξαφάνισε τις παραπομπές.

Διευκρινίζουμε ότι:
  • τα αποσπάσματα του Μαρξ υπάρχουν στο έργο «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα»,
  • τα αποσπάσματα του Στάλιν στο έργο «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ»,
  • το απόσπασμα του Ενγκελς στο έργο «Αντί-Ντίρινγκ».
  • Επίσης στο άρθρο περιέχονται αποσπάσματα από τα Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης και από το Πρόγραμμα του ΚΚΕ.

February 8, 2009

ΚΟΖΑΤΣΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ - Για το πρώτο θέμα

Αγαπητοί σύντροφοι,

Ισως να είναι αρκετά τα σημεία του κειμένου των Θέσεων, στα οποία θα έπρεπε με φροντίδα να σταθεί κανείς και να μελετήσει. Στο κείμενο αποτυπώνεται η προσοχή του Κόμματος στην επεξεργασία της στρατηγικής μας για το ΑΑΔΜ και το σοσιαλισμό, η ανάγκη αξιοποίησης της πείρας και των αυξημένων δυνατοτήτων του Κόμματος σήμερα, η ανάγκη διαμόρφωσης των όρων για την αντεπίθεση του λαϊκού κινήματος. Ωστόσο, όμως, οφείλει να αναγνωριστεί μια σημαντική ανεπάρκεια του κειμένου: το πρόγραμμα δράσης.

Η «αντεπίθεση» απαιτεί σαφή στοίχιση δυνάμεων και ολοκληρωμένο σχέδιο παρέμβασης σε συνδικαλιστικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Οι Θέσεις δεν μπορούν παρά να αποτελούν την οργανικότερη παρουσίαση των άμεσων πολιτικών καθηκόντων του Κόμματος για το επόμενο διάστημα, να διαμορφώνουν τα φλέγοντα ζητήματα τακτικής στα επιμέρους μέτωπα πάλης, να ιεραρχούν καθήκοντα, στόχους, μορφές συσπείρωσης στο κίνημα και επί της ουσίας να προσδιορίζουν το γενικό σχέδιο μάχης του Κόμματος ενταγμένο στη στρατηγική του ΑΑΔΜ. Οι Θέσεις 82 - 86 βρίσκονται σημαντικά πίσω από τις απαιτήσεις που το ίδιο το κείμενο θέτει και ο σχεδιασμός, τον οποίο επιχειρούν να διαμορφώσουν, παραμένει ανεπαρκής, αδυνατώντας πάνω απ' όλα να επεξεργαστεί την πολιτική του Κόμματος στα μέτωπα πάλης, στους χώρους συνάντησης των λαϊκών στρωμάτων και ανάπτυξης του κινήματος, στις «κυψέλες» ωρίμανσης και μορφοποίησης της α-α-δ συμμαχίας. Είναι ενδεικτικό πως ακόμη και το κίνημα της νεολαίας περνάει στα «ψιλά γράμματα» του σχεδιασμού μας. Η πλούσια πείρα από την έως τώρα δουλειά του Κόμματος δε συγκεφαλαιώνεται αποτελεσματικά, δε συνδέεται με ένα αυριανό πλάνο.

«Αντεπίθεση» σημαίνει ακόμη ολοκληρωμένη επεξεργασία που να αφορά στο σύνολο της ζωής της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας. Πολιτική βαθιάς και πολύμορφης παρέμβασης, η οποία με επίκεντρο τα κρίσιμα ζητήματα της ανεργίας, των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, του ξεπουλήματος του δημοσίου πλούτου κ.τ.λ. θα ξεδιπλώσει παράλληλα σύγχρονες προτάσεις και πρωτοβουλίες μέσα στα σωματεία, στους συλλόγους, στις συσπειρώσεις για την ίδια την ποιότητα ζωής, τη μόρφωση, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, τον ελεύθερο χρόνο, τα δημοκρατικά δικαιώματα, το περιβάλλον κ.τ.λ. Μονάχα μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο της πάλης μπορεί η Λαϊκή Εξουσία και ο Σοσιαλισμός να παίρνουν «σάρκα και οστά» στη συνείδηση του λαού και να μην απομένουν μονότονα ρεφρέν.
«Αντεπίθεση» σημαίνει πρώτα απ' όλα μαζική δράση: απόλυτος όρος της ίδιας της ύπαρξης του Κόμματος, της ικανότητάς του συσπείρωσης πλατιών λαϊκών μαζών γύρω από την πολιτική του και προϋπόθεση μαζικοποίησης των γραμμών του. Οι χαρακτηρισμοί της Θ.96 ότι το «απαραίτητο άνοιγμα» στις λαϊκές μάζες «φέρνει πίεση και δυσκολία να περνάει η στρατηγική μας» και συνιστά «κίνδυνο διάχυσης», θα έπρεπε ίσως να αφαιρεθούν, καθώς σκιαγραφούν ανησυχητικές ενδείξεις ενός σοβαρού στενέματος της πολιτικής μας παρέμβασης.

Είναι παράλληλα σημαντικό πως και η παρέμβασή μας στο εργατικό κίνημα, στον «αιμοδότη» του λαϊκού κινήματος, υποφέρει πολλές φορές από μία στεγανοποίηση των χώρων μας. Τα όρια συσπείρωσης ευρύτερων δυνάμεων στις παρατάξεις μας και στο ΠΑΜΕ δεν μπορεί να καθορίζονται τελικά απ' το αν κάποιος στοχεύει στην «ανατροπή του εκμεταλλευτικού καθεστώτος», απ' το αν παλεύει για την οικοδόμηση «μιας κοινωνίας που τα μέσα παραγωγής θα είναι κοινωνική ιδιοκτησία» (Διεκδικητικό πλαίσιο ΠΑΜΕ 2008/9). Ετσι, οι παρατάξεις μας απομένουν τόπος συσπείρωσης μονάχα όποιου είναι ήδη κομμουνιστής. Και πέραν του ζητήματος της «στενότητας»: μπορεί στ' αλήθεια απ' τον ίδιο του το χαρακτήρα το συνδικαλιστικό κίνημα, να διεξάγει πολιτική πάλη, να παλέψει για το σοσιαλισμό; Ποιος ρόλος απομένει τότε στο Κόμμα;

Μείζον ζήτημα των Θέσεων θεωρώ πως αποτελεί ακόμη η φύση και ο χαρακτήρας του ΑΑΔ Μετώπου. Στις παρούσες Θέσεις το Μέτωπο χαρακτηρίζεται παντού μονάχα ως «κοινωνική συμμαχία». Οι πολιτικές συμμαχίες δεν μπορεί όμως να υποβιβάζονται σε απλό ζήτημα τακτικής, απλώς και μόνον επειδή σήμερα είναι απολύτως αδύνατη κάθε συμμαχία σε πολιτικό επίπεδο. Οι κοινωνικοί αγώνες προκαλούν αναγκαίες βαθιές ανακατατάξεις και στην πολιτική σφαίρα, οι οποίες ενίοτε οδηγούν στη δημιουργία πολιτικών φορέων (πολιτικών εκφράσεων των διεκδικήσεων των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων) με ριζοσπαστικά αντιιμπεριαλιστικά προγράμματα. Οι πολιτικές συμμαχίες δεν μπορούν παρά να αποτελούν κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις αναγκαίο κομμάτι της στρατηγικής του ΑΑΔΜ στην πάλη για το σοσιαλισμό. Η α-α-δ γραμμή πάλης, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο είναι ο δρόμος που βοηθάει στην άνοδο της πολιτικής συνείδησης των πλατύτερων μη προλεταριακών λαϊκών μαζών, πείθοντας το λαό μέσα από την πείρα σκληρών αγώνων για την ανάγκη ριζικότερων αλλαγών, έως το σοσιαλισμό. Το Πρόγραμμα του Κόμματος προσφέρει αναμφισβήτητα μια σαφή και ολοκληρωμένη επεξεργασία της στρατηγικής μας αντίληψης για το σοσιαλισμό, στη βάση της κοινωνικοταξικής ανάλυσης της Ελλάδας και της θέσης της στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Εν κατακλείδι μία απορία: μπορεί η απλή καταγραφή οικονομικών στατιστικών να τεκμηριώσει την άρση της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της Ελλάδας; Είναι επιπλέον δυνατόν να υπάρχει διάσταση εκτιμήσεων μεταξύ των Θέσεων και του Προγράμματος του Κόμματος πάνω σε ένα τέτοιο κορυφαίο ζήτημα στρατηγικής σημασίας;

Σίγουρα, ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει μια λεπτομερή συζήτηση και ανάδειξη των θετικών επεξεργασιών του κρίσιμου αυτού ντοκουμέντου του Συνεδρίου μας. Η κριτική επείγει πάντα περισσότερο... Εύχομαι πλήρη επιτυχία στο Συνέδριό μας!

Γιάννης Κοζάτσας
ΚΟΒ Λειψίας, Γερμανία

Ριζοσπάστης - 16 Δεκεμβρίου 2008