Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρηγόρης Λαμπράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρηγόρης Λαμπράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Από την ΠΑΟ που εξόπλισαν οι Γερμανοί, στο σκαμνί για τη δολοφονία Λαμπράκη


Τα "αναίσχυντα ψεύδη" της κυβέρνησης στη "Μακεδονία της 25ης Μαΐου 1963

Επιμέλεια: Βασιλική Λάζου, Διδάκτορας Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου

Η κυβέρνηση της ΕΡΕ «θορυβηθείσα από τον σάλο τον οποίο δημιούργησε στην κοινή γνώμη η επίθεση κατά του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγορίου Λαμπράκη» εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία ισχυρίζεται «αναισχύντος», όπως σημείωνε η εφημερίδα «Μακεδονία» στις 25 Μαΐου 1953, τρεις ημέρες μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Λαμπράκη, ότι δεν υπάρχουν παρακρατικές οργανώσεις στην Ελλάδα.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά επέρριπτε ευθύνες για το «ατυχές», όπως το χαρακτήριζε, γεγονός στην Ενωση Κέντρου, η οποία μαζί με την άκρα Αριστερά (προφανώς την ΕΔΑ) δημιουργούσαν κλίμα ανωμαλίας και ανασφάλειας.

Η πλήρης αυτή διαστρέβλωση της πραγματικότητας αποδίδεται στο κείμενο της κυβερνητικής ανακοίνωσης, χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το οποίο παρουσιάζονται στην αρχική φωτογραφία.

Από της επομένης των εκλογών η Ενωσις Κέντρου αγωνίζεται να δημιουργήση κλίμα ανωμαλίας και αβεβαιότητος εις τον τόπον. Πιστεύει ότι συγκαλύπτει ούτω την αποτυχίαν της και προς τούτο από της πρώτης στιγμής, συνεπικουρούμενη από την άκραν αριστεράν χρησιμοποιεί το ψεύδος και την συκοφαντίαν διά να παροτρύνη τον λαόν εις αναρχικός εκδηλώσεις. Εκμεταλλευόμενη ήδη κατά τρόπον ανίερον το θλιβερόν περιστατικόν της Θεσσαλονίκης....

[...] Η ηγεσία της Ενώσεως Κέντρου τελεί υπό ψευδαίσθησιν ότι ο έξαλλος φανατισμός και η μέχρι γελοιότητος υπερβολή θα την οδηγήση εις την εξουσίαν και εμφανίζεται πιστεύουσα ότι το πεζοδρόμιον, όπως κάποτε κατά το παρελθόν, θα δυνηθή να διαδραματίση και τώρα τον αυτόν ρόλον.

[...] Διά την επιτυχίαν του σκοπού τούτου [η Ενωση Κέντρου] αγωνίζεται και τώρα να υποστήριξή ότι η χώρα τρομοκρατείται. Προσποιείται ότι λησμονεί την ασυδοσίαν, της οποίας απολαύουν ο αρχηγός και το κόμμα της Ενώσεως Κέντρου, το οποίον χωρίς φραγμόν υβρίζει και συκοφαντεί και κατέρχεται εις το πεζοδρόμιον, ακόμη και κατά παράβασιν του συντάγματος και των νόμων. Διά να καταστήσει τα περί τρομοκρατίας συκοφαντίας της περισσότερον εντυπωσιακός, η Ενωσις Κέντρου εδήλωσεν ότι δρώσι παρακρατικαί οργανώσεις και εις το σημείον αυτό η Ενωσις Κέντρου ψεύδεται, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών της. 

Η κυβέρνησις της ΕΡΕ στηριζομένη εις πλειοψηφίαν του ελληνικού λαού κυβερνά την χώραν κατά το σύνταγμα και διά την επιβολήν του κράτους του νόμου βασίζεται αποκλειστικούς εις την υπηρεσίαν των οργάνων του κράτους
Προκαλείται η Ενωσις Κέντρου να κατονομάση μίαν οιανδήποτε παρακρατικήν οργάνωσιν έχουσαν οιανδήποτε σχέσιν με την κυβέρνησιν και το κράτος. Εάν υπάρξη συγκεκριμένη καταγγελία, η κυβέρνησις θα πέμψη αμέσως την υπόθεσιν εις την δικαιοσύνην διά να τιμωρηθούν οι ένοχοι, αν υπάρχουν

Εάν δεν υπάρξη συγκεκριμένη καταγγελία, η συκοφαντία θα πρέπει να στηλιτευθή. Δεν είναι, όμως, επιτετραμμένον να δηλητηριάζεται ο τόπος με τοιαύτας αορίστους καταγγελίας αι οποίοι χρησιμοποιούνται από τούδε διά να παρασκευασθή η αναβολή των επόμενων εκλογών

Στην ίδια γραμμή ο υπουργός Εσωτερικών Γεώργιος Ράλλης δήλωνε ότι: «Η κυβέρνησις προειδοποιεί ότι δεν είναι διατεθειμένη να δεχθή την παρ’ οιουδήποτε εκμετάλλευσιν του λίαν ατυχούς γεγονότος και την εξ αφορμής τούτου δι' αλλότριους σκοπούς προσπάθειαν διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως και θα λάβη, εις την περίπτωσιν ταύτην, πάντα τα επιβαλλόμενα μέτρα διά την περιφρούρηση της ησυχίας του ελληνικού λαού»

«Ενα ενθύμισν για τα γηρατειά». Ο τελευταίος χαιρετισμός

Μια τραγική ειρωνεία -καθώς ο βουλευτής δεν επρόκειτο να φτάσει στα γηρατειά- περιλαμβάνεται στην πρώτη σελίδα από το ημερολόγιο του Γρηγόρη Λαμπράκη.


Γράφω τα σπουδαιότερα της ζωής μου γεγονότα, άτινα έσχον αμέσως ή εμμέσως επίδραση επί της ζωής και του χαρακτήρος μου. Χαρισμένο σκ γηρατεία μου για ενθύμιον 

Η πρώτη σελίδα από το χειρόγραφο του λόγου που θ< εκφωνούσε ο Λαμπράκης στη συγκέντρωση για τη διεθνή ύφεση και την ειρήνη στην αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος στις 22 Μαΐου 1963.

Κύριοι της Επιτροπής Θεσ/νίκης για τη Διεθνή Υφεσι και την Ειρήνη. Αγαπητοί μου Θεσσαλονικείς, φίλοι της Ειρήνης. Σας φέρω θερμό, εγκάρδιο, αγωνιστικό, ειρηνιστικό χαιρετισμό της Κεντρικής Επιτροπής για την Διεθνή Υφεσι και την Ειρήνη. Ευχαριστούμε πολύ την Επιτροπή Ειρήνης Θεσνίκης για την τιμή που μας έκαμε να μας καλέση να ομιλήσουμε στην αποψινή συγκέντρωσι για τον Αφοπλισμό και την Ειρήνη. Αλλά παρακαλώ να μου επιτρέψετε να συγχαρώ την Επιτροπή για την ωραία αυτή ειρηνιστική της εκδήλωσι.

Μήτσου: Από την ΠΑΟ επικεφαλής της ασφάλειας του βασιλιά Παύλου 

Οι τρεις καριέρες του Κων. Μήτσου: αξιωματικός το 1939, αρχηγός Βάλτου του Αιτωλοακαρνανίας στην Κατοχή και επιθεωρητής Χωροφυλακής στη Μακεδονία

«....Οι αριστεροί δεν με συγχώρησαν ποτέ, καθώς απ’ όπου πέρασαν τα δικά μου χέρια οι σπόροι του κομμουνισμού σάπισαν»,  υποστήριξε στην απολογία του ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης στις 13 Δεκεμβρίου 1966 ο Κωνσταντίνος Μήτσου.
Ο υποστράτηγος, γενικός επιθεωρητής της Β' Επιθεωρήσεως Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής παραπέμφθηκε για παράβαση καθήκοντος μαζί με άλλους πέντε ανώτερους αξιωματικούς της Χωροφυλακής για την υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη.
Είχε ήδη διανύσει μακρά πορεία 20 χρόνων στην υπηρεσία του αντικομμουνισμού και της «εθνικοφροσύνης», ιδέες που θα συνέχιζε να υπηρετεί έως το τέλος της ζωής του.

Γεννημένος το 1909 στο Χαλκιόπουλο στην περιοχή του Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, εισάχθηκε ύστερα από εξετάσεις στη Σχολή Υπαξιωματικών της Χωροφυλακής το 1932.
Τα επόμενα χρόνια ως αποσπασματάρχης διακρίθηκε κατά την καταπολέμηση ληστών στα Γρεβενά και στη Χαλκιδική.
Η Κατοχή τον βρήκε να υπηρετεί στη Μακεδονία, όπου μεσούσης της ξενικής κατάκτησης προάχθηκε στον βαθμό του υπομοίραρχου. Τον Μάρτιο του 1943 παρόλο που συνελήφθη με την κατηγορία της οπλοκατοχής από τους Γερμανούς στο Πολύκαστρο Κιλκίς αφέθηκε ελεύθερος.

Στη δύσκολη εθνοτικά περιοχή της Δυτ. Μακεδονίας λόγω της συνύπαρξης διάφορων εθνοτικών ομάδων (ελληνόφωνων, σλαβόφωνων και Βλάχων ντόπιων, ελληνόφωνων και τουρκόφωνων προσφύγων) Γερμανοί και Ιταλοί κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν τις ενδοελληνικές διαιρέσεις, εξοπλίζοντας διάφορες ομάδες οι οποίες με το πρόσχημα του αντικομμουνισμού δρούσαν κατά του ΕΑΜ.

Μάλιστα, όπως επισήμαιναν και οι Βρετανοί, κάθε ενέργεια εναντίον τους επέφερε βαρύτατα αντίποινα από τις δυνάμεις Κατοχής.
Στην κεντρική Μακεδονία, στους νομούς Κιλκίς, Σερρών και Χαλκιδικής, τέτοιου τύπου μονάδες, αρθρωμένες γύρω από οπλαρχηγούς (καπετάνιους) έκαναν την εμφάνισή τους τον Ιούνιο 1943.

Σημαντικός ήταν ο ρόλος του Μήτσου, ο οποίος ως διοικητής του τμήματος Χωροφυλακής Δοϊράνης σχημάτισε «εθνικές ανταρτικές ομάδες» από χωροφύλακες των γύρω περιοχών και οπλαρχηγούς (Αβραμίδης, Λαζίκ, Γαβριηλίδης, Κελλίδης).

Οι ομάδες αυτές επ' ονόματι της ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις) εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς και συγκρούστηκαν με τον ΕΛΑΣ στις ορεινές περιοχές Μπέλλες - Κρουσίων.
Οταν η ΠΑΟ διαλύθηκε από τον ΕΛΑΣ τον Ιανουάριο του 1944, ο Μήτσου διέφυγε προς τη νότια Ελλάδα, όπου εντάχθηκε στις ομάδες του ΕΔΕΣ του Ζέρβα.

Τη σκυτάλη στην περιοχή ανέλαβαν άλλοι «καπετάνιοι», όπως ο ταγματάρχης Σπ. Σπυρίδης, ο οποίος προχώρησε σε ανοιχτή συνεργασία με τη Βέρμαχτ, και ο Κώστας Παπαδόπουλος στο Κιλκίς, ο οποίος παρά την παραπομπή του σε Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων και τα αποδεικτικά στοιχεία για στενές σχέσεις με τους Γερμανούς που προσκόμισαν οι ίδιοι οι συμπολεμιστές του στην ΠΑΟ (ανάμεσά τους και ο Μήτσου) εκλέχθηκε βουλευτής Κοζάνης του Λαϊκού Κόμματος και κατόπιν του Κιλκίς με τον Συναργερμό και την ΕΡΕ.

Ο Μήτσου δεν είχε ιδιαίτερη δράση στον Εμφύλιο. Τον Σεπτέμβριο του 1946 ως μοίραρχος τοποθετήθηκε επικεφαλής πέντε διμοιριών της Χωροφυλακής, οι οποίες έδρασαν εναντίον των πρώτων ομάδων του ΔΣΕ στον Ολυμπο.
Από τον Νοέμβριο του 1946 και έως τον Οκτώβριο του 1949 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ασφαλείας Υψηλών Προσώπων, ως επικεφαλής της ασφάλειας του διαδόχου και στη συνέχεια του βασιλιά Παύλου. 
Τον Μάρτιο του 1949 προάχθηκε στον βαθμό του ταγματάρχη. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου διετέλεσε διοικητής Χωροφυλακής στους νομούς Μαγνησίας, Σερρών, όπου γνωρίστηκε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, και Κρήτης έως το 1961, όταν ανέλαβε τη διοίκηση της Διευθύνσεως Αστυνομίας Θεσσαλονίκης.
Η δολοφονία του Λαμπράκη τον βρήκε στη θέση του γενικού επιθεωρητή Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος. Αν και αποστρατεύτηκε το 1964 και παραπέμφθηκε σε δίκη το 1966 με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος, ο Μήτσου, όπως και οι υπόλοιποι αξιωματικοί της Χωροφυλακής, κηρύχθηκε αθώος παμψηφεί.

Η αποστρατεία του ανακλήθηκε από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο το 1969 και στον Μήτσου απονεμήθηκε αναδρομικά ο βαθμός του αντιστράτηγου.
Μετά τη μεταπολίτευση δραστηριοποιήθηκε πολιτικά στο κόμμα Εθνική Παράταξις και στην οργάνωση Ελληνική Αμνηστία, η οποία είχε στόχο την αποφυλάκιση των χουντικών αξιωματικών. Σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα το 1985.

Ευθύμιος Καμουτσής κατά την περίοδο της Κατοχής είχε αμφιλεγόμενη δράση,καθώς υπηρετώντας στη Μακεδονία ως υπομοίραρχος συμμετείχε στην οργάνωση ΠΑΟ  η οποία δέχτηκε επιθέσεις από τον ΕΛΑΣ, οπλίστηκε από τους Γερμανούς και κατηγορήθηκε ως δωσιλογική. Είχε ανάμειξη ως διοικητής Χωροφυλακής Καλαμαριάς -Νέας Κρήνης στη διερεύνηση της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, η οποία κατέληξε στην ενοχοποίηση του Γρηγόρη Στακτόπουλου



ΤΕΛΟΣ

{[['']]}

Μια δίκη αντάξια του κράτους των παρακρατικών

Ο Εμμανουηλίδης απολογείται μπροστά στους ενόρκους (Βύρων Αντωνιάδης, Θ. Αργυρίου, Μαρία Αρτακιανού, Ιωάννης Αστερίου, Μαρία Βαλαγεώργη, Αχιλλέας Γραικός, Αλίκη Καρύδα, Νικόλαο; Οικονόμου, Στ. Σαββίδης, Δημήτριος Τούσας). Η απόφαση υπήρξε εξόχως ευνοϊκή για τους κατηγορούμενους αξιωματικούς της αστυνομίας και του στρατού. 

Του Γιάννη Μπαζού, συγγραφέα

Σημεία και τέρατα. Οι μάρτυρες άλλαζαν τις καταθέσεις τους και πολλοί είχαν παραδεχθεί ότι είχαν δεχθεί πιέσεις και απειλές. Εντιμοι γιατροί και ιατροδικαστές ανατρέπουν τις θεωρίες περί τροχαίου. Ακόμη και ο τροχονόμος Χαράλαμπος Ασπιώτης που συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη μετατέθηκε δυσμενώς. Εισαγγελέας Δελαπόρτας: "Απόφαση σαν φως εξασθενημένης ηλεκτρικής στήλης".

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1966, τρία χρόνια μετά τη στυγερή δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, έπεφτε η αυλαία της δίκης των πρωταιτίων.

Ηταν ξημερώματα Παρασκευής στις 2.30 π.μ. όταν αναγνώστηκε η απόφαση των ενόρκων του Μεικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης που αθώωνε τους 22 από τους 31 κατηγορουμένους, αφήνοντας έκπληκτους τους παρισταμένους.

Ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας δεν άντεξε τον εμπαιγμό και σχολίασε: «Το χυθέν διά της αποφάοεως φως εις την υπόθεσιν ομοιάζει με φως ριπτόμενον από εξησθενημένην ηλεκτρικήν στήλην».

Η δίκη άρχισε στις 4 Οκτωβρίου του 1966, κράτησε 67 ημέρες και έμεινε στην ιστορία για δύο λόγους: την αποκάλυψη του ρόλου του παρακράτους στην Ελλάδα και την πρωτοφανή αδιαφορία των ενόρκων για τα ενοχοποιητικά στοιχεία. 

