(της Αρετούλας)
Χρόνε,
σεβάσου των δυο μας τα δάκρυα,
της
ερημιάς μας τ’ ατέλειωτα χρόνια,
βάρη
στη μνήμη μας χίλια δυο άδικα
και
των χειμώνων μας άλιωτα χιόνια.
Τώρα
που φτάνουμε πλέον στη δύση μας
κι
όλο πιο γρήγορα φεύγουν οι μέρες,
τώρα
που δείχνει ν’ αλλάζει η τύχη μας
και
να ξεφεύγουμε από τις ξέρες,
ας
κρατηθεί φωτεινό το λυχνάρι μας
να
ζεσταθούν παγωμένες ελπίδες,
να
μαλακώσει το μαξιλάρι μας.
Δε
σου ζητούμε να σβήσεις ρυτίδες.
Ήταν
πολλές στη ζωή οι προσπάθειες,
όμορφα
πλάσαμε τα όνειρά μας,
ψεύτικες
βγήκανε τόσες συμπάθειες,
σπάσαν
ξανά και ξανά τα φτερά μας.
Στο
περιθώριο έτσι σπρωχτήκαμε,
στο
καταφύγιο της μοναξιάς μας,
από
δικούς μας σκληρά ξεχαστήκαμε,
απονεκρώθηκε
η καρδιά μας.
Στην
κοσμοέρημο, τώρα βρεθήκαμε,
μία
συνάντηση τόσο τυχαία,
διστακτικά
ένα βήμα τολμήσαμε
κι
άνοιξε μπρος μας πλατιά η αυλαία.
Από
το κώμα ξανά οι αισθήσεις μας,
και
το χαμόγελο θέλει ν’ ανθίσει,
ίσως
η Τύχη μας μέσα στις τύψεις της,
θέλησε
τ’ άδικο να εξαλείψει.
Μη
ψαλιδίσεις το όποιο υπόλοιπο,
Χρόνε,
να ζήσουμε την ευκαιρία,
ούτε
ζητούμε το κάτι αλλιώτικο,
μόνο
δυο ψήγματα στην ευτυχία.