–
Σήμερα, πάλι ουρά στο συσσίτιο,
ένα
χαμόγελο γύρω δε βρίσκω,
στέκομαι
όρθιος, όμως ερείπιο,
λίγο
ακόμα κι εδώ θ’ απομείνω.
Ένα
σπιτάκι, φτωχός μου παράδεισος,
είκοσι
χρόνια δουλειάς να το χτίσω,
τώρα
μπροστά μου απρόσμενη άβυσσος,
ούτε
αυτό δε μπορώ να κρατήσω.
Κρίση
και μαύρες ημέρες ανέχειας,
σήραγγα
βλέπω μπροστά μου φραγμένη,
όμηρος
είμαι δεινής περιπέτειας,
πίσω
η γη, λες και είναι καμένη.
Και
από πάνω μου χρόνια οι άσχετοι,
δίχως
ιδέα σε θέσεις ευθύνης,
μες
στις οθόνες λαλίστατοι κι άνετοι,
διαχειριστές
αδαείς τής οδύνης.
–
Όμως καιρός να σταθούμε στο ύψος μας,
αξιοπρέπεια
πάλι να βρούμε,
να
σεβαστούμε τ’ αρχαίο το ήθος μας
και
στον κατήφορο ν’ αντισταθούμε.
Μόνο
για άξιους πλέον να ψάχνουμε,
στο
περιθώριο οι ολετήρες,
διευκολύνσεις
παλιές να ξεχάσουμε
και
ν’ αρνηθούμε τους ξένους σωτήρες.
Μη
φοβηθούμε τη φτώχεια που έφτασε,
γνώση
μάς έδωσε μες στους αιώνες,
τόσες
φορές από πάνω μας πέρασε,
μα
την παλέψαμε με αγώνες.
Θ’
ανακαλύψουμε πάλι τον τόπο μας,
τίποτα
δε θ’ αφήσουμε χέρσο,
θα
θυμηθούμε τον τίμιο κόπο μας
και
των σοφών μας προγόνων το μέτρο.
Λίγη
η γη μας, μα χίλιοι τη θέλησαν,
πόσους
και πόσους δεν είδε η χώρα,
χίλιες
φορές μες στο χάος την έριξαν,
είμαστε
πάλι σε κρίσιμη ώρα.
Ό,τι
κι αν έρθει, εμείς θα εμμείνουμε,
θα
κρατηθεί ζωντανή η ελπίδα,
την
Ιστορία μας δεν την αφήνουμε.
Όλα
τ’ αξίζει αυτή η Πατρίδα.