Κατά τη διάρκεια της δίκης οι μάρτυρες άλλαζαν τις καταθέσεις τους με περισσή ευκολία, ενώ πολλοί παραδέχτηκαν ότι είχαν δεχτεί πιέσεις και απειλές προτού εμφανιστούν στο δικαστήριο. Πολλά αποδεικτικά στοιχεία «εξαφανίστηκαν» μυστηριωδώς, όπως ο λοστός που χρησιμοποίησε ο Εμμανουηλίδης για να χτυπήσει τον βουλευτή.

Τα παρατράγουδα άρχισαν από την πρώτη μέρα της δίκης. Ο υποστράτηγος ε.α. της Χωροφυλακής Μήτσου «ήταν κατακίτρινος και δίσταζε να καθίσει στο σκαμνί», ενώ «ο Εμμανουηλίδης έλεγε πως δολοφόνος ήταν ο Χατζηαποστόλου, και ο δωσίλογος Ξενοφών ή Φον Γιοσμάς επεδείκνυε ένα χιτλερικό έγγραφο για να δείξει πως είναι τίμιος!». (Εφημερίδα "Αυγή" 4 Οκτωβρίου 1966)

Τελικά ο πρόεδρος του δικαστηρίου I. Γραφανάκης αναγκάστηκε να διακόψει, αφού απουσίαζαν εννιά από τους δέκα ενόρκους.

Η έδρα της δίκης. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Ι. Γραφανάκης και δίπλα του οι δικαστές Βασίλης Λαμπρίδης και Ερμής Χριστοφορίδης

Η δίκη πήρε φωτιά όταν ο δικηγόρος I. Πάτσας, ένα από τα άτομα που συνόδευαν τον Γρ. Λαμπράκη στην έξοδό του από την αίθουσα εκείνο το βράδυ, στη μαρτυρική του κατάθεση συνέδεσε το κράτος με το παρακράτος, αναφέροντας ότι ήταν όλοι ενήμεροι για τον κίνδυνο που διέτρεχε ο Λαμπράκης και πως ο ίδιος είχε μιλήσει με τον Χολέβα του υπουργείου Βορείου Ελλάδος.

Ο Πάτσας ανέφερε πως όταν χτυπήθηκε ο Λαμπράκης -και ενώ η περιοχή ήταν αποκλεισμένη και ελεγχόμενη από την αστυνομία- εμφανίστηκε από το πουθενά το τρίκυκλο στο οποίο επέβαιναν οι δολοφόνοι και αφού χτυπήθηκε ο βουλευτής και το τρίκυκλο εξαφανίστηκε, εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο το οποίο μετέφερε τον χτυπημένο βουλευτή στο νοσοκομείο.
Το αυτοκίνητο αυτό -ένα φολκσβαγκεν σκαραβαίος- ήταν νοικιασμένο και οδηγός του ήταν ο Γ. Φουρναράκος, χωροφύλακας στη Γραμματεία Διοίκησης Β. Ελλάδος.
Μαζί επιβιβάστηκαν άλλοι δύο. Ο Φουρναράκος ούτε ζήτησε να μάθει πώς τραυματίστηκε ο βουλευτής Λαμπράκης ούτε έδωσε στον Ερυθρό Σταυρό τα στοιχεία του και ενώ τις επόμενες μέρες η Θεσσαλονίκη βοούσε, αυτός απέφυγε να καταθέσει στον εισαγγελέα.

Η μαρτυρία του L Πάτσα κατέδειξε πως το τρίκυκλο θα εξασφάλιζε τη φυγή των Εμμανουηλίδη και Γκοτζαμάνη ενώ ο «σκαραβαίος» θα χρησίμευε στην απαγωγή του τραυματία ή την εξαφάνιση του πτώματος -ανάλογα την περίπτωση- και θα βοηθούσε τους παρακρατικούς να εξαφανίσουν τα στοιχεία του εγκλήματος και να ενοχοποιήσουν τους αριστερούς.

Ο καθηγητής Χειρουργικής Νικόλαος Καβαζαράκης στην κατάθεση  του στην δίκη του 1966 επέμεινε ότι "ο Λαμπράκης δέχτηκε όρθιος το χτύπημα". Στη φωτογραφία ενημερώνει τους δημοσιογράφους για την τραχειοστομή που έκανε στον βουλευτή ("Μακεδονία" 25 Μαϊου 1963)

Προσπάθεια να εμφανιστεί σαν τροχαίο 

Κομβικό σημείο της υπόθεσης ήταν η προσπάθεια να παρουσιαστεί η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη σαν τροχαίο δυστύχημα. Ο γιατρός Εξαρχος, που υποδέχθηκε τον τραυματισμένο Λαμπράκη στον σταθμό πρώτων βοηθειών Θεσσαλονίκης, όταν ανέβηκε στο βήμα περιέγραψε στο δικαστήριο την αλαζονική συμπεριφορά του Εμμανουηλίδη, ο οποίος κόμπαζε ότι αυτός χτύπησε τον βουλευτή της Αριστεράς.

Στη συνέχεια της δίκης αποκαλύφθηκε πως ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Δ. Παπαντωνίου προσπαθούσε να καθοδηγήσει τους γιατρούς και τον ιατροδικαστή να αποφανθούν ότι ο Λαμπράκης έχασε τη ζωή του «προσκρούοντας σε επίπεδη επιφάνεια» (δρόμος).

Ο ιατροδικαστής Θεσσαλονίκης Δ. Ροβίθης διαμαρτυρήθηκε επειδή κάλεσαν τον ιατροδικαστή Καψάσκη από την Αθήνα. Ο Δημ. Καψάσκης, που μεγαλούργησε και επί χούντας, έκανε τα πάντα για να στηρίξει την εκδοχή του τροχαίου, οπότε και θα έκλεινε η υπόθεση.

Το θανάσιμο χτύπημα ήταν ένα μεγάλο κάταγμα τριών εκατοστών στο βρεγματικό όγκωμα του Λαμπράκη. Οι καθηγητές Καβαζαράκης και Αλεξ. Συμεωνίδης και ο ιατροδικαστής Δ. Ροβίδης που έκανε την νεκροτομή παρουσία όλων - του Καψάκη συμπεριλαμβανομένου- κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι "ο Λαμπράκης εκτυπήθη όρθιος, από αμβλύ όργανον, λοστό ή αστυνομικό γκλομπ".

"Το κρανίο σαν σπασμένο τζάμι"

Ο Λεωνίδας Κοντουδάκης, ένας από τους νέους που συνόδευαν τον Λαμπράκη, θυμάται:

«... έφτασα πάνω στον Λαμπράκη, έπεσα πάνω από το κεφάλι του, για να τον σηκώσω. Ηρθε ένας τραμπούκος με ένα σακβουαγιάζ γεμάτο τούβλα, για να του δώσει τη χαριστική βολή, την έφαγα όμως εγώ, στο κεφάλι, και μου μαύρισε το μισό. Ο Λαμπράκης ήταν κάτω στον δρόμο. Το χτύπημα που δέχτηκε από το τρίκυκλο που πέρασε και τον σκότωσε του είχε διαλύσει το κρανίο. Τον έριξαν κάτω με σιδερολοστό, 100%. Θυμάμαι το κρανίο του που το είχε ακτινογραφία πάνω από το κρεβάτι που χαροπάλευε, το θυμάμαι σαν τώρα. Πώς είναι όταν ρίχνεις μια πέτρα στο τζάμι και σπάει ακτινωτά; Ετσι είχε σπάσει και το κρανίο του. Πώς έσπασε έτσι; Το τρίκυκλο που έτρεχε με 70 χιλιόμετρα ταχύτητα συν τη δύναμη του χεριού είχε διπλή δύναμη».

Ο ιατροδικαστής Αθηνών Καψάσκης επέμενε ότι το χτύπημα προκλήθηκε από την πτώση, εκδοχή η οποία όμως αποκλείστηκε από τους υπόλοιπους επιστήμονες. Ο Καψάσκης, ενώ απέφυγε να γράψει την άποψή του στην επίσημη γνωμάτευση, επαναλάμβανε πιεστικά τη γνώμη του στο δικαστήριο: «Ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από το τρίκυκλο έπεσε στην άσφαλτο και εντεύθεν ο τραυματισμός του».

Οι μαρτυρίες όμως των υπόλοιπων γιατρών ήταν διαφορετικές. Οπως έγραφε η «Αυγή» στις 11 Νοεμβρίου του 1966, ο καθηγητής Χειρουργικής Καβαζαράκης στην κατάθεσή του επέμεινε ότι «ο Λαμπράκης δέχθηκε όρθιος το χτύπημα». Ενώ σε μια αποστροφή της δίκης ο ιατροδικαστής Θεσσαλονίκης Δ. Ροβίθης ανέφερε στο δικαστήριο ότι «Ο ιατροδικαστής Αθηνών Δ. Καψάσκης είναι εκτός επιστημονικών δεδομένων».

Ο Καψάσκης στήριξε την άποψη ότι ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από το τρίκυκλο και στη συνέχεια πατήθηκε από αυτό σε κάποιες εκχυμώσεις στη δεξιά κνήμη και κάποιο οίδημα στο μέτωπο από γροθιά. Μάλιστα προκειμένου να επιβάλει τη γνώμη του άφησε στον υπάλληλο της εισαγγελίας τη νεκροψία έτοιμη, ώστε ο Ροβίθης απλώς να την υπογράψει.

Ο καθηγητής Χειρουργικής Ν. Καβαζαράκης αντέκρουσε τα «ευρήματα» του Καψάσκη καταθέτοντας ότι «ο Λαμπράκης δεν είχε κακώσεις στο σώμα ούτε έφερε οίδημα από γρόνθο στο μέτωπο ούτε εκχυμώσεις στη δεξιά κνήμη».

Ο ιατροδικαστής Καψάσκης προσπαθεί να πείσει τον πρόεδρο. Ομως ο Καβαζαράκης αντέκρουσε τα «ευρήματά» του: «Ο Λαμπράκης δεν είχε κακώσεις στο σώμα ούτε έφερε οίδημα από γρόνθο στο μέτωπο ούτε εκχυμώσεις στη δεξιά κνήμη». Και ο Ροβίθης ανέφερε: «Ο ιατροδικαστής Αθηνών Δ. Καψάσκης είναι εκτός επιστημονικών δεδομένων» 

Φταίει ο ανακριτής Σαρτζετάκης που δεν έγραψε σωστά την κατάθεσή μου»

Η εκδοχή του τροχαίου στηρίχθηκε και από ένα ανεκδιήγητο ρεπορτάζ του δημοσιογράφου της εφημερίδας «Ακρόπολις» Τ. Μαλέογλου.
Ο μάρτυρας περιέγραψε το «τροχαίο», συμπληρώνοντας ότι οι «οργισμένοι πολίτες» που συμμετείχαν στην αντισυγκέντρωση ήταν πολύ ήσυχοι. Οταν ρωτήθηκε από τον πρόεδρο γιατί τα λέει αυτά πρώτη φορά, ο μάρτυρας απάντησε ότι «φταίει ο ανακριτής Χρ. Σαρτζετάκης που δεν έγραψε σωστά τα όσα του κατέθεσα».
Στην παρατήρηση του προέδρου ότι οι φωτογραφίες των φωτορεπόρτερ έδειχναν τους αντικομμουνιστές να πετούν πέτρες και καδρόνια και να χτυπούν με μανία τους συγκεντρωμένους, ο Μαλέογλου δικαιολογήθηκε ότι ο φωτογράφος τους ζήτησε να... ποζάρουν για να βγάλει μια καλή φωτογραφία.


2,3,4 Παρά την τραγικότητα του θέματος, οι γελοιογράφοι (Αρχέλαος, Φωκίων Δημητριάδης, Μποστ) βρήκαν την ευκαιρία να καυτηριάσουν το παρακράτος που εξέθρεφε η Δεξιά

Ο Καμουτσής παραδέχτηκε πως «έγιναν κάποιες συναντήσεις με τον “τίγρη”»

Εάν δεν πηδούσε στο τρίκυκλο ένας «τίγρης» σαν τον Μανώλη Χατζηαποστόλου, η υπόθεση θα είχε κλείσει χωρίς να αποκαλυφθεί τίποτε.
Ο Χατζηαποστόλου βλέποντας το τρίκυκλο να απομακρύνεται πήδηξε πάνω στην καρότσα, έδωσε μάχη με τον Εμμανουηλίδη αφοπλίζοντάς τον και στη συνέχεια σταμάτησε το τρίκυκλο σπάζοντας το τζαμάκι που χώριζε την καρότσα από την καμπίνα και χτυπώντας τον οδηγό Γκοτζαμάνη με ένα κομμάτι γυαλί. Ο Χατζηαποστόλου με τη φασαρία που έκανε ανάγκασε το τρίκυκλο να σταματήσει και συνεπλάκη με τον οδηγό του, Γκοτζαμάνη, ο οποίος χτυπούσε τον Χατζηαποστόλου με ένα κλομπ και τελικά συνελήφθη με τη βοήθεια ενός φούρναρη και παραδόθηκε σε έναν χωροφύλακα της Τροχαίας που διερχόταν τυχαία, χωρίς να είναι στο κόλπο.

Ο Χατζηαποστόλου κατήγγειλε ότι έγινε προσπάθεια δωροδοκίας του για να αλλάξει την κατάθεσή του και ο διευθυντής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Ευθύμιος Καμουτσής παραδέχτηκε ότι «έγιναν κάποιες συναντήσεις». (Εφημερίδα "Ελευθερία" 19 Νοεμβρίου 1963)

Ο Χατζηαποστόλου αναγνώρισε αργότερα στην Ασφάλεια τον Εμμανουηλίδη και έτσι οι φυσικοί αυτουργοί έφθασαν στο δικαστήριο.

Για την ιστορία, ο χωροφύλακας που έκανε το καθήκον του και συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη ονομαζόταν Χαράλαμπος Ασπιώτης και μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης μετατέθηκε δυσμενώς στην Ηλεία. Βλέπετε, δεν υπάκουσε στα κελεύσματα των δολοφόνων να κάνει τα στραβά μάτια κι έτσι χάλασε το σκηνικό του σκηνοθετημένου «τροχαίου ατυχήματος».
Το κλομπ, πάντως, του Γκοτζαμάνη χάθηκε από το Ε' Αστυνομικό Τμήμα, όπου δεν συντάχθηκε έκθεση σύλληψης αλλά «αυθόρμητης παρουσίασης» και μάλιστα στις 6 π.μ. της Πέμπτης 23 Μαΐου 1963.

Υπομοίραρχος Καπελώνης: Ο Μήτσου απαγόρευσε να διαλυθεί η αντισυγκέντρωση που οργάνωσε η Χωροφυλακή

Η ακροαματική διαδικασία -παρ' όλες τις αντιξοότητες-ανέδειξε τις δυσθεώρητες διαστάσεις του παρακράτους της Δεξιάς.

Ο υπομοίραρχος Καπελώνης έδωσε μάχη για να αποδείξει ότι βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία και εκτελούσε άνωθεν διαταγές. Η «Αυγή» στις 9 Δεκεμβρίου του 1966 έγραφε.· «Ο Καπελώνης κατέθεσε ότι ο Μήτσου απαγόρευσε να διαλυθεί η αντισυγκέντρωση. Η Χωροφυλακή με άνωθεν εντολή οργάνωσε τη συγκέντρωση των τραμπούκων».

Οι τελευταίες οδηγίες -σύμφωνα με τον Καπελώνη-δόθηκαν στο Ε Αστυνομικό Τμήμα, όπου ο συνταγματάρχης Καμουτσής διευκρίνισε: «Στόχος μας είναι ο Λαμπράκης». Ο Καπελώνης κατέθεσε πως ο Δόλκας τον έστειλε να δασκαλέψει τον Γκοτζαμάνη να καταθέσει πως «το βράδυ του φόνου έπιναν κρασί με τον Εμμανουηλίδη σε κάποια ταβέρνα». Ετσι θα αποσυνδέονταν από τον τόπο του εγκλήματος. Επίσης, ο Καπελώνης κατέθεσε πως ο αντισυνταγματάρχης Δόλκας τον διέταξε να κάψει το αρχείο του δωσίλογου Γιοσμά, για ευνόητους λόγους...(Εφημερίδα Ελευθερία 2/11/1966)

Η δυαρχία των Μήτσου και Δόλκα αποδείχθηκε πανίσχυρη. Ο ίδιος ο ταγματάρχης Δόλκας, τέως διοικητής Εθνικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, παραδέχθηκε ότι δεν έπαιρνε διαταγές ούτε από τον διοικητή Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Καμουτσή ούτε από τον υπουργό Βορείου Ελλάδος.

Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος Ιωάννης Χολέβας ήταν ο υψηλός σύνδεσμος του παρακράτους. Αυτό ανάγκασε τον εισαγγελέα Δελαπόρτα να δηλώσει: «...τα υποπροϊόντα του Χίτλερ να μη μολύνουν το εθνικό σώμα».

