Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά ντοκουμέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά ντοκουμέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι “πλουτίσαντες επί Κατοχής” και η λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών της Θεσσαλονίκης

 


Υπέφερε τα πάνδεινα ο ελληνικός λαός την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής 1941-1944. Εκτελέσεις, πείνα, βασανιστήρια, τρομοκρατία, λεηλασίες, βιασμοί απ' άκρη σε άκρη σε όλη τη χώρα. Ιδιαίτερα βαρύ, το τίμημα που πλήρωσαν η Θεσσαλονίκη και ολόκληρη η Μακεδονία στο χιτλερικό τέρας. Οι περίπου χίλιοι πεντακόσιοι εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς κατακτητές, οι εκατοντάδες δολοφονημένοι από τους δωσίλογους συνεργάτες τους και οι δεκάδες χιλιάδες βασανισμένοι στα άντρα της Γκεστάπο, ο αφανισμός της πολυπληθούς Εβραϊκής κοινότητας με τους 50.000 Ισραηλίτες να μαρτυρούν στα κρεματόρια του Γ΄ Ράϊχ και οι νεκροί από την πείνα, το κρύο, τις στερήσεις, γεμίζουν πλήθος αιματοβαμμένων σελίδων στην ιστορία της Κατοχής.

Λίγο-πολύ είναι γνωστά τα βάσανα που πέρασε η συντριπτική πλειοψηφία των συμπατριωτών μας εκείνη τη μαύρη τετραετία. Όμως ελάχιστα γνωστά στους λίγους, άγνωστα στους περισσότερους, παραμένουν δύο ακόμη μεγάλα εγκλήματα των Ναζί στη Θεσσαλονίκη, οικονομικά τη φορά αυτή, που έμειναν για δεκαετίες στην αφάνεια με ευθύνη δυστυχώς του επίσημου ελληνικού κράτους. Κι αυτό γιατί είχαν ως πρωταγωνιστές αστέρες της οικονομικής ολιγαρχίας, της πλαστής "εθνικοφροσύνης" και του υπερπατριωτισμού. Με λίγα λόγια, όλα εκείνα τα στοιχεία που στήριξαν μετά το τέλος της Κατοχής το μετεμφυλιακό κράτος. Εξάλλου, στη Θεσσαλονίκη, ο «πατριωτισμός» ήταν πάντα ένα καλό διαβατήριο για κάθε είδους ανέλιξη. Σημαντικά τμήματα της χριστιανικής αστικής τάξης άνοιξαν τα σπίτια τους και συνδιασκέδαζαν με τους κατακτητές, ενώ άλλα στρώματα θεώρησαν τις κατοχικές δυνάμεις ως πολύτιμο σύμμαχο στην «ανάκτηση» της πόλης. Οι δυνάμεις κατοχής δεν απογοήτευσαν αυτές τις προσδοκίες. 1

Επρόκειτο για δύο κατηγορίες: Η μία αφορούσε τους "πλουτίσαντες επί Κατοχής", δηλαδή όσους εκμεταλλεύθηκαν τη δυστυχία των συμπολιτών τους και άρπαξαν το βιός τους, κυρίως τις κατοικίες και τα κάθε είδους ακίνητα που διέθεταν. Και η δεύτερη, όσους πήραν μέρος στο πλιάτσικο με τις περιουσίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, όταν αυτοί οδηγήθηκαν βίαια, στοιβαγμένοι σε βαγόνια που προορίζονταν για τη μεταφορά ζώων, στα στρατόπεδα εξόντωσης των Ναζί, όπου βρήκαν τραγικό θάνατο.

Τους πρώτους μήνες μετά την απελετυθέρωση δημοσιεύονταν στις εφημερίδες κατάλογοι πλουτισάντων επί Κατοχής και δωσιλόγων στους οποίους είχε επιβληθεί ειδική φορολογία

Α΄ Οι “πλουτίσαντες επί Κατοχής”

Ιδιαίτερα κατά το χειμώνα του 1941-1942 που οι κατακτητές, καταληστεύοντας τον πλούτο της χώρας, είχαν αρπάξει από τις κρατικές αποθήκες όλα τα αποθέματα τροφίμων με συνέπεια να υπάρξει λιμός, πολλοί ήταν αυτοί που αναγκάζονταν να πουλήσουν τα υπάρχοντά τους, για να εξασφαλίσουν κυριολεκτικά "μια μπουκιά ψωμί". Η ανθρωπιστική κρίση εκείνου του φρικτού χειμώνα, αποδεκάτισε κυρίως τα μεγάλα αστικά κέντρα. Η κρίση που είχε προκαλέσει η γερμανική κατοχή, είχε πάρει διαστάσεις ολέθρου. Από τη μία, οι Ναζί λεηλατούσαν την αγροτική παραγωγή και από την άλλη, έκλειναν τα μάτια στα εγκλήματα των ληστρικών συνεργατών τους, των μαυραγοριτών, που αντάλλασσαν έναν τενεκέ λάδι με ακριβές μονοκατοικίες στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Υπολογίζεται ότι κάτω από αυτό το καθεστώς της αφόρητης πίεσης, 400 χιλιάδες πολίτες πούλησαν μέρος ή το σύνολο της περιουσίας τους. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης, εκείνο το χειμώνα είχαν χάσει τη ζωή τους από ασιτία 3.090 άνθρωποι, δηλαδή το 1,5 του συνολικού πληθυσμού της πόλης που εκείνη την περίοδο ανέρχονταν στους 226.147 κατοίκους. 2

Μπροστά στην πείνα και την απελπισία όσων είχαν να θρέψουν οικογένεια, κυρίως μικρά παιδιά, άρχισε να παίρνει τρομακτικές διατάσεις η αγοραπωλισία ακινήτων. Χιλιάδες φτωχοί βιοπαλαιστές, αναγκάστηκαν τότε να πουλήσουν τις μικροϊδιοκτησίες τους έναντι μηδαμινού τιμήματος. Οι πωλήσεις είχαν πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε κι' αυτή ακόμη η κυβέρνηση του Καϊρου να πάρει θέση, διακηρύσσοντας σε ραδιοφωνική εκπομπή ότι θεωρεί άκυρες όλες τις μεταβιβάσεις ακινήτων.

Σύμφωνα με τον Σερραίο δικηγόρο Παπαντωνίου, που διετέλεσε διευθυντής του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης εκείνη την περίοδο, ο αριθμός των συμβολαίων για αγοραπωλησίες αυτού του είδους τα τρία χρόνια της Κατοχής, είχε ξεπεράσει τα 7.000 μόνο στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ποιοί ήταν αυτοί που αγόραζαν; Όπως ανέφερε ο ίδιος σε συνέντευξή του τους πρώτους μήνες μετά την απελευθέρωση:

"Ήσαν οι άνθρωποι της εποχής. Αυτοί που είχαν την ευχέρεια, εκείνοι που κολυμπούσαν μέσα στα πολλάκις εκατομμύρια από αστήρευτο πακτωλό των αγαθών της ευτυχίας του χρυσού. Εργολάβοι, μεγάλοι και μικροί. Συνεργάτες των κατακτητών. Μεγαλομαυραγορίτες. Βδέλλες γενικά αχόρταγες, που δεν εννοούσαν να σταματήσουν, που δεν έδειχναν καμία διάθεση να συγκινηθούν μπροστά στο ατέλειωτο δράμα του λαού".

Και ποιά ήταν τα θύματα;

"Άνθρωποι κατ΄εξοχήν της ανάγκης. Ράκη ανθρώπινα. Αρκεί αν λεχθεί ότι όλες γενικά οι πράξεις έγιναν στο ένα τέταρτο της πραγματικής τους αξιας". 3

Εφημερίδα Δημοκρατία 29-3-1945

Το μέγεθος της απληστίας

Η απληστία όσων είχαν αποφασίσει, διαθέτοντας τις πλάτες των κατακτητών, να αποκτήσουν, πατώντας "επί πτωμάτων" μεγάλες ακίνητες περιουσίες, είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Σύμφωνα με τα ενδεικτικά στοιχεία που είχε δημοσιεύσει τους πρώτους μήνες μετά την απελευθέρωση η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Πρωϊνή Ώρα, ένας μηχανουργός, είχε αγοράσει 14 ακίνητα, ένας κατασκευαστής υποκαμίσων είχε αποκτήσει με αυτό τον τρόπο 20 ακίνητα και ένας μικρομπακάλης, ο Σάββας Τρυφ. 13 ακίνητα. Ενώ χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ενός καφετζή, ο οποίος παρά το γεγονός ότι ο καφές είχε εξαφανιστεί την περίοδο της Κατοχής, αυτός κατάφερε να αγοράσει κοψοχρονιάς έξι ακίνητα. Και βέβαια, όλοι αυτοί, έχοντας την εύνοια των κατακτητών. Όπως ο εκδότης της χρηματοδοτούμενης από τους Γερμανούς φιλοναζιστικής εφημερίδας Νέα Ευρώπη Γεώργιος Πολλάτος που είχε αποκτήσει πέντε ακίνητα επί Κατοχής: τρία σπίτια στις 18-5-1942, την 1-9-1942 και στις 26-2-1943, καθώς ένα μεγάλο αγρόκτημα στις 7-5-1942 και ένα οικόπεδο στις 17-9-1942. 4

Λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση, είχε εκδοθεί επί κυβέρνησης Ν.Πλαστήρα ο αναγκαστικός νόμος Α.Ν. 182/45, “Περι ειδικής φορολογίας των κατά την πολεμικήν περίοδον πλουτισάντων, με βάση τον οποίο οι “πλουτίσαντες επί Κατοχής” ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν τους φόρους που θα ορίζονταν. Η τιμωρία που αντιμετώπιζαν ήταν αυστηρή, καθώς προβλεπόταν η εκτόπιση, η φυλάκιση και η δήμευση του συνόλου ή μέρους της περιουσίας τους.

Με βάση το νόμο αυτό, η επιτροπή που είχε συσταθεί στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να καλεί διαφόρους, κυρίως άτομα που είχαν συνεργαστεί με τους Ναζί, ζητώντας τους να καταβάλουν στο κράτος χρηματικά ποσά, ως φόρο για τις περιουσίες που σχημάτισαν επί Κατοχής. Στον πρώτο κατάλογο που έδωσε η επιτροπή στη δημοσιότητα τον Ιούλιο του 1945, φιγουράριζαν γνωστά ονόματα του δωσιλογισμού και της συνεργασίας με τους χιτλερικούς, όπως των ιδιοκτητών χαρτοπαικτικών λεσχών και πρακτόρων της Γκεστάπο, Περικλή (Πέρι) Νικολαίδη και Λάσκαρη Παπαναούμ που καλούνταν να καταβάλουν από 150.000.000 δραχμές ο καθένας, του συνεργάτη των Γερμανών μεγαλοεργολάβου δημοσίων έργων Ιωάννη Μύλλερ (1000.000.000 δρχ), των δωσιλόγων δημοσιογράφων της Νέας Ευρώπης Δημήτριου Τσούρκα και Αλέξανδρου Ωρολογά που έπρεπε να καταβάλουν στο κράτος από 25.000.000 δρχ κ.α. 5

Είκοσι μέρες αργότερα, η επιτροπή αποφάσιζε να αυξήσει τα ποσά που έπρεπε να πληρώσουν στο κράτος οι πλουτίσαντες επί Κατοχής και έτσι καλούνταν να καταβάλουν στην Ε΄ Οικονομική Εφορεία Θεσσαλονίκης 2 δις δραχμές ο Λ.Παπαναούμ, 1.200 εκατ. ο Π.ΝΙκολαίδης, 800 εκατ. οι αδελφοί Χατζηνάκου, 600 εκατ. ο Μύλλερ, 400 εκατ. ένα άλλο "μπουμπούκι' της εθνικοφροσύνης, ο Νικίας Ναούμ, 200 εκατ. ο εκδότης της Νέας Ευρώπης Πολλάτος και από 100 εκατ. δραχ. οι Τσούρκας και Ωρολογάς κ.α. 6

Η δραστηριότητα της επιτροπής αυτής, που προεδρεύονταν από τον δικαστικό Χαράλαμπο Κάππο, είχε χαιρετιστεί θερμά από τον τύπο της εποχής, με την εφημερίδα Δημοκρατία να σημειώνει:"Η πόλις μας έχει να επιδείξει πλούσιον πάνθεον πλουτισάντων κατά την Κατοχήν. Φυσιολογική συνέπεια λοιπόν είναι μαζί με το Ειδικόν Δικαστήριον Δωσιλόγων, να έχει και την επιτροπήν εκείνην που ως σοβαρότατον μέλημά της έχει να ανακαλύψει και να φορολογήσει όλους αυτούς που όταν όλος ο κόσμος επαίνετο, συνηγωνίζοντο αδιάφοροι προς όλους, στην αύξησιν του πύργου των χρυσών εικοσαφράγκων των". 7

Οι δίκες των "πλουτισάντων επί Κατοχής"

Τους τελευταίους μήνες του 1946, είχαν εκδικαστεί στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης οι υποθέσεις ενός σημαντικού αριθμού οικονομικών δοσιλόγων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και περιπτώσεις μεγάλων επιχειρήσεων. Οι δίκες αυτές για οικονομική συνεργασία με τους κατακτητές, από 20 που ήταν το 1945 είχαν φτάσει τον αριθμό 59 το 1946.

Ήταν χαρακτηριστική η δίκη δύο εργολάβων, των Μύλλερ και Αμπατιέλου που είχαν κατασκευάσει τον Απρίλιο του 1943 την περίφραξη του στρατοπέδου Βαρώνου Χιρς, όπου επρόκειτο να μεταφερθούν όλοι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης πριν αποσταλούν για εξόντωση στα χιτλερικά κρεματόρια. Η προμήθειά για το συγκεκριμένο έργο, σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορίας, ήταν 20%, ενώ επίσης κατασκεύασαν έναντι αδράς αμοιβής και ένα στρατώνα στο Λαγκαδά για τις ανάγκες του Γερμανικού στρατού. Ο ένας εργολάβος καταδικάστηκε σε δωδεκαετή φυλάκιση και δήμευση της μισής περιουσίας του. 8

Λίγο νωρίτερα, είχε δικαστεί ερήμην ένας από τους μεγαλοδωσίλογους της Θεσσαλονίκης, ο Παύλος Ντίνας, που είχε συστήσει εταιρία τεχνικών έργων, από την εκτέλεση των οποίων κέρδιζε τεράστια ποσά, σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορίας. Η ανάθεση των έργων, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων, γινόταν από τους Γερμανούς με τη μορφή ανταμοιβής για την προσφορά του Ντίνα στο έργο της Γκεστάπο, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε απλά οικονομικές δοσοληψίες με τις Αρχές Κατοχής, αλλά συμπεριλαμβανόταν και στους καταδότες των γερμανικών υπηρεσιών. Στο τέλος το Δικαστήριο του επέβαλε την εσχάτη των ποινών, κρίνοντάς τον ένοχο γιατί εκμεταλλεύτηκε την οικονομική συνεργασία με τον εχθρό, κατέδωσε Έλληνες πολίτες και προέβη σε πράξεις βίας μετά τον εξοπλισμό του από τους Γερμανούς. 9

"Αυτοί που έπιναν το αίμα του λαού"

Για το ποιός ήταν στην πραγματικότητα ο Μύλλερ, ένας από τους μεγαλοπλουτίσαντες επί Κατοχής στον οποίο αναφερθήκαμε πιό πάνω, είναι χαρακτηριστικό ένα εκτενές δημοσίευμα, αμέσως μετά την απελευθέρωση, στη δεξιά εφημερίδα της Θεσσαλονίκης "Το Φως", όπου στα πλαίσια αφιερώματος με τίτλο «Αυτοί που έπιναν το αίμα του λαού», σκιαγραφούσε στις 15 Απριλίου 1945 με τα μελανότερα χρώματα τη δράση του. Κατά την περίοδο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ο Μύλλερ με συνεταίρο τον τότε Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, ίδρυσε εταιρία μεταφορών με πολλά αυτοκίνητα. Είχαν αναλάβει τη μεταφορά υλικών για την εκτέλεση οχυρωματικών έργων. Μόλις καταλήφθηκε η Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς, πήρε την άδεια του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή Φον Κρένσκι, να συγκεντρώσει τα αυτοκίνητα που είχαν επιστρατευθεί από τον ελληνικό στρατό. Στη συνέχεια κατέβηκε στην Αθήνα, όπου συγκέντρωσε τα υλικά αυτοκινήτων, κυρίως ανταλλακτικά, που είχαν αφήσει πίσω τους οι Άγγλοι, τα οποία και πούλησε. Το 1942 πέτυχε την επιστράτευση Εβραίων που εργάστηκαν στα γερμανικά έργα που είχε αναλάβει. Η εταιρία του εκμεταλλεύτηκε επίσης το φυσικό πλούτο Μακεδονίας - Θράκης και την ξυλεία του Ολύμπου. 10

Κι' όμως στη δίκη του Μύλλερ, που έγινε μεταξύ 3 έως 5 Δεκεμβρίου 1946 στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης, κατηγορούμενος ότι λόγω των σχέσεων που είχε αναπτύξει με τους χιτλερικούς, αναλάμβανε προνομιακά την εκτέλεση διαφόρων έργων στρατηγικής σημασίας που ευνοούσαν τις κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, εμφανίστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης ο αμφιλεγόμενος άλλοτε Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, Αθανάσιος Χρυσοχόου. Καταθέτοντας ότι ο Μύλλερ με τις δραστηριότητές του, τάχα "πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα, προσλαμβάνοντας εφέδρους στα έργα οδοποιίας και δίνοντας σχέδια δεξαμενών για το Στρατηγείο της Μ. Ανατολής". 11 

Το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης όχι μόνο δεν δέχτηκε εκείνους τους ισχυρισμούς, αλλά αντιθέτως καταδίκασε τον ελληνογερμανό μεγαλοεργολάβο σε ειρκτή πεντέμισι ετών και σε δήμευση της μισής περιουσίας του, ενώ το συνεργάτη του Δημήτριο Αμπατέλο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη και δήμευση ολόκληρης της περιουσίας του.

