Σε κάποιο μακρινό νησί οι άνθρωποι
δεμένοι,
φιλόκαλοι, εργατικοί και
πάντα μονιασμένοι.
Για όσα τούς αρέσανε, γι’
αυτά που εκτιμούσαν
εννιά γιορτές ορίσανε και
όλοι τις τιμούσαν.
Η πρώτη, η λαμπρότερη, γιορτή
για την Πατρίδα,
σ’ εκείνη είχαν σιγουριά, σ’
αυτήν και την ελπίδα.
Γιορτή και για το Παρελθόν,
για όλους τους Προγόνους,
το πώς τραβήξαν στη ζωή,
πυξίδα γι’ απογόνους.
Η τρίτη, γλυκονόματη, γιορτή
τής Καλοσύνης
κι από κοντά η τέταρτη,
γιορτή Δικαιοσύνης.
Στην πέμπτη εκτιμούσανε της
Γνώσης την ουσία,
στην έκτη – την πρωτότυπη –
του Γέλιου την αξία.
Για τα ωραία τ’ ουρανού
γιορτή τα καλοκαίρια –
τον Ήλιο, την Πανσέληνο, το
Άπειρο, τ’ Αστέρια.
Και για τη γη τους μια γιορτή,
σε προσεγμένη μέρα –
για το Νερό και τους Αγρούς,
τα Όρη, τον Αέρα.
Η τελευταία τής χρονιάς,
μεγάλη σαν την πρώτη,
η περηφάνια των παλιών, το
χρέος για τη νιότη,
πάνω απ’ όλα τ’ αγαθά, η
μέγιστη αξία·
γιορτή λαμπρή, διήμερη για
την Ελευθερία!
Ποιήματα και θέατρα, χοροί,
ευχές, τραγούδια,
στο πόδι όλοι στις γιορτές,
και στις ψυχές λουλούδια.
Είχανε και μικρές γιορτές για
κάθε μια χαρά τους,
οι άνθρωποι τη ζούσανε μ’ όλη
τη γειτονιά τους.
Και μία μέρα στο νησί ήρθανε
κάποιοι ξένοι,
θαλασσοπόροι βλοσυροί γερά
εξοπλισμένοι.
Είπανε πως θα μείνουνε κι
αυτοί στην Πολιτεία,
χρυσάφι θέλανε να βρουν κι
αρχίσανε με βία.
Φέραν κι ιεραπόστολους
κηρύγματα να πούνε,
κι αυτοί απαίτησαν γιορτές
αλλιώτικες να βρούνε.
Οι κάτοικοι απόλεμοι για
χρόνια στο νησί τους,
μα γνώριζαν το Παρελθόν καλά
απ’ τη γιορτή τους.
Όλοι μαζί οργάνωσαν του
Γέλιου τα αστεία,
μεταμφιέσεις κωμικές, παλιάτσοι,
φασαρία.
Οι ξένοι, αν και βλοσυροί,
κινήσαν να γελούνε
και με το άφθονο κρασί
αρχίσαν να μεθούνε.
Εύκολα πιάσανε δουλειά οι
μεταμφιεσμένοι
κι οι ξένοι όλοι βρέθηκαν στη
θάλασσα ριγμένοι.
Ελεύθεροι οι άνθρωποι στη
λατρεμένη γη τους
μ’ ενότητα και σύμπνοια στο
ήμερο νησί τους.