Ο οδηγός του τρικύκλου Σπόρος Γκοτζαμάνης αρνήθηκε ότι βρισκόταν στον τόπο του εγκλήματος εκείνο το βράδυ, παρότι είχε συλληφθεί μετά τη συμπλοκή με τον Χατζηαποστόλου. Ηταν τόσο ψοφοδεής και θρασύς που ισχυρίστηκε πως εκείνη τη νύχτα βρισκόταν σε μια ταβέρνα στο Καπόνι και δεν είχε ιδέα ούτε για το κλομπ ούτε για τον Καπελώνη.

Ο Εμμανουηλίδης προσπάθησε να θολώσει τα νερά και κατέθεσε ότι «ο Χατζηαποστόλου χτύπησε τον Λαμπράκη!» και πως «συμφέρον από τον χαμό του Λαμπράκη δεν είχε η ΕΡΕ, αλλά η ΕΔΑ, διότι ο Λαμπράκης ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί».

Ο εισαγγελέας Π. Δελαπόρτας έκλεισε την αγόρευσή του συνοψίζοντας την υπόθεση σε έξι σημεία:

1) Ο βαρύτατος τραυματισμός του βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργου Τσαρουχά και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν προϊόντα των πολιτικών χασμάτων που υπάρχουν στον τόπο μας. Η Δεξιά έχει αναγάγει το μίσος σε δόγμα της πολιτικής της.

2) Κατεβλήθη προσπάθεια δικαιολόγησης των γεγονότων λέγοντας ότι δήθεν εξεγείρονται οι «εθνικόψρονες» πολίτες για τα εγκλήματα των κομμουνιστών επί Κατοχής και κατά τον Δεκέμβριον του 1944.

3) Η δολοφονία Λαμπράκη δεν αποτελεί επεισόδιο του αντικομμουνιστικού αγώνα. Ο κομμουνισμός αντιμετωπίζεται μόνο δια παραχωρήσεων του αστικού καθεστώτος προς τον λαόν.

4) Η αντισυγκέντρωση ήταν οργανωμένη από την αστυνομία, η οποία κατόπιν εντολών εξωκρατικής αρχής συνειργάζετο με τας παρακρατικάς οργανώσεις.

5) Η αστυνομία έχει άμεση ευθύνη για τη δολοφονία Λαμπράκη, γιατί ενώ εγνώριζε ότι θα γίνουν επεισόδια και ενώ είχε λάβει εντολή του εισαγγελέα κ. Αργυρόπουλου να προστατεύσει τη ζωή του Ααμπράκη, δεν έλαβε κανένα μέτρο.

6) Ο Εμμανουηλίδης είναι ο δολοφόνος του Λαμπράκη, αλλά και ο Γκοτζαμάνης είχε μετάσχει στην αντισυγκέντρωση με ανθρωποκτόνον πρόθεση.

5 0 τροχονόμος Χαράλαμπος Ασπιώτης που συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη και χάλαοε τη σκηνοθεσία του «τροχαίου δυστυχήματος». Μετατέθηκε δυσμενώς, αλλά στη δίκη δεν αναίρεσε την αρχική του κατάθεση («Μακεδονία», 20 Νοεμβρίου 1963).
6 0 ταγματάρχης Δόλκας, διοικητής Εθνικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, συνέθετε μαζί με τον Κων. Μήτσου ένα πανίσχυρο δίδυμο που κινητοποιούσε το παρακράτος.
7 0 κατοχικός δωσίλογος Ξενοφών ή Φον Γιοσμάς καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση για διατάραξη της «κοινωνικής ειρήνης».


Οδός Σπανδωνή, το δρομάκι από το οποίο εμφανίστηκε ξαφνικά το φονικό τρίκυκλο 

Η δικτατορία αμνηστεύει τον Γκοτζαμάνη και δολοφονεί τον Τσαρουχά 

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1966, στις 2.30 τα ξημερώματα, οι ένορκοι ανακοίνωσαν την απόφασή τους. Ο Γκοτζαμάνης κρίθηκε ένοχος πρόκλησης «θανατηφόρων τραυμάτων» και καταδικάστηκε σε φυλάκιση έντεκα ετών, ο Εμμανουηλίδης σε οκτώμισι χρόνια φυλάκιση, επίσης για πρόκληση «θανατηφόρων τραυμάτων», ο Γιοσμάς σε έναν χρόνο για διατάραξη της «κοινωνικής ειρήνης», ο ακροδεξιάς τραμπούκος Φωκάς σε 15 μήνες φυλάκιση για τις βαρύτατες σωματικές βλάβες που είχε προκαλέσει στον βουλευτή της ΕΔΑ Τσαρουχά και οι υπόλοιποι αθώοι.

Ο εισαγγελέας Π. Δελαπόρτας δήλωσε: «Η ετυμηγορία των ενόρκων είναι προβληματική. Ατυχώς, δεν δύναμαι να την κηρύξω πεπλανημένην, διότι ελήφθη παμψηφεί»."

Δηλαδή οι ένορκοι ύστερα από όλες αυτές τις καταθέσεις και τα στοιχεία θεώρησαν τη δολοφονία Ααμπράκη τροχαίο ατύχημα. Η λέξη «δολοφονία» δεν υπάρχει πουθενά. Θεώρησαν ότι δεν επρόκειτο περί «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως», αλλά απλώς περί «θανατηφόρων τραυμάτων» τα οποία προκλήθηκαν από τροχαίο ατύχημα, οπότε δεν υπήρχε και «ηθικός αυτουργός».

Είκοσι χρόνια μετά τον Εμφύλιο, η Δεξιά δολοφονούσε τους πολιτικούς της αντιπάλους απροσχημάτιστα, κηλιδώνοντας κάθε έννοια και λειτουργία της Δικαιοσύνης και της δημοκρατίας.

Οι κατηγορούμενοι έκατσαν μόνο για λίγο στη φυλακή, αφού μόλις έγινε η δικτατορία, η χούντα τούς αμνήστευσε και τους απελευθέρωσε.
Αντίθετα, ο βουλευτής Γιώργος Τσαρουχάς που τη μέρα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη είχε επιζήσει βαριά τραυματισμένος, συνελήφθη και δολοφονήθηκε βασανιζόμενος, στις 9 Μαΐου του 1968, επί χούντας.

Το 1968, πάλι επί δικτατορίας, ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας απολύθηκε από το δικαστικό σώμα, όπως και ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης, ο οποίος συνελήφθη και φυλακίστηκε χωρίς καμία κατηγορία εις βάρος του και απελευθερώθηκε χάρη στη διεθνή κατακραυγή...

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Προσωπικές μνήμες νεαρού ρεπόρτερ από την δολοφονία

Η μεταφορά της σορού του Γρηγόρη Λαμπράκη από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Δεξιά, δίπλα από τον αξιωματικό διακρίνεται ο νεαρός τότε δημοσιογράφος Ξενοφών Μαυραγάνης και μπροστά στο φέρετρο ο δημοσιογράφος Γιώργος Μπέρτσος (αριστερά από τον κρανοφόρο) που συνέβαλε στην αποκάλυψη των δραστών

Του Ξενοφώντας Μαυραγάνη, δημοσιογράφου, συγγραφέα

Οι "αγανακτισμένοι" ήταν στα πεζοδρόμια της Βενιζέλου, της Ερμου και πολλοί στην αρχή της οδού Σπανδωνή, σχηματίζοντας ένα τοίχος. Ξαφνικά ακούγεται δυνατός θόρυβος μηχανής και από την Σανδωνή, την έξοδο της οποία απελευθέρωσαν εν ριπή οφθαλμού, φάνηκε ένα τρίκυκλο. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είδα τον Λαμπράκη ανάσκελα στο οδόστρωμα και το τρίκυκλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα να προσπαθεί να διαφύγει.

Ηταν ο Μάιος που μας κρατούσε σε ένταση; Ηταν η νιότη μας που επαναστατούσε; Ηταν ο πόθος μας για μια κοινωνία άλλη, όπου θα βασίλευαν η δημοκρατία, η αξιοκρατία, η αξιοσύνη;

Ηταν όλα αυτά μαζί, που συγκροτούσαν την ορμή μας για άλλες καταστάσεις, για άλλες εποχές.

Ενα μήνα πριν από την δολοφονία Λαμπράκη είχε ολοκληρωθεί το Δ' Πανσπουδαστικό συνέδριο και είχε εκλεγεί το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της ΕΦΕΕ. Από αριστερά διακρίνονται μεταξύ άλλων οι Θ. Νίκας, ΚΙ. Βεργόπουλος, Π. Κονδύλης, Γ. Γραμματικάκης, Ν. Κιάος, Ξ. Μαυραγάνης, Γ. Μπαλάφας, Ν. Κωνσταντόπουλος, Π. Καλογεράκος.

Ο Μάιος του 1963 προχωρούσε προς το τέλος του και συμπληρωνόταν σχεδόν ένας μήνας από τη λήξη του Δ' Πανσπουδαστικού Συνεδρίου, που ολοκληρώθηκε με την εκλογή του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της ΕΦΕΕ, της Εθνικής Φοιτητικής Ενωσης Ελλάδας, που χρόνια πολλά την ονειρευόμασταν, τη σχεδιάζαμε, την περιμέναμε. Κι αυτό μας έκανε εξαιρετικά υπερήφανους.

Είχα την τύχη και την τιμή να είμαι ένας από τους συνέδρους-αντιπροσώπους της Νομικής Θεσσαλονίκης κι είχα την ακόμη πιο μεγάλη τύχη να αποτελώ μέλος της Επιτροπής Σύνταξης του καταστατικού χάρτη της ΕΦΕΕ κοντά σε σπουδαία ονόματα της μετέπειτα Ελλάδας.
Τον Κώστα Βεργόπουλο, τον οποίο χάσαμε μόλις πριν από λίγο καιρό, τον νομικό και πολιτικό Νίκο Κωνσταντόπουλο, τον επιφανή φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη, τον ψυχίατρο Γιάννη Παναγιώτου, τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νίκο Τερζή, τον μηχανικό Γιώργο Μπαλάφα κι ήταν ακόμη ζωντανές οι δυνατές εντυπώσεις και το άνοιγμα των οριζόντων μου από τόσους σπουδαίους που γνώρισα εκεί και συνδέθηκα μαζί τους. Κι όχι μόνο αυτούς, αλλά και τους Γιάννη Γιαννουλόπουλο, Γιάννη Τζανετάκο, Αριστείδη Μανωλάκο.

Νωρίς το πρωί της 21ης Απριλίου 1963 ομάδα ειρηνιστών ξεκινά για τον Μαραθώνα. Στη μέση ο Βρετανός απεσταλμένος Πατ Πολτ και δεξιά του ο Μιχάλης Περιστεράκης

Είχαμε ζήσει μεγάλες μέρες στο συνέδριο και, πέρα από τα άλλα, στην επιτροπή μας πιστώνεται εκείνος ο ανεπανάληπτος ορισμός «Ο σπουδαστής είναι νέος εργαζόμενος, διανοούμενος», που καταγράφηκε ως ορόσημο στην ιστορία του ελληνικού φοιτητικού κινήματος.

Κι ακόμη είχαμε την ευκαιρία να μετάσχουμε έστω και από απόσταση στην πρώτη μαραθώνια πορεία ειρήνης στις 21 Απριλίου 1963, χωρίς βέβαια να μπορούμε να φανταστούμε πως τέσσερα χρόνια αργότερα η ημερομηνία αυτή θα συμβόλιζε την κατάρα και την άγρια στρατοκρατική επίθεση εναντίον των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών.

Εμείς οι από την επαρχία ελαυνόμενοι αντιπρόσωποι στο Δ' Πανσπουδαστικό Συνέδριο φροντίσαμε να κατέβουμε στην Αθήνα δύο μέρες πριν από την έναρξη του συνεδρίου και μια ομάδα από εμάς κατευθύνθηκε στα γραφεία της οργάνωσης «Μπέρτραντ Ράσελ», που βρίσκονταν στην αρχή της οδού Ασκληπιού αν θυμάμαι καλά, απέναντι ακριβώς από το τότε δημοτικό νοσοκομείο.
Εκεί βρεθήκαμε σ’ έναν οργασμό δουλειάς, δραστηριότητας και αγωνίας. Νέοι έμπαιναν, έβγαιναν, έτρεχαν, μιλούσαν αλαφιασμένοι, έφτιαχναν χαρταετούς, τύλιγαν πανό, έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ. Ολα με κεντρικό άξονα την ειρήνη: στον κόσμο, στην περιοχή μας, τη χώρα μας.

Μας υποδέχθηκαν οι υπεύθυνοι, που τους γνωρίζαμε μόνο ως ονόματα, με επικεφαλής τον αεικίνητο Μιχάλη Περιστεράκη, πρόεδρο της Κίνησης και υπεύθυνο του περιοδικού «Δρόμοι της ειρήνης» που διαβάζαμε -ρουφούσαμε, καλύτερα- κάθε μήνα στη Θεσσαλονίκη. Σε μια τέτοια εξόρμηση πώλησης των «Δρόμων της ειρήνης» γνώρισα και τον συμφοιτητή μου Κωστή Μοσκώφ, αργότερα σύντροφο και φίλο.

Στους Αμπελόκηπους οι "μαραθωνοδρόμοι της ειρήνης" βρέθηκαν αντιμέτωποι με αδιαπέραστο τείχος αστυνομικών. Στη λεωφόρο Κηφισίας η αστυνομία άρχισε κυνηγητό, ξυλοκόπημα και προσαγωγές

Από την Αθήνα στον Τύμβο του Μαραθώνα. 

Ετοιμάζονταν όλοι αυτοί οι νέοι για την άλλη μέρα, Κυριακή 21 Απριλίου, που θα μετείχαν στην 1η Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης, οδηγώντας τα βήματά τους από την Αθήνα στον Τύμβο του Μαραθώνα. Μαζί μ’ αυτούς κι εμείς. Δεν γνωρίζαμε πολλά πράγματα από Αθήνα, αλλά μας κατατόπισαν πώς να πάμε στο τέρμα Αμπελοκήπων, στη διασταύρωση των οδών Αλεξάνδρας και Κηφισίας, απ’ όπου θα ξεκινούσε η μεγάλη πορεία, με επικεφαλής τον Γρηγόρη Λαμπράκη.

Στο σημείο αυτό της εκκίνησης, αντί να συναντήσουμε ομάδες νέων «με σημαίες και με ταμπούρλα», βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα αδιαπέραστο τείχος αστυνομικών δυνάμεων, κατάλληλα εξοπλισμένων, που απαγόρευαν την πορεία μας προς τη λεωφόρο Κηφισίας, απ' όπου θα φτάναμε στην έξοδο της πόλης κι από κει στον Τύμβο.

Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο άρχισε το κυνηγητό. Πολλοί, από τους νέους κυρίως, θέλησαν να διασπάσουν το τείχος των αστυνομικών δυνάμεων κι όταν φάνηκε πως αυτό ήταν αδύνατο, άρχισαν να διαφεύγουν από άλλους δρόμους, επιμένοντας να πραγματοποιήσουν την πορεία.
Ηταν αυτοί που ζούσαν στην Αθήνα ή που την ήξεραν κάπως. Εμείς, οι περισσότεροι δηλαδή από εμάς, παραμέναμε εκεί περιμένοντας κάτι να γίνει που δεν έγινε. Κι όταν πια πήρε να μεσημεριάζει επιστρέψαμε στα γραφεία της «Μπέρτραντ Ράσελ», όπου μάθαμε τις εξελίξεις.

Η πορεία είχε απαγορευτεί, είχαν γίνει πολλές συλλήψεις και ο Γρηγόρης Λαμπράκης με κάποιους συναγωνιστές του προσπαθούσαν να πραγματοποιήσουν την πορεία από την ανάποδη. Ξεκινώντας δηλαδή από τον Τύμβο προς την Αθήνα.

Ανάμεσα στους συλληψθέντες κι ο Διονύσης Σαββόπουλος, που είχε κατεβεί κι αυτός για πρώτη φορά στην Αθήνα, ως σύνεδρος-αντιπρόσωπος της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Που, όπως μας έλεγε μετά με πολύ χιούμορ, ανακρίθηκε στη Σχολή Χωροφυλακής, όπου μεταφέρθηκε με άλλους «παράνομους», με ιδιαίτερη σχολαστικότητα εξαιτίας των πολλών χαρτιών που βρέθηκαν στις τσέπες του, γεμάτων με στίχους και άλλες ακατάληπτες για τους αστυνομικούς σημειώσεις, οι οποίοι αναζητούσαν τεκμήρια ενοχής ή ενδεχομένως και κατασκοπευτικά σχέδια.

