Για
νέα κηδεία καλεί η καμπάνα,
απρόσμενα
χάθηκε ψες η Λενιώ,
ζωή
μετρημένη, υγείας σημάδια,
σε
λίγο θα έκλεινε πενηνταοχτώ.
Το
έμφραγμα ήρθε να κόψει το νήμα,
περίλυποι
στέκουνε οι χωριανοί,
το
άδικο νιώθουν, Λενιώ είναι κρίμα,
με
όλους καλότροπη και γελαστή.
Πολλές
χειραψίες και λόγια τής λύπης,
κατήφεια,
δάκρυα και ασπασμοί,
αμήχανες
φράσεις και λέξεις τής λήθης,
συνήθη
πορίσματα, τέλος κι αρχή.
Τελειώσαν.
Καθένας τις σκέψεις στην πλάτη,
ως
αύριο θά ’ρθουν ξανά οι ρυθμοί.
Κι
εγώ τελευταίος, εκεί σε μιαν άκρη,
με
λόγια συμπάθειας στην Αρετή.
Παλιά
συμμαθήτρια, χρόνια χαμένη
σε
κάποια μονή, σε βουνό; σε νησί;
μεγάλη
αδερφή τής Λενιώς λατρεμένη.
Οδύνη
καμία! Γαλήνης μορφή.
Τη λύπη μου είδε, μου πήρε το χέρι,
ατάραχη
βγήκε γλυκιά η φωνή:
«Το
ξέρω πως πήγε σε άγια μέρη,
εκεί
σε μιαν άλλη, μια θεία ζωή».
Απόλυτη
μέσα της η βεβαιότης,
αγνής
ηρεμίας χαμόγελο αχνό,
ζωγράφου
παλιού τού προσώπου η πραότης,
με
σίγουρο μες στη ζωή της σκοπό.
Μακάριοι
άνθρωποι, στις ψευδαισθήσεις
αιώνες
πορεύονται τόσοι πιστοί.
Δεν
ψάχνουν, δε θέλουν να δουν αποδείξεις,
μονόδρομο
βλέπει μπροστά η ψυχή.
Κι
απέναντι, Επίκουροι και απαντήσεις,
ποιος
θέλει να ψάξει, ποιος θέλει να βρει.
Σοφές
για ζωή και για θάνατο ρήσεις,
γενναίοι,
απλοί, καθαροί στοχασμοί.