Δυστυχώς, μετά το τέλος της Κατοχής και στο πλαίσιο του ανώμαλου καθεστώτος που επικράτησε στη διάρκεια του Εμφυλίου και το μετεμφυλιακά κράτος, οι μαυραγορίτες, οι δωσίλογοι και γενικά οι πλουτίσαντες επί Κατοχής, έμειναν ανέγγιχτοι και στο απυρόβλητο. Μάλιστα, προσέφυγαν στον Άρειο Πάγο και κατάφεραν να μπλοκάρουν την άμεση επιστροφή των ακινήτων που κατείχαν. Δυστυχώς, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε τότε ότι ο νόμος περί ακύρωσης αγοραπωλησιών επί κατοχής ήταν… αντισυνταγματικός. Μια απόφαση από την οποία εξαιρέθηκαν ευτυχώς μόνο οι μικροϊδιοκτήτες. 

Β΄ Η λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών

Το δεύτερο μεγάλο οικονομικό έγκλημα στη Θεσσαλονίκη της Κατοχής, ήταν η λεηλασία, η καταλήστευση των περιουσιών, μεγάλων και μικρών, του εβραϊκού στοιχείου της πόλης. Ένα πρωτοφανές πλιάτσικο κάθε κινητού και ακίνητου είδους που οργανώθηκε και διαπράχθηκε από τους χιτλερικούς κατακτητές, με τη συμμετοχή και Ελλήνων συνεργατών τους, οι περισσότεροι των οποίων διαμοιράσθηκαν τα κλοπιμαία, με τις ευλογίες των Ναζί, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που τους πρόσφεραν, κυρίως στην κατάδοση των πατριωτών που μετείχαν στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Μία λεηλασία που άρχισε λίγο μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην πρωτεύουσα του Μακεδονικού ελληνισμού, κορυφώθηκε μετά την έλευση στη Θεσσαλονίκη των λοχαγών των Ες-Ες Αλόϊς Μπρούνερ και Ντίτερ Βισλιτσένι που οργάνωσαν την εξόντωση του ισραηλιτικού πληθυσμού της πόλης και της υπόλοιπης Μακεδονίας και έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις ύστερα από την απέλαση στα στρατόπεδα εξόντωσης του Άουσβιτς και αλλού των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης. 12 Τότε ήταν που επέπεσαν ως μαύρα κοράκια στις περιουσίες των δυστυχισμένων εκείνων ανθρώπων όλα τα μπουμπούκια του υποκόσμου που είχαν τεθεί στις υπηρεσίες των κατακτητών, ως ταγματασφαλίτες ή καταδότες αλλά και άνθρωποι του “καλού κόσμου” που επιδόθηκαν με πρωτοφανή αρπακτικότητα στην καταλήστευση όσων είχαν υποχρεωθεί να αφήσουν πίσω τους οι κατατρεγμένοι.

Από τους πρώτους κιόλας μήνες κατάληψης της Θεσσαλονίκης από τους χιτλερικούς, είχαν σημειωθεί δημεύσεις περιουσιών ή αυθαίρετες εκδιώξεις Εβραίων από τα σπίτια, τα καταστήματα και τις άλλες επιχειρήσεις τους. Οι κατασχέσεις γίνονταν από την υπηρεσία στεγάσεως αρχών Κατοχής ή τη Γερμανική Στρατιωτική Επιμελητεία, εκ μέρους ορισμένων γερμανών στρατιωτών με την υπόδειξη συχνά χριστιανών. 13

Ουσιαστικά, ήταν δύο οι κατηγορίες των ανθρώπων που επιδίωκαν να πάρουν την ακίνητη περιουσία που άφηναν πίσω τους οι προς εκτόπιση Εβραίοι. Από τη μία, ήταν πρόσφυγες που είχαν αφιχθεί στη Θεσσαλονίκη από τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές της Ανατ. Μακεδονίας και προσπαθούσαν να βρουν στέγη ή να μπορέσουν να ανοίξουν ένα μαγαζάκι για να θρέψουν τις οικογένειές τους. Ο μεγαλύτερος όμως όγκος όσων επεδίωκαν να τοποθετηθούν ως “μεσεγγυούχοι”, με απώτερο στόχο να οικειοποιηθούν τα εβραϊκά ακίνητα, ήταν άνθρωποι που για να πετύχουν το σκοπό τους, επικαλούνταν την εύνοια των κατακτητών. Γιαυτό και τις περισσότερες φορές όταν περιέρχονταν στην κατοχή των επιτήδειων ένα εβραϊκό ακίνητο, αναγράφονταν ότι αυτό γίνονταν «κατόπιν γερμανικής διαταγής».

Δεν γλύτωσαν ούτε οι κινηματογράφοι

Η γερμανική υπηρεσία της Propagandastaffel υποχρέωσε τους εβραίους ιδιοκτήτες κινηματογραφικών επιχειρήσεων να τις μεταβιβάσουν με συμβολαιογραφική πράξη σε χριστιανούς της αρεσκείας των κατακτητών. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του κινηματογραφικού επιχειρηματία Μπ. Σεγούρα, Εβραίου που αργότερα είχε βαφτιστεί χριστιανός, ιδιοκτήτη τριών γνωστών κινηματογράφων της Θεσσαλονίκης, του αριστοκρατικού “Παλάς” στην παραλιακή λεωφόρο, του “Αττικόν” στο Βαρδάρι, όπου συνήθως οργάνωναν τις συγκεντρώσεις τους το ΚΚΕ και τα συνδικάτα και του “Αλκαζάρ” το οποίο στεγάζονταν στους χώρους του πρώην Χαμζά Μπέη Τζαμί. 14

Καταθέτοντας ως μάρτυρας, το Φεβρουάριο του 1959 στη δίκη του Μέρτεν, είχε αναφέρει ότι οι Γερμανοί με τρομοκρατικές μεθόδους προσπάθησαν να του πάρουν τους κινηματογράφους “και να τους δώσουν εις δικούς τους”. Και όταν αυτός αρνήθηκε, τον έκλεισαν στη φυλακή. Ένα πρωί, τον οδήγησαν σιδηροδέσμιο στα Γραφεία Προπαγάνδας, όπου περίμεναν εκεί ένας Γερμανός αξιωματικός και ένας συμβολαιογράφος. Ο πρώτος του ζήτησε επιτακτικά να υπογράψει ένα χαρτί ότι παραχωρεί τον ένα από τους κινηματογράφους του για να γίνει θέατρο προς ψυχαγωγία των Γερμανών. Και όταν υπέκυψε, τον άφησαν ελεύθερο. Όμως τον ξανασυνέλαβαν λίγο αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου 1942 και τον φυλάκισαν στο στρατόπεδο “Παύλος Μελάς” για να τον εξαναγκάσουν να παραχωρήσει και τους άλλους δύο κινηματογράφους του, σε φιλικά προς τους κατακτητές άτομα. 15

Η ίδια υπηρεσία, σφράγισε και στη συνέχεια αφαίρεσε τα εμπορεύματα όλων των εβραϊκών χαρτοπωλείων και τυπογραφείων που υπήρχαν στην πόλη. 16 Τα απομνημονεύματα του Γιομτώβ Γιακοέλ αναφέρουν ακόμη ότι λίγο αργότερα ιδρύθηκε η Ελληνογερμανική Εταιρεία Χάρτου, η οποία εκμεταλλεύτηκε όλο αυτό το εμπόρευμα. 17

Λίγο αργότερα, 15 καταστηματάρχες εκδιώχτηκαν από την κεντρική αγορά της οδού Βασιλέως Ηρακλείου και εγκαταστάθηκαν σε αυτά χριστιανοί έμποροι. 18 Το ενδιαφέρον, λοιπόν, για τις εβραϊκές περιουσίες από τους Γερμανούς και τους Έλληνες συνεργάτες τους παρουσιάστηκε από νωρίς. Ωστόσο, πέρα από αυτούς, οι πολίτες της Θεσσαλονίκης δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται. Ίσως επειδή στην αρχή οι αντιεβραϊκές ενέργειες αφορούσαν μεμονωμένα περιστατικά ή πάλι επειδή οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης ήταν ακόμη «μουδιασμένοι» από τη νέα κατάσταση που διαμορφωνόταν με τους Γερμανούς κατακτητές. 19

Ο ρόλος του Μέρτεν

“Ψυχή” των αντιεβραϊκών μέτρων και της λεηλασίας των περιουσιών τους, ήταν ο Γερμανός ανώτατος εισαγγελέας Μαξ Μέρτεν, σύμβουλος της Κομαντατούρ, που ασκούσε εξουσία στην υπόδουλη Θεσσαλονίκη ανώτερη και από τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή. Και όπως είχε καταθέσει στη δίκη του ο οικονομικός Έφορος Ηλίας Δούρος, ο Μέρτεν “έπαιξεν ενεργόν ρόλον εις την διάθεσιν των Ισραηλινών καταστημάτων, παραχωρών ταύτα εις πρόσωπα φιλικά, παρέχοντα υπηρεσίας ή διαδηλούντα την φιλίαν των προς την Κατοχήν, μεταξύ των οποίων και τον γνωστόν Λάσκαριν Παπαναούμ, προς όν είχε παραχωρήσει τα μεγάλα βυρσοδεψεία Αβαγιού, Αμίρ και Μεβορά. Επίσης μετά του Μάϊσνερ, περιήρχετο τα ισραηλιτικά καταστήματα, παραλαμβάνων τα εμπορεύματα και διαθέτον αυτά ως ίδια”. 20

Ο Μέρτεν στη δίκη του, που άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου 1959, κατηγορούνταν μεταξύ άλλων ότι όχι μόνο οργάνωσε την εξόντωση των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης και θανάτωσε άλλους 680 Έλληνες πολίτες από πρόθεση, αλλά ακόμη ότι αφαίρεσε “βιαίως και δολίως” από τους Ισραηλίτες της Θεσσαλονίκης τις περιουσίες τους. Που περιλάμβαναν πέρα από τα ακίνητα και χιλιάδες χρυσές λίρες, κοσμήματα, αντικείμενα αξίας, όπως πίνακες ζωγραφικής, εμπορεύματα κλπ. Ανάμεσα στις διάφορες περιπτώσεις αναφέρονταν η λεηλάτηση των ιστορικών καταστημάτων φωτογραφικών ειδών των αδελφών Κούνιο, του καταστήματος σιδηρικών του Σαούλ Άλβο, με σύνολο εμπορευμάτων αξίας 35.000 χρυσών λιρών, του καταστήματος Μπενρουμπή με εμπορεύματα αξίας 60.000 λιρών, της οικίας του Α. Αργυρόπουλου από το οποίο αφαίρεσαν την κινητή περιουσία και τιμαλφή αξίας 2.500 χρυσών λιρών, του καταστήματος σιδηρικών του Λάζαρου Σεφικά με εμπορεύματα 12.000 χρυσών λιρών κλπ. 21

Από την απληστία των Ναζί δεν ξέφυγαν και χριστιανοί επιχειρηματίες, όπως ο καπνέμπορος Ιωάννης Χατζησταυρόπουλος. Στον οποίο οι κατακτητές λίγο μετά που εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη ανακοίνωσαν ότι τα καπνά ιδιοκτησίας του δεν ανήκουν πλέον στον ίδιο, αλλά στο Γερμανικό κράτος. Υποχρεώνοντάς τον να υπογράψει ένα χαρτί στο οποίο φαίνονταν πως πούλησε στους Γερμανούς τα καπνά του, που ανέρχονταν στους 800.000 οκάδες, αντί του ποσού των μόλις 175 λιρών. Και όταν διαμαρτυρήθηκε ότι το ποσό αυτό ήταν μηδαμινό, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στο στρατόπεδο “Παύλος Μελάς, ως υπονομευτή του νομίσματος. Ενώ παράλληλα λεηλάτησαν το σπίτι του και το κατέλαβαν εκδιώκοντας τους ιδιοκτήτες του, οι οποίοι τελικά με τα πολλά παρακάλια, για να μη μείνουν στο δρόμο, περιορίστηκαν σε ένα από τα δωμάτιά του. 22

Η λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών, γενικεύτηκε όταν άρχισαν και οι συστηματικές διώξεις εναντίον τους και όταν όλος ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης εξαναγκάστηκε να μεταφερθεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Βαρώνου Χιρς, που οι Γερμανοί είχαν δημιουργήσει στην περιοχή του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, πριν το μεγάλο ταξίδι προς το Άουσβιτς και το θάνατο. Μία ανακοίνωση του Φρούραρχου Θεσσαλονίκης των κατακτητών, που δημοσιεύθηκε το Μάρτιο του 1943 στο δημοσιογραφικό όργανο των κατακτητών, απαγόρευε αυστηρά την προσέγγιση στα εβραϊκά σπίτια. Υπό τον τίτλο “Τιμωρείται αυστηρότητα η είσοδος εις τας οικίας των Εβραίων”, η διαταγή του Γερμανικού Φρουραρχείου πρόσταζε: Ανακοινούται ότι η άνευ αδείας είσοδος εις εκκενωθείσας εβραϊκάς κατοικίας θεωρείται ως λεηλασία και τιμωρείται αναλόγως. Ο ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. 23

Το διαβατήριο του “πατριωτισμού”

Στη Θεσσαλονίκη, ο «πατριωτισμός» ήταν πάντα ένα καλό διαβατήριο για κάθε είδους ανέλιξη. Σημαντικά τμήματα της χριστιανικής αστικής τάξης θεώρησαν τις δυνάμεις κατοχής ως μια κάποια λύση μπροστά στον κίνδυνο αποκοπής από τον εθνικό κορμό, άνοιξαν τα σπίτια τους και συνδιασκέδαζαν μαζί τους, ενώ άλλα στρώματα θεώρησαν τις κατοχικές δυνάμεις ως πολύτιμο σύμμαχο στην «ανάκτηση» της πόλης δια της λεηλασίας των εβραϊκών περιουσιών. Οι δυνάμεις κατοχής δεν απογοήτευσαν αυτές τις προσδοκίες. 24

Το μεγάλο πλιάτσικο, έγινε με τα 1.800 εμπορικά καταστήματα Εβραίων, τα πιο σημαντικά από τα οποία, δόθηκαν από τους Γερμανούς σε πρόσωπα της επιλογής τους, κυρίως καταδότες της Γκεστάπο και μέλη των συμμοριών των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ωστόσο το ενδιαφέρον για τη διαχείριση των περιουσιών των εκτοπισμένων ήταν πολύ μεγάλο, μάλιστα υπήρξαν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ οργανώσεων και φορέων της πόλης που θα λειτουργούσαν ως μεσεγγυούχοι. Οι μεσεγγυούχοι, ή αλλιώς επίτροποι, θα χρησιμοποιούσαν τα ακίνητα και τις επιχειρήσεις των Εβραίων ως πλήρεις ιδιοκτησίες τους μέχρι να επέστρεφαν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες, κάτι που ελάχιστα έγινε αργότερα μετά το τέλος του πολέμου. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο, σχηματίζονταν ουρές έξω από τα γραφεία των Ναζί από «ενδιαφερόμενους πολίτες». Οι αντιπαραθέσεις για τη διανομή των περιουσιών ήταν τόσο έντονες, ώστε οι Γερμανοί είχαν διορίσει νέες διοικήσεις στο επαγγελματικό και βιοτεχνικό επιμελητήριο.

Ενδεικτική ήταν η περίπτωση του απότακτου αντισυνταγματάρχη Γεώργιου Πούλου, περιβόητου για τα εγκλήματά του στη Μακεδονία της Κατοχής ως αρχηγού ενός από τα «Τάγματα Ασφαλείας», ο οποίος είχε λάβει από τα χέρια του Μαξ Μέρτεν, ως «επιβράβευση» για τις «καλές υπηρεσίες» του, τα κλειδιά του κοσμηματοπωλείου των αδερφών Ισαάκ και Ρόμπερτ Μποτόν επί της οδού Μητροπόλεως και Βασ. Κωνσταντίνου. Ρευστοποιώντας άμεσα τα τιμαλφή, αποκόμισε κέρδος 15.000 χρυσών λιρών τα οποία φημολογείται ότι διοχέτευσε στον αντικομμουνιστικό αγώνα. 25

Όπως προκύπτει από την έρευνα που διενήργησε η ιστορικός Μαρία Καβάλα, σε 500 δηλώσεις ακίνητης περιουσίας, από ένα σύνολο 5.000 που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη του Αμερικανικού Κολεγίου Θεσσαλονίκης, η ακίνητη περιουσία των Εβραίων της πόλης ήταν της τάξης των 316.100.642 αποπληθωρισμένων δραχμών. Από αυτή, ένα ποσοστό 2% αναλογούσε σε χρυσό, ξένα νομίσματα, κοσμήματα, πολύτιμους λίθους, των οποίων η αξία υπολογίζεται σε περίπου 6,5 εκατ. αποπληθωρισμένες δρχ. «Αυτός ο χρυσός κατατέθηκε στα χρηματιστήρια Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πάτρας για ν' αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός. Μ' αυτή την «ένεση» μπόρεσαν να πληρωθούν οι μισθοί του στρατού Κατοχής», επισήμανε η κ. Καβάλα. 26

Όταν ξεκίνησε η διανομή των "γερμανικών βραβείων" στις συμμορίες των δωσιλόγων για τις πολύτιμες υπηρεσίες που τους πρόσφεραν στην αντιμετώπιση της Εθνικής Αντίστασης, η πλειοψηφία του κόσμου των Ταγμάτων Ασφαλείας πριμοδοτήθηκε για τη συνεργασία της, ενώ κάποιοι απ' αυτούς αμείφθηκαν πλουσιοπάροχα για τη συνειδητή επιλογή να εκθέσουν τους εαυτούς τους ανεπανόρθωτα στα μάτια των συμπατριωτών τους. 

Οι υπόγειες διαδρομές πλουτισμού, η μαύρη αγορά, οι επιτάξεις προϊόντων, η λεηλασία περιουσιών, το πλιάτσικο, οι εκβιασμοί, ο χρηματισμός, η απομύζηση των κρατικών υπηρεσιών και των εσόδων τους, ήταν μόνο το "ορεκτικό" μπροστά σε ότι επρόκειτο να επακολουθήσει. Μετά τον εκτοπισμό των Θεσσαλονικέων Εβραίων, οι περιουσίες τους διατέθηκαν για να κορέσουν μια άλλη δίψα που ταλαιπωρούσε πολλούς του κόσμου αυτού: άλλοι χρησιμοποίησαν τις χρυσές λίρες για να χρηματοδοτήσουν το αντικομμουνιστικό τους πάθος, άλλοι για να ικανοποιηθούν για τον μέχρι τότε αγώνα τους εναντίον του κύριου ιδεολογικού εχθρού του Εθνικοσοσιαλισμού, μα κυρίως για να θησαυρίσουν, γεμίζοντας τις αποθήκες με τα προϊόντα του εγκλήματος και τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς με τις χρυσές λίρες και το αίμα των θυμάτων τους. 27

Σε ένα του σημείωμα ο αναπληρωτής προϊστάμενος της γερμανικής υπηρεσίας προπαγάνδας στη Θεσσαλονίκη, ανέφερε για τον Πούλο ότι “...δια την δράσιν του ως αρχηγού ενόπλων ελληνικών τμημάτων κατά του κομμουνισμού δεν ήμεθα εμείς οι αρμόδιοι να εκφέρωμεν γνώμην. Μέχρι της υπηρεσίας ημών όμως, καταφθάνουν πληροφορίαι ότι ο Πούλος χρηματίζεται ασυστόλως, λεηλατών και αυτάς ακόμη τας προίκας νεαρών κορασίδων εις τα χωρία όπου δρώσι τα τμήματά του. 28

Σε καθεστώς πλήρους ασυδοσίας, λόγω των υψηλών προστατών τους, οι ελληνόφωνοι συνεργάτες των κατακτητών προσπαθούσαν να αρπάξουν ότι μπορούσαν. Ενδεικτική ήταν η περίπτωση του ναζιστή πανεπιστημιακού, Βασίλειου Έξαρχου (1903-1973), τακτικού τότε καθηγητή της Θεολογίας στο ΑΠΘ. Πρώην διερμηνέας της ειδικής μονάδας (Sonderkommando Rosenberg) που το Γ΄ Ράιχ έστειλε το 1941 στην Ελλάδα για την αναζήτηση και κατάσχεση των εβραϊκών αρχείων και βιβλιοθηκών, επικεφαλής αργότερα (1944) του «Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος - Εθνική Ενωσις Ελλάς» της συμπρωτεύουσας, ο Εξαρχος κατηγορήθηκε μεσούσης της Κατοχής, τον Μάιο του 1943, από τον λοχαγό Νικόλαο Νικολάου, πρόσφυγα από τη βουλγαροκρατούμενη Θράκη, ότι αξιοποίησε τις επαφές του στη γερμανική διοίκηση για να τον αποβάλει από το εβραϊκής ιδιοκτησίας σπίτι όπου έμενε, προκειμένου να ιδιοποιηθεί τον χώρο και τα έπιπλα των ιδιοκτητών που μόλις είχαν σταλεί στο Άουσβιτς.

«Τόσο η ελληνική συντεταγμένη πολιτεία όσο και ο ελληνικός λαός, αλλά και η εβραϊκή κοινότητα της χώρας αποσιωπούν το θέμα της αρπαγής των εβραϊκών περιουσιών, προβάλλουν μύθους που καταρρίπτονται εύκολα από τη διερεύνηση του αρχειακού υλικού και το μόνο που διεκδικούν είναι οι αποζημιώσεις από το γερμανικό κράτος», είπε σε παλαιότερη συνέντευξή της η ιστορικός-ερευνήτρια Γαβριέλλα Ετμεκτσόγλου. Απόδειξη αυτής της ύποπτης σιωπής, είναι ότι έως σήμερα λιγότερο από το 20% των εβραϊκών περιουσιών που κατασχέθηκαν ή κλάπηκαν από τους ναζί και τους συνεργάτες τους έχουν επιστραφεί στους δικαιούχους. 29

Ο ιστορικός Στράτος Δορδανάς, επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, αναφερόμενος στο θέμα της λεηλασίας των εβραϊκών περιουσιών της Θεσσαλονίκης, επισήμανε ότι από την υφαρπαγή τους “αναδείχθηκαν νέες οικονομικές και κοινωνικές ελίτ στη Θεσσαλονίκη, στηριζόμενες στις εβραϊκές περιουσίες και το πιο τραγικό είναι ότι μετά την απελευθέρωση όσοι ελάχιστοι εβραίοι επέστρεψαν στην πόλη αντιμετώπισαν την απόλυτη εχθρότητα και αδιαφορία, είτε σε επίπεδο προσώπων είτε σε επίπεδο θεσμών και κράτους”. Και εύστοχα σχολιάζει το γεγονός ότι οι οικονομικοί δοσίλογοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, διασώθηκαν, δεν καταδικάστηκαν και βρίσκονται στο απυρόβλητο. Καθώς, όπως παρατηρεί, “αν καταδικάζονταν θα έπρεπε το σύνολο σχεδόν της οικονομικής και επιχειρηματικής ζωής της Ελλάδας να καταδικαστεί, άρα η χώρα θα αποκεφαλιζόταν οικονομικά και επιχειρηματικά”. 30

Ο αραχνιασμένος φάκελος της λεηλασίας των εβραϊκών περιουσιών, όπως και των πλουτισάντων επι κατοχής, πρέπει επιτέλους κάποτε να ανοίξει. Το οφείλουν η Θεσσαλονίκη, η Ελλάδα ολόκληρη στους δεκάδες χιλιάδες Εβραίους συμπατριώτες μας, οι οποίοι όχι μόνο υπέστησαν τα μαρτύρια της κόλασης και οι περισσότεροι από αυτούς θανατώθηκαν στα κρεματόρια του ναζιστικού θηρίου, αλλά είδαν κιόλας, ανήμποροι να αντιδράσουν, ότι λεηλατήθηκε το βιός τους. Το Νοέμβριο του 2014, ο τότε δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, στα εγκαίνια του μνημείου για το εβραϊκό νεκροταφείο που ισοπεδώθηκε το 1942, είχε πει: «Η πόλη άργησε αδικαιολόγητα να σπάσει την άδικη και ένοχη σιωπή της, αλλά τώρα μπορεί να λέει ότι ντρέπεται για αυτή τη στάση».

Παραπομπές

1 Δημοσθένης Δώδος, "Η Θεσσαλονίκη και οι δωσίλογοι", Εφημερίδα των Συντακτών 24 Ιανουαρίου 2016

2. Μαρία Καβάλα, "Επιβίωση βιολογική και πνευματική", στο Βασίλης Γούναρης - Πέτρος Παπαπολυβίου Ο φόρος του αίματος στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 15-40

3. εφημερίδα Θεσσαλονίκης Δημοκρατία, 29 Μαρτίου 1945

4. εφημερίδα Θεσσαλονίκης Πρωϊνή Ώρα, 20 Μαίου 1946

5. . εφημερίδα Θεσσαλονίκης Δημοκρατία, 19 Ιουλίου 1945

6. . εφημερίδα Θεσσαλονίκης Δημοκρατία, 7 Αυγούστου 1945

7 εφημερίδα Θεσσαλονίκης Δημοκρατία, 25 Ιουλίου 1945

8 Δίκη Ειδικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης αριθμ. 95, 10 Ιουλίου 1945

9 Σπύρος Κουζινόπουλος, “Οι "πλουτίσαντες επί Κατοχής" τα καταναγκαστικά έργα των Εβραίων και ο Χρυσοχόου”, https://farosthermaikou.blogspot.com/2019/04/blog-post_43.html , 23 Απριλίου 2019

10 εφημερίδα Το Φως, 15 Απριλίου 1945

11 Ελένη Χαϊδιά, "Ειδικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης 1945-1946: Η περίπτωση των οικονομικών δωσιλόγων", στο συλλογικό Μετά τον πόλεμο, επιμέλεια Μαρκ Μαζάουερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σελ. 208

12 Σπύρος Κουζινόπουλος, Υπόθεση Αλόϊς Μπρούνερ, ο δήμιος των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 30

13 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (εισ.-επιμ.), Γιομτώβ Γιακοέλ. Απομνημονεύματα 1941-1943, Παρατηρητής. Ίδρυμα Ετς Αχαΐμ, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 53.

14 Κώστας Τομανάς, Οι κινηματογράφοι της παλιάς Θεσσαλονίκης, Νησίδες, χ.η.ε., σ. 16 και 24

15 εφημερίδα Μακεδονία, 17 Φεβρουαρίου 1959

16 Μαρία Καβάλα, Η καταστροφή των Εβραίων της Ελλάδας 1941-1944, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγραμματα Καλλίπολις, Αθήνα 2015, σ.61

17 Ελένη Χαϊδιά, "Οι Έλληνες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης: από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις αίθουσες των ειδικών δικαστηρίων", στο συλλογικό έργο Οι Εβραίοι της Ελλάδας στην Κατοχή, Πρακτικά του Γ' Συμποσίου Ιστορίας της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού, Θεσσαλονίκη, 8 Νοεμβρίου 1996, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 43-52. Επίσης, Αμπατζοπούλου, Γιομτώβ… ό.π., σ. 98.

18 Αμπατζοπούλου, Γιομτώβ… ό.π., σ. 98.

19 Μαρία Καβάλα, Η καταστροφή των Εβραίων της Ελλάδας, ό.π., σ. 61-62

20 εφημερίδα Μακεδονία, 19 Φεβρουαρίου 1959

21 εφημερίδα Μακεδονία, 12 Φεβρουαρίου 1959

22 εφημερίδα Μακεδονία, 13 Φεβρουαρίου 1959

23 εφημερίδα Νέα Ευρώπη, 29 Μαρτίου 1943

24 Δημοσθένης Δώδος, Η Θεσσαλονίκη και οι δωσίλογοι, Εφημερίδα των Συντακτών, 24 Ιανουαρίου 2016

25 Ζώγια Κουταλιανου, “Σιωπή για τις περιουσίες των Εβραίων”, εφημερίδα Καθημερινή, 23 Μαίου 2009

26 εφημερίδα Καθημερινή, 23 Μαίου 2009

27 Στράτος Δορδανάς, 'Ελληνες εναντίον Ελλήνων, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 524

28 Εφετείο Θεσσαλονίκης, Δικογραφίες Δοσιλόγων: Υπηρεσιακόν Σημείωμα του αναπληρωτού προϊσταμένου της Προπαγάνας, Υπολοχαγού Άρεντ προς την Στρατιωτικήν Διοίκησιν-Εις χείρας του ανωτέρου Επιθεωρητού Βάγμερ, “Πούλος”, Θεσσαλονίκη 4 Μαίου 1944

29 εφημερίδα Καθημερινή, 23 Μαίου 2009

30 http://www.ww2wrecks.com/portfolio/οι-έλληνες-συνεργάτες-των-ναζί-στράτο

Η έρευνα αυτή του Σπύρου Κουζινόπουλου για τους πλουτίσαντες επί Κατοχής και τις εβραϊκές περιουσίες της Θεσσαλονίκης, δημοσιεύθηκε στην ειδική έκδοση "Σκιές και Ταμπού" της εφημερίδας Ντοκουμέντο, την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020. Εμείς την αλιεύσαμε από εδώ.

