Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Κι' ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός!



Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,
το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ' αγνό το μέτωπό του,
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
ένας Τιτάν π' ακόμα χτες εστόλιζ' ένα θρόνο,
κι εσφάλισε - οϊμένανε! - για πάντ' αυτό το στόμα,
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν' ελπίδες μόνο,

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

                                                              Κώστας Καρυωτάκης


Θά 'ρθεις σαν αστραπή
θά'χει η χώρα γιορτή
θάλασσα γη και ουρανός
στο δικό σου φως.
Θα ντυθώ στα λευκά
να σ' αγγίξω ξανά
φως εσύ και καρδιά μου εγώ
πόσο σ' αγαπώ.

Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεί Βοήθει, έλεος, έλεος Επουράνιε Θεέ
Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος, έλεω Θεού Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.
Στην πύλη του αγίου Ρωμανού, καβαλικά την φάρα του την ασπροποδαράτην,

Τέσσερα Βήτα, έλεος, έλεος, Μαρμαράς, Βόσπορος και Μαύρη Τρίτη
Φρίξον ήλιε, στέναξον γη, Εάλω ή πόλη, Εάλω η πόλη

Βασιλεύουσα, πύλη χρυσή κι ο πορφυρογέννητος στην κόκκινη μηλιά.
Η πόλη ήταν το σπαθί, η πόλη το κοντάρι, η πόλη ήταν το κλειδί της Ρωμανίας όλης
Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι.

Στην πύλη του Ρωμανού
έφυγες για αλλού
κι άγγελος θα σε φέρει εδώ
στον σωστό καιρό.

Μες την Άγια Σοφιά
θα βρεθούμε ξανά λειτουργία μελλοντική
οι Έλληνες μαζί

ν θά ξεχάσω, ἄν θά πάψω νά ἐλπίζω, ἄν θά πάψω ν΄ἀναστενάζω γιά τήν Πόλη, θά πάψω νά νοιώθω καί νά ὑπάρχω σάν Ἕλληνας.  Ὄσο ἐλπίζουμε καί δέν ξεχνᾶμε, ἡ  Πόλις ΔΕΝ ΕΑΛΩ. Τίποτε δέν χάνεται, τίποτε δέν σβήνει, ἀρκεῖ νά τό θυμόμαστε.

Τό ποίημα εἶναι πρόταση του cummulο-ἀδελφοῦ.
Τό ὄμορφο βίντεο εἶναι ἀπό τό κανάλι Κosarchontis τοῦ Youtube.

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Θάρθει σάν ἀστραπή...

 
 -Tόν εἶδες μέ τά μάτια σου γιαγιά τόν Βασιλέα ἤ μήπως καί σί φάνηκε, σάν ὄνειρο νά ποῦμε, σάν παραμύθι τάχα;
-Τόν εἶδα με τά μάτια μου, ὡσάν καί σένα νέα, πά νά γενῶ ἑκατό χρονῶν κι΄ἀκόμα τό θυμᾶμαι σάν νάταν χθές μονάχα Στήν Πόλη στήν Χρυσόπορτα, στόν πύργον ἀπό κάτου , εἶναι ἕνα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σάν παλάτι, σάν ἅγιο παρακλήσσι. Κανένας Τούρκος δέ μπορεῖ νά κρατηθεῖ κοντά του, κανείς τῆς σιδερόπορτας νά εὔρει τό μονοπάτι. Μόνον κανένας χριστιανός (..) περνᾶ απ΄ααὐτό κρυφά-κρυφά (…) Ἕτσι καί γώ (…) πῆγα καί προσκύνησα. (…) Εἶδα (..) τήν φεγγαρόχλωμη τοῦ βασιλέωςς χάρη,  πού μέ κλεισμένα βλέφαρα ἐξαπλωμένος μένει στήν ἀργυρή του κλίνη:
-
Ἀπέθανε γιαγιά;
- Ποτέ παιδάκι μου! Κοιμᾶται, κοιμᾶται μόνο! Τἠ χρυσή κορώνα στό κεφάλι, τό σκπῆπτρο του στο χέρι.(…)
- Καί  τώρα πιά δεν ημπορεί, γιαγιάκα νά ξυπνήσει;
- Ὦ βέβαια! Καιρούς καιρούς σηκώνει τό κεφάλι, (…) καί βλέπει ἄν ἦρθεν ἡ  στιγμή, ποχ΄ο Θεός ὁρίσει, καί βλέπει ἄν ἧρθεν ἄγγελος γιά νά τοῦ φέρει πάλι τό κοφτερό σπαθί του.
- Καί  θά ΄ρθει , ναί, γιαγιάκα μου;
- Θάρθει παιδί μου θάρθει........ 