Γυρίζοντας στη Θεσσαλονίκη και έχοντας αποφασίσει πια να είμαι δημοσιογράφος και όχι δικηγόρος όπως έδειχναν οι σπουδές μου, μπήκα για τα καλά σ’ αυτή την ερευνητική εργασία, αρχίζοντας σχεδόν τη ζωή μου ταυτόχρονα με την απογευματινή εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», που θα αποτελούσε πολύ σημαντικό πυλώνα δημοκρατίας στη δεύτερη πόλη της χώρας.

Εχοντας εργαστεί έναν μήνα περίπου ως μαθητευόμενος στη μεγάλη -τότε πρωινή- εφημερίδα «Μακεδονία», ορίστηκα από τον διευθυντή της «Θεσσαλονίκης» Γιάννη Ιωαννίδη βοηθός αστυνομικού συντάκτη, παράλληλα με το ελεύθερο ρεπορτάζ που μου ανατέθηκε.

Η διασταύρωση των οδών Ερμού και Βενιζέλου όπου δολοφονήθηκε ο Λαμπράκης το 1963. Το τρίκυκλο βγήκε από την οδό Σπανδωνή (το στενό) ενώ ο βουλευτής κατευθυνόταν από την αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος (στην αριστερή γωνιακή πολυκατοικία) προς το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ (κτίριο δεξιά)

Περιμένοντας τον Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη

Ηταν η τρίτη μέρα της κυκλοφορίας της κι ένα γεγονός σημαντικό για την πόλη επρόκειτο να λάβει χώρα, αλλά όχι και τόσο σημαντικό για μια εφημερίδα, κι ας ήταν ταγμένη στον κεντροαριστερό, όπως θα λέγαμε σήμερα, χώρο, ανήκοντας στην Ενωση Κέντρου.

Ηταν μια εκδήλωση της Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη Θεσσαλονίκης, προσανατολισμένης προς την ΕΔΑ, που τότε αποτελούσε το τρίτο κόμμα της Βουλής, με 22 βουλευτές.

Ενας απ' αυτούς ήταν ο Γρηγόρης Λαμπράκης, γιατρός-υφηγητής πανεπιστημίου, συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ της οποίας δεν ήταν μέλος. Ηταν όμως μαχητικός βουλευτής και είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις έντονες διαμαρτυρίες που διαδραματίστηκαν στο Λονδίνο με στόχο τη βασίλισσα Φρειδερίκη, από την οποία νέοι φοιτητές και εργαζόμενοι στη βρετανική πρωτεύουσα με επικεφαλής την Μπέτυ Αμπατιέλου, σύζυγο του κομμουνιστή συνδικαλιστή Αντώνη Αμπατιέλου, ζητούσαν την αποφυλάκισή του.

Ηταν ένα από τα επεισόδια που κατέστησαν τον Λαμπράκη αντιμέτωπο με τη Δεξιά και φυσικά με τις αστυνομικές υπηρεσίες. Αυτό που δεν μπορούσαν να ανεχτούν όλοι αυτοί ήταν ότι ο Λαμπράκης διεκδικούσε δικαιώματα πολίτη, συμπεριφορά εντελώς αντίθετη μ' εκείνη του υπηκόου, στην οποία είχαν συνηθίσει τον πολύ κόσμο. Μ’ έναν λόγο, τον λαό.

Αυτή η ημέρα, η 22α Μάίου 1963, έφερνε πολλά προβλήματα στον κόσμο της Αριστεράς της Θεσσαλονίκης και κυρίως σ' αυτούς που αποτελούσαν το στελεχιακό δυναμικό της.
Οι εκτοξευόμενες απειλές προς τον Λαμπράκη αλλά και η δυσκολία εξεύρεσης αίθουσας κατάλληλης για την ομιλία του ήταν μεγάλος πονοκέφαλος.

Το βάρος της όλης υπόθεσης είχαν αναλάβει οι δικηγόροι Σύλλας Παπαδημητρίου και Γιώργος Πάτσας, που μαζί με τον επίσης δικηγόρο Γιώργο Τριανταφυλλίδη, προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν στέγη για την ομιλία.

Η αίθουσα που τελικά επιλέχτηκε (;) ήταν ένας υπόγειος χώρος στην οδό Αριστοτέλους, ανεβαίνοντας αριστερά, όπου νωρίτερα λειτουργούσε το νυχτερινό κέντρο Πικαντίλυ, χωρίς -αν θυμάμαι καλά- δεύτερη έξοδο κινδύνου.
Ομως την τελευταία στιγμή, δυο τρεις ώρες πριν από την καθορισμένη ώρα της ομιλίας, ο ιδιοκτήτης της αίθουσας υπαναχώρησε και ακύρωσε την ήδη υπογραμμένη συμφωνία ενοικίασης, αναγκάζοντας τους διοργανωτές να μεταφέρουν άρον άρον τη συγκέντρωση στα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος, που στεγάζονταν στον τρίτο όροφο της οικοδομής των οδών Βενιζέλου και Ερμού, αλλά και να προσπαθήσουν να ενημερώσουν το κοινό με μερικές δακτυλογραφημένες ανακοινώσεις που τοιχοκόλλησαν για τη μεταφορά της ομιλίας σε άλλη αίθουσα.

Παρά το γεγονός ότι θα ήθελα πολύ να βρίσκομαι στη συγκέντρωση και την ομιλία του Δαμπράκη, έδωσα το παρών το βράδυ της 22ας Μαΐου στα γραφεία της εφημερίδας, στην οδό Τσιμισκή, για να προετοιμάσω τα όποια κείμενα είχα αναλάβει, χωρίς να ξεχνώ πως εκείνες τις ώρες πραγματοποιούνταν η ομιλία Λαμπράκη και όλοι οι φίλοι και συνοδοιπόροι μου θα βρίσκονταν εκεί.

Η επιρροή της Αριστεράς στον φοιτητικό κόσμο

Το 2013, στην 50ή επέτειο της δολοφονίας του αγωνιστή της ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη, έδωσα μια συνέντευξη στην εφημερίδα «Αυγή», πολιτικό σύντροφο των νεανικών μου χρόνων, όπου έλεγα:

«Το 1963 η Θεσσαλονίκη ζούσε έναν δημοκρατικό, θα λέγαμε, οργασμό. Και για να είμαι ακριβέστερος, έναν οργασμό πολιτικής, πολιτιστικής και συνδικαλιστικής δράσης, που ξεκινούσε από την ΕΔΑ, τη μοναδική (ημι)νόμιμη πολιτική οργάνωση της Αριστεράς.

Παρά το γεγονός ότι η δύναμη σε ψήφους και βουλευτές της ΕΔΑ δεν ακολούθησε την έκρηξη του 1958, οι ιδέες, οι απόψεις, οι θέσεις της Αριστερός επηρέαζαν πολύ κόσμο και ιδιαίτερα τον φοιτητικό και σπουδαστικό κόσμο.

Τον Απρίλιο του 1963 είχε διεξαχθεί στην Αθήνα το 4ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο, το ιδρυτικό της ΕΦΕΕ, στο οποίο η συμμετοχή των εκπροσώπων του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ήταν και έντονη, και καταφανώς υπέρ της αριστερής φυσιογνωμίας της πρωτοδημιουργούμενης ΕΦΕΕ, που συνίστατο στην ένταξή της και στις δύο παγκόσμιες φοιτητικές οργανώσεις: τη φιλοδυτική, που έδρευε στις Βρυξέλλες, και τη φιλοκομμουνιστική, που έδρευε στην Πράγα. Ζήτημα για το οποίο δόθηκε μεγάλη μάχη την τελευταία μέρα του συνεδρίου».

Τρεις μέρες πριν από την δολοφονική επίθεση στον Λαμπράκη είχε πραγματοποπιηθεί η επίσκεψη του Γάλλου στρατηγού Ντε Γκολ στη Θεσσαλονίκη. Μπροστά στον Λευκό Πύργο μαζί με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή

Ο επιχειρησιακός πυρήνας του Καφέ Τραμποΰκ 

«Στη Θεσσαλονίκη ήδη λειτουργούσαν ο τοπικός σύνδεσμος “Μπέρτραντ Ράσελ”, η Φοιτητική Πνευματική Κίνηση 'Ροτόντα” και η περιοδική έκδοση “Σπουδαστικός Κόσμος”, η θεσσαλονικιά εκδοχή της “Πανσπουδαστικής” της Αθήνας, που στεγάζονταν σ' ένα υπόγειο στην αρχή της οδού Αλ. Σβώλου, τότε Πρίγκηπος Νικολάου, σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων από το πανελληνίως γνωστό Καφέ Τραμπούκ, όπου σύχναζε ο κύριος και επιχειρησιακός θα λέγαμε πυρήνας των εκοφιτών.

Λίγα μέτρα παραπέρα ήταν το Γ' Αστυνομικό Τμήμα, με διοικητή τον ταγματάρχη -νομίζω- Μπαφατάκη, έναν από τους πιο σκληρούς διώκτες των “μη υγιώς σκεπτομένων” φοιτητών.

Στα γραφεία του συνδέσμου "Μπέρτραντ Ράσελ" στην οδό Ασκληπιού 3. Από αριστερά ο Νίκος Κιάος (αντιπρόεδρος του συνδέσμου), ο Πατ Πολτ (γραμματέας) και ο Μιχάλης Περιστεράκης (πρόεδρος). Πίσω τους οι αφίσες της μαραθώνιας πορείας ειρήνης των 42 χιλιομέτρων

Παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες, η δραστηριότητα των τριών φορέων ήταν συνεχής και αδιάλειπτη. Με κάποιες τριβές, πολλές φορές πολύ οξείες, με την κομματική οργάνωση, που δεν έβλεπε με καλό μάτι άτομα που δεν ενστερνίζονταν τις μαρξιστικές ιδέες αλλά ήταν φίλα, πολύ φίλα, προσκείμενα προς τις απόψεις μας και τις δράσεις μας. Μετέχοντας σ' αυτές. Περιττό να πω ότι οι επικεφαλής αυτών των οργανώσεων καλούμασταν κάθε λίγο για εξηγήσεις στην Εθνική Ασφάλεια της πλατείας Βαρδαρίου, στο ιστορικό κόκκινο σπίτι.

Προσωπικά, ως ρέπων στη δημοσιογραφία, ήμουν ο διευθυντής του “Σπουδαστικού Κόσμου" και τον Μάρτιο του 1963, ζήτησα δουλειά στη “Μακεδονία”. Ο εκδότης της Γιάννης Βελλίδης ως δοκιμαστική δουλειά μου ανέθεσε τις ανταποκρίσεις από τις εργασίες του Δ' Πανσπουδαστικού Συνεδρίου, που θα συνερχόταν τον Απρίλιο στην Αθήνα, στο οποίο θα συμμετείχα ως σύνεδρος.

Μία μέρα πριν από την έναρξη του συνεδρίου, ομαδικώς, κυρίως οι επαρχιώτες, ξεκινήσαμε από τα γραφεία του συνδέσμου “Μπέρτραντ Ράσελ", στην οδό Ασκληπιού, για το τέρμα Αμπελοκήπων, απ’ όπου θα ξεκινούσε η μαραθώνια πορεία, αλλά εκεί μας σταμάτησε η αστυνομία, που άλλους συνέλαβε και άλλους καταδίωξε στα στενά της περιοχής. Ετσι, τη γνωστή πορεία την έκανε μόνος του ο Λαμπράκης.

Η πρόσληψή μου στην υπό έκδοση “Θεσσαλονίκη” έγινε αμέσως μετά την επιστροφή μου και το βράδυ της 22ας Μαΐου ο διευθυντής μου Γιάννης Ιωαννίδης, που τίμησε το λειτούργημά του, μου είπε με τη χαρακτηριστική θρακιώτικη προφορά του, αλλά και με κάποια αδιόρατη ειρωνεία, αφού με θεωρούσε παρασυρμένο από τις ευαισθησίες μου κυρίως στον χώρο της Αριστεράς:

“Μαυραγάνη, κάνε μια βόλτα από τη Βενιζέλου να δεις τι γίνεται με την ομιλία του Λαμπράκη. Κάτι μου μυρίζει άσχημα".

Γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη στους "Δρόμους της Ειρήνης"

Γελοιογραφία του Μποστ στα "Νέα" για τις σχέσεις του υποκόσμου των τραμπούκων με το κράτος και τη δολοφονία Λαμπράκη

Ανέβαινα τη Βενιζέλου, στην οποία παρατήρησα μια περίεργη αλλά και ανησυχητική κίνηση. Γνωστοί εκοφίτες, που τους γνώριζα και με γνώριζαν λόγω της δραστηριοποίησής μου, ανεβοκατέβαιναν στα πεζοδρόμια, οργισμένοι και κραυγάζοντας συνθήματα: “Η ΕΔΑ στη Βουλγαρία”, “Τα κομμούνια στη Μόσχα”, “Αλήτες, σήμερα θα πεθάνετε”.
Κάποιοι, που με γνώριζαν καλά, κινήθηκαν εναντίον μου, αλλά ταχύνοντας το βήμα μου έφτασα ακριβώς στη γωνία Βενιζέλου και Ερμού, έχοντας αριστερά μπροστά μου το κτίριο όπου μιλούσε ο Λαμπράκης, ακριβώς μπροστά μου την οδό Σπανδωνή και δεξιά πάλι μπροστά μου, απέναντι ακριβώς, το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ, όπου διέμενε ο μάρτυρας της ειρήνης.

Πολίτες τρέχουν καταδιωκόμενοι από αστυνομικούς

Οι δρόμοι ήταν άδειοι από κόσμο αλλά με πολλούς αστυνομικούς. Οι “αγανακτισμένοι” ήταν στα πεζοδρόμια της Βενιζέλου, της Ερμού και πολλοί στην αρχή της οδού Σπανδωνή, σχηματίζοντας ένα τείχος που δεν άφηνε να δεις τι γίνεται πίσω από αυτό.

Από αριστερά μου είδα μια ομάδα πολιτών, με επικεφαλής τον Λαμπράκη, που δεν τον γνώριζα προσωπικά, να βγαίνει από το κτίριο της συγκέντρωσης και, έπειτα από κάποια μικρή στάση, τον Λαμπράκη να προπορεύεται και να περπατά στην Ερμού, με κατεύθυνση ανατολικά, πιθανόν προς το ξενοδοχείο του, ενώ σε απόσταση πέντε ή έξι μέτρων τον ακολουθούσαν τα στελέχη του κινήματος ειρήνης. Ανάμεσά τους οι Σύλλας Παπαδημητρίου, Γιώργος Πάτσας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, δικηγόροι, ο Χρήστος Φράγκος, γιατρός, ο Κώστας Βέρρος, δάσκαλος, πρώην καπετάνιος του ΕΛΑΣ.


Αστυνομοκρατία στη Θεσσαλονίκη μετά τη γνωστοποίηση της δολοφονίας

Η σκηνή της δολοφονίας

Ξαφνικά, και ενώ βρισκόταν ακριβώς μπροστά μου, σε δύο μέτρα απόσταση από το πεζοδρόμιο όπου στεκόμουν εγώ, ακούγεται δυνατός θόρυβος μηχανής και από τη Σπανδωνή, την έξοδο της οποίας απελευθέρωσαν εν ριπή οφθαλμού αυτοί που την έφραζαν, φάνηκε ένα τρίκυκλο, με κατεύθυνση το σημείο όπου βρισκόμουν εγώ.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου είδα τον Λαμπράκη ανάσκελα στο οδόστρωμα και το τρίκυκλο με την ίδια ιλιγγιώδη ταχύτητα που εμφανίστηκε να προσπαθεί να διαφύγει από τη Βενιζέλου, στην οποία μπήκε αντίθετα από τη φορά των αυτοκινήτων, που δεν υπήρχαν βέβαια.

Αστυνομικοί με κράνη επιτηρούν πολίτες στην πλατεία Συντριβανίου

Δεν είδα ή δεν μπόρεσα να δω, λόγω και της συγχύσεως που με διακατείχε, αν το χτύπημα που δέχτηκε ο Λαμπράκης στο δεξιό κάτω μέρος της κεφαλής του του καταφέρθηκε από άνθρωπο που βρισκόταν στον δρόμο ή στην καρότσα του τρίκυκλου. Αυτό που μπορώ να πω τώρα, πενήντα χρόνια μετά και ύστερα από πολλές συζητήσεις, είναι ότι όλα αυτά έγιναν σε χρόνο μηδέν και σαφώς προϋπολογισμένα.

Ως δημοσιογράφος, έσπευσα να μεταδώσω την είδηση στην εφημερίδα, αλλά, όπως μου είπαν δύο βλοσυροί κύριοι που κάθονταν μπροστά στο πλησιέστερο περίπτερο, “το τηλέφωνο ήταν χαλασμένο”.

Ετσι πήγα τρέχοντος στην εφημερίδα, όπου μου ανατέθηκε η παρακολούθηση του ρεπορτάζ, οπότε είχα την ευτυχή συγκυρία να γνωρίσω τον μεγάλο Γιάννη Βούλτεψη της “Αυγής” και τους Γιώργο Μπέρτσο της “Ελευθερίας” και Γιώργο Ρωμαίο του “Βήματος”.

Τις πρώτες μέρες μετά την επίθεση έξω από το ΑΧΕΠΑ συγκεντρώνονταν μέρα νύχτα εκατοντάδες φοιτητές και άλλοι νέοι αποτελώντας ένα είδος φρουράς στον ουσιαστικά νεκρό αγωνιστή της Αριστεράς

Τα αδύναμα στοιχεία της εκδοχής για Εμμανουηλίδη

Σήμερα είμαι υποχρεωμένος να διευκρινίσω ότι ποτέ δεν πείστηκα για την εκδοχή που ήθελε τον Εμμανουηλίδη, έναν άνθρωπο που δεν έμοιαζε καθόλου γυμνασμένος και ευέλικτος, να μπορούσε να χτυπήσει καίρια τον Λαμπράκη, κινούμενο, από την καρότσα μιας μοτοσικλέτας, κινούμενης επίσης, καταφέροντάς του θανατηφόρο πλήγμα στη βρεγματική χώρα και συνδυάζοντας τις μετέπειτα πληροφορίες -και αυτές που είχα εγώ προσωπικά και αυτές που αναφέρει ο επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλης Λαμπρίδης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις και εκμυστηρεύσεις ενός δικαστή» του 2016- να επαναλάβω αυτό που γράφω στο πρόσφατο βιβλίο μου «Εφτά και κάτι νύχτες», «Οπως η πληροφορία που κυκλοφορούσε ο Γιώργος (Δεονάρδος) με τη συναίνεση πιθανότατα του δικηγόρου του, πως ο πραγματικός δολοφόνος του Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν ο μοίραρχος της Χωροφυλακής Δημήτρης Κατσούλης, που πρόσφερε όμως τις υπηρεσίες του στην ΚΥΠ και ήταν σχεδόν άγνωστος στους ανθρώπους της Αριστεράς. Αυτός, έλεγε ο Γιώργος, ήταν ο άνθρωπος που χτύπησε με λοστό τον Λαμπράκη στον σβέρκο προκαλώντας του τη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, προτού περάσει από πάνω του το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη. Κάκωση που δεν μπορούσε να παραχθεί από το πέσιμο του Λαμπράκη στην άσφαλτο, έστω κι αν χτυπούσε με βιαιότητα το κρανίο του σε κράσπεδο ή σε σκληρό εξόγκωμα της ασφάλτου».

Ο Μίκης Θεοδωράκης πήγε στη Θεσσαλονίκη και μίλησε σε εκατοντάδες νέους από τα σκαλοπάτια του κεντρικού κτιρίου του Αριστοτελείου, βάζοντας τα θεμέλια της Δημοκρατικής νεολαίας Λαμπράκη

Την ίδια πληροφορία από τον ίδιο άνθρωπο, τον Γιώργο Λεονάρδο, είχε και ο δικαστής Λαμπρίδης, την οποία περιγράφει μεν στο βιβλίο του, αρνούμενος όμως να δημοσιοποιήσει έγγραφο σημείωμα που του παρέδωσε ο Λεονάρδος, «γιατί είναι ανυπόγραφο και υπάρχει κίνδυνος να αμφισβητηθεί». Συγκεκριμένα, ο Β. Λαμπρίδης γράφει ότι ο Γιώργος Λεονάρδος του είπε: «Τον Γρηγόρη Λαμπράκη τον χτύπησε στο κεφάλι με τη λαβή περιστρόφου άτομο που βγήκε αστραπιαία από ομάδα παρακρατικών, ισταμένων στο πεζοδρόμιο της γωνίας των οδών Ερμού και Βενιζέλου».


Κι αυτό, το ποιος σκότωσε τον Γρηγόρη Λαμπράκη, είναι ένα σπουδαίο κεφάλαιο της υπόθεσης, αφού ο πραγματικός δολοφόνος δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, μια και ποινικά η όποια αποκάλυψη δεν έχει τώρα πια καμιά αξία. Ομως ως ερώτημα, που βεβαίως παραπέμπει στην επιτυχή προσπάθεια των τότε αστυνομικών -κυρίως-αρχών να καλύψουν τον δράστη του εγκλήματος, παραμένει, γιατί η ανάθεση του όλου εγχειρήματος στις πλάτες του Εμμανουηλίδη όλο και περισσότερο φαντάζει ως ασθενής. Οντας απόλυτα σίγουρο πως ο δολοφόνος εξυπηρετούσε πολιτικά σχέδια, τα οποία ούτε καν μπορούσε να φανταστεί ο «ατυχής» παρακρατικός της Τούμπας.

Η αντικομμουνιστική υστερία που καλλιεργούσε η ΕΡΕ αποτελούσε τι υπόβαθρο γα την αγαστή συνεργασία αστυνομίας και παρακρατικών. Αφίσα εναντίον της ΕΔΑ, στην οποία οι επιτροπές ειρήνης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων γα την απελευθέρωση του Γλέζου θεωρούνταν "όργανα της Μόσχας"

Τώρα, έπειτα από πενήντα πέντε χρόνια και μελέτη πολλών και διάφορων κειμένων, από μαρτυρικές καταθέσεις, ιστορικές καταγραφές, λογοτεχνικές εκδοχές και ταινίες, καταλήγω στο συμπέρασμα πως η κατεύθυνση που δόθηκε τότε στις έρευνες για την αποκάλυψη του εγκλήματος ήταν σε λανθασμένη βάση.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσω πως την ώρα της δολοφονικής επίθεσης εναντίον του βουλευτή, οι πολίτες, κυρίως νέοι, που είχαν συγκεντρωθεί για να τον ακούσουν βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στο κτίριο του ΔΣΚ, αφού η Χωροφυλακή επέμενε να τους μεταφέρει μακριά από την περιοχή με λεωφορεία για να αποφευχθούν οι συγκρούσεις με τους «αγανακτισμένους», όπως έλεγε.
Οπότε οι διαπραγματεύσεις μεταξύ αστυνομίας και εγκλωβισμένων άργησαν και όταν απελευθερώθηκαν το έγκλημα είχε συντελεστεί.

Αυστηρότατα μέτρα κατά την μεταφορά του φέρετρου του Λαμπράκη

Εν πάση περιπτώσει, το ίδιο εκείνο βράδυ κι αφού επιβεβαιώθηκε ο βαρύτατος τραυματισμός του βουλευτή Λαμπράκη κι αφού οι εικασίες για διάφορα ονόματα που μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη στη δολοφονία έδιναν κι έπαιρναν, πήρα εντολή από τον διευθυντή της εφημερίδας να επισκεφθώ στο σπίτι του τον δικηγόρο Γιώργο Πάτσα, μέλος της Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη Θεσσαλονίκης.

Με αυτοκίνητο της εφημερίδας και αφού πήρα μαζί μου τον συνάδελφο Αντώνη Κούρτη, που ερχόταν στην εφημερίδα για δουλειά ανύποπτος για το τι είχε συμβεί, φτάσαμε στην οικία Πάτσα, ένα ισόγειο σπίτι με κήπο στη συνοικία Αγία Τριάδα.

Ο Πάτσας μας εξιστόρησε τα γεγονότα όπως ακριβώς εκτυλίχθηκαν, αλλά άλλες πληροφορίες σχετικές με το έγκλημα δεν είχε, ούτε εξάλλου θα μπορούσε να έχει. Κι έτσι ξεκίνησε το μεγάλο μου ταξίδι στο περί τη δολοφονία ρεπορτάζ και στα όσα είχαν προηγηθεί, αλλά και στο
υπόβαθρο αυτής της αντικομμουνιστικής υστερίας που βασίλευε στην πόλη και στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αγαστή συνεργασία των αστυνομικών αρχών και των αποκληθέντων παρακρατικών, που δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα συνονθύλευμα κοινωνικών αποβρασμάτων ή διάφορων φτωχοδιάβολων, που στήριζαν την επιβίωσή τους στην ευμενή αντιμετώπιση ή και την άμεση βοήθεια αυτών που υποτίθεται αποτελούσαν την εγγύηση της ασφάλειας όλων των πολιτών.

Το φέρετρο μεταφορτώνεται στον συρμό του ΟΣΕ

Σκηνές πένθους και τρομοκρατίας

Οι πρώτες μέρες μετά την επίθεση εναντίον του βουλευτή και διακεκριμένου επιστήμονα Λαμπράκη συνδέθηκαν με τα γεγονότα που διαδραματίζονταν έξω από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου εκατοντάδες φοιτητές και άλλοι νέοι συγκεντρώνονταν νύχτα μέρα, αποτελώντας ένα είδος φρουράς στον ουσιαστικά νεκρό αγωνιστή της Αριστεράς.
Στο εσωτερικό του νοσοκομείου σπουδαίοι γιατροί Ελληνες και ξένοι, ανάμεσά τους και ο διάσημος Ούγγρος νευροχειρουργός καθηγητής Λάζλο Ζόλνταν καθώς και οι Αγγλος Ν. Ντον, Τσέχος Κ. Πατρόφσκι και Ρώσος Ζάιφκοφ που μετακλήθηκαν επειγόντως από την κυβέρνηση, εξέφραζαν την απαισιοδοξία τους για την πορεία της υγείας του βουλευτή, δηλώνοντας πως δεν υπάρχουν ελπίδες, αφού ήταν ουσιαστικά νεκρός.

Είναι αλήθεια πως η κυβέρνηση Καραμανλή είχε πανικοβληθεί, αντιλαμβανόμενη τον πολιτικό σεισμό που θα επακολουθούσε. Το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, στο οποίο παρεμπιπτόντως υπηρετούσε στο ακτινολογικό του τμήμα ο μέγας ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, βρισκόταν σε κατάσταση συναγερμού και δεν αντέχει σε κριτική η μετά πενήντα χρόνια δήλωση του τότε φοιτητή πως τις πρώτες ώρες μετά τη δολοφονική επίθεση ένας γιατρός ζήτησε τη βοήθεια κάποιου από τους συγκεντρωμένους νέους στον προαύλιο χώρο του ΑΧΕΠΑ, που δήλωσε φίλα προσκείμενος στον Λαμπράκη, και του ανέθεσε την ευθύνη να κρατά τον τραχειοτομημένο και μη διασωληνωμένο βουλευτή ώστε να μην πέσει από το πρόχειρο φορείο, λόγω των σπασμών που υφίστατο.

Η χήρα του Λαμπράκη και ο αδελφός του (δεξιά) στην κηδεία του δολοφονημένου αγωνιστή της ειρήνης και της Αριστεράς

Προσωπικά όλο το διάστημα των πέντε ημερών που άντεξε ο Λαμπράκης βρισκόμουν μεταξύ του νοσοκομείου και της εφημερίδας, μεταφέροντας κάθε πληροφορία απευθείας στον διευθυντή της Γιάννη Ιωαννίδη που μου ανέθεσε το έργο, αμφιβάλλοντας για το ανεπηρέαστο του αστυνομικού συντάκτη Νίκου Στάγκου, που, ως κλασικός δεξιός, αντλούσε όλες τις πληροφορίες από τις αρχές ασφαλείας.
Μάλιστα ένα απ’ αυτά τα πρωινά, μαζί με τον φωτορεπόρτερ Γιάννη Κυριακίδη, που κατά διαβολική σύμπτωση απουσίαζε τη μέρα του εγκλήματος από τη Θεσσαλονίκη, μπήκαμε ντυμένοι με ιατρικές μπλούζες στο δωμάτιο του Λαμπράκη, παίρνοντάς τον φωτογραφίες τραχειοτομημένο και διασωληνωμένο. Νομίζω πως δεν υπάρχουν παρόμοιες φωτογραφίες άλλου φωτορεπόρτερ.

Το επόμενο διήμερο ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο Μίκης Θεοδωράκης και μίλησε σε εκατοντάδες νέους από τα σκαλοπάτια του κεντρικού κτιρίου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, βάζοντας τα θεμέλια της μετέπειτα οργάνωσης Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, της οποίας υπήρξε και πρόεδρος.

Τις ίδιες ώρες ξεσπούν διαδηλώσεις στην Αθήνα. Η αστυνομία επιτίθεται σε φοιτητές στα Προπύλαια

Στις 27 Μαΐου ο Λαμπράκης κατέληξε και το φέρετρο με τη σορό του μεταφέρθηκε με πρωτοφανή αστυνομικά και στρατιωτικά μέτρα από το νοσοκομείο στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης, απ' όπου διακομίστηκε στην Αθήνα για την κηδεία.

Ολη η διαδρομή της νεκροφόρας από το ΑΧΕΠΑ έως τον σταθμό ήταν αποκλεισμένη από οπλισμένα στρατιωτικά τμήματα, ώστε κανείς να μην μπορεί να διασχίσει κάθετα την Εγνατία οδό. Σ’ αυτήν τη μεταφορά και τον αποχαιρετισμό του νεκρού ήρωα που πραγματοποιήθηκε στον παντελώς έρημο χώρο του σιδηροδρομικού σταθμού δύο δημοσιογράφοι ήμασταν παρόντες. Ο Γιώργος Μπέρτσος, απεσταλμένος της «Ελευθερίας», και εγώ.

Τον επόμενο καιρό παρακολουθούσα για λογαριασμό της εφημερίδας μου την πορεία των ερευνών και των ανακρίσεων, κρατώντας το σχετικό ρεπορτάζ, έχοντας την αμέριστη βοήθεια του αείμνηστου Γιάννη Βούλτεψη, απεσταλμένου της «Αυγής».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Το τρίκυκλο που προηγήθηκε των τανκς

Του Σπύρου Κουζινόπουλου - Δημοσιογράφου - συγγραφέα

;Πενήντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται αυτές τις μέρες από τη στυγερή δολοφονία του βουλευτή της Αριστερός και μαραθωνοδρόμου της ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη. Πενήντα πέντε χρόνια το βασανιστικό ερώτημα ποιοι οργάνωσαν αυτό το μεγάλο πολιτικό έγκλημα, που τότε είχε συνταράξει όχι μόνο το πανελλήνιο αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη, παραμένει αναπάντητο.
Δύο από τους φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας πλήρωσαν όσο πλήρωσαν και όπως πλήρωσαν. Οι υπόλοιποι όμως έμειναν στο απυρόβλητο. Και τους ηθικούς αυτουργούς ούτε που τους πλησίασε κανείς.

Ποιοι ήταν αυτοί; Οι ξένοι; Το παλάτι; Η CIA; Οι σκοτεινοί μηχανισμοί που άλλοτε οργάνωναν τον ΙΔΕΑ και άλλοτε έστηναν προβοκάτσιες τύπου ΑΣΠΙΔΑ ή Γοργοπόταμου κι ετοίμαζαν το ακόμη πιο χοντρό τους παιχνίδι, τη δικτατορία;

Η παροιμιώδης έκρηξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στον τότε αρχηγό της ΚΥΠ στρατηγό Νάτσινα «ποιος κυβερνά επιτέλους αυτό τον τόπο;» ακούγεται ακόμη και μετά τον θάνατό του, μαστιγώνοντας όσους ευθύνονται για το ότι οι ηθικοί αυτουργοί παρέμειναν στο σκοτάδι.
Και ο θαρραλέος τότε ανακριτής Σαρτζετάκης, που βοήθησε να ανοιχτεί ο βούρκος του παρακράτους, φαίνεται να μην αποκαλύπτει κάποια στοιχεία που γνωρίζει, όπως τουλάχιστον υπαινίχθηκε με δήλωσή του πριν από αρκετά χρόνια αλλά και με το βιβλίο που κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα..

Ηταν φαίνεται στη μοίρα αυτού του τόπου όλα τα μεγάλα πολιτικά εγκλήματα που έγιναν από την απελευθέρωση της χώρας μέχρι σήμερα να παραμείνουν ανεξιχνίαστα και αναπάντητα. Λες κι ένα έμπειρο κι αόρατο χέρι ύφαινε πάντα έναν αδιαπέραστο ιστό αράχνης που εμπόδιζε να φτάσουν οι έρευνες στους εγκεφάλους, στα «αφεντικά» που οργάνωναν τις πολιτικές εκτελέσεις.
Αυτό που συνέβη με τις δολοφονίες του Γιάννη Ζέβγου, του Τζορτζ Πολκ, του Στέφανου Σαράφη και του Στέφανου Βελδεμίρη επαναλαμβανόταν και με τη δολοφονία Λαμπράκη.