{[['']]}

!947 -1967 Ανατομία ενός διαρκούς εγκλήματος

Μια λεξικογραφική προσέγγιση της «μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης» δεν συνεισφέρει πολλά στην αποσαφήνισή της. Το ίδιο θα μπορούσε να επαναληφθεί και με κάποιον ορισμό της ως «ιδεολογίας». Για πληρέστερη σημασιολόγηση προέχει η εξέταση της πρακτικής της. Το πυρηνικό ερώτημα είναι αν πρόκειται πράγματι για ιδεολογία ή απλώς για εξουσιαστική πρακτική με ιδεολογικό μανδύα (αλά ελληνικά). Σε απλοϊκή μορφή το ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί κι αλλιώς: πρόκειται για ιδεολογία ή συγκυριακό φαινόμενο αντιδημοκρατικής καταστολής στην ανάπηρη κοινοβουλευτική δημοκρατία της περιόδου;

Σε κάθε περίπτωση γίνεται λόγος για μια έννοια ελαστική, εύπλαστη, ευέλικτη και εξελίξιμη. Από τότε που εμφανίστηκε μέχρι τις μέρες μας ακόμη. Μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου σταθμοί στη μεταπολεμική χρήση της (στον λόγο και στην πράξη) είναι το 1956 (συγκρότηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή) και το 1958 (ανάδειξη της Αριστερός -ΕΔΑ- σε αξιωματική αντιπολίτευση). Επιπλέον, η αρχή της δεκαετίας του 1960 (διεκδίκηση της εξουσίας από την ΕΚ του Γ. Παπανδρέου).

Για αρκετούς ιστορικούς η εθνικοφροσύνη σχεδόν ταυτίζεται με τον αντικομμουνισμό. Για άλλους ορίζεται ως δεξιά πολιτική και σύμφυρμα αντικομμουνισμού και εθνικισμού (αν και ο τελευταίος ορίζεται συνήθως διαφορετικά).

Στη σχετική βιβλιογραφία, αν και με συναφείς διατυπώσεις και κέντρα βάρους, ο αντικομμουνισμός με την κατασταλτική νομοθεσία του αναφέρεται ως εργαλείο της αστικής πολιτικής ελίτ στην επιχείρηση αποΕΑΜοποίησης του πληθυσμού (Γ. Κατηφόρης, Κ. Τσουκαλάς κ.ά.). Συνδέεται ακόμη με την ανάγκη ιδεολογικής ανασυγκρότησης μετά τον εξοστρακισμό της Μεγάλης Ιδέας και των άλλων προπολεμικών δίπολων στην κοινωνία (Ν. Μουζέλης).

Σύμφωνα με μια ευρύτερη θεώρηση η εθνικοφροσύνη είναι η ελληνική εκδοχή της δυτικής έννοιας του αντικομμουνισμού, αντλώντας «πολλές περιφερειακές έννοιες από τον πολιτικό συντηρητισμό και στοιχεία από τη νομιμοφροσύνη προς τον βασιλέα και τον εθνικισμό» και έχει σαφή διάρκεια από τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια έως το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967.

Μετεμφυλιακή ταυτότητα και το... κόμμα του έθνους

Υπό το τελευταίο πρίσμα η πιο οικεία μετεμφυλιακή ταυτότητά της είναι του δεξιού. Η εθνικόφρων παράταξη χρησιμοποιείται από την αρχή της δεκαετίας του 1950 κατά εναλλακτικό τρόπο και ως συνώνυμο της Δεξιάς. Με αυτήν «το έθνος έχει το ιδικόν του Κόμμα» (προσδιορισμός της συντηρητικής εφημερίδας «Καθημερινή»). Η ταυτότητα του δεξιού συμφύρεται με του εθνικόφρονα. Οπως και τα πρόσωπα της μη εθνικοφροσύνης εξομοιώνονται συνήθως με τον αντίπαλο - εχθρό.

Από την αντίπερα όχθη, παραδόξος (ή μήπως όχι;), ίσως η εναργέστερη σημασία βρίσκεται σ’ έναν από τους πυλώνες της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης, δηλαδή τη διοίκηση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και τους επίσημους θρησκευτικούς ή παραθρησκευτικούς φορείς.· «Ο όρος ενέχει δύο σημασίας, μίαν στενωτέραν και μίαν ευρυτέραν. Κατά την πρώτην, ήτις επ’ εσχάτων συνετέλεσεν εις πολλήν χρησιμοποίησιν της λέξεως, εθνικοφροσύνη είναι η επί του πολιτικού πεδίου προσήλωσις εις τας πολιτικάς, κοινωνικάς και θρησκευτικάς αξίας, τας οποίας προβάλλει η ιστορία του Εθνους, και η υπεράσπισις αυτών έναντι του κομμουνισμού. Κατά την δευτέραν, εθνικοφροσύνη είναι η προσήλωσις και υπεράσπισις των ανωτέρω αξιών έναντι παντός ιδεολογικού ρεύματος απειλούντας αυτάς...». (Από το σχετικό λήμμα στη δωδεκάτομη Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια που συντάχτηκε το 1962 -68 από συστημικούς συγγραφείς).

Μετά τον Εμφύλιο παραμένουν σε ισχύ βασικές «αρχές» του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος. Σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Στο θεσμικό διατηρούνται και ενισχύονται σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως λόγου χάρη με τον ν. 375 του 1936 περί κατασκοπείας. Στη χώρα ισχύει ουσιαστικά το σύνταγμα του 1952 για τους «εθνικώς σκεπτόμενους» πολίτες και ένα παρασύνταγμα ουσιαστικά για τους μη εθνικόφρονες.

Η εμφάνιση και δράση του κομμουνιστικού - αριστερού κινήματος στα καθ’ ημάς, όπως και σε πολλές χώρες της Δύσης, κατασκεύασε έναν νέο εσωτερικό εχθρό. Διωκόταν «σαν επικίνδυνος επειδή ακριβώς δεν είναι δυνατόν να διωχθεί ως ένοχος». (Αρ. Μάνεσης: Η κρίση των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας).

Ανήκει σε άλλο κεφάλαιο η ανάλυση του θεσμικού πλαισίου της εθνικοφροσύνης και της νομιμοφροσύνης - έννοια διάφορη τόσο από τη νομιμότητα όσο και από τη νομιμοποίηση. Με την εφαρμογή του και επιπλέον ενός συνόλου μέτρων (θεσμικών και παραθεσμικών) η χώρα προβάλλει ως «επιτηρούμενη ζώνη». Χρειάζεται διαβατήριο για να εισέλθεις. Απαιτείται πιστοποιητικό «κοινωνικών φρονημάτων». Αυτά που καθιερώθηκαν προπολεμικά ανανεώθηκαν το 1948 και τυπικά εξοβελίστηκαν το 1962, όταν το Συμβούλιο Επικράτειας αποφάνθηκε ότι τελείωσε ο Εμφύλιος! Οχι, όμως, και τα πιστοποιητικά! Προσοχή: κοινωνικών και όχι πολιτικών φρονημάτων. Αν η ψήφος στις εκλογές ήταν φανερή, θα χρειαζόταν μαζί και το δεύτερο!

Ούτε βέσπα χωρίς πιστοποιητικό φρονημάτων

«Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί ο διωγμός γινόταν με βάση τα κοινωνικά και όχι τα πολιτικά φρονήματα. Μα αν ο διωγμός γινόταν με βάση τα πολιτικά φρονήματα, πράγμα εν πολλοίς κατανοητό στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, με το ΚΚΕ εκτός νόμου δεν θα ήταν δυνατό να διώκονται και μη κομμουνιστές. Αν ο ίδιος δεν ήσουν κομμουνιστής αλλά είχες κομμουνιστή πατέρα, μητέρα, παππού, γιαγιά, θείο, θεία, ανιψιό, ανιψιό, εγγόνι, πρώτο ξάδερφο, δεύτερο ξάδερφο, τρίτο ξάδερφο, κουνιάδο, κουνιάδα, πρώτο ξάδερφο του κουνιάδου και πάει λέγοντας, δεν είχες καμιά πιθανότητα να πάρεις απ’ τον βλακέντιο χωροφύλακα του αστυνομικού τμήματος της γειτονιάς σου πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων...». (Β. Ραφαηλίδης: Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού έθνους 1830 -1974).

Στις οδηγίες προς τα σώματα ασφαλείας τη δεκαετία του 1950 το πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης απαιτούνταν για ένα σύνολο δραστηριοτήτων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι χορηγείτο ή όχι για:

- Πρόσληψη σε δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες και σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, για εγγραφή σε πανεπιστήμιο, διπλώματα οδήγησης, ναυτολόγηση, παραχώρηση εργατικής κατοικίας ή στεγαστικού δανείου, μετάβαση ή σπουδές στο εξωτερικό, βιβλιάριο φορτοεκφορτωτών, δικαιοπραξίες σε παραμεθόριες περιοχές, λήψη διπλωμάτων μηχανικού, για τον πλανόδιο, για τον νεκροθάφτη... Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Το πιστοποιητικό ήταν κάτι απαραίτητο, σαν την ταυτότητα!

«Η χρήση του πιστοποιητικού διευρυνόταν ή περιοριζόταν, χωρίς όμως να καταργείται, ανάλογα με τη χρονική συγκυρία και την κυβέρνηση... Σε αυτό το κλίμα είναι χαρακτηριστική η καταγγελία βουλευτών της ΕΔΑ το 1961 ότι η αστυνομία είχε αρνηθεί να δώσει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων σε υπάλληλο, αναγκαίο για την έκδοση διπλώματος βέσπας, επειδή στον φάκελό του αναφερόταν ότι το 1954 εθεάθη με γείτονά του αριστερών φρονημάτων αναγιγνώσκων την εφημερίδα της ΕΔΑ. (Λίγο αργότερα) παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες της Ενωσης Κέντρου, η νομοθεσία για τα πιστοποιητικά δεν καταργήθηκε και μετά την άνοδό της στην εξουσία Υπήρξε πάντως μια σταδιακή χαλάρωση...».  (Βαγ. Καραμανωλάκης: Ανεπιθύμητο παρελθόν).

Για την ιστορία, ο συγκεκριμένος υποψήφιος οδηγός που δεν ήταν «καθαρός» υπέγραψε δήλωση «αποκήρυξης» του κομμουνισμού και πήρε «εθνική» ταυτότητα. Η μετάνοια έπρεπε να είναι δημόσια. Να κοινοποιείται μέσω του Τύπου ή κάθε άλλου πρόσφορου μέσου για να γίνεται «παράδειγμα».

Προϋπόθεση η... βάση δεδομένων των φακέλων

«Οι περίφημοι φάκελοι, για τη δημιουργία και την ενημέρωση των οποίων δημιουργείται ένας διογκωμένος μηχανισμός πληροφοριοδοτών της Ασφάλειας, είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα Γενικότερα η ανισότητα στη μεταχείριση των πολιτών με βάση τα - πολλές φορές υποτιθέμενα- φρονήματά τους, η προσπάθεια δημιουργίας μιας “υγειονομικής ζώνης” γύρω από τους αριστερούς, τα “αντεθνικά φρονήματα” ως φραγμός για ένα μεγάλο φάσμα δραστηριοτήτων (από τον διορισμό στο δημόσιο μέχρι την έκδοση διαβατηρίου ή τη λήψη δανείου) θα αποτελέσουν θεμελιακό στοιχείο του μετεμφυλιακού καθεστώτος.

Είναι δύσκολο να συλλάβουμε σήμερα αυτό το ασφυκτικό κλίμα των διακρίσεων. της παρακολούθησης και του φόβου που διαποτίζει την καθημερινότητα. Οι εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων, ο διδακτικός αντικομμουνισμός των σχολικών βιβλίων, η άκαμπτη καθαρεύουσα της εθνικοφροσύνης, ο υποχρεωτικός σημαιοστολισμός κατά τις εθνικές επετείους, τα οκτάστηλα στις πρώτες σελίδες του δεξιού Τύπου με τα πτώματα της “δεκεμβριανής στάσεως” και τα “κονσερβοκούτια”, η παντοδυναμία του χωροφύλακα, του αστυνόμου και του χαφιέ, η βαναυσότητα των TEA και των παρακρατικών, η αγωνία να μην “εκδηλωθεί” και “χρωματιστεί” κάποιος, ο αριστερός που αγοράζει την “Αυγή” τυλιγμένη μέσα σε άλλη εφημερίδα για μην τη διακρίνουν τα αδιάκριτα βλέμματα, οι “δηλώσεις μετάνοιας" που διαβάζονται από άμβωνος μετά την κυριακάτικη λειτουργία και δημοσιεύονται στις εφημερίδες, τα κινηματογραφικά “Επίκαιρα” με τη Φρειδερίκη να προικίζει τις “άπορες κορασίδες”, ο εξοβελισμός ακόμη και της λέξης "Εμφύλιος" από το δημόσιο λεξιλόγιο (ενώ από μόνη της η αναφορά σε Εμφύλιο” παρέπεμπε σε αριστερά φρονήματα), η κλήση στο αστυνομικό τμήμα “δι’ υπόθεσίν σας”, η αναβάπτιση ταγματασφαλιτών και δωσίλογων στην κολυμβήθρα της εθνικοφροσύνης, η εθνικοφροσύνη ως “μέσον" για τον διορισμό - όλα αυτά αποτελούν ψηφίδες μιας καθημερινότητας που διαφέρει ριζικά όχι μόνο από τις προσλαμβάνουσες του σημερινού αναγνώστη, αλλά και από την αντίστοιχη μεσοπολεμική πραγματικότητα· μπορούμε να την προσεγγίσουμε, προς το παρόν, θραυσματικά μόνο, μέσα από μαρτυρίες και τη λογοτεχνία...».  (Στρ. Μπουρνάζος: Το κράτος των εθνικοφρόνων: Αντικομμουνιστικός λόγος και πρακτικές).

Αποπνικτική, έμφοβη κι εκφοβιστική ατμόσφαιρα

Μια απ’ αυτές τις μαρτυρίες, με την οποία τίθεται κι ένα πολύ ευρύτερο ταυτοτικό ζήτημα με ρίζες ακόμη και σήμερα, προβάλλει ο Αγγελος Ελεφάντης: «Είναι παλιά γνώριμη αυτή η ιδεολογία στους ανθρώπους της γενιάς μου. Μεγαλώσαμε μαζί, γνωρίσαμε τον κόσμο μέσα στο κλίμα που αυτή διαμόρφωνε, μέσα στην ψυχρή, αποπνικτική, έμφοβη κι εκφοβιστική ατμόσφαιρά της αποκτήσαμε αίσθηση της ζωής και της πραγματικότητας. Ζήσαμε τόσο στενά μαζί της και τη γνωρίσαμε καλά, καθώς το ύφος της και το ήθος της διαπότιζε ακόμη και τις πιο μικρές, τις απλές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, από τα επίκαιρα στο ΣΙΝΕΑΚ ως τους πανηγυρικούς της 28ης Οκτωβρίου, τη βλοσυρή ματιά του χωροφύλακα το συνεχές μουρμουρητό των εφημερίδων, την αλαζονεία του πολιτικού λόγου, ως τις ρητορικές πομφόλυγες των πνευματικών ταγών. Τη γνωρίσαμε τόσο καλά ώστε στο τέλος την παραγνωρίσαμε, τη σκεπάσαμε με βαριά πέπλα λησμονιάς, την ξεχάσαμε αυτήν τη μόνιμη συντροφιά των εφηβικών μας χρόνων, όπως ξεχνάμε έναν εφιάλτη, μια αμαρτία ή μια ενοχή. Χάσαμε έτσι την επαφή με τις πραγματικές αιτίες και τις πρωτογενείς καταστάσεις που διαμόρφωναν ερήμην των συνειδήσεών μας το μεταπολεμικό ρωμέικο...». 

Προτού προκόψει στην πολιτική ζωή το σχήμα Δεξιά - αντιδεξιά, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό το εμφυλιοπολεμικό εθνικόφρων - μη εθνικόφρων, οι ηγεσίες των αποκαλούμενων αστικών κομμάτων ήταν δέσμιες και όμηροι του αντικομμουνισμού - εθνικοφροσύνης. Μη εξαιρούμενου και του Γ. Παπανδρέου (διαφοροποιήσεις θα καταγραφούν στο «δημοκρατικό διάλειμμα» 1950-52 των κυβερνήσεων Πλαστήρα, από κεντροαριστερούς και αργότερα από κεντρώους πολιτικούς).

«Και μη δρων κομμουνιστής προβαίνει εις βιαίαν σκέψιν»

Ο διανοούμενος Παν. Κανελλόπουλος ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παπάγου το 1955 στη Βουλή (προτού πάθει και μάθει από τη χούντα του 1967) βάζει φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα του για τους φακέλους και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Με αδιανόητα αντιδημοκρατικό τρόπο σε σύγκριση με την κατοπινή πρακτική και πολιτική σκέψη του: «Η δημοκρατία δεν μπορεί να παραμένη απαθής έναντι έστω και των τύποις μη δρώντων κομμουνιστών. Διότι και τύποις μη δρων κομμουνιστής, δηλαδή μη δολοφονών, μη προβαίνων εις ενέργειας βιαίας, και αυτός ακόμη προβαίνει εις βιαίαν σκέψιν, διότι η σκέψις του δεν είναι δημοκρατική και ομαλή, αλλ’ είναι βίαια. Και εφόσον είναι βίαια η σκέψις είναι κατ’ ουσίαν πράξις και όχι απλή σκέψις».

Δεν ήταν συγκυριακή προσέγγιση, αλλά η πρακτική εφαρμογή των θεωρητικών του αντικομμουνισμού Κων. Τσάτσου, Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, Κων. Γεωργούλη, Γρ. Γραμματικόπουλου κ.ά., των εξεχουσών μορφών που πρωτοστατούν στους «αγώνες των ιδεών» μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Η αντίληψη και η πρακτική είναι διαχρονικές. Για να μην ξεχνιόμαστε, με την ευκαιρία στον πυρήνα της εθνικοφροσύνης βρίσκεται και η βασιλοφροσύνη (επιβίωση της παλιάς διαίρεσης βασιλικοί - φιλελεύθεροι). Τα ίδια περίπου θα επαναλάβει μια δεκαετία αργότερα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος: «Επιθυμώ να γνωρίζετε πάντες ότι βλέπω εις όλους τους Ελληνας, τα εθνικά κόμματα με την αυτήν αγάπην [...] Αλλά ας μην λησμονώμεν ότι ο κίνδυνος εξακολουθεί (…) ο κομμουνισμός αποτελεί μίασμα γεννηθέν έξω της Ελλάδος, εμπνεόμενος και κινούμενος έξωθεν. [...] Μολύνει και καθιστά ανύποπτον εχθρόν της πατρίδος πάντα ερχόμενον εις επαφή με αυτόν, άτομο ή ομάδα πάντα καλόν Ελληνα, μη διαβλέποντας τον κίνδυνον». (Πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του 1966)

Ο βασιλιάς δεν έλεγε κάτι νέο, ότι δηλαδή «λυδία λίθο για τη συμμετοχή των πολιτικών δυνάμεων στον αγώνα για τη διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα της περιόδου 1946- 67 αποτελούσε η στάση τους απέναντι στον κομμουνισμό. Το ίδιο κριτήριο καθόριζε τη σχέση των πολιτών με τον κρατικό μηχανισμό. Την ενδεδειγμένη ιδεολογική τοποθέτηση απέδιδε ο όρος εθνικοφροσύνη».   (Ι. Στεφανίδης: Η δημοκρατία δυσχερής: Η ανάπτυξη των μηχανισμών του "αντικομμουνιστικού αγώνος» 1958-1961).

Η σκυτάλη στα χέρια αυτών που ετοίμαζαν τη χούντα

Τη σκυτάλη από τους παλιότερους «θεωρητικούς» έχουν πάρει από την προηγούμενη δεκαετία οι Σάβ. Κωνσταντόπουλος, Βύρ. Σταματόπουλος, Γ. Γεωργαλάς, πασίγνωστοι αργότερα για τη συμβολή τους στη χούντα του 1967. Αλλά και άλλοι πολλοί επώνυμοι με σχετικές επιδόσεις, όπως ο Σπ. Μελάς, ο Στρ. Μυριβήλης, ο Α. Καραντώνης, ο Δ. Τσάκωνας (μετά χουντικός υπουργός) κ.λπ., οι οποίοι σε πολλαπλά επίπεδα και από διάφορα παραπολιτικά ή άλλα μετερίζια δίνουν εθνικόφρονες «αγώνες». Διαφωτίζοντας, εκλαϊκεύοντας και τελικά κινητοποιώντας στην καταστολή των «εσωτερικών εχθρών».

Οπως επισημαίνεται από ιστορικούς της περιόδου, η κυριότερη πρωτότυπη συμβολή των Ελλήνων θεωρητικών του αντικομμουνισμού είναι η ανάδειξη της εγγενούς αντίθεσης μεταξύ ελληνισμού και κομμουνισμού. Η «ασυμφιλίωτη αντίθεση ελληνισμού και της ελληνικής φυλής» από τη μια, «κομμουνισμού και σλαβισμού» από την άλλη.

Ο φιλόσοφος και πολιτικός Κων. Τσάτσος (ο κατοπινός πρόεδρος της μεταπολίτευσης) θα δώσει και μια άλλη νότα. Αναπτύσσει ένα είδος πολιτισμικού και όχι βιολογικού ρατσισμού, με βάση τον οποίο αποδεικνύει την ιστορική αποστολή του ελληνισμού και την ανωτερότητά του έναντι των Σλάβων. Χαρακτηρίζει τον κομμουνισμό «ασιατικό πάθος» και μυστικισμό της Ανατολής και ταυτίζει το ελληνικό με το κλασικό, αναδεικνύοντας τη διαχρονική υπεροχή του ελληνικού πνεύματος.

Τα ίδια με άλλα λόγια επαναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δέκα χρόνια μετά τη νίκη στον «συμμοριτοπόλεμο». Η μάχη κατά του κομμουνισμού είναι «ζήτημα φυλετικής και εθνικής υπάρξεως... Συνέχισις όλων εκείνων των αγώνων τους οποίους διεξήγαγε το έθνος διά να διαφύλαξη ελευθέραν την γην εις την οποίαν ερρίζωσε και την οποίαν ελάμπρυνε διά του πολιτισμού...».

Ενας «ιστός αράχνης» περιβάλλει τη δημόσια σφαίρα. Οχι κομμουνιστικός, όπως είναι ο τίτλος του γνωστού τότε ραδιοφωνικού «σίριαλ» όπου περιγράφεται το «τίμημα της απροσεξίας (σ.σ.: μέχρι θανάτου!) όποιου άμοιρου πιαστεί στους αόρατους (σ. σ.: αριστερούς) ιστούς της αράχνης». Ο ιστός της εθνικοφροσύνης που απλώνεται παντού...

Οι Κέρβεροι και ο... 4ος γύρος

Το τέλος του «πολεμικού αντικομμουνισμού» δεν έρχεται με τη λήξη του Εμφυλίου. «Ο πόλεμος δεν ετελείωσε» διακηρύσσει το ΓΕΣ, «συνεχίζεται υπό νέα μορφή... Είναι ο τέταρτος γύρος!». 

Μια δεκαετία αργότερα (1961) προειδοποιούσε ότι δεν απειλείται μόνο το κοινωνικό καθεστώς, το οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Υπάρχει διαρκής «απειλή, καθαρώς κατά της εθνικής και φυλετικής μας υποστάσεως, αφού σκοπός είναι η παράδοση της Β. Ελλάδας στους Βουλγάρους, η αλλοίωση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων και ο ολοκληρωτικός αφανισμός της φυλής μας».

Ενας από τους πρώτους Κέρβερους της εθνικοφροσύνης ήταν η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών και Ερευνών (πρόδρομος της ΚΥΠ), παράλληλα και σε συνεργασία με αντίστοιχες στρατιωτικές υπηρεσίες. Καθώς προχωρά η δεκαετία του 1950 διαμορφώνεται το τετράπτυχο στρατός - σώματα ασφαλείας - μυστικές υπηρεσίες - υπουργείο Προεδρίας που συντόνιζε τις αντι- κομμουνιστικές - εθνικές δράσεις. Σε συνεργασία κυρίως με τα παρακλάδια της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών (USIS - USIA) στη χώρα μας.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 κυριαρχούν οι χαρακτηρισμοί του «πολεμικού αντικομμουνισμού» (ΕΑΜοβούλγαροι, συμμορίτες κ.λπ.), ενώ αρχίζει και η πολύ διαδεδομένη αργότερα «σοβιετολογία». Η τελευταία με σήμα κατατεθέν το 1952-53 το περιοδικό «Πίσω από το παραπέτασμα» του φιλοχιτλερικού δημοσιογράφου Γρ. Γραμματικόπουλου (διευθυντής από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι τον Μάρτιο του 1943 της ναζιστικής εφημερίδας «Νέοι Καιροί» που εξέδιδε ο Πέτρος Ωρολογάς στη Θεσσαλονίκη) θα δημιουργήσει τη ζήτηση για το επάγγελμα του μισθοφόρου αντικομμουνιστή - σοβιετολόγου. Εκεί όπου θα διαπρέψουν και ορισμένοι πρώην κομμουνιστές όπως ο Ελ. Σταυρίδης, συγγραφέας ενός από τα αντικομμουνιστικά «ευαγγέλια» («Τα παρασκήνια του ΚΚΕ»), ο εργατοπατέρας Αρ. Δημητράτος (διορισμένος πρόεδρος της ΓΣΕΕ από τον Μεταξά) κ.ά.

Εκ των υστέρων ο Κων. Καραμανλής υποστηρίζει: «Είχα την πρόθεση να τα άρω (σ.σ.: τα έκτακτα μέτρα) εν καιρώ, εάν το λαϊκόν μέτωπον το 1956 και η επικίνδυνος διόγκωσις των δυνάμεων της ΕΔΑ, κατά το 1958, δεν καθίστων ψυχολογικούς άκαιρον την άσκησαν παρόμοιας πολιτικής» (από το αρχείο Καραμανλή). Ακολούθησε, όμως, τον κατήφορο του αυταρχισμού.

Αντί για «άρση» ο Σάβ. Κωνσταντόπουλος αποκάλυπτε στα χρόνια της χούντας: «Ενθυμούμαι ότι ολίγας ημέρας μετά τις εκλογές του 1958 ο Κων. Καραμανλής μας εκάλεσε μερικούς φίλους εις την Κηφισσιάν, όπου έμενε κατά το θέρος. Είμεθα περίπου δέκα πρόσωπα δημόσιοι λειτουργοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι... Η συζήτησις εκείνη έγινε αφορμή να συγκροτήση αφανή επιτροπή εις την οποίαν συμμετείχαν διακεκριμένοι διανοούμενοι διά την παρακολούθησην, την θεωρητικήν και πολιτικήν του κομμουνιστικού προβλήματος». Σε αυτή συμμετείχε και Γ. Παπαδόπουλος - εκεί, υποτίθεται, τον γνώρισε ο Κωνσταντόπουλος.

Τρεις επιτροπές υπουργών, δημοσιογράφων, στρατηγών

Από τις μελέτες των λιγοστών σχετικών αρχειακών πηγών της καραμανλικής περιόδου (1955-63) προκύπτει ότι την όλη «εθνική» επιχείρηση συντόνιζε μια τριάδα αφανών επιτροπών:

• Ειδική Επιτροπή Υπουργών για «την μελέτην των μεθόδων και των πάσης φύσεως μέτρων διά την αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν της κομμουνιστικής δραστηριότητος, της κομμουνιστικής προπαγάνδας και των εκ τούτων προκαλουμένων κινδύνων». Αρχικά μέλη της ήταν οι υπουργοί Εξωτερικών Ευάγγ. Αβέρωφ, Προεδρίας Κων. Τσάτσος και Εργασίας Αρ. Δημητράτος, ο υφυπουργός Εσωτερικών και Δημ. Τάξης Ευάγγ. Καλαντζής ο οποίος είχε επίσης διατελέσει υπουργός του δικτάτορα Μεταξά, ο διευθυντής της ΚΥΠ Αλ. Νάτσινας και ο δημοσιογράφος Σάββας Κωνσταντόπουλος.

Οκταμελής Ειδική Συμβουλευτική Επιτροπή για να υποστηρίζει την προηγούμενη «εις τον σχεδιασμόν, την κατεύθυνσιν, τον συντονισμόν και τον έλεγχον απασών των ενεργειών εθνικής προπαγάνδας». Συνεδρίαζε καθημερινά και την αποτελούσαν ο διευθυντής της ΚΥΠ, οι δημοσιογράφοι Σ. Κωνσταντόπουλος, Νικ. Βέρρος και Δημ. Πουλάκος, ο διευθυντής προγράμματος του ΕΙΡ καθηγητής Αγγελος Προκοπίου, ο πρόεδρος της Ενώσεως Θεατρικών Συγγραφέων Γ. Ασημακόπουλος, ένας δικηγόρος (Αρης Σεραφετινίδης) και ένας στρατιωτικός (Κων. Μητρέλης).

Δευτεροβάθμια Συντονιστική Επιτροπή με πρόεδρο τον Α/ΓΈΕΘΑ Αθανάσιο Φροντιστή και μέλη τους αρχηγούς ΓΈΣ, αστυνομίας και χωροφυλακής, τον διευθυντή της ΚΥΠ και τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών του υπ. Προεδρίας. Αρμοδιότητά της «να θέτη τας γενικάς γραμμάς συντονισμού των υπηρεσιών εις τον τομέα των Πληροφοριών και της Διαφωτίσεως», να εποπτεύει τη δράση τους και να εισηγείται σχετικά στην Επιτροπή Υπουργών.

«Στο τεχνικό πεδίο, η διεξαγωγή του έργου ανατέθηκε σε τρία όργανα. Δύο απ’ αυτά, η Υπηρεσία Ειδικών Μελετών της ΚΥΠ (ΥΕΜ) και η Ελληνική Επιμορφωτική Εταιρεία, υπήρχαν από το 1957. Το τρίτο, η Διεύθυνσις Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας, ανέλαβε στις αρχές του 1959 τον συντονισμό της “διαφωτίσεως" με πολιτικό προϊστάμενο τον υφυπουργό Τρύφωνα Τριανταφυλλάκο (υπουργό Δημοσίων Εργων της χούντας αργότερα) και το 1960 αναβαθμίστηκε σε αυτοτελή Υπηρεσία Πληροφοριών (ΥΠ) με επικεφαλής τον απόστρατο στρατηγό Νικόλαο Γωγούση.

Κομβικό ρόλο στα παραπάνω διαδραμάτισε ένας αξιωματικός με σκοτεινό ακροδεξιό παρελθόν και “λαμπρό” νεοφασιστικό μέλλον: ο αντισυνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος, στέλεχος της ΥΕΜ και το 1961 γραμματέας της Δευτεροβαθμίου».