 


Κείμενο, Γ. Βιζυηνοῦ.

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Θάρθεις σάν τήν άστραπή....


  

[...] ὤ, Κωνσταντῖνε Δράγαζη, κακὴν τύχην ὁποῦ ῾χες,
καὶ τί νὰ λέγω, οὐκ ἠμπορῶ, καὶ τί νὰ γράφω οὐκ οἶδα,
σκοτίζει μου τὸ λογισμὸν ὁ χαλασμὸς τῆς πόλης.
  Δημοτικό

(....) Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!

Κων. Καρυωτάκης

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν...


Τό μέν τήν πόλιν σοί δοῦναι, οὐκ ἐμοῦ ἐστίν, οὐδέ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτη.
Κοινή γάρ γνώμη, πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν, 
καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς  ἡμῶν.

Τόν ἀπρίλιο τοῦ 1453, ὁ Μωάμεθ ἔστειλε πρέσβεις στήν Κωνσταντινούπολη καί ζήτησε τήν παράδοση της. Ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας, καταγόμενος ἀπό τόν  Οἶκο τῶν Παλαιολόγων, Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ ὁ Δραγάτσης, άπάντησε μέ τά παρακάτω ἱστορικά λόγια:

Οὔτε ἐγώ, ούτε κανένας ἄλλος ἀπό αὐτούς πού κατοικοῦν στήν Πόλη, 
συμφωνεῖ νά σᾶς τήν παραδώσουμε.
Μέ κοινή άπόφαση ἐπιλέξαμε νά πεθάνουμε, 
χωρίς νά λογαριάσουμε τίς ζωές μας.

Τότε ἄρχισε ἡ δραματική πολιορκία τῆς Βασιλεύουσας τοῦ Κόσμου Πόλης, πού κατέληξε μιά μαύρη  τρίτη στήν Ἄλωση της σάν αὔριο. Ἦταν 29 Μαἱου.
Ἡ μέρα, πού ὁ Αὐτοκρατορικός Ἀετός πληγωμένος βαριά ἀπ΄τόν ἀγαρηνό,
τράβηξε στήν άπόκρημνη φωλιά του, γιά νά γιάνει τό τραῦμα του.

Ἐκεῖ θά εἶναι, μέχρι τήν ἡμέρα πού ὁ Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ζωντανέψει καί πιάσει τό σπαθί του.
Τότε θά ξαναπετάξει πάνω άπό τήν Ἁγιά Σοφιά, κι΄ἀπό ψηλά θά κοιτάει αύτά, πού σήμερα τά λέμε μελλούμενα.

Ὁ Θρῆνος τῆς Ἄλωσης

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Ν' αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν


Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη,πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ' είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ' μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ' αναγνώθ' σίτ' ανακλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Ακούστε τον Θρήνο της Αλώσεως,
από τον Χρόνη Αηδονίδη.

Δείτε εδώ, σχετικές αναρτήσεις μας.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

"...πάλι δικά μας θάναι"


Πάρθεν η Ρωμανία

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην

ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.



Το cummulus θάθελε να γράψει κάτι σήμερα για την επέτειο της Αλώσεως.
Δυστυχώς, το γεγονός υπερβαίνει τις δυνατότητες έκφρασης του γραπτού λόγου που διαθέτει
Παρ΄όλα αυτά θα τολμήσει η πένα του να ψελλίσει ότι, δεν εάλω η Πόλις. Οσο θα υπάρχει πατριαρχείο στην Βασιλεύουσα, έστω και με οικουμενίζοντα πατριάρχη η Πόλις δεν «εάλω» Δεν μπορεί να «εάλω». "Εάλω" τα τείχη της," εάλω τα κτήρια της, οι δρόμοι της οι κρήνες της, οι ναοί της, δεν "εάλω" όμως ο Δικέφαλος Αετός. Κάπου είναι κουρνιασμένος με μαζεμένα τα φτερά του, και περιμέμνει. Περιμένει πότε ο Μαρμαρωμένος Βασιληάς ζωντανέψει και ξαναπάρει το σπαθί του. Τότε θα ξαναπετάξει. Στα τείχη ο Βασιληάς, και στα ουράνια ο Δικέφαλος Αετός, Τότε ῾..πάλι δικά μας θάναι.¨ Καί τότε θα τελειώσει η Θείας Λειτουργία που έμεινε στην μέση- στον χερουβικό ύμνο-και τότε θάβγει ο παπάς με τ΄αγιο δισκοπότηρο στο χέρι να κοινωνήσει τα ευζωνάκια. Δεν είναι ψέμματα..αλήθεια είναι...



Από την απάντηση του αυτοκράτορα μας προς τους πρέσβεις του Μωάμεθ, στις αρχές απρίλιου του 1453 .

...Τὸ μὲν τὴν πόλιν σοί δούναι, οὐκ ἐμού εστί οὐδέ ἄλλων τῶν κατοικούντων ἐν ταύτη. Κοινή γὰρ γνώμη πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν και οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό ότι ο Ελληνικός Στρατός, ως φορέας ιστορικής μνήμης εδώ, χρησιμοποιεί δύο επιμέρους τμήματα της παραπάνω απάντησης για να τα καθιερώσει ως ρητά, στα εμβλήματα δύο μεγάλων μονάδων του.
To "Ού φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν" για το Γ΄Σώμα Στρατού,το οποίο στο έμβλημα του έχει και την σημαία των Παλαιολόγων με υπόβαθρο το εθνόσημο, και το, "Πάντες αὐτοπροαιρἐτως άποθανοῦμεν" για την ΧΙ Μηχανοκίνητη Μεραρχία Πεζικού, στο έμβλημα της οποίας διακρίνεται ο δικέφαλος αετός, πάνω από τείχη. Και οι δύο επιλογές είναι άριστες. Πόσοι το ξέραμε;;

Ακούστε, τον Μαρμαρωμένο Βασιληά

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Μνημόσυνο Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου

Σε πολλές εκκλησίες την κυριακή που μας πέρασε, πραγματοποιήθηκαν μνημόσυνα στην μνήμη του αυτοκράτoρα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ του Παλαιολόγου. Μνημόσυνο έγινε και στην ενορία μας, απ όπου και η φωτογραφία. Σημείο προσοχής. Στην φωτό βλέπετε τα κόλλυβα και την φωτογραφία του Κωνσταντίνου, πάνω σε σημαία με τον δικέφαλο. Συνήθως, τα κόλλυβα και η φωτογραφίες τοποθετούνται πάνω σε λευκό τραπεζομάντηλο. Η αλλαγή, από το άσπρο -κοινό -τραπεζομάντηλο, στην σημαία με τον δικέφαλο δείχνει και την "ιδιαιτερότητα" του μνημοσύνου.


Με την ευκαιρία αυτή, ας σημειώσουμε ότι ο Κωνσταντίνος ΙΑ' υπήρξε αυτοκράτωρας της Κωνσταντινούπολης από το 1449 έως φυσικά την ημέρα της Αλωσης. Σκοτώθηκε στην πύλη του Ρωμανού, μαχόμενος γενναία ως απλός στρατιώτης.
Γράφει ο Καρυωτάκης:
Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια, το πύρινο το
βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα, και το σπαθί του τη θανή.
Στα χάλκινά του στήθια, εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.
Εθόλωσαν τα μάτια του.
Τ' αγνό το μέτωπό του, θαρρείς ο
φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει

και συνεχίζει τώρα ο Ελύτης:
"Θε μου, και τώρα τι Που ΄χε με χίλιους να παλέψει χώρια
με τη μοναξιά του
Ποιος; Αυτός που ΄ξερε μ΄ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης
να ξεδιψάσει
Τι; Που όλα του τα ΄χαν πάρει και τα πέδιλά του τα σταυρόδετα
με το τρικάνι του το μυτερό και το τοιχίο που κουβαλούσε κάθε
απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν
ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι...
Μεσημέρι από νύχτα
Και μητ΄ ένας πλάι του
Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές που ΄σμιγαν όλα τους τα χρώματα
να αφήσουν μες στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως...
πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτώμενος
Αυτός, ο τελευταίος Έλληνας!"

Οι Οθωμανοί ανακάλυψαν την σορό του από τις περικνημίδες του, στις οποίες, "κατ' έθος" οπως σημειώνει ο χρονικογράφος της Αλωσης, Φραντζής, υπήρχαν αποτυπωμένοι ως διακοσμητικά στοιχεία, δικέφαλοι αετοί. (¨Τα πέδιλα του τα σταυροδετα¨ κατά τον Ελύτη) Ο χώρος της ταφής του παραμένει άγνωστος μέχρι σήμερα. Το γεγονός αυτό, προσωποποίησε στον Αυτοκράτορα, τους πόθους του ελληνισμού για την εθνική του αποκατάσταση . Οι θρύλοι λένε ότι ο Αυτοκράτορας δεν σκοτώθηκε, αλλά βρίσκεται μαρμαρωμένος σε μιά μυστική σπηλιά, και περιμένει την κατάλληλη ώρα κατά την οποία άγγελος Κυρίου θα του δώσει το σπαθί, για να ξαναπάρει την Πόλη.



Ο θρύλος αυτός, έγινε βεβαιότητα στην πένα του Γεωργίου Βιζυηνού, και τον βάζει στα λόγια της γιαγιάς, όταν αυτή μιλάει με την εγγονούλα της:
-Tον είδες με τα μάτια σου γιαγιά τον Βασιλέα ή μήπως και σε φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε, σαν παραμύθι τάχα;
-Τον είδα με τα μάτια μου, ωσαν και σένα νέα, πα να γενώ εκατό χρονών κι΄ακόμα το θυμάμαι σαν νάταν χθές μονάχα Στην Πόλη στην Χρυσόπορτα, στον πύργον από κάτου , είναι ένα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σαν παλάτι, σαν άγιο παρακλήσσι.
Κανένας Τούρκος δε μπορεί να κρατηθεί κοντά του, κανείς της σιδερόπορτας να έβρει το μονοπάτι,Μόνον κανένας χριστιανός(..)περνα απ΄αυτό κρυφά-κρυφά(…) Ετσι και γώ (…) πήγα και προσκύνησα. (…)Είδα: (..)την φεγγαρόχλωμη του βασιλέωςς χάρη που με κλεισμένα βλέφαρα εξαπλωμένος μένει στην αργυρή του κλίνη:
-
Απέθανε γιαγιά;
- Ποτέ παιδάκι μου! Κοιμάται, κοιμάται μόνο! Τη χρυσή κορώνα στο κεφάλι, το σκπήπτρο του στο χέρι.(…)
- Και τώρα πιά δεν ημπορεί, γιαγιάκα να ξυπνήσει;
- Ω βέβαια! Καιρούς καιρούς σηκώνει το κεφάλι, (…) και βλέπει αν ήρθεν η στιγμή, ποχ΄ο Θεός ορίσει, και βλέπει αν ήρθεν άγγελος για να του φέρει πάλι το κοφτερό σπαθί του.
- Και θα ΄ρθει , ναι, γιαγιάκα μου;
- Θάρθει παιδί μου θάρθει(…)
Δεν τόπε όμως μόνο η γιαγιά, τό λέει κι ο Καρυωτάκης:
Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

Τον θρύλο όμως του Μαρμαρωμένου Βασιληά, τον εξέφρασε ως πολιτική θέση ο Κολοκοτρώνης, που μαθαίνοντας ότι έρχεται σαν βασιληάς ο Οθων, είπε:

-Εχουμε βασιληά, τον Κωνσταντίνο στην Πόλη.