Showing posts with label ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ. Show all posts

February 22, 2009

ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ - Για τη Θέση της Ελλάδας

Στις θέσεις για το 18ο Συνέδριο γίνεται λόγος για διατήρηση της ενδιάμεσης θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Με αφορμή αυτή τη θέση υπήρξαν κάποιες αντιρρήσεις για μη αναφορά της έννοιας «εξαρτημένης» ταυτόχρονα με το «ενδιάμεσης» στο χαρακτηρισμό της θέσης της χώρας μας.

Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο η, πάντα υπαρκτή, ανισότιμη αλληλεξάρτηση μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών αποκτά νέα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά. Δημιουργείται η λεγόμενη ιμπεριαλιστική αλυσίδα, της οποίας τους κρίκους αποτελούν οι ξεχωριστές χώρες. Η όξυνση και συσσώρευση των αντιθέσεων του συστήματος (εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης) σε συνδυασμό με την ωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα θα δείξει σε ποιο κρίκο θα σπάσει η αλυσίδα και θα γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Τα παραπάνω καθόλου δεν αναιρούν την προτεραιότητα της εσωτερικής ανάπτυξης του καπιταλισμού σε κάθε χώρα για το πέρασμα, να υπάρχει δηλαδή ένα επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού και της εργατικής τάξης (έστω και αδύνατο). Ο βαθμός ανάπτυξης κάθε καπιταλιστικής χώρας καθορίζει το τι θα κληρονομήσει η καινούρια σοσιαλιστική εξουσία, όχι αν θα είναι σοσιαλιστική. Με βάση τα παραπάνω η μελέτη των αντιθέσεων μεταξύ των «κρίκων» της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας έχει σημασία για την επαναστατική αξιοποίησή τους.

Η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύς καθορίζει τη θέση κάθε χώρας στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, καθορίζει δηλαδή πόσο μετράει ο κάθε ληστής συγκριτικά με τους υπόλοιπους ληστές. Δεν καθορίζει ποιος είναι ληστής και ποιος όχι, μια άποψη, η οποία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και οδήγησε πολλά ΚΚ σε σημαντικές στρατηγικές υποχωρήσεις, με πιο χαρακτηριστική τη συνεργασία με την «προοδευτική εθνική αστική τάξη». Η πιο πάνω αντίληψη συνδέεται αντικειμενικά με την ύπαρξη ενδιάμεσου ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμο-κομμουνισμό σταδίου.

Το Κόμμα μας, ξεκαθαρισμένο από τον οπορτουνιστικό συρφετό, έβαλε με το 15ο του Συνέδριο πλώρη για το ξεκαθάρισμα λαθεμένων αντιλήψεων σε ζητήματα τα οποία επηρέαζαν και τη στρατηγική του αντίληψη. Η συνθηματολογία του, οι αναλύσεις του, η τακτική του στο κίνημα ευθυγραμμίστηκαν με τη σωστή αντίληψή του στο βασικό, στο ζήτημα της εξουσίας για την οποία παλεύει, στο σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα, στη λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία, τις οποίες το ίδιο κατανοεί αποκλειστικά σαν σοσιαλιστική εξουσία (δικτατορία του προλεταριάτου) και σοσιαλιστική οικονομία.

Η συνολική πολιτική του Κόμματος δείχνει ότι η έννοια της εξάρτησης, όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, δεν είναι ίδια με παλαιότερες αντιλήψεις. Δεν υποτιμά την ανάπτυξη και τη δύναμη της ελληνικής αστικής τάξης σαν διεθνή παίχτη. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι καταρχήν ο εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια μας τη χώρα, ταυτόχρονα βέβαια με τα διεθνή στηρίγματα και συμμάχους του. Φυσικά αναγνωρίζει ότι η ελληνική αστική τάξη μετράει λιγότερο στο διεθνές παιχνίδι από την αμερικάνικη ή τη γερμανική. Δεν μπορεί να παίξει τον καθοριστικό ρόλο στη χάραξη της γραμμής πλεύσης στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, δεν μπορεί να πάρει το καλύτερο κομμάτι της λείας, δεν μπορεί να εκβιάζει εξίσου εύκολα. Ολα αυτά πολύ θα τα ήθελε η ελληνική αστική τάξη, αλλά δεν μπορεί ακριβώς λόγω της θέσης της στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Με βάση αυτή τη θέση διαμορφώνει τις συμμαχίες της (δε σέρνεται) με πιο ισχυρούς παίχτες για να επιδιώξει με καλύτερους όρους τους δικούς της ξεχωριστούς στόχους.

Οσον αφορά τη δράση του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα, από το μεσοπόλεμο κιόλας και πολύ πιο γρήγορα από το 1960 μέχρι σήμερα, αυτή υπήρξε παραγωγική, βοηθητική για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, βοηθητική συνολικά για την ελληνική αστική τάξη. Επαιξε το ρόλο που παίζει σήμερα το ελληνικό κεφάλαιο στις βαλκανικές χώρες. Κι όλ' αυτά παρά τις νομοτελειακές έριδες μεταξύ τμημάτων της. Το ελληνικό κεφάλαιο, μέσω της διαπλοκής του με το ξένο, γιγαντώθηκε, άντρεψε και βγήκε από τη χώρα με την επιδίωξη καλύτερης αξιοποίησής του ήδη από τη δεκαετία του 1960, κυρίως σε Μέση Ανατολή και Αφρική, για να φτάσει τα τελευταία χρόνια σε κάποιους κλάδους να κονταροχτυπιέται στα ίσα ακόμα και με αμερικανικά μονοπώλια, με ελληνικές ΑΞΕ, ακόμα και εξαγορές αμερικανικών επιχειρήσεων μέσα στις ΗΠΑ (ΦΑΓΕ, Intralot, Vivartia, Lavifarm κλπ.) και με πολλές ελληνικές επιχειρήσεις εισηγμένες στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης μαζί με τα μεγαλύτερα μονοπώλια παγκοσμίως (ΟΤΕ, Εθνική Τράπεζα, σχεδόν το σύνολο των ναυτιλιακών κλπ.). Για να μη μιλήσουμε για το πανίσχυρο παγκοσμίως ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο.

Ωστόσο, αν και φανερή η τάση σημαντικής ενδυνάμωσης συγκεκριμένων τμημάτων του ελληνικού κεφαλαίου καθώς και η ενδυνάμωσή του σαν περιφερειακός παίκτης, δεν μπορούμε τουλάχιστον σήμερα να μιλάμε για συνολική αλλαγή της θέσης της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Η θέση μιας χώρας καθορίζεται από τη σχετική και όχι την απόλυτη δύναμή της. Αυτή η σχετική στασιμότητα αποτυπώνεται και στις εκθέσεις διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών (οι οποίοι βέβαια θέλουν ξεσκαρτάρισμα για να βγουν συμπεράσματα), σύμφωνα με τις οποίες η ανταγωνιστική θέση της Ελλάδας παρουσιάζει τάση επιδείνωσης. Αυτή η φαινομενικά αντιφατική διαδικασία χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση.
Τέλος, ούτε το εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας δεν αποτελεί ένδειξη καμίας ιδιότυπης εξάρτησης (οι ΗΠΑ και η Γαλλία έχουν μεγαλύτερα ελλείμματα ως ποσοστό του ΑΕΠ), ούτε η ύπαρξη αμερικανονατοϊκών βάσεων (οι 417 από τις συνολικά 823 αμερικανικές βάσεις βρίσκονται σε Γερμανία-Ιαπωνία), ούτε φυσικά η ένταξη σε ΝΑΤΟ και ΕΕ-ΟΝΕ (επιλογές απόλυτα συνειδητές και «αυτόβουλες» από μεριάς ελληνικού χρηματιστικού κεφαλαίου).

Προσωπικά με έχει ανησυχήσει αν είναι σωστή η χρήση του όρου «εξαρτημένη». Στο βαθμό όμως που χρησιμοποιείται πρέπει να ξεκαθαρίζεται το πραγματικό της περιεχόμενο, σε αντίθεση με παλαιότερες ερμηνείες, πρέπει να θεωρείται συνώνυμος της ενδιάμεσης θέσης και ΤΙΠΟΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ. Είτε λέμε «ενδιάμεση» είτε λέμε «ενδιάμεση κι εξαρτημένη» πρέπει να σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Σε αντίθετη περίπτωση ο όρος «εξαρτημένη» ενέχει κινδύνους.

Μπαλωμένος Χρήστος
ΚΟ Κυκλάδων

Ριζοσπάστης - 25 Ιανουαρίου 2009

February 21, 2009

ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ - Για το σοσιαλισμό

Για να μη χάσουμε τον μπούσουλα στη μελέτη των αιτιών των αντεπαναστατικών ανατροπών, οφείλουμε να κρατήσουμε σταθερό το φαναράκι που θα μας οδηγήσει, την επιστημονική μας μέθοδο, το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Με λίγα λόγια, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσεγγίσουμε τα γεγονότα και τις διάφορες απόψεις στη σύνδεσή τους με τα υπόλοιπα γεγονότα, στη συνεχή κίνησή τους, να προσεγγίσουμε τις αντιθέσεις που βρίσκονται πίσω από αυτήν την κίνηση. Με μια πρόταση, να τα προσεγγίσουμε ζωντανά και όχι νεκρά. Μόνο με την πολύ αυστηρή προσκόλληση σε αυτή τη μέθοδο, υπάρχει δυνατότητα να προσεγγίσουμε την ουσία, την καρδιά του υπό μελέτη φαινομένου (η οποία κρύβεται πολύ καλά από το γυμνό και γεμάτο συναισθηματισμό μάτι) και να μην παρασυρθούμε σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η γνώμη μου είναι ότι το κείμενο της ΚΕ ακολουθεί μια τέτοια προσέγγιση και είναι πολύ προσεκτικό ακόμα και στη διατύπωση. Λόγω χώρου θα σταθώ στα εξής τρία ζητήματα:

1) Διαφορετικές απόψεις εμφανίστηκαν γύρω από τη θέση, σύμφωνα με την οποία «Ως σημείο στροφής ξεχωρίζει το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ». Κάποιοι αναρωτιούνται μήπως η παραπάνω φράση αποτελεί ένδειξη μεταφυσικής προσέγγισης, στην ακραία έκφραση της οποίας όλα τα δεινά και οι διαστρεβλώσεις ξεκίνησαν από το θάνατο του Στάλιν ή από το 1956 που έλαβε χώρα το 20ό Συνέδριο. Το Κόμμα πάντα συγκρουόταν με αυτές τις μεταφυσικές απόψεις και τους φορείς τους. Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι όσοι έχουν αυτήν την άποψη υποτιμούν τη συλλογική σκέψη του Κόμματος και δεν παρακολουθούν τις επεξεργασίες και την ανησυχία του, η οποία απλώνεται σε όλη την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το Κόμμα μας μιλάει για νίκη της αντεπανάστασης στο τέλος της δεκαετίας του '80, με την ψήφιση νόμου θεσμικής κατοχύρωσης των καπιταλιστικών σχέσεων και όχι στις ...5/3/53. Αναφορικά με το 20ό Συνέδριο, μιλάει για επικράτηση της οπορτουνιστικής αντίληψης σε μια σειρά ζητήματα, η οποία στην πορεία μετατράπηκε σε αντεπαναστατική δύναμη.

Αλήθεια, όμως, το γεγονός ότι προσεγγίζεται η περίοδος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ενότητα και τη συνέχειά της αναιρεί την ύπαρξη «ασυνεχειών» μέσα σε αυτή τη «συνέχεια»; Η διαλεκτική προσέγγιση επιτάσσει αρνητική απάντηση. Η σημαντικότερη ασυνέχεια σωστά εκτιμάται το 20ό Συνέδριο, στο οποίο επικράτησαν στο Κόμμα οπορτουνιστικές απόψεις σχετικά με τα τρία ζητήματα, οικονομία, πολιτική, στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος. Το να αρνείσαι αυτήν την ασυνέχεια μέσα στη συνέχεια δεν μπορεί να θεωρείται υπόδειγμα διαλεκτικής προσέγγισης. Φυσικά, αυτές οι απόψεις δεν προέκυψαν με παρθενογένεση. Στηριζόταν σε αδυναμίες της επαναστατικής περιόδου. Ηταν το αρνητικό αποτέλεσμα της οξυμένης διαπάλης στην αντίληψη του κόμματος, μιας διαπάλης που αντανακλούσε την όξυνση της ταξικής πάλης στο πεδίο της οικονομίας και εκφράστηκε τόσο με τη σύγκρουση δύο βασικών ρευμάτων, εκ των οποίων ορθά επισημαίνεται ότι το συνεπές βρισκόταν υπό την ηγεμονία του Στάλιν, όσο και με σκαμπανεβάσματα στο ίδιο το επαναστατικό στρατόπεδο και στα μυαλά, φυσικά, των ηγετών του. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την κυριαρχία της επαναστατικής γραμμής σε αυτό το διάστημα μέσα σε «φωτιά και σίδερο». Αλλο πράγμα η αντιπαράθεση της επαναστατικής και της οπορτουνιστικής αντίληψης με νίκη της επαναστατικής πλευράς και άλλο πράγμα η ίδια αντιπαράθεση με νίκη της οπορτουνιστικής πλευράς. Αλλο πράγμα η εμβάθυνση και ενδυνάμωση του κεντρικού σχεδιασμού, των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και άλλο η αποδυνάμωσή τους.

2) Αφού ξεκαθαρίσουμε τα δύο στρατόπεδα, ιδιαίτερη σημασία έχει η μελέτη των αντιφάσεων της ανάλυσης του επαναστατικού στρατοπέδου. Θα συμφωνήσω ότι «αδύνατο σημείο του επαναστατικού ρεύματος ήταν η μη ολοκληρωμένη ερμηνεία των σχέσεων κατανομής, όσον αφορά το μέρος του κοινωνικού προϊόντος που κατανέμεται ανάλογα με την εργασία». Κατά τη γνώμη μου, αυτή η βασική αδυναμία συνδέεται και με τη λαθεμένη άποψη, όπως εκφράστηκε από τον Στάλιν, ότι «τα καταναλωτικά προϊόντα παράγονται και καταναλώνονται ως εμπορεύματα, που υπόκεινται στη δράση του νόμου της αξίας στην παραγωγή». Η άποψη αυτή είναι λαθεμένη, αφού τα προϊόντα που παράγονται από τον κοινωνικοποιημένο τομέα ανήκουν άμεσα στην κοινωνία και (μετά από τις αναγκαίες αφαιρέσεις) μοιράζονται στα μέλη της «ανάλογα με την εργασία τους». Ο Στάλιν, κάτω από την τεράστια πίεση της ανόδου της παραγωγικότητας, ταύτισε την άνοδο της παραγωγικότητας με τον «υπολογισμό της δράσης του νόμου της αξίας».

Ο Λένιν, μάλιστα, υποστήριζε ότι ούτε καν «το προϊόν του σοσιαλιστικού εργοστασίου, που ανταλλάσσεται με αγροτικά είδη διατροφής, δεν είναι εμπόρευμα, δεν είναι πια εμπόρευμα, παύει να είναι εμπόρευμα». Σημείο κλειδί είναι και η ξεκάθαρη πολιτικοοικονομική ερμηνεία του όρου «εμπορευματοχρηματικές σχέσεις», η θολούρα του οποίου δημιούργησε συγχύσεις. Ολα αυτά έχοντας κατά νου ότι σύμφωνα με τον Μαρξ «μονάχα τα προϊόντα αυτοτελών και ανεξάρτητων της μίας από την άλλη ατομικών εργασιών αντιπαρατίθενται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα;». Τα παραπάνω καθόλου δεν υποτιμούν τους νόμους και τους κινδύνους που κρύβονται πίσω από την ύπαρξη ομαδικής (και όχι ακόμα κοινωνικής) παραγωγής (η ατομική εμπορευματική παραγωγή ήταν πολύ μικρή). Το αντίθετο, υπονοούν ότι δε μελετήθηκαν αρκετά και σε κάποιο βαθμό δανείστηκαν λίγο παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν κατηγορίες της ατομικής παραγωγής για την ερμηνεία τους.

Οι αδυναμίες αυτές του επαναστατικού στρατοπέδου στηριζόταν και στην αδύναμη ανάπτυξη της π.ο. του σοσιαλισμού. Η νέα πραγματικότητα άργησε να ξεφορτωθεί τα παλιά κοστούμια. Το περιεχόμενο των νέων σχέσεων παραγωγής δε βρήκε την έκφρασή του σε νέες οικονομικές κατηγορίες. Στη βάση αυτή χρησιμοποιήθηκαν αδόκιμοι όροι και έννοιες, όπως «εμπορευματική παραγωγή ειδικής φύσης» (για τους 3 τομείς της εμπορευματικής παραγωγής που ξεχώριζε ο Στάλιν), υπήρξε κίνδυνος ταύτισης του εμπορευματικού νόμου της αξίας με το σοσιαλιστικό «νόμο της οικονομίας της εργασίας», υπήρξε μη προσεκτική η χρήση της κατηγορίας «εμπόρευμα» κλπ. Πατώντας πάνω σε αυτό το εννοιολογικό οπλοστάσιο, οι οπορτουνιστές αργότερα άλλαξαν το περιεχόμενο των εννοιών και με ένα μικρό αλματάκι περάσαμε από την «εμπορευματική παραγωγή ειδικής φύσης» στη ...«σοσιαλιστική εμπορευματική παραγωγή».

Οι παραπάνω αδυναμίες δεν μπορούν να σβήσουν την καθόλου αυτονόητη μαρξιστικολενινιστική κατανόηση του ζητήματος και της προοπτικής του από το επαναστατικό στρατόπεδο, με κύριο εκφραστή τον Στάλιν.

3) Τέλος, θέλω να αναφερθώ και στην αντιπαράθεση γύρω από το περιεχόμενο του προγραμματικού όρου «στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του». Θεωρώ ότι η θέση που παίρνει το κείμενο είναι η σωστή ερμηνεία του περιεχομένου, σύμφωνη με τις αναλύσεις των κλασικών. Ο Λένιν σημειώνει για το σοσιαλισμό στο Κράτος και Επανάσταση ότι διέπεται από δύο αρχές κατανομής. Η πρώτη είναι ότι «Οποιος δεν εργάζεται δεν τρώει» και η δεύτερη «Για ίση ποσότητα εργασίας ίση ποσότητα προϊόντων».

Οι σχέσεις κατανομής πρέπει να καθρεφτίζουν τις σχέσεις παραγωγής, τον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής. Το κριτήριο του χρόνου εργασίας σαν βασικού κριτηρίου της κατανομής είναι άμεση αντανάκλαση του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και στο ανώριμο στάδιο. Αυτό που πρέπει να ανταμείβεται ηθικά και υλικά (πολιτική αμοιβών) στο ανώριμο στάδιο του κομμουνισμού είναι ακριβώς η στάση απέναντι στον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και όχι η ενασχόληση με κάποιο συγκεκριμένο είδος εργασίας. Οπως αναφέρεται και στο κείμενο, το σχέδιο καθορίζει το χρόνο εργασίας με βάση εκτός των άλλων παραγόντων και την ατομική στάση απέναντι στην οργάνωση και στην εκτέλεση της εργασίας. Πρέπει να ανταμείβεται ο πρωτοπόρος βιομηχανικός εργάτης (ή ακόμα καλύτερα το πρωτοπόρο εργοστάσιο) και ο πρωτοπόρος γιατρός (ή ακόμα καλύτερα το πρωτοπόρο νοσοκομείο) και όχι ο γιατρός μόνο και μόνο γιατί είναι γιατρός. Τα παραπάνω δεν αναιρούν το δικαίωμα βραχύχρονης χρησιμοποίησης καλοπληρωμένων αστών ειδικών, στο βαθμό που δεν υπάρχουν προλετάριοι «ειδικοί».

Το κείμενο, τουλάχιστον όπως το κατανοώ εγώ, δε μιλάει για ισοπέδωση ή για αναίρεση όλων των κινήτρων. Αυτό που θέλει να ξεκαθαρίσει είναι η αναίρεση επικίνδυνων, για τη συνολική στάση απέναντι στην άμεση κοινωνική παραγωγή, αστικών κατηγοριών στην πολιτική αμοιβών.

Εχουμε πολλά ακόμα να δούμε, αλλά είμαστε στο σωστό δρόμο.

Μπαλωμένος Χρήστος
ΚΟ Κυκλάδων

Ριζοσπάστης - 18 Ιανουαρίου 2009