Εδώ μια παρένθεση για την ποιότητα των... εθνικοφυλάκων. Ο Τριανταφυλλάκος, σύμφωνα με τον ομόφρονά του τότε Κων. Τσάτσο, «έκανε τον Καραμανλή να ελπίζει ότι θα μπορούσε να ελέγχει τις εφημερίδες καλύτερα από μένα. Υποστήριζε άλλωστε την υπουργοποίησή του και η πρώτη εξαδέλφη του Ελένη Βλάχου (συν η Αμαλία, γυναίκα του Καραμανλή). Χωρίς να είναι κουτός, ήταν ανισόρροπος και έξαλλος και φυσικά ανίκανος να συντάξει ένα κείμενο...». (Τα στοιχεία αντλούνται από την μελέτη του καθηγητή Γ. Στεφανίδη)

Ελεγχόμενη ενημέρωση, προπαγάνδα, χρηματισμός

Την ευρύτερη περίοδο αναδιοργανώνονται οι σχετικές «υπηρεσίες», οι θεωρητικοί του αντικομμουνισμού και της εθνικοφροσύνης δείχνουν τα δόντια τους, οι συνωμότες στον στρατό σχεδιάζουν για πραξικόπημα, φουντώνουν οι παρακρατικές οργανώσεις, ενώ πρόθυμοι «πατριώτες» συγκέντρωναν «πληροφορίες» για μη εθνικόφρονες με... αντισταθμιστικά οφέλη. 

Εντάθηκαν η βίαιη καταστολή, οι παρακολουθήσεις, η συλλογή πληροφοριών, οι ψυχολογικές πιέσεις σε συνδυασμό με την ελεγχόμενη ενημέρωση και την προπαγάνδα. Κάθε είδους έντυπο (εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία), κρατική ραδιοφωνική εκπομπή, κινηματογραφική και θεατρική παραγωγή επιχειρήθηκε να πιαστούν στον «εθνικό ιστό της αράχνης». Εθελοντικά ή με ανταλλάγματα. Ακόμη και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος «συνδύαζε πάσαν προσφοράν του με υπερβολικός αξιώσεις ανταλλαγμάτων ως δάνεια, οικονομικοί παροχαί κ.λπ.».

Ενα από τα πιο σημαντικά μέτρα ήταν, βεβαίως, και ο απευθείας χρηματισμός Μέσων και δημοσιογράφων. Για το 1959 π.χ. προβλεπόταν μηνιαία καταβολή από 80.000 ή 15.000 ή 5.000 δραχμές σε δημοσιογράφους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα «μυστικά κονδύλια» για τα Μέσα το 1957 ήταν 27 εκατ. ενώ το 1958 εκτοξεύτηκαν στα 77 εκατ. (για σύγκριση, τα κονδύλια για την παιδεία μειώθηκαν την ευρύτερη περίοδο από 88 σε 68 εκατ.).

Δεκάδες δημοσιογράφοι επιδοτούνταν με μηνιαίο μισθό (1200δρχ), Ελληνες και ξένοι, μεταξύ των οποίων και ο ανταποκριτής του BBC, με 23.000 δρχ.! Οπως καταγράφεται σε απόρρητο σημείωμα του υπουργείου Προεδρίας, «απαιτείται παρέκκλισις από τας κειμένας Συνταγματικάς διατάξεις με αιτιολογικόν το εθνικόν θέμα... Τι το λογικώτερον, λοιπόν, από την κατεύθυνσιν του Τύπου;». 

Η «εθνική διαφώτισις» οργιάζει στο απολύτως χειραγωγούμενο κρατικό ραδιόφωνο, καθοδηγούμενη από την τριάδα Αγγ. Προκοπίου, Ν. Βέρρου, Γ. Ασημακόπουλου. Παρά το χρήμα που ρέει και τις νυχθημερόν προπαγανδιστικές εκπομπές «διά τους εργάτας, αγρότας, ναυτιλλομένους και την νεολαίαν» και τις εθνικοθρησκευτικές εκπομπές, το «λαϊκό» μέσο δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του αυταρχικού συστήματος.

Παραλλήλως υπάρχει και πλημμυρίδα κάθε είδους εκδόσεων, βιβλίων, φυλλαδίων με τιράζ που έφτανε τις 10.000. Παρ’ όλα αυτά, «εις τον αγώνα κατά του κομμουνισμού εχάσαμεν την μάχην του βιβλίου» διαπιστώνουν οι υπηρεσίες πληροφοριών. Γενικότερα στις παρόμοιες μάχες οι ακροδεξιές ήττες ήταν καταφανείς στο μεγαλύτερο μέρος των γραμμάτων και τεχνών. Η υπεροχή των «μη εθνικόφρονων» εκδόσεων προκύπτει και αριθμητικά. Το1960 οι υπηρεσίες καταρτίζουν κατάλογο 80 «εκδοτικών οίκων ασχολουμένων με την έκδοσιν βιβλίων κομμουνιστικού ή φιλοκομμουνιστικού περιεχομένου» και 177 «κομμουνιστικών ή φιλοκομμουνιστικών» τίτλων.

«Υπηρεσία παρακολουθήσεως διά το ποιόν των εκδόσεων»

Από το1959 προβλέπεται να «συσταθή ειδική υπηρεσία παρακολουθήσεως και μελέτης των εις την κατανάλωσιν διατιθέμενων εκδόσεων, ήτις διά περιοδικών ανακοινώσεων διά του Τύπου να ενημερώνη υπευθύνως το κοινόν όσον αφορά το ποιόν εκάστης εκδόσεως (τι είναι κομμουνιστικόν, τι είναι ύποπτον, τι ακίνδυνον, τι χρήσιμον, τι επιβλαβές)». Την παρακολούθηση πρέπει να συμπληρώνει η «αυστηρά κριτική των εκδόσεων και των συγγραφέων εκείνων, οίτινες αναπτύσσουν άμεσα ή έμμεσα υπονομευτικήν δράσιν», με «εκδηλώσεις αποδοκιμασίας κ.λ.π.» από «τους ηγουμένους των πνευματικών ιδρυμάτων της χώρας, άλλως, να λαμβάνωνται μέτρα εναντίον των». 

Ταυτόχρονα «επιβάλλεται η ενθάρρυνσις, ηθική και υλική, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας» που κινείται στη σωστή κατεύθυνση και η διαφήμιση «εκάστης εκδόσεως εθνικού περιεχομένου δι’ όλων των μέσων».

Ιδού μερικοί ενδεικτικοί τίτλοι: «Η μάχη της ευημερίας», «Ο 4ος γύρος», «Οι δουλάνθρωποι Αυτοί που πληρώνονται για να προδίδουν την Ελλάδα», «Εθνική ασφάλεια και οικονομική ανάπτυξις». Το κάδρο συμπληρώνουν διάφορα περιοδικά, ενώ δεσπόζουσα θέση κατέχει η «Σοβιετολογία» του Γεωργαλά, που κυκλοφορούσε σε 5.000 αντίτυπα για «να ενημερώνη κρατικά στελέχη, πρόσωπα κατέχοντα επικαίρους θέσεις, αλλά και την σπουδάζουσαν εις τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα νεολαίαν επί των πραγματικών επιδιώξεων του κομμουνισμού, ώστε τα εν λόγω πρόσωπα να αποκτήσουν γνώσεις διευκολυνούσας την κατά το δυνατόν αποτελεσματικωτέραν συμβολήν των εις τον κατά του ερυθρού ολοκληρωτισμού αγώνα».

Εκτός από τα ΜΜΕ και τις εκδόσεις, στο στόχαστρο βρέθηκαν και τα δημόσια θεάματα Για το θέατρο προβλέπεται προληπτικός έλεγχος των έργων «παρά της διοικήσεως της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων». Ετσι, γενικώς, «πλην ελάχιστων εξαιρέσεων είναι εθνικόφρονες».

Συνοικία το λογοκριμένο όνειρο

Οι λογοκριτικές επιδόσεις ήταν πιο έντονες στον κινηματογράφο. Θεωρούνταν «άκρως επιζήμιον, εάν οι κομμουνισταί κατώρθωναν να επηρεάζουν την ελληνικήν κοινωνίαν και διά κινηματογραφικών ταινιών εγχωρίου παραγωγής, δοθέντος ότι ο κινηματογράφος ασκεί μεγίστην ψυχολογικήν επίδρασιν επί του λαού».

Κλασικό δείγμα ακρωτηριασμού ταινίας αποτελεί η «Συνοικία το όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη, με αριστερούς συντελεστές τους Θεοδωράκη. Λειβαδίτη, Κατράκη κ.ά. Οσο για τις ξένες εισαγόμενες ταινίες, υπήρχαν έλεγχος και αριθμητικός περιορισμός για την αντιμετώπιση τυχόν «αντεθνικής» προβολής τους.

Η απόπειρα για προπαγανδιστική παραγωγή με θέματα από τη νεότερη ιστορία (συμμοριτοπόλεμος, παιδομάζωμα κ.ά) απέδωσε πάμφτωχα αποτελέσματα. Δεν βρέθηκαν πρόθυμοι παραγωγοί για να μετράνε τη χασούρα από τις σχετικές ταινίες. Η αρνητική πείρα θα αξιοποιηθεί αργότερα επί χούντας, πάλι με πενιχρά αποτελέσματα.

Η εθνικοφροσύνη ως ιδεολογία και πρακτική εδραίωσε την εξουσία της Δεξιάς τα μετεμφυλιακά χρόνια. Δεν είχε, όμως, τα αναμενόμενα αποτελέσματα στις κάλπες. Η κοινωνική αντίσταση εκφράστηκε στις εκλογές του 1956, όταν συνεργάστηκαν τα περισσότερα κόμματα εκτός ΕΡΕ και ο Καραμανλής μιλούσε για την «υποταγή μιας εθνικόφρονος αντιπολιτεύσεως εις τα κελεύσματα του κομμουνισμού!». Τότε που συνολικά η αντιπολίτευση πλειοψήφησε.

Δυο χρόνια αργότερα και μόλις μία δεκαετία μετά τον Εμφύλιο η εκλογική απήχηση της Αριστερός θύμιζε... λίγο ΕΑΜ. Παίρνοντας μεν συνολικά περίπου 25% των ψήφων, αν δε εξαιρεθούν οι στρατιωτικά επιτηρούμενες περιοχές (3-5%), πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στα αστικά κέντρα.

Καραμανλής σε πανικό, υποχείριο σκοτεινών κύκλων

Το 1961 χρειάστηκαν «η βία και η νοθεία» για να διατηρηθεί στην κυβέρνηση η ΕΡΕ, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Καραμανλής αυτοεξορίστηκε. Οσο για το 1967, είναι γνωστά τα γεγονότα με την προετοιμασία και επιβολή της δικτατορίας.

«Ο αρχηγός της ΕΡΕ, έχοντας πανικοβληθεί από τα αποτελέσματα των εκλογών, γινόταν ως ένα βαθμό υποχείριο των μυστικών υπηρεσιών, ελληνικών και ξένων... Ο Καραμανλής δεν ήθελε ασφαλώς να καταλυθεί το κοινοβουλευτικό πολίτευμα Αναλάμβανε όμως την ευθύνη για την παραπέρα φαλκίδευσή του... Οι μέθοδοι αυτές -παρακρατικές οργανώσεις, αόρατες επιτροπές, τρομοκρατία υπεύθυνων και ανεύθυνων οργάνων- βραχυπρόθεσμα θα ωφελήσουν. Μακροπρόθεσμα, όμως, θα πλήξουν και τον ίδιο και θα οδηγήσουν στην κατάλυση της δημοκρατίας». (Σπ. Λιναρδάτος: Από τον εμφύλιο στη χούντα).

Με πολιτικούς όρους, ο συντηρητισμός ήταν κεντρική έννοια της εθνικοφροσύνης, ασύμβατη με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Σε τελευταία ανάλυση η πρακτική του ήταν και αντεθνική με τον διχασμό σε «εθνικόφρονες» και «μιάσματα».

Πηγή: Του Τάκη Κατσιμάρδου, δημοσιογράφου -History

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

{[['']]}

Η σταδιακή ανάδειξη της εθνικοφροσύνης σε κρατική ιδεολογία

Το 1844. μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς, ο Οθωνας αναγκάστηκε να παραχωρήσει στους Ελληνες σύνταγμα. Κι έτσι η Ελλάδα εκτός από το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος των Βαλκανίων έγινε και το πρώτο κράτος της περιοχής με συνταγματική μοναρχία. 

Την ίδια χρονιά ακούστηκε για πρώτη φορά στη Βουλή, στη Συντακτική Συνέλευση, η φράση «Μεγάλη Ιδία». Βγήκε από το στόμα του Ιωάννη Κωλέττη, γιατρού του Αλή πασά και επιτυχημένου επενδυτή, εκ των πολιτικών πρωταγωνιστών του 1821 και αρχηγού του ανεπισήμως λεγόμενου «γαλλικού κόμματος». Ο Κωλέττης υποστήριξε πως: «Το ελληνικό βασίλειο δεν είναι όλη η Ελλάδα αλλά μόνον ένα μέρος της το μικρότερο και το φτωχότερο. Ελληνας δεν είναι μόνον εκείνος που ζει μέσα σ’ αυτό αλλά και εκείνος που ζει στα Ιωάννινα στη Θεσσαλία στις Σέρρες, στην Αδριανούπολη. την Κωνσταντινούπολη. την Τραπεζούντα την Κρήτη τη Σάμο και σε όποια γη συνδέεται με την ελληνική ιστορία και την ελληνική φυλή».

Ετσι, η Μεγάλη Ιδέα θα παρέσερνε πολύ εύκολα τον λαό και τις πολιτικές του ηγεσίες σχεδόν κάθε φορά που θα διακρινόταν η προοπτική υπαρκτή ή μη υλοποίησής της. Οπως όταν ο Οθωνας είδε στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1854 την ευκαιρία να δημιουργήσει ταραχές στα ελληνοοθωμαντκά σύνορα και να επεκτείνει την ελληνική επικράτεια. Ετσι. επέτρεψε σε ομάδες ενόπλων να βγουν από τα ελληνικά σύνορα και να κάνουν επιθέσεις σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Ηπείρου Ομως οι μεγάλες δυνάμεις δεν είχαν αποφασίσει τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κι έτσι απαγόρευσαν στην Ελλάδα να βοηθήσει τους Ρώσους και να επωφεληθεί κι η ίδια

Η Μεγάλη Ιδέα, οι Οθωμανοί και η Βουλγαρική Εξαρχία

Μαζί με τη Μεγάλη Ιδέα, που στρεφόταν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναπτυσσόταν και ο αντιβουλγαρισμός. Το 1870 είχε ιδρυθεί η ανεξάρτητη βουλγαρική εκκλησία η Βουλγαρική Εξαρχία σε μια προσπάθεια των Βουλγάρων να αποτινάξουν την ελληνική κυριαρχία στην περιοχή. γλωσσική και θρησκευτική αφού οι ιερείς που το πατριαρχείο έστελνε εκεί ήταν σχεδόν αποκλειστικό Ελληνες. 

Το αίτημα για ξεχωριστή εκκλησία ασφαλώς στηριζόταν και από τη Ρωσία. η οποία ήθελε να ενισχύσει την επιρροή της στους σλαβικούς λαούς αντί αυτής των Ελλήνων. Στη δράση της Εξαρχίας μπήκαν τελικά από τον σουλτάνο πολλοί περιορισμοί Δόθηκε όμως, η δυνατότητα να ιδρύονται βουλγαρικές εκκλησίες σε περιοχές που θα δήλωναν ότι κατά τα 2/3 των κατοίκων τους υπάγονταν σε αυτήν. Κάτι που αργότερα οδήγησε σε βίαιες ενέργειες προκειμένου οι πληθυσμοί των περιοχών που οι Βούλγαροι ήθελαν να απλώσουν την ισχύ τους να δηλώσουν εξαρχικοί. Η ανησυχία για τις τάσεις των Βουλγάρων ενισχύθηκαν το 1878 όταν τελείωσε ο ρωσοτούρκικος πόλεμος με νίκη της Ρωσίας. 

Ο τσάρος επέβαλε στον σουλτάνο να υπογράψει στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου έξω από την Κωνσταντινούπολη την ομώνυμη συνθήκη. Με αυτήν η Βουλγαρία προβλεπόταν να αποκτήσει τεράστια έκταση, πολύ πέρα από τα σημερινό της εδάφη, παίρνοντας ένα τμήμα της Ανατολικής Θράκης, την περιοχή της Ξάνθης, ένα μεγάλο μέρος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας όλη τη σημερινή περιοχή της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας ακόμη και την Κορυτσά. 