Ηταν ο Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουηλίδης οι μοναδικοί που ευθύνονται για τη θανάτωση του Λαμπράκη, όπως αποφάνθηκε το Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμόν 241/1966 απόφασή του; Ή μήπως πίσω τους κρύφτηκαν επιμελώς οι πραγματικοί δολοφόνοι του αγωνιστή της ειρήνης, οι αληθινοί ένοχοι που οργάνωσαν, μεθόδευσαν κι εκτέλεσαν το τερατώδες εκείνο πολιτικό έγκλημα;

Ο Σπύρος Γκοτζαμάνης κατ' επάγγελμα "εθνικόφρων" και ιδιοκτήτης του φονικού τρίκυκλου, σε αναπαράσταση

Οι κατ’ επάγγελμα «εθνικόφρονες»

Οχι πως οι δύο παρακρατικοί που πλήρωσαν τελικά τα σπασμένα της υπόθεσης, ο μεταφορέας Σπύρος Γκοτζαμάνης, ιδιοκτήτης του τρίκυκλου που έγινε συνώνυμο της βίας, και ο κατ' επάγγελμα «εθνικόφρων» Μανώλης Εμμανουηλίδης ήταν τίποτε λουλούδια για μύρισμα ή αμέτοχες Αρσακειάδες. Μα όπως έδειξε όλη η εξέλιξη εκείνης της ιστορίας, στις πλάτες αυτών των δύο φορτώθηκε η ευθύνη του... τροχαίου εκείνου εγκλήματος.

«Ενόχους συνέργειας εις πράξιν θανατηφόρου σωματικής βλάβης» έκρινε τους δύο επιβάτες του μοιραίου τρίκυκλου το δικαστήριο, επιβάλλοντας ποινές κάθειρξης έντεκα χρόνων στον Γκοτζαμάνη και οκτώμισι χρόνων στον Εμμανουηλίδη.
Ενώ γλίτωσαν όλα τα μικρά και μεγάλα ψάρια: από τους αξιωματικούς της Χωροφυλακής που είχαν κατηγορηθεί για συνέργεια στη δολοφονία και προσπάθεια συγκάλυψής της, μέχρι τους πιο πάνω από αυτούς. Και τελικά όλος εκείνος ο εσμός του παρακράτους και των μυστικών υπηρεσιών, ελληνικών και ξένων, που βρίσκονταν πίσω από την οργάνωση της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη ξέφευγε από την τσιμπίδα της Δικαιοσύνης.

Ποιοι είναι οι πραγματικοί ένοχοι της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη; Δικαιολογημένα ο βραβευμένος με το Νόμπελ Ειρήνης διάσημος Αμερικανός επιστήμονας Δάινους Πόλινγκ στις 27 Ιουνίου του 1963 με επιστολή του στον Λευκό Οίκο ρωτούσε: «Μπορεί ο πρόεδρος Κένεντι να διαβεβαιώσει τον αμερικανικό λαό ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ και η CIA δεν αναμείχθηκαν στην επίθεση κατά της συγκέντρωσης για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη στην οποία δολοφονήθηκε ο Γρηγόρης Λαμπράκης;».

Η ΕΡΕ και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ευθύνονται γιατί από το 1958, μετά την εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ, που απέσπασε 24,42%, έδωσαν πολιτική κάλυψη ώστε να λειτουργήσουν αντικομμουνιστικές "συντονιστικές επιτροπές" και να φουντώσουν οι παρακρατικές οργανώσεις

Το ανελεύθερο κλίμα της εποχής για να αποτραπεί η άνοδος της Αριστεράς 

Η υπόθεση Λαμπράκη δεν είναι άσχετη με το νοσηρό πολιτικό κλίμα εκείνης της εποχής, κυρίως όμως με την προσπάθεια του ελληνικού κατεστημένου και των ξένων «προστατών» της χώρας να ανακόψουν το ρεύμα ανόδου της Αριστεράς όπως είχε εκφραστεί στις εκλογές της 11ης Μαΐου 1958, με την ΕΔΑ -προς έκπληξη όλων- να λαμβάνει το 24,42% των ψήφων και να αναδείχνεται αξιωματική αντιπολίτευση, αν και οι φυλακές και τα ξερονήσια ήταν ακόμη γεμάτα από τους αριστερούς πολιτικούς κρατούμενους της μετεμφυλιακής περιόδου.

Προκειμένου να σταματήσουν εκείνο το ανοδικό ρεύμα της Αριστεράς αλλά και να «κοντύνουν» την ΕΔΑ, οι ίδιες εκείνες δυνάμεις της συντήρησης και της ανωμαλίας οργάνωσαν και μεθόδευσαν τις εκλογές της βίας και νοθείας στις 29 Οκτωβρίου 1961 με βάση το περιβόητο Σχέδιο Περικλής.

Εκλογές που έγιναν όχι μόνο με εκατοντάδες επιθέσεις και άγρια κακοποίηση οπαδών της ΕΔΑ, καθώς διαπράχθηκαν και δολοφονίες, όπως του στελέχους της Νεολαίας ΕΔΑ Στέφανου Βελδεμίρη στη Θεσσαλονίκη και του επίσης στελέχους της ΕΔΑ Διονύση Κερπινιώτη στο Δεμίρι Αρκαδίας. Ενώ όταν ήρθε η ώρα της κάλπης διαπιστώθηκε ότι η νοθεία ήταν τόσο εκτεταμένη, ώστε εμφανίζονταν να έχουν ψηφίσει πεθαμένοι ή ανύπαρκτα άτομα.

Σύμφωνα με τον Σπύρο Λιναρδάτο, η ΕΡΕ δεν οργάνωσε τη βία ως κόμμα. Ευθυνόταν όμως γιατί από το 1958 και μετά το κόμμα του Κων. Καραμανλή έδωσε την πολιτική κάλυψη ώστε να λειτουργήσουν οι διάφορες αντι-κομμουνιστικές «Συντονιστικές Επιτροπές» και να φουντώσουν οι παρακρατικές οργανώσεις.

Παρά την αστυνομοκρατία και τα μέτρα καταστολής, τη διετία 1961-1963 θα σημειωθούν σημαντικοί αγώνες, με πρωτοπόρο όπως πάντα τη νεολαία. Τον τόνο δίνουν η Νεολαία ΕΔΑ και η ΟΝΕΚ (Οργάνωσις Νέων Ενώσεως Κέντρου) η οποία λίγο αργότερα θα μετονομαστεί σε ΕΔΗΝ (Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία).
Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται η νεολαία της ΕΡΕ, η ΕΡΕΝ, με μικρή δραστηριότητα, όμως ο βραχίονάς της στα πανεπιστήμια, η ΕΚΟΦ (Εθνική Κοινωνική Οργάνωσις Φοιτητών), κυριαρχείται από ακροδεξιά στοιχεία και παρακρατικές διασυνδέσεις.

Δύο συνθήματα που καθιερώθηκαν εκείνη την περίοδο λειτουργούν ως αφετηρία στους νέους δρόμους που ανοίγονται στη νεολαία. Το ένα ήταν το «1-1-4», το οποίο αναφερόταν στο ακροτελεύτιο άρθρο του συντάγματος που όριζε ότι η τήρησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Με το άλλο σύνθημα, «15% στην παιδεία», υπογραμμιζόταν η ανάγκη αύξησης των κονδυλίων για την εκπαίδευση.

Κοντά σε αυτά έντονη ήταν η δραστηριότητα του φιλειρηνικού κινήματος στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο, καθώς ήταν διάχυτη η ανησυχία που προκαλούσε στους πολίτες ο εντεινόμενος ανταγωνισμός των εξοπλισμών ανάμεσα στις δύο τότε υπερδυνάμεις ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Και αγωνιζόμενος για το υπέρτατο αγαθό της ειρήνης ο Λαμπράκης είχε αναδειχθεί αντιπρόεδρος της ΕΕΔΥΕ (Ελληνική Επιτροπή Διεθνούς Υφεσης και Ειρήνης). Με την ιδιότητα αυτή είχε ανεβεί εκείνη τη μοιραία ημέρα στη Θεσσαλονίκη, για να μιλήσει σε εκδήλωση της αντίστοιχης επιτροπής που είχε δημιουργηθεί εκεί, της ΕΔΥΕΘ.

Ανάμεσα στις δεξιές οργανώσεις ξεχώριζε η ΕΚΟΦ (Εθνική Κοινωνική Οργάνωσις Φοιτητών) στην οποία κυριαρχούν ακροδεξιά στοιχεία και παρακρατικές διασυνδέσεις. Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος υποδέχεται στελέχη της ενόψει του Γ' Πανσπουδαστικού Συνεδρίου το 1960

Απομυθοποίηση του κυρίαρχου πολιτικού σκηνικού

Οπως σημείωνε ο καθηγητής Παύλος Πετρίδης στο βιβλίο του "Δολοφονία Λαμπράκη, ανέκδοτα ντοκουμέντα 1963-1966», η δολοφονία του βουλευτή της Αριστερής από «αγνώστους» τον Μάιο του 1963 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης λειτούργησε απομυθοποιητικά για το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό της δεκαετίας του ’60. Η συμπτωματική αποκάλυψη των εκτελεστών οδήγησε στην εξιχνίαση του πλέγματος των παρακρατικών μηχανισμών που δρούσαν ανενόχλητοι υπό την πλήρη κάλυψη των σωμάτων ασφαλείας.

Η πρωτοφανής παθητικότητα των οργάνων της τάξης στη διάρκεια των εγκληματικών γεγονότων της 22ας Μαΐου 1963 εξακολουθεί να αποτελεί το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα εκείνης της πολύκροτης υπόθεσης. Οι δολοφόνοι του βουλευτή έδρασαν απροσχημάτιστα, χωρίς να παρεμποδιστούν και να καταδιωχτούν από κανέναν. Η συνεργασία των αρχών της Χωροφυλακής με τον υπόκοσμο που επωμίστηκε την «ευθύνη» της αντισυγκέντρωσης εναντίον των φίλων της ειρήνης αποδείχτηκε υποδειγματική. Οπως προέκυψε αργότερα από το αποκαλυπτικό υλικό της προανάκρισης, και οι δύο πλευρές, τραμπούκοι και σώματα ασφαλείας, φρόντισαν για την αλληλοκάλυψή τους, αποφεύγοντας να εισφέρουν και την παραμικρή έστω διαφωτιστική μαρτυρία.


|Ο ρόλος του Παλατιού

Το παλάτι ήταν πυρ και μανία κατά του Λαμπράκη. Στα τέλη Απριλίου 1963 η βασίλισσα Φρειδερίκη βρισκόταν στο Λονδίνο και η Μπέττυ Αμπατιέλου, σύζυγος του φυλακισμένου ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ και επικεφαλής του κινήματος για την αμνηστία των πολιτικών κρατουμένών στην Ελλάδα, ζήτησε να τη συναντήσει.
Ο Λαμπράκης είχε ταξιδέψει κι αυτός στο Λονδίνο υιοθετώντας το αίτημα της Αμπατιέλου, κάτι που ανάγκασε τη Φρειδερίκη να το σκάσει από την πίσω πόρτα του ξενοδοχείου της για να μην τον συναντήσει. Για την ισχυρή κυρία του παλατιού ο εξευτελισμός ήταν τόσο μεγάλος ώστε οι φήμες λένε ότι φώναζε μέσα στα ανάκτορα: «Επιτέλους, δεν υπάρχει κάποιος να με απαλλάξει απ’ αυτό τον άνθρωπο;».

Η δολοφονία Λαμπράκη και όσα αποκαλύφθηκαν αργότερα ανάγκασαν την τότε κυβέρνηση Καραμανλή να παραιτηθεί στις 11 Ιουνίου 1963, αφού στο μεταξύ είχε διαφωνήσει με το παλάτι για το ταξίδι του Παύλου και της Φρειδερίκης στο Λονδίνο φοβούμενη ότι η βασίλισσα θα αποδοκιμαζόταν έντονα, όπως και έγινε.


Οι αποκαλύψεις του Εμμανουηλίδη

Εκείνοι που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν πολλά, αν μιλούσαν, είναι όσοι μπλέχτηκαν με την υπόθεση. Ομως κράτησαν επιμελώς κλειστό το στόμα τους.
Ο Γκοτζαμάνης πεθαίνοντας τον Απρίλιο του 1993 πήρε το μεγάλο μυστικό στον τάφο του.
Οι υπόλοιποι αρνήθηκαν να αποκαλύψουν το παραμικρό. Ενας μόνο μίλησε: ο συναυτουργός, όπως κατηγορήθηκε, του εγκλήματος μαζί με τον Γκοτζαμάνη, ο Μανώλης Εμμανουηλίδης.

Σπάζοντας τη σιωπή του ο Εμμανουηλίδης μας είχε αποκαλύψει ότι η δολοφονία Λαμπράκη είχε οργανωθεί από την ΚΥΠ, που από τότε αποτελούσε το «μακρύ χέρι» των συνωμοτών του Παπαδόπουλου, στην προσπάθειά τους να προετοιμάσουν το πραξικόπημα. Στο μαγνητόφωνό μας είχαμε καταγράψει μια μεγάλη συνέντευξη του Εμμανουηλίδη, τετράωρης διάρκειας, πριν από 20 χρόνια. Και δημοσιεύσαμε τα σημαντικότερα σημεία εκείνης της συνομιλίας στην εφημερίδα «Η Πρώτη» των Αθηνών.

Οταν ο Εμμανουηλίδης έσπασε την σιωπή του, αποκάλυψε στον Σπύρο Κουζινόπουλο ότι η δολοφονία Λαμπράκη είχε οργανωθεί από την ΚΥΠ, που από τότε αποτελούσε το μακρύ χέρι των συνωμοτών του Παπαδόπουλου

Ο παλιός παρακρατικός προσπαθούσε να αποσείσει από πάνω του τις ευθύνες επιμένοντας πως άλλοι οργάνωσαν και εκτέλεσαν το αποτρόπαιο έγκλημα που είχε συνταράξει την ελληνική και την παγκόσμια κοινή γνώμη τον Μάη του 1963. Οι ισχυρισμοί του είχαν το στοιχείο της αληθοφάνειας και στηρίζονταν στο γεγονός ότι δεν είχε κανένα όφελος από τη συμμετοχή του στη δολοφονία. «Αν είχα πράγματι εγώ σκοτώσει τον Λαμπράκη, σήμερα θα ήμουνα με περιουσία, θα τα κονόμαγα και δεν θα έψαχνα δεξιά και αριστερά για ένα πακέτο τσιγάρα. Αν ήμουνα ο δολοφόνος, σήμερα θα ζούσα άνετα» μας είχε πει ο Εμμανουηλίδης.

Προσθέτοντας με έμφαση πως, αντίθετα μ’ αυτόν, «όλοι όσοι μπλέχτηκαν στην υπόθεση Λαμπράκη από τους αστυνομικούς και τους ανθρώπους του παρακράτους σήμερα είναι με βίλες, με περιουσίες και πολλά λεφτά. Οποιος ανακατεύτηκε με αυτή την ιστορία και γνώριζε πρόσωπα και πράγματα τον βοήθησαν για να του κλείσουνε το στόμα. Αντίθετα, όσους δεν γνώριζαν και τυχαία μπλέχτηκαν, όπως εγώ, δεν γύρισαν να μας δουν. Σπόρια πουλούσα στην παραλία και με κυνηγούσαν».

Βέβαια το «τυχαία μπλέχτηκα» του Εμμανουηλίδη είναι σχετικό καθώς ο παλιός και γερασμένος πλέον παρακρατικός δεν προσπαθούσε να κρύψει το αμαρτωλό παρελθόν του και τους δεσμούς του με το παρακράτος. Και επέμενε πως το μόνο που μπορεί να του καταλογιστεί για την υπόθεση Λαμπράκη είναι η συμμετοχή του στην αντισυγκέντρωση που είχε οργανωθεί από την αστυνομία κάτω από την αίθουσα όπου πραγματοποιούνταν η πρώτη δημόσια συγκέντρωση της νεοσύστατης τότε Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη Θεσσαλονίκης, με ομιλητή τον Γρηγόρη Λαμπράκη.

«Εριξαν σε μας όλη την ευθύνη της δολοφονίας για να σκεπάσουν και να προφυλάξουν τους πραγματικούς δολοφόνους και τους εγκεφάλους που οργάνωσαν το έγκλημα» επέμενε ο Εμμανουηλίδης. Και προσδιόριζε μάλιστα ως κύριο ένοχο στην οργάνωση και συγκάλυψη της δολοφονίας τον τότε υπομοίραρχο της Ασφάλειας Δημήτριο Κατσούλη, ένα άτομο με μεγάλη πράγματι δραστηριότητα στην υπόθεση Λαμπράκη, που όμως -λες και κάποιο αόρατο ισχυρό χέρι τον προστάτευε-έμεινε στο απυρόβλητο και η Δικαιοσύνη δεν ; καν με την περίπτωσή του.

Ο Λαμπράκης στην αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος λίγα λεπτά προτού βγει και δεχθεί την επίθεση

«Στόχος μας είναι ο Λαμπράκης»

«Το πρωί εκείνο της 22ας Μαΐου», ανέφερε στην αφήγησή του ο Εμμανουηλίδης, «μας ειδοποίησε ο Καπελώνης να είμαστε στις 5 το απόγευμα στο 5ο αστυνομικό τμήμα, όπου μας ήθελαν “για μια δουλειά”. Μαζευτήκαμε εκεί καμιά διακοσαριά άτομα και σηκώθηκε και μας μίλησε ο υπομοίραρχος Κατσούλης, λέγοντας πως έπρεπε να πάμε και να εμποδίσουμε τους κομμουνιστές να κάνουν τη συγκέντρωση για την ειρήνη και ότι εμείς θα παριστάναμε τους αγανακτισμένους πολίτες. “Στόχος μας είναι ο Λαμπράκης” είπε ο υπομοίραρχος πριν διαλυθούμε».

Κι όμως, συνέχιζε ο Εμμανουηλίδης. «ο Κατσούλης δεν είχε καμιά δουλειά στο 5ο τμήμα, γιατί υπηρετούσε στην Εθνική Ασφάλεια, στο τμήμα Δίωξης Κομμουνισμού, ενώ αν ήθελε κάποιος από το 5ο να μας μιλήσει ήταν εκεί και ο διοικητής του και ο προϊστάμενος του παραρτήματος της Εθνικής Ασφάλειας.

Ο Κατσούλης συμμετείχε με πολιτικά και στην αντισυγκέντρωση δίνοντας οδηγίες αν και τη μέρα εκείνη ήταν εκτός υπηρεσίας. Ηταν πολύ σκοτεινό άτομο και μετά τον φόνο του Λαμπράκη, μέσα στην Εθνική Ασφάλεια, στην οδό τότε Πρίγκιπος Νικολάου, ο Μαργαρίτης -που ήταν κουμπάρος του Καπελώνη- μαζί με τον Κολωνιάρη κι έναν ακόμη αξιωματικό έλεγαν: “Πάλι μας τα έκανε μούσκεμα ο Κατσούλης"».

Για τον Κατσούλη ο Εμμανουηλίδης συμπλήρωνε πως απ’ ό,τι είχε μάθει ήταν πράκτορας της ΚΥΠ και ο σύνδεσμος μεταξύ Ασφάλειας - ΚΥΠ, έπαιρνε εντολές από τον Στέφανο Καραμπέρη που υπηρετούσε στην ΚΥΠ Θεσσαλονίκης και μετείχε από τότε στην Επαναστατική Επιτροπή της χούντας που είχε δημιουργηθεί με επικεφαλής τον επίδοξο ακόμη δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.

«Είμαι σίγουρος ότι η παρέα του Παπαδόπουλου οργάνωσε τη δολοφονία, επιδιώκοντας την αποσταθεροποίηση και την αναταραχή» ήταν τα τελευταία λόγια του Εμμανουηλίδη.

Τον συντονιστή των παρακρατικών Δημ. Κατσούλη (κάτω δεξιά) τον συναντάμε το 1966 στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ ως επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης τήρησης της τάξης. Αριστερά ο μάρτυρας κατηγορίας στρατηγός Γεννηματάς

Ο σκοτεινός ρόλος του Κατσούλη 

Οι αποκαλύψεις για τον ρόλο των ανθρώπων του κράτους και του παρακράτους άρχισαν να πέφτουν βροχή τις επόμενες ημέρες μετά το άγριο πολιτικό έγκλημα στη Θεσσαλονίκη, κυρίως εξαιτίας της επίπονης και βασανιστικής έρευνας. Κι όμως, ενώ τα στοιχεία για τον ρόλο των δραστών διαδέχονταν το ένα το άλλο, ξεσκεπάζοντας τον βρόμικο ρόλο που διαδραμάτισαν οι βαθμοφόροι των αστυνομικών αρχών, για ένα πρόσωπο ήταν συντονισμένες οι προσπάθειες προκειμένου να αποκρυβεί ο ρόλος του στην υπόθεση: τον υπομοίραρχο Δημήτριο Κατσούλη, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Δίωξης Κομμουνισμού της Εθνικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης και σύνδεσμο της Ασφάλειας με την ΚΥΠ.

Οπως εξιστορούσε ένας φίλος της ειρήνης που μετείχε σε εκείνη τη συγκέντρωση, ο Νίκος Τζένας, ένας από τους θρυλικούς μαυροσκούφηδες του Αρη Βελουχιώτη και κατόπιν μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ:

«Είχαν χαλάσει τον κόσμο προκειμένου να καλύψουν πάση θυσία τον Κατσούλη, που ήταν ο πρώτος που πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να δει τον Γκοτζαμάνη, κρατούμενο πλέον μετά τη δολοφονία. Και όπως διαπιστώσαμε, ο Κατσούλης, που μετείχε στην αντισυγκέντρωση των “αντιφρονούντων”, αν και δεν ήταν υπηρεσία τη μέρα εκείνη, παρότι είχε τον βαθμό του υπομοιράρχου, διέταζε ταγματάρχες και συνταγματάρχες ακόμη».

Οπως προέκυψε αργότερα, ο Κατσούλης ήταν αυτός που κρατούσε την επαφή με όλες τις παρακρατικές ομάδες στη Θεσσαλονίκη. Αν και καταδικασμένος τελεσίδικα για την κλοπή της μοτοσικλέτας του συνδικαλιστή φοιτητή Λάκη Μακρή, όχι μόνο δεν αποτάχθηκε από την υπηρεσία μετά τη δολοφονία Λαμπράκη, αλλά, αντίθετα, πήρε προαγωγή.
Και αφού συγκαλύφθηκε ο ρόλος του, μετατέθηκε στην Αθήνα, όπου τον βρίσκουμε αργότερα επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ. Ενώ μετά την επιβολή της δικτατορίας είχε ενεργό ανάμειξη στην εδραίωση του χουντικού καθεστώτος, τοποθετήθηκε στην ΚΥΠ δίπλα στον αρχηγό της Μιχαήλ Ρουφογάλη και ανέπτυξε ιδιαίτερη δράση στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του πράκτορα της ΚΥΠ Πίμπα.
Μάλιστα στη δίκη για τα αιματηρά γεγονότα της 17ης Νοέμβρη 1973 ο Κατσούλης καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών διότι «ως συνεργός του Ρουφογάλη τού παρείχε συνδρομή για τη διάπραξη ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών», όπως έλεγε η δικαστική απόφαση.

Τρία καρέ μετά την επίθεση. "Θα πεθάνετε, Βούλγαροι" κραύγαζαν εν χορώ οι παρακρατικοί από κάτω ενόσω μιλούσε ο Λαμπράκης. Οταν βγήκε πραγματοποίησαν την απειλή τους. Ημιθανής ο Λαμπράκης μεταφέρεται από τραυματιοφορείς. Το σκηνικό ανωμαλίας που έστηναν στην οδό Σπανδωνή οι επίδοξοι δικτάτορες προετοίμαζε τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967

Η οργάνωση της δολοφονίας

Ας θυμηθούμε τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του μαραθωνοδρόμου της ειρήνης:

Το μεσημέρι της 22ας Μάη 1963 φτάνει με το αεροπλάνο της Ολυμπιακής στη Θεσσαλονίκη ο βουλευτής της Αριστερός και υφηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθήνας Γρηγόρης Λαμπράκης, για να μιλήσει στην πρώτη δημόσια συγκέντρωση που οργάνωνε η νεοδημιούργητη τότε Επιτροπή για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη Θεσσαλονίκης (ΕΔΥΕΘ). Η συγκέντρωση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στην αίθουσα Πικαντίλλυ, όμως το πρωί της ίδιας μέρας ο ιδιοκτήτης, έπειτα από πιέσεις της αστυνομίας, αρνείται να την παραχωρήσει. Κατόπιν αυτού αποφασίζεται η συγκέντρωση να πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του ΔΣΚ (Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα) στην οδό Ερμού.

Το πρωί της ίδιας μέρας ο δικηγόρος Σύλλας Παπαδημητρίου, στέλεχος της ΕΔΑ, ειδοποιεί τηλεφωνικά τον εισαγγελέα Ασημακόπουλο πως υπάρχει οργανωμένο σχέδιο για τη δολοφονία του βουλευτή Λαμπράκη. «Θα πάρουμε μέτρα» υπόσχεται ο εισαγγελέας.

Από τις 6.30 το απόγευμα κι ενώ η συγκέντρωση έχει οριστεί για τις 8 μ.μ., τα πεζοδρόμια και η είσοδος του κτιρίου καταλαμβάνονται από ομάδες παρακρατικών και αστυνομικών με πολιτικά κι όλος αυτός ο συρφετός θα ονομαστεί από την αστυνομία «πλήθος αντιφρονούντων». Οι τραμπούκοι, σαν ένα είδος γενικής δοκιμής, τραυματίζουν στο κεφάλι τον Λαμπράκη κατά την είσοδό του στην αίθουσα και ακόμη πιο σοβαρά τον επίσης βουλευτή της Αριστεράς Γιώργη Τσαρουχά.

Οταν ο Λαμπράκης αρχίζει την ομιλία του στην κατάμεστη από φίλους της ειρήνης αίθουσα, οι παρακρατικοί από κάτω φωνάζουν εν χορώ: «Θα πεθάνετε, Βούλγαροι, θα πεθάνετε».

«Μας εγκλώβισε η αστυνομία»

Οπως μας είχε πει σε συνέντευξη λίγο πριν από τον θάνατό του ο πρώην δήμαρχος Αμπελοκήπων Χρήστος Ράπτης που συμμετείχε στη συγκέντρωση ως γραμματέας της Επιτροπής Πόλης Θεσσαλονίκης της ΕΔΑ:

«Είχα λίγους μόνο μήνες που είχα γυρίσει από την εξορία. Ολοι περιμέναμε να ακούσουμε τον Λαμπράκη. Η πολιτική κατάσταση ήταν ρευστή και διψούσαμε για ενημέρωση.
Σαν ΕΔΑ είχαμε πάρει ορισμένα μέτρα περιφρούρησης, γιατί περιμέναμε αντιδράσεις των τραμπούκων, είχαμε μάλιστα ειδοποιήσει και την εισαγγελία από το πρωί. Πιστεύω ακράδαντα ότι η δολοφονία ήταν οργανωμένη από ψηλά και με τη συμμετοχή της αστυνομίας».

Οταν τελείωσε η ομιλία, συνέχιζε ο Ράπτης, «ο Λαμπράκης έφυγε για το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ όπου διέμενε και το οποίο βρισκόταν 200 μέτρα πιο πέρα. Τον συνόδευαν ο Σύλλας Παπαδημητρίου και ο Κώστας Βέρρος. Μόλις βγήκαν αυτοί οι τρεις και λίγοι ακόμη, η αστυνομία έκλεισε τις πόρτες του κτιρίου εγκλωβίζοντας τον κόσμο. Για μια στιγμή ακούσαμε ότι χτύπησαν τον Λαμπράκη. Πέρασαν όμως δύο ώρες ώσπου να καταλάβουμε τι ακριβώς έγινε».

Ο Ξενοφών Γιοσμάς (πρώτος καθήμενος αριστερά), αρχηγός της παρακρατικής Καρφίτσας, ισχυρίστηκε ότι βρέθηκε στο πλήθος των "αντιφρονούντων" γιατί είχε πάει ... να πάρει συνέντευξη από τον Λαμπράκη! Δεξιά οι νεαροί δημοσιογράφοι Σταύρος Ζούλας ("Καθημερινή") και Σταύρος Ψυχάρης ("Βήμα")

Εργο της χούντας

Οπως είδαμε στη συνέντευξη του Εμμανουηλίδη αλλά και από τα στοιχεία που προέκυψαν αυτό τον μισό και πλέον αιώνα από τη στυγερή δολοφονία, το φονικό τρίκυκλο ήταν της χούντας. Με αυτό οι επίδοξοι δικτάτορες έστηναν στην οδό Σπανδωνή σκηνικό ανωμαλίας προετοιμάζοντας την επερχόμενη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

Οι δημοσιογράφοι Γιώργος Μπέρτσος, Γιώργος Ρωμαίος και Γιάννης Βούλτεψης με τις τολμηρές έρευνες τους και τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ τους στις εφημερίδες «Ελευθερία», «Βήμα» και «Αυγή» είχαν φωτίσει τότε άπλετα τις σκοτεινές πλευρές της δολοφονίας, αγγίζοντας τις νευρικές απολήξεις του χουντικού κυκλώματος. Οπως μας έλεγε ο Γιώργος Μπέρτσος:

«Αργότερα, κατά τη θητεία μου ως ειδικός σύμβουλος του υπουργείου Προεδρίας, επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών και στενός συνεργάτης του Γεωργίου Παπανδρέου στις δύο κυβερνήσεις της Ενώσεως Κέντρου, είχα την ευκαιρία να ολοκληρώσω την ερευνά μου στα αρχεία της ΚΥΠ αποκαλύπτοντας τους πραγματικούς ενόχους της δολοφονίας Λαμπράκη. Οι αποκαλύψεις μου εξόργισαν τους ενόχους. Δύο χρόνια μετά, αποκαλύπτοντας το αληθινό τους πρόσωπο, με έστελναν στο Εκτακτο Στρατοδικείο, με κατήγορο τον “σταθμάρχη" Γεωργαλά, ενώ η χούντα προσμετρούσε την ποινή των αποκαλυψεών μου. Φυλάκιση τριών ετών».

Η «ομερτά»

Σε αντίθεση με τους τρεις προαναφερόμενους δημοσιογράφους και τις δημοκρατικές εφημερίδες της εποχής που πάσχιζαν να αποκαλύψουν όλους όσοι μετείχαν στη διάπραξη της δολοφονίας του Γρήγορή Λαμπράκη και τη συγκάλυψή της, το βαθύ κράτος της Δεξιάς και το παρακράτος κατέβαλλαν συντονισμένες προσπάθειες για να εμφανίσουν το στυγερό έγκλημα ως... ατύχημα. Και όπως έγραψε ο Γιώργος Ρωμαίος, κυβέρνηση της ΕΡΕ και αστυνομία ήταν έτοιμοι από καιρό για να αποδώσουν το δολοφονικό χτύπημα κατά του μαραθωνοδρόμου της ειρήνης σε τροχαίο. Στο πλαίσιο αυτό διοχετεύονταν απίθανα σενάρια για τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης και της διεξαγόμενης ανάκρισης.

-Εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς», 24-5-1963: «Ξένος δάκτυλος στο έγκλημα»

-Εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ», 1-6-1963: «Η επίθεσις κατά του Λαμπράκη υπήρξεν έργον της ΕΔΑ»

-Εφημερίδα «Ελεύθερος Λαός», 23-5-1963: «Ξένοι και η βρετανική Ιντέλιντζες Σέρβις οργάνωσαν την δολοφονίαν»

-Εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ», 7-6-1963: «Πρώην συμμορίται οργάνωσαν την επίθεσιν εναντίον του Λαμπράκη εις την Θεσσαλονίκην. Διαλευκαίνεται η κομμουνιστική σκευωρία. Ο Γκοτζαμάνης ενήργησε αφού εμεθύσθη, καθ’ υπόδειξιν του πρώην συμμορίτου κουμπάρου του Εμμανουηλίδη»!

Κατά... σύμπτωση βέβαια οι εφημερίδες αυτές μαζί με τον «Ελεύθερο Κόσμο» του Σάββα Κωνσταντόπουλου μεταβλήθηκαν αργότερα, από την πρώτη ημέρα που κηρύχθηκε η δικτατορία της χούντας, σε προπαγανδιστές της.

«Εμΐσησα αυτό που λέγεται εθνικοφροσϋνη» 


Ενδιαφέροντα στοιχεία για την οργάνωση, διάπραξη και συγκάλυψη της υπόθεσης Λαμπράκη είχαν προκύψει στη δίκη η οποία είχε αρχίσει στις 6 Οκτωβρίου 1966 στο Μεικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης και θα διαρκούσε 67 ημέρες. Εκεί ο κατηγορούμενος υπομοίραρχος Εμμανουήλ Καπελώνης όχι μόνο διαχώρισε τη θέση του από τους συγκατηγορούμενούς του αστυνομικούς, αλλά ήταν και καταπέλτης εναντίον όσων οργάνωσαν και εκτέλεσαν τη δολοφονία του βουλευτή της Αριστερός.

Ο Καπελώνης από την αρχή ακόμη της δίκης, με δήλωση του συνηγόρου του, είχε ακολουθήσει δική του υπερασπιστική γραμμή. Σταχυολογούμε στη συνέχεια τα όσα είχε αναφέρει στην απολογία του:

- Η Εθνική Ασφάλεια ήταν αυτή που οργάνωσε την αντι-συγκέντρωση των «αντκρρονούντων»


- Οι τελευταίες οδηγίες δόθηκαν στο 5ο αστυνομικό τμήμα

- Ο ταγματάρχης Δόλκας τον έστειλε να πει στον Γκοτζαμάνη να καταθέσει ότι εκείνο το βράδυ της δολοφονίας έπινε κρασί σε ταβέρνα μαζί με τον Εμμανουηλίδη.

Το σάλτο του «τίγρη»

Στις 7 και 8 Νοεμβρίου 1966 το Μεικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης όπου εκδικάζεται η υπόθεση δολοφονίας του Γρ. Λαμπράκη θα απασχοληθεί αρκετά με το εκπληκτικό σάλτο που έκανε πάνω στο τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη, εν κινήσει, λίγα δευτερόλεπτα αφού επέπεσε στον Λαμπράκη σωριάζοντάς τον, ο 34χρονος τότε πλασιέ και αργότερα επισκευαστής ποδηλάτων Μανόλης Χατζηαποστόλου.

Ο «τίγρης», όπως έμεινε στην ιστορία ο Χατζηαποστόλου για το παράτολμο εκείνο εγχείρημά του, πήδηξε πάνω στο τρίκυκλο μόλις αυτό έριξε τον Λαμπράκη και άρχισε να παλεύει με τον Εμμανουηλίδη που βρισκόταν στην καρότσα. Το τρίκυκλο απομακρύνθηκε με τους δύο άντρες να χτυπιούνται πάνω στη μικρή καρότσα, κατέβηκε την οδό Βενιζέλου, έστριψε αριστερά στην οδό Τσιμισκή και μόλις πέρασε την πλατεία Αριστοτέλους σταμάτησε στο ύψος της διασταύρωσης Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ.

Θα μας πει αργότερα ο Χατζηαποστόλου: «Με τους Γερμανούς και τους Εγγλέζους ήμουν αλητοσαλταδόρος και ήξερα καλά να πηδάω». Ο «τίγρης» πηδάει πάνω στο τρίκυκλο την ώρα που φεύγει και αρχίζει έναν αγώνα ζωής και θανάτου με τον Εμμανουηλίδη, που βρίσκεται κουρνιασμένος στην καρότσα. «“Πούστη” του είπα -γιατί μιλάω και... γαλλικά- “φάγατε τον Λαμπράκη, θα πεθάνεις”».

Οι περαστικοί που μαζεύονται γύρω από τους δύο άντρες οι οποίοι συνεχίζουν να παλεύουν φωνάζουν τον τροχονόμο Χαρ. Ασπιώτη, ο οποίος εκτελεί υπηρεσία μερικές δεκάδες μέτρα πιο πέρα. Οταν ο Ασπιώτης συλλαμβάνει τον Γκοτζαμάνη και τον κρατάει, παρότι ο τελευταίος και δύο μυστικοί αστυνομικοί του ψιθυρίζουν να κάνει τα στραβά μάτια και να τον αφήσει να φύγει, ούτε καν διανοείται ότι έχει άθελά του εμπλακεί στη συγκλονιστικότερη πολιτική δολοφονία της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ο τροχονόμος θα επιβεβαιώσει στην κατάθεσή του την περιγραφή του Χατζηαποστόλου, αλλά θα πει για τον δολοφόνο: «Ο Γκοτζαμάνης μού ψιθύρισε στο αυτί: Ασε με να φύγω και κάνε πως δεν βλέπεις».

Αυτό τον σκοπό είχαν οι συζητήσεις του με τους δύο δράστες τη νύχτα και τα ξημερώματα της Πέμπτης 23 Μαΐου στο 5ο αστυνομικό τμήμα.

- Ο συνταγματάρχης Καμουτσής του έδωσε εντολή να διαλύσει την αντισυγκέντρωση, λίγο προτού τραυματιστεί ο Λαμπράκης.

-Ο υπασπιστής του Μήτσου: Προσπαθώντας να εφαρμόσει την εντολή αυτή, αναζητά γνωστά πρόσωπα ανάμεσα στους συγκεντρωμένους παρακρατικούς για να τους πει να διαλυθούν και τότε συναντιέται με τον υπασπιστή του στρατηγού Μήτσου, Πολύχρονο. Ο Πολύχρονος τον ρωτάει και όταν ο Καπελώνης του εξηγεί τον λόγο της αναζήτησής του, ο υπασπιστής του λέει: «Οχι, είναι εντολή του στρατηγού. Αφήστε τους να δείρουν»!

Δόλκας τον διέταξε να ειδοποιήσει τον παρακρατικό, άλλοτε στενό συνεργάτη των ναζί κατακτητών Ξενοφώντα Γιοσμά να καταιττρέψει το αρχείο του.

-Σχετικά με τη σκηνή του φόνου, που την είδε καθαρά καθώς βρισκόταν πολύ κοντά τη στιγμή εκείνη, επιβεβαιώνει ότι ο Εμμανουηλίδης ήταν από την αρχή μόνος πάνω στην καρότσα και μετά την επίθεση πήδηξε επάνω και ο Χατζηαποστόλου.

-Τέλος, μετά τα γεγονότα υπήρξαν συνεχής προσπάθεια και συγκεκριμένες ενέργειες για συγκάλυψη και συσκότιση της αλήθειας.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, καταθέτοντας στο δικαστήριο, η σύζυγος του Καπελώνη κατηγορεί τους προϊσταμένους του ότι τον ενέπλεξαν στην υπόθεση Λαμπράκη και μετά τον εγκατέλειψαν.

Η γυναίκα του Καπελώνη αφηγήθηκε τις πιέσεις και τον εμπαιγμό που είχε υποστεί από τους ανωτέρους του άντρα της, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε όταν προσπάθησε να εξασφαλίσει συνήγορο για τον σύζυγό της. «Δεν μου έδιναν στοιχεία για να τον βοηθήσω. Εμίσησα αυτό που λέγεται εθνικοφροσύνη» θα πει χαρακτηριστικά στο δικαστήριο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη. Ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος Τούμπας Εμμανουήλ Καπελώνης (πρώτος αριστερά καθήμενος) διαχώρισε την θέση του από τους υπολοίπους αλλά και κατήγγειλε όσους οργάνωσαν και εκτέλεσαν την δολοφονία

Αλλες απολογίες

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απολογίες των άλλων κατηγορουμένων που προσπαθούν να αποσείσουν από πάνω τους τις ευθύνες που τους βαραίνουν.

Ο στρατηγός Μήτσου, επιθεωρητής της Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος τότε, θα ισχυριστεί ότι βρέθηκε στον τόπο των επεισοδίων που οδήγησαν στη δολοφονία του Λαμπράκη «εντελώς τυχαία».

Ο αρχηγός της παρακρατικής οργάνωσης Καρφίτσα Ξενοφών Γιοσμάς διατείνεται ότι βρέθηκε στο πλήθος των «αντιφρονούντων» γιατί είχε πάει... να πάρει συνέντευξη από τον Λαμπράκη!

Ο συνταγματάρχης Καμουτσής θα πει απολογούμενος ότι ήταν λογικό να υπάρχει συντονισμός των «αντιφρονούντων», αλλά αυτό δεν έγινε από την αστυνομία». Και ότι ο ίδιος ως αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης πήρε όλα τα μέτρα.

Η απόφαση του δικαστηρίου:

Λευκές περιστερές!

Η απόφαση του δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 2 τα ξημερώματα της Παρασκευής 30 Δεκεμβρίου 1966, άφησε τους πάντες άφωνους.

Η εισαγγελική πρόταση ήταν να κηρυχθούν ένοχοι όλοι οι κατηγορούμενοι. Ομως οι ένορκοι με την απόφασή τους δέχτηκαν ουσιαστικά ότι «ο Γρηγόρης Λαμπράκης δεν δολοφονήθηκε».
Ετσι, όλοι οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που δικάζονταν για παράβαση καθήκοντος κρίθηκαν αθώοι παμψηφεί. Το ίδιο και ο Γιοσμάς που δικαζόταν για ηθική αυτουργία.

Μόνο ο Γκοτζαμάνης καταδικάστηκε σε έντεκα χρόνια φυλάκιση για θανατηφόρα τραύματα που προκάλεσε από πρόθεση στον Λαμπράκη και ο Εμμανουηλίδης σε οκτώμισι χρόνια φυλάκιση για συνέργεια στην πράξη του Γκοτζαμάνη. Επίσης καταδικάστηκε ο λιμενεργάτης Χρήστος Φωκάς σε φυλάκιση δεκαπέντε μηνών για τον τραυματισμό του βουλευτή Γιώργη Τσαρουχά.

Η απόφαση προκάλεσε σοκ, με τον εισαγγελέα της έδρας Παύλο Δελαπόρτα να λέει σχολιάζοντας ότι «η απόφαση μοιάζει με φως εξαντλημένης ηλεκτρικής στήλης».

Η πάλη με τον θάνατο

Το βράδυ της 22ας Μαΐου του 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης πέφτει χτυπημένος στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Ερμού στη Θεσσαλονίκη, λίγο μετά την ομιλία του σε συγκέντρωση φίλων και μελών της Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη.

Καθώς ο βουλευτής της Αριστερός αποχωρούσε πεζός από τον χώρο της συγκέντρωσης, οι δολοφόνοι βγήκαν μέσα από το πλήθος των αστυνομικών και έπεσαν επάνω του με ένα τρίκυκλο που οδηγούσε ο παρακρατικός Σπύρος Γκοτζαμάνης.

Ο επιβαίνων στο τρίκυκλο, επίσης παρακρατικός, Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, με ένα σιδερένιο λοστάρι καταφέρει θανάσιμο χτύπημα στο κεφάλι του ανυπεράσπιστου βουλευτή.
Ο γιατρός, αθλητής, βουλευτής και αγωνιστής της δημοκρατίας και της ειρήνης Γρηγόρης Λαμπράκης παλεύει με τον θάνατο επί εκατό ώρες και στις 28 Μαΐου καταλήγει.

Οι προσπάθειες Ελλήνων και διάσημων ξένων γιατρών να τον σώσουν δεν καρποφόρησαν. Στην κηδεία του δολοφονημένου ήρωα της ειρήνης εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, ένας ολόκληρος λαός, ξεχύθηκαν στους δρόμους συνοδεύοντας τη σορό του Λαμπράκη και φωνάζοντας στεντόρεια «Ο Λαμπράκης ζει». 

Με τη στάση ζωής και τον θάνατό του το «γελαστό παιδί» της Ελλάδας περνάει στην Ιστορία και γίνεται σύμβολο και παράδειγμα προς μίμηση για τις επόμενες γενιές. Η θυσία του, μισό και πλέον αιώνα μετά, δεν ξεχάστηκε.


Τι απέγιναν τα κεντρικά πρόσωπα της υπόθεσης Λαμπράκη

Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε τι απέγιναν τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση Λαμπράκη:

-Οι δύο βασικοί μάρτυρες κατηγορίας, Μανώλης Χατζηαποστόλου και Γιώργος Σωτηρχόπουλος, λίγο μετά καταδικάστηκαν για... συκοφαντική δυσφήμηση του συνταγματάρχη Καμουτσή.
Ο Σωτηρχόπουλος πέθανε το 1996 σε ηλικία 65 ετών και ο «τίγρης» Μανώλης Χατζηαποστόλου πέθανε την Πρωτομαγιά του 2001 από καρκίνο, σε ηλικία 72 ετών.

-Ο απλός τροχονόμος Χαράλαμπος Ασπιώτης ο οποίος κατά σύμπτωση βρέθηκε στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ όπου είχε ακινητοποιηθεί το τρίκυκλο του παρακράτους και συνέλαβε τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη θα μετατεθεί δυσμενώς στην Ηλεία.
Δεν υπάκουσε στα κελεύσματα των δολοφόνων να κάνει τα στραβά μάτια κι έτσι χάλασε το σκηνικό του σκηνοθετημένου τροχαίου ατυχήματος.

- Ο βουλευτής της Αριστεράς Γιώργης Τσαρουχάς θα δολοφονηθεί με φριχτό τρόπο στις 9 Μαΐου 1968 στον θάλαμο βασανιστηρίων της ΚΥΠ Θεσσαλονίκης.

- Οι δύο θαρραλέοι δικαστικοί, ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης και ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας, θα αποπεμφθούν από το δικαστικό σώμα το 1968.

- Οι τρεις δημοσιογράφοι που συνέβαλαν στη διαλεύκανση της υπόθεσης θα γνωρίσουν για τη δραστηριότητά τους αυτή τις διώξεις της χούντας.
Ο Γιώργος Μπέρτσος θα καταδικαστεί από στρατοδικείο της δικτατορίας και θα κλειστεί στις φυλακές Επταπυργίου, ενώ ο Γιώργος Ρωμαίος θα συναντήσει τον Σαρτζετάκη στις φυλακές Κορυδαλλού. Ο Γιάννης Βούλτεψης θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στη Ρώμη, αφού προηγουμένως διαγράφει από την ΕΣΗΕΑ στις 24 Απριλίου 1967.

- Οι δράστες της δολοφονίας Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης θα αμνηοτευθούν από τη χούντα λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας και θα αφεθούν ελεύθεροι.

- Οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που αναμείχθηκαν στην οργάνωση και τη συγκάλυψη της δολοφονίας του βουλευτή της Αριστερός όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά όταν αργότερα έγινε η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 απαλείφθηκε από το μητρώο τους, με βασιλικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ακόμη και το μέτρο της ολιγόμηνης αργίας που τους είχε επιβληθεί, ώστε να πάρουν αναδρομικά μισθούς και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. 
Το μέτρο αφορούσε τον υποστράτηγο της Χωροφυλακής Κων. Μήτσου, τον συνταγματάρχη Ευθ. Καμουτσή, τους αντισυνταγματάρχες Μιχ. Διαμαντόπουλο και Κων. Δόλκα, τον ταγματάρχη Δημ. Σέττα και τον μοίραρχο Τρ. Παπατριανταφύλλου.

-Ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κόλλιας, που καταγγέλθηκε για μεθόδευση και παρεμβάσεις στην υπόθεση Λαμπράκη, θα ορκιστεί πρωθυπουργός από τους πραξικοπηματίες την 21η Απριλίου 1967.

- Ο σύνδεσμος κράτους και παρακράτους στο υπουργείο Βορείου Ελλάδος Ιωάννης Χολέβας μόλις γίνει το πραξικόπημα και επιβληθεί η δικτατορία θα τοποθετηθεί υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας.

-Τέλος, κι επειδή στη μετεμφυλιακή Ελλάδα κανείς δεν χανόταν, ο πρόεδρος των ενόρκων στη δίκη Λαμπράκη Βύρων Αντωνιάδης, βιομήχανος, ιδιοκτήτης της βιομηχανίας βάμβακος Ελληνικά Κλωστήρια Πέλλης ΑΕ και άλλων εταιρειών, λίγες εβδομάδες μετά την κατάλυση της δημοκρατίας και την επιβολή του χουντικού καθεστώτος θα τοποθετηθεί από τους πραξικοπηματίες στη θέση του δημάρχου Θεσσαλονίκης και θα του απονεμηθεί το ανώτατο κρατικό παράσημο του βασιλιά Γεωργίου του A'.


3,4,5  Οι δημοσιογράφοι Γιώργος Μπέρτσος, Γιώργος Ρωμαίος και Γιάννης Βούλτεψης συνέβαλαν με την επίμρνη έρευνα τους στην αποκάλυψη των δολοφόνων.

Οι δύο πρώτοι φυλακίστηκαν επί χούντας, ενώ ο τρίτος αυτοεξορίστηκε

6 Ο θαρραλέος ανακριτής στην υπόθεση Λαμπράκη Χρηστός Σαρτζετάκης αποπέμφθηκε από το δικαστικό σώμα το 1968

7 Ο αντισυνταγματάρχης Μιχ. Διαμαντόπουλος τέθηκε σε ολιγόμηνη αργία αλλά επί δικτατορίας πήρε αναδρομικά τους μισθούς που είχε στερηθεί, όπως άλλωστε και οι άλλοι αξιωματικοί

8 0 Βύρων Αντωνιάδης, πρόεδρος των ενόρκων, διορίστηκε δήμαρχος Θεσσαλονίκης μετά την επιβολή του χουντικού καθεστώτος

9 0 πρόεδρος του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κόλλιας, ο οποίος είχε καταγγελθεί για παρεμβάσεις στην υπόθεση Λαμπράκη, ορκίστηκε πρώτος πρωθυπουργός της χούντας την 21η Απριλίου 1967.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger