-Συνεχής η βροχή, μου ποτίζει τη θλίψη,
θολωμένα βουνά σε τοπίο τραχύ,
σαν εχθρός ξεπροβάλλει μπροστά μου η
φύση,
σε φυγή αδιέξοδη με προσκαλεί.
--Συνεχής η βροχή θα ποτίσει σε βάθος,
ζωογόνες δυνάμεις σωρεύει η γη,
τα ριζά των βουνών μια παλέτα στο θάμπος,
των νεφών η βαρύτητα, τέχνης πηγή.
-Στην αυλή τα νερά με της λάσπης το χρώμα,
του ελάτου βελόνες ριγμένες ξερές,
τα γδαρμένα χρυσάνθεμα γέρνουν στο χώμα,
οι γροθιές μου σφιγμένες, οι σκέψεις
πικρές.
--Της αυλής τα νερά καθρεφτίζουν γεράνια,
τα κυκλάμινα μοιάζουν φωλιές ροδαλές,
ξεπλυμένο το έλατο όλο ζωντάνια,
απλωμένες μπροστά μας βροχής ομορφιές.
-Με ορμή χαρακώνουν το τζάμι σταγόνες,
συνεργός ο νοτιάς απειλεί βουερός,
σκοτεινές γκριζωπές με σκιάζουν εικόνες,
τα πλευρά μου διατρέχει ο φόβος υγρός.
--Αυλακώνουν το τζάμι ρυάκια πληθώρα,
σαν κλαδάκια δρυός ένα δίχτυ πυκνό,
ζωγραφιές που αλλάζουνε ώρα την ώρα,
ταιριαστός ο νοτιάς, μουσικό σκηνικό.
-Τα μαζεύει η μέρα, το φως λιγοστεύει
και η νύχτα για έφοδο καραδοκεί,
αδιέξοδα πάλι στο νου μου θα φέρει,
σαν δυνάστης το αύριο θα ορθωθεί.
--Αναπόφευκτα φεύγουν της μέρας οι ώρες,
μες στον ύπνο θα σβήσει κι η νύχτα αυτή,
θα τραβήξει το δρόμο της σ’ όλες τις
χώρες,
δε θ’ αργήσει ο ήλιος, ξανά θα φανεί.