Τελικά οι Βούλγαροι δεν χάρηκαν για πολύ αυτή την εξέλιξη. Την ίδια χρονιά το 1878 ο Μπίσμαρκ. καγκελάριος της Γερμανίας σε μια προσπάθεια να βρει λειτουργικές ισορροπίες στην Ευρώπη συγκαλεί το Συνέδριο του Βερολίνου.  Το αποτέλεσμα του ευνόησε την Ελλάδα αφού περιόρισε την έκταση της Βουλγαρίας Εγκατέστησε όμως στο μυαλό των Ελλήνων για πάρα πολλά χρόνια τον φόβο του βουλγαρικού ή «από βορρά» κινδύνου.

 Ο «άτυχης πόλεμος» του 1897, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο A' Παγκόσμιος Πόλεμος, η μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή αποτέλεσαν τους μεγάλους σταθμούς και τελικό την ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδίας. Η οποία όμως, δεν ήταν μόνο ένας στρατηγικός προσανατολισμός για τη συνοριακή πολιτική της χώρας, αλλά οργάνου και την εσωτερική συναίνεση. Οι πολιτικές ηγεσίες απαιτούσαν την υπακοή και τη συστράτευση στο εσωτερικό ως προϋπόθεση για την επιτυχία στο εξωτερικό. Οσοι αντιτίθενται σε αυτό παρουσιάζονταν σαν να ανατίθενται στο ίδιο το πεπρωμένο του έθνους. 

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας σήμανε την ανάγκη για έναν νέο τρόπο με τον οποίο θα αναδεικνυόταν ο εσωτερικός εχθρός. Κι αφού η Τουρκία δεν εξυπηρετούσε πια τον ρόλο του φόβητρου, γιατί τα συνοριακά ζητήματα είχαν λήξει, το μόνο διαθέσιμο υλικό γκι να χαραχτεί η νέα εσωτερική διαχωριστική γραμμή ήταν ο αντιβουλγαρισμός.

Αυτοκρατορικές αυταπάτες και εσωτερική διαίρεση

Ο αντιβουλγαρισμός ήταν βασικό συνεκτικό στοιχείο ενός μέρους του εθνικόφρονος στρατοπέδου, πολύ περισσότερό από την αντίθεση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία Αλλωστε υπήρχε ακόμη και η τάση που εξέφραζαν στελέχη του βασιλόφρονος χώρου όπως ο Ιων Δραγούμης. που δεν στόχευαν στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά στη διατήρησή της και τη σταδιακή κατάκτηση της ηγεμονίας εντός της από το ελληνικό στοιχείο.

Είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό. λοιπόν, ότι την ουσία της αντιβουλγαρικής εθνικοφροσύνης την υιοθέτησε και ο βενιζελικός χώρος. Βέβαια, τον ίδιο τον όρο της εθνικόφρονος παράταξης τον είχε υιοθετήσει για την παράταξή του, την αντιβενιζελκή, ο ηγέτης της Δημήτριος Γούναρης προκειμένου να μην ετεροπροσδιορίζεται. Κόμμα Εθνικοφρόνων το είχε ονομάσει το 1915.

Λόγω και της γειτνίασης με το βουλγαρικό στοιχείο. βασικός χώρος δόμησης της εθνικοφροσύνης ήταν η περιοχή της Μακεδονίας. Μετά την ενσωμάτωση της στο ελληνικό κράτος τα πρόσωπα που είχαν τον πολιτικό ηγετικό ρόλο πριν συνέχισαν να τον διατηρούν. Ηταν οι άνθρωποι που είχαν συμμετάσχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον Μακεδονικό Αγώνα, αλλά και πρόσωπα που είχαν αποτελέσει πολιτικό προσωπικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Που είχαν εκπαιδευτεί στα ελληνικά σχολεία ή τα οικοτροφεία της Μακεδονίας παρότι δεν ήταν όλοι ελληνόφωνοι Αυτό τα στελέχη ταυτίστηκαν με τον βενιζελικό χώρο όχι μόνο επειδή επί ηγεσίας του Βενιζέλου η Μακεδονία είχε ενταχτεί στο ελληνικό κρότος, αλλά και επειδή ο ίδιος τους είχε προσφέρει μια σειρά από προνόμια για να τους εντάξει πιο δυναμικά στο ελληνικό κράτος και στις δομές εξουσίας του.

Στη δεκαετία του 1920 και του 1930 στις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες, στα βόρεια της χώρας προέκυψαν μεγάλες αντιθέσεις ανάμεσα σε πρόσφυγες και ντόπιους Μοιραία οι ντόπιοι ταυτίστηκαν με το Λαϊκό Κόμμα αφού όχι μόνο οι πρόσφυγες ήταν βενιζελικοί αλλά και ο Βενιζέλος είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος των ενεργειών του στο να τους εγκαταστήσει στην ελλαδική επικράτεια προκαλώντας ενόχληση, φόβο και εχθρότητα στους προηγούμενους κατοίκους που ένιωθαν ριγμένοι υπέρ των νέων λόγω των παροχών που τους προσφέρονταν. κυρίως σε σχέση με την παραχώρηση γης για την εγκατάστασή τους και την καλλιέργεια της.

«Ιδιοκτήτες» μακεδονομάχοι και ανεπιθύμητοι πρόσφυγες

Σταδιακό το Λαϊκό Κόμμα απορρόφησε και εξέθεσε ως υποψηφίους του πολλούς πρωταγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα και έτσι κατάφερε να κερδίσει την εικόνα της πατριωτικής αντί- βουλγαρικής εκλογικής επιλογής στην περιοχή της Μακεδονίας. 

Κάποιοι άλλοι πρόσφυγες, οι αστοί που ήρθαν από τις σερβοκρατούμενες περιοχές της Μακεδονίας (Μοναστήρι, Στρουμνίτσα. Κρούσοβο) και εγκαταστάθηκαν στην ελληνική Μακεδονία, ως πιο πλούσιοι και κυρίως συντηρητικοί εντάχτηκαν επίσης στα δίκτυα του Λαϊκού Κόμματος Tο αποτέλεσμα ήταν στις αστικές περιοχές της Μακεδονίας το Λαϊκό Κόμμα να κυριαρχεί εκλογικά. Ετσι το βενιζελικό κόμμα που κέρδιζε τις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες και οι οποίες ήταν κοντά στα σύνορα εμφάνιζε τον εαυτό του και τους ψηφοφόρους του ως την πραγματικά εθνική δύναμη που υπερασπιζόταν τα σύνορα από τις επιβουλές των Βουλγάρων.

Αντιστοίχως, μπορούσαν να παρουσιάσουν τους αντίπαλους τους του Λαϊκού Κόμματος ως συμμάχους των Βουλγάρων, είτε πρακτικά είτε κυριολεκτικά, φτάνοντας να παρουσιάζουν την εκλογική επιτυχία των Λαϊκών ως καθοδηγούμενη από τις βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις, κατηγορώντας τους ουσιαστικά για προδοσία Και η αλήθεια είναι πως οι καλός σχέσεις των Λαϊκών με το μη ελληνόφωνο στοιχείο της Μακεδονίας και η επιμονή τους στην ανάγκη να απολαμβάνει κάποιες παροχές τους έκαναν ευεπίφορους σε τέτοιες κατηγορίες. Και αυτή είναι αναμενόμενη πολιτική τακτική παρότι αθέμιτη, ειδικά αφού στις δεκαετίες αυτές, του 1920 και του ‘30ι οι πολιτικές και οι πολιτισμικές δραστηριότητες σε ολόκληρη τη Μακεδονία σε κωμοπόλεις και χωριά σχετίζονταν με τις εθνικές κινήσεις -ελληνική, βουλγαρική. αλλά και ρουμανική- στην περιοχή.

Το ίδιο γινόταν και στη Θεσσαλονίκη όπου εμφανίζονταν όλο και περισσότερες οργανώσεις με τον προσδιορισμό «εθνικό». Η διαφορά όμως ήταν ότι εκεί οι οργανώσεις αυτές είχαν ήδη αρχίσει πέρα από τον αντιβουλγαρισμό να υιοθετούν έντονα και τον αντί κομμουνιστικό χαρακτήρα Οργανώσεις όπως η διαβόητη ΕΕΕ (Εθνική Ενωσης Ελλάς) -που από το1929 ήταν ρητά αντικομμουνιστική και αντισημιτική από το καταστατικό της- και η Αντικομμουνιστική Ενωσης η Πατρίς εμφανίζονταν και δρούσαν συνδυάζοντας στον λόγο τους τον αντικομουνισμό με την επίκληση της βουλγαρικής απειλής. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι η Θεσσαλονίκη είχε εκ των πραγμάτων περισσότερό κεντρικό και συμπυκνωτικό ρόλο για την ευρύτερη πολιτική σύγκρουση αλλά και στο ότι είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται επιθετικό κλίμα προς το ΚΚΕ εξαιτίας των θέσεων του για το μακεδονικό. Κι αυτό αποτέλεσε τεράστια τομή.

Η Κομιντέρν, το ΚΚΕ και το μακεδονικό πρόβλημα


Το 1924 το ΚΚΕ στο 3ο Συνέδριό του είχε υιοθετήσει τη θέση της Κομμουνιστικής Διεθνούς για ανεξάρτητες Μακεδονία - Θράκη στο πλαίσιο μιας Βαλκανικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Η θέση αυτή ήταν αποτέλεσμα της ποικίλης πληθυσμιακής σύνθεσης της Μακεδονίας, όπου Ελληνες. Βούλγαροι Τούρκοι Εβραίοι Σλαβομακεδόνες, Βλάχοι και άλλοι γίνονταν θύματα κακοποιήσεων στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον A' Παγκόσμιο από τις διάφορες πλευρές που έδιναν τη μάχη για την επικράτηση στην περιοχή. Επίσης, στόχευε στο να ευνοήσει τη θέση των Βούλγαρων κομμουνιστών του Γκεόργκι Δημητρόφ στη χώρα τους και να εξασφαλίσει τις κατάλληλες γι’ αυτούς εσωτερικές συμμαχίες. Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στη συνεδρίαση της Διεθνούς είχε διαφωνήσει κατά τη σχετική συζήτηση, όταν όμως η απόφαση ελήφθη το κόμμα δεν μπορούσε παρά να την αποδεχτεί αν δεν ήθελε να βγει εκτός της Διεθνούς και ουσιαστικά να μείνει πολιτικά ορφανό.

 Αργότερα το ΚΚΕ αναγνώρισε πως η θέση αυτή ήταν λάθος. Πρώτον, στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του το 1934. όπου το κόμμα δήλωνε πως δεν αναγνώριζε πλέον εθνικό πρόβλημα στην ελληνική Μακεδονία, με την εξαίρεση των Σλαβομακεδόνων που διατηρούσαν το δικαίωμα για «αυτοδιάθεση μέχρι αποχωρισμού» από την Ελλάδα στη βάση και του σχετικού λενινιστικού σχήματος. 

Ενα χρόνο μετά, στις 23 Μαρτίου 1935, με απόφαση πάλι της ΚΕ του ΚΚΕ διατυπώθηκε για πρώτη φορά σαφώς το σύνθημα της πλήρους εθνικής και πολιτικής ισοτιμίας όλων των μειονοτήτων που ζούσαν στην Ελλάδα. χωρίς αυτοδιαθέσεις και αποσχίσεις. Τελικά το 6ο Συνέδριο του κόμματος που συνήλθε τον Δεκέμβριο του 1935 επικύρωσε τη νέα θέση, ξεκαθαρίζοντας πως δεν υπήρχε πλέον εθνικό πρόβλημα στη Μακεδονία εξαιτίας της αλλαγής που επέφεραν στους εθνολογικούς συσχετισμούς εκεί οι πληθυσμιακές μεταβολές της περιόδου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με την άφιξη των προσφύγων. Η ζημιά όμως, είχε ήδη γίνει

Βενιζελικό ιδιώνυμο. Πατρίς, οικογένεια, ιδιοκτησία

Σημαντικός σταθμός της πορείας διαμόρφωσης της εθνικοφροσύνης είναι και το περίφημο ιδιώνυμο του Βενιζέλου το 1929. Ως ιδιώνυμο ονομάζεται γενικά στη νομική επιστήμη ένα έγκλημα που φέρει ιδιαίτερη απαξία και γι’ αυτό τιμωρείται με βαρύτερες ποινές από αυτές που επιβάλλονται σε άλλα εγκλήματα της ίδιας κατηγορίας. 

Ο τίτλος του νόμου ήταν «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Ο νόμος προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών για όποιον επιδίωκε «την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βίαιων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικράτειας, ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν», ενώ προέβλεπε και τη δυνατότητα εξορίας όποιου κρινόταν ένοχος για έως δυο έτη. 

Είναι ξεκάθαρο πως ο νόμος στόχευε στο να παύσει την κομμουνιστική δράση, ταυτίζοντας την όχι μόνο με δυνητικές πράξεις βίας αλλά και με έναν αντεθνικό ρόλο. Αλλωστε μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη στις 7 Ιουλίου 1928 ο Βενιζέλος ήταν ξεκάθαρος: «Πάσα απόπειρα διαταράξεως ή βιαίας ανατροπής του αστικού καθεστώτος, του οποίου στερεά θεμέλια είναι η πατρίς, η οικογένεια, η ιδιοκτησία θα εύρη αντιμέτωπον την πυγμήν του Κράτους. Είμεθα αποφασισμένοι να εξοπλίσωμεν το κράτος και τας αρχάς του διά τας αναγκαίας νομοθεσίας, όπως καταστή δυνατή η αποτελεσματική κοινωνική άμυνα κατά των απροκάλυπτων ανατρεπικών ενεργειών των εχθρών του κοινωνικού καθεστώτος».

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή, βέβαια, ο Βενιζέλος δήλωνε πως δεν διώκεται η κομμουνιστική ιδεολογία αυτή καθαυτή, την οποία έβλεπε να συνδέεται και με τον χριστιανισμό, αλλά οι πρακτικές και οι επιδιώξεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η προώθησή τους στην Ελλάδα «Το νομοσχέδιον δεν επιδιώκει να διώξη τον κομμουνισμόν ως ιδέαν, αλλά τη Γ Διεθνή και τας μπολσεβικικάς αρχάς αυτής, αίτινες απέχουν πολύ του ιδεώδους κομμουνισμού. Το νομοοχέδιον επιδιώκει τη δίωξιν των οπαδών της Γ' Διεθνούς. Δε δυνάμεθα να διώξωμεν τον κομμουνισμόν, διότι και ο Χριστός υπήρξε κήρυξ της ιδέας αυτής. Ο Χριστός διεκήρυξε πρώτος τον κομμουνισμόν, αλλά από την υψηλήν ιδεολογίαν του κομμουνισμού μέχρι των ανατρεπτικών ενεργειών των ανθρώπων της Μόσχας, υπάρχει διαφορά».

Βεβαίως, ιδέες χωρίς πρακτικές δεν υπάρχουν. Και διώκοντας τις πρακτικές των κομμουνιστών ο Βενιζέλος γνώριζε πως διώκει τον ίδιο τον κομμουνισμό. Γι’ αυτό και είχε απορρίψει την πρόταση να διώκονται με το ιδιώνυμο όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά και οι φασίστες. Καμία έκπληξη δεν προκαλεί, λοιπόν, το ότι με την επίκληση του ιδιωνύμου ως τα τέλη του 1930 διαλύθηκαν οι περισσότερες εργατικές οργανώσεις. Στα πέντε χρόνια της εφαρμογής του συνελήφθηκαν βάσει αυτού περίπου 16.500 άνθρωποι και καταδικάστηκαν γύρω στις 3.000, ενώ απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του «Ριζοσπάστη» στα δύο τρίτα της χώρας. 

Ετσι η επίκληση του μακεδονικού και της θέσης του ΚΚΕ αποκαλύφθηκε πως ήταν μικρό μέρος του πραγματικού ζητήματος. Αυτό που μάλλον φόβιζε περισσότερο τον Βενιζέλο ήταν η διεθνής άνοδος των επαναστατικών κινημάτων που έκανε τις κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις να νιώθουν εξαιρετικά ανασφαλείς. Γι’ αυτό και αποφάσισε να δράσει προληπτικά. Αλλωστε στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο το κομμουνιστικό «πρόβλημα» δεν φαινόταν ιδιαιτέρως ορατό. Το εργατικό κίνημα ήταν αποδυναμωμένο και το ΚΚΕ στις πρόσφατες εκλογές του 1928 δεν είχε καταφέρει καν να μπει στη Βουλή.

Η πρώτη ύλη της εθνικοφροσύνης

Με αυτά τα υλικά σχηματίστηκε στη διάρκεια του μεσοπολέμου η έννοια της εθνικοφροσύνης. Και ο εθνικόφρων δεν ήταν κατά βάση ο Ελληνας που στεκόταν απέναντι στους ξένους και τις επιδιώξεις τους σε βάρος της Ελλάδας. Η λέξη αυτή προσδιόριζε τον Ελληνα που σκεφτόταν με έναν «εθνικά συμφέροντα» τρόπο, σε αντίθεση με άλλους ομοεθνείς του που δεν σκέφτονταν εθνικά. Δηλαδή έγινε ένας όρος που κοιτούσε προς τα μέσα. Τρία στοιχεία αποτελούσαν, λοιπόν, τα βασικά συστατικά της εθνικοφροσύνης: η πίστη στον θεσμό της βασιλείας -άρα και η καχυποψία απέναντι σε πολιτικές αλλαγές προς πιο δημοκρατική κατεύθυνση-, η παρουσίαση των πολιτικών αντιπάλων ως εθνικών εχθρών και ο σφοδρός αντικομμουνισμός. Αναμενόμενο ήταν να προκύψει μια έξαρσή τους κατά την περίοδο του δικτατορίας του Μεταξά αλλά και του Εμφυλίου. 

Οι παράγοντες του καθεστώτος Μεταξά ευνοούσαν με κάθε τρόπο τη σύμπηξη μακεδονισμού και αντικομμουνισμού, προσπαθώντας να την κάνουν να ριζώσει στα προϋπάρχοντα κοινωνικά και πολιτικά δίκτυα της Μακεδονίας του μεσοπολέμου. Αλλωστε εκεί έβρισκαν στελέχη ήδη εξοικειωμένα με αυτήν τη λογική, τα οποία έτσι αποκτούσαν και άμεση σχέση με το καθεστώς ενώ γίνονταν παράγοντες προώθησης και εξυπηρέτησης συμφερόντων.

Ο Εμφύλιος ήταν η στιγμή της πολεμικής απογείωσης της εθνικοφροσύνης. Είχαν προηγηθεί τα Δεκεμβριανά, όπου οι αντιΕΑΜικές δυνάμεις ενοποιήθηκαν, εντάσσοντας πια στο εσωτερικό τους ακόμη και τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες των ναζί, τους οποίους απελευθέρωσαν από το στρατόπεδο στο Γουδή όπου ανέμεναν να παραπεμφθούν σε δίκες, τους έδωσαν όπλα και τους έστειλαν να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ.

 Η βία που χώριζε τους δύο κόσμους συνέχισε με τη Λευκή Τρομοκρατία και τελικά η πολεμική πράξη όρισε καθαρά τα δύο στρατόπεδα στον Εμφύλιο.

Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο στρατός μέσα σε αυτήν τη σύγκρουση αναφερόταν εμφατικά ως εθνικός στρατός. Η διεξαγωγή του πολέμου στα βόρεια και τα δυτικά σύνορα της χώρας κοντά σε χώρες που αντιπροσώπευαν «εθνικούς εχθρούς» -κυρίως τη Βουλγαρία, αλλά και τις Αλβανία, Γιουγκοσλαβία-, οι οποίες στο μεταξύ είχαν γίνει σοσιαλιστικές, σε συνδυασμό με την παλιότερη θέση του ΚΚΕ για το μακεδονικό αλλά και τη θέση που υιοθέτησε εντός του Εμφυλίου ο Ζαχαριάδης προκειμένου να κερδίσει τη συμμετοχή των Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας στις γραμμές του ΔΣΕ έφεραν εύκολα μια προπαγανδιστική ταύτιση του ΚΚΕ με την εθνική προδοσία και τα σχέδια για την απόσπαση μέρους της επικράτειας υπέρ ξένων κρατών. 

Ηδη από την εποχή του ιδιωνύμου ο εθνικόφρων κόσμος ήταν εξοικειωμένος με αυτήν τη λογική. Η ψευδής, όπως αποδείχτηκε. συμφωνία στις Καρυδιές ανάμεσα στο Σλαβομακεδονικό Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο (ΣΝΟΦ) και τους Βούλγαρους για μια αυτόνομη σοβιετική Μακεδονία, αλλά και η πραγματική υποστήριξη από τον ΕΑΜικό Τύπο της «σλαβομακεδονικής μειονότητας» που στην Κατοχή είχε στρατευτεί στον αγώνα εναντίον των Γερμανών και των Βουλγάρων ενίσχυσαν αυτή την τάση και καθιέρωσαν τελικά τον γνωστό όρο «ΕΑΜοβούλγαροι», που είχε δημιουργηθεί ήδη από την Κατοχή.

«Δεν είναι Ελληνες και δεν έχουν θέση ανάμεσα μας»

Ολα αυτά συνεπικουρούνταν από «ανακαλύψεις» επιστολών, παρασήμων, εγγράφων, πυρομαχικών και στρατιωτικού υλικού με κυριλλικά γράμματα, από τις «μαρτυρίες» ανανηψάντων πρώην κομμουνιστών της Μακρονήσου ή ανταρτών που παραδίδονταν. Αλλά και από εμπρηστικά άρθρα δεξιών εφημερίδων όπως του «Ελληνικού Βορρά» και φράσεις του τύπου «Τα άπλυτα κτήνη της ανταρσίας διά να μην αφήσουν καμμίαν εις κανέναν αμφιβολίαν ότι πλήττουν την χώραν των διά λογαριασμόν των Σλαύων ιδρύουν τώρα βουλγαρικά σχολεία εις όσα κουτσοχώρια κατορθώσουν ν’ απλώσουν την αιματηρόν τρομοκρατία τους», αλλά και «εισβολή των βαρβάρων», «λύκοι της βουλγαρικής ζούγκλας», «στίφη της στέπας» που έγραφε η «Μακεδονία» όταν ο ΔΣΕ κατέλαβε τη Νάουσα Ενώ ο «Μακεδονικός Φρουρός» έγραφε πως «Οχι δεν είναι Ελληνες. Οι ελληνόφωνοι σφαγείς της Ελλάδος είναι Βούλγαροι στη ψυχή και στον νουν [...] Βούλγαροι στας χαρακτηριστικότατες τους πράξεις, Βούλγαροι στους σκοπούς, οι Λαϊκοί Δημοκρατικοί Αγωνιστές δεν είναι Ελληνες και δεν έχουν θέση ανάμεσά μας. Η Ιστορία, η επιστήμη, η ίδια η δική τους συμπεριφορά τους κατατάσσει στη βουλγαρική φυλή, της οποίας διαλεχτό κομμάτι αποτελούν. Δεν είναι Ελληνες είναι Βούλγαροι, εχθροί της Ελλάδος, δολοφόνοι των παιδιών της, καταστροφείς των χωριών της, άρπαγες της περιουσίας τους».

Αλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο της ανάπτυξης της αντικομμουνιστικής εθνικοφροσύνης στη διάρκεια του Εμφυλίου μέσω της σύνδεσης του ΚΚΕ με τους Βούλγαρους είναι και η σύνδεση του ίδιου του Εμφυλίου με τον Μακεδονικό Αγώνα. Οι μορφές του Παύλου Μελά και του Ιωνά Δραγούμη χρησιμοποιούνταν κατά κόρον ως σύμβολα των «εθνικών» δυνάμεων, ενώ συχνά οι Βούλγαροι αποτυπώνονταν σε γελοιογραφίες σαν σύμμαχοι του ΚΚΕ με τη στερεοτυπική μορφή των κομιτατζήδων του Μακεδονικού Αγώνα, με τσαρούχια, σταυρωτά φισεκλίκια και όλα τα σχετικά. 

Βασικός διαμορφωτής αυτής της σύνδεσης ήταν ο Γεώργιος Μόδης, παλαίμαχος του Μακεδονικού Αγώνα και ομιλητής σε πάρα πολλές εκδηλώσεις μετά το 1945 για το μακεδονικό ζήτημα αλλά και αρθρογράφος εφημερίδων της Θεσσαλονίκης, κυρίως του «Ελληνικού Βορρά», όπου και δημοσίευε σε συνέχειες διηγήματα και ιστορικές μελέτες με διαρκή αναφορά στον «Σλαυικό κίνδυνο» και παρομοιάζοντας τις επιθέσεις των ανταρτών με παλιότερες επιθέσεις των Βουλγάρων, όπως την επίθεση με πυροβόλο του ΔΣΕ στη Θεσσαλονίκη στον Εμφύλιο με την -εντελώς άσχετη- επίθεση με βόμβες Βούλγαρων αναρχικών στην πόλη το 1903. Μέσα σε αυτό το κλίμα εξηγείται εύκολα γιατί στη διάρκεια του Εμφυλίου είχαν αρχίσει να γιορτάζονται πολύ περισσότερο οι επέτειοι των μαχών του Κιλκίς και του Λάχανά εναντίον των Βουλγάρων από τον Β Βαλκανικό Πόλεμο.

«Εθνικόφρονες Φυματικοί» και βιομηχανία «θυμάτων»

Αξίζει να σημειώσουμε άλλες δύο επιπτώσεις της δημιουργίας του εθνικόφρονος χώρου. Η πρώτη είναι η προσπάθεια για κοινή εκλογική καταγραφή των φιλοβασιλικού και του φιλελεύθερου χώρου στις εκλογές του 1946. Κομβικό πρόσωπο αυτού του εγχειρήματος ήταν ο Φίλιππος Δραγούμης, στον οποίο και απευθύνονταν με επιστολές τους διάφορα δίκτυα και οργανώσεις του φιλοβασιλικού χώρου, με τις οποίες ζητούσαν να συμπεριληφθούν στα ψηφοδέλτια οι ηγέτες τους. Τελικά 27 οργανώσεις του εθνικόφρονος χώρου έφτασαν να ζητήσουν με ανοιχτή επιστολή τους τη σύμπηξη κοινού μετώπου Λαϊκών και Φιλελευθέρων, όμως σε λίγο το εγχείρημα κατέρρευσε και οι οργανώσεις, πάλι με κοινή επιστολή τους, δήλωσαν τη στήριξή τους στο Λαϊκό Κόμμα του Τσαλδάρη.

Η δεύτερη επίπτωση είναι η λειτουργία του εθνικόφρονος χώρου ως πελατειακού δικτύου. Σύλλογοι και πρόσωπα επικαλούνταν την εθνικοφροσύνη τους για να αντλήσουν οφέλη. Σύλλογοι «μαχητών», «θυμάτων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ», «ομήρων» αλλά και κάθε λογής ιδιότητας, δίπλα στην οποία έμπαινε το προσδιοριστικό «εθνικός», όπως οι «Εθνικόφρονες Φυματικοί», «Εθνικόφρονες Πυροπαθείς Κεντρικής Μακεδονίας», ακόμη και η «Εθνική Ενότης Αστέγων Θεσσαλονίκης». 

Ολα αυτά δεν άργησαν να φέρουν την αναμενόμενη εξέλιξη. Εξυπηρετήσεις στο όνομα της προσφοράς στο έθνος, παραγοντισμός και διαφθορά. Δεν είναι μόνο ότι το ΚΚΕ κατηγορούσε τον πλέον γενικό διοικητή Μακεδονίας Γεώργιο Μόδη για παροχή χρηματικών βοηθημάτων σε ανθρώπους που του προσκόμιζαν αμφίβολης πιστότητας ένορκες βεβαιώσεις πως είχαν υπάρξει θύματα του ΕΛΑΣ. Ούτε οι παραδοχές για το αντίστροφο: τον αποκλεισμό ανθρώπων από κάποιες παροχές με τον αυθαίρετο χαρακτηρισμό τους ως κομμουνιστών.

Η φάμπρικα της Φρειδερίκης και το πελατειακό δίκτυο

Το ίδιο το υπουργείο Εσωτερικών έφτασε σε εγκύκλιό του το 1948 να αναφέρει πως ο χαρακτηρισμός διάφορων ανθρώπων ως «συμμοριόπληκτων», δηλαδή θυμάτων των κομμουνιστών, «δεν γίνεται μετά της δεούσης προσοχής». Αναμενόμενη εξέλιξη, αφού είχε φτάσει να αναπτυχθεί μέχρι κι ένα μεγάλο παράλληλο πελατειακό δίκτυο με επικεφαλής την ίδια τη βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία έστελνε στον γενικό διοικητή Βορείου Ελλάδος τις σχετικές αιτήσεις με τις κυρίες επί των τιμών της. Αντιστοίχως είχαν δημιουργηθεί πάρα πολλές «εθνικές» οργανώσεις αξιωματικών που διεκδικούσαν συνταξιοδοτικές, φορολογικές, επαγγελματικές, οικιστικές, νοσηλευτικές και άλλες διευθετήσεις για τα μέλη τους.

Χαρακτηριστικό το παράπονο της Πανελληνίου Οργανώσεως Εφέδρων Αξιωματικών πως «Ενώ έχομεν το προβάδισμα εις τας θυσίας και τον θάνατον, δεν έχομεν το προβάδισμα και εις την ζωήν». Εξίσου εύγλωττος μάρτυρας και το σημείωμα του Φίλιππου Δραγούμη προς τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για την πρόσληψη μιας ομοϊδεάτισσάς του: «Ο πατήρ της, καταγόμενος εκ Μοναστηριού. είναι άριστος πατριώτης και ένας εκ των καλυτέρων εργατών του Μακεδονικού Αγώνος. Νομίζω ότι είναι δίκαιο να προτιμώνται μέλη οικογενειών που πρόσφεραν πάντα εις την πατρίδα».

Η εθνικοφροσύνη, έτσι, έγινε η επίσημη κρατική ιδεολογία. Κι όπως γίνεται πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, διαχύθηκε σε πρακτικές, σχετικές και άσχετες, που τις νομιμοποίησε και τις ενίσχυσε, διαμόρφωσε θεσμούς αλλά και κοινωνικές αντιλήψεις. Ισως τελικά η πιο χαρακτηριστική αποτύπωση του χαρακτήρα της εθνικοφροσύνης και της διαχωριστικής γραμμής που επιχείρησε να τραβήξει εντός της ελληνικής κοινωνίας να είναι η παρακάτω φράση της Διδώς Σωτηρίου στο βιβλίο της «Κατεδαφιζόμεθα», όπου ένα νέο αγόρι, ο Αρης, αναρωτιέται:

«Τι διαφορά είχε ο κομμουνιστής από τον κοινό εγκληματία; Σύγκρινα τις πράξεις τους. Ακρη δεν έβγαζα. Είχα ακούσει έναν φονιά, ονόματι Βαρλάκο, να διαμαρτύρεται: “Θάνατο, σ’ εμένα; Πού ακούστηκε! Κομμουνιστής είμαι;"».

Πηγή: Του Σταύρου Παναγιωτίδη -Διδάκτορα Ιστορίας, Hot History

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger