Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκεμβριανά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκεμβριανά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι X. Φλωράκης, Λ. Κύρκος,και Γρ. Φαράκος απαντούν στο ερώτημα "Αν μπορούσε να αποφευχθεί ο τραγικός Δεκέμβρης του '44"

Οι απόψεις τριών ιστορικών ηγετών της Αριστεράς, μέσα από βιβλία τους και μαρτυρίες τους.

Του Ζήση I. Καραβά. - Από το βιβλίο "Δεκέμβρης του '44. Η αναπόφευκτη σύγκρουση"

Πριν από 75 χρόνια τον μήνα Δεκέμβρη και συγκεκριμένα στις 3/12/1944 έγινε στην Αθήνα το αιματοκύλισμα των άοπλων διαδηλωτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που εξελίχτηκε στον τραγικό Δεκέμβρη του 1944.

Οι συγκρούσεις κράτησαν 33 ημέρες (τερματίστηκαν στις 5-6 του Γενάρη 1945) και στις 11 του Γενάρη υπογράφτηκε ανακωχή/συνθηκολόγηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι, η οποία οδήγησε στην πολυσυζητημένη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 του Φλεβάρη 1945).

Τι ήταν τελικά εκείνος ο «ματωμένος Δεκέμβρης» του 44; Οι ιστορικοί ονόμασαν τα γεγονότα απλώς «Δεκέμβρης ’44», «Δεκεμβριανά του 44» και «Μάχη του Δεκέμβρη» ή «Μάχη της Αθήνας».
Από την πλευρά των νικητών ο «πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν» τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου είδε τον «Δεκέμβρη 44» ως «δώρον του Υψίστου» (φυσικά προς την εθνικόφρονα παράταξή του και τους Αγγλους πάτρονές της).

Από την πλευρά της Αριστεράς, παρότι ηττημένης, ακόμη και σήμερα οι περισσότεροι λένε και γράφουν «ο κόκκινος Δεκέμβρης» ή «ο μεγάλος Δεκέμβρης».
Ομως το μεγάλο ερώτημα που τίθεται χρόνια τώρα και βασικά συζητιέται με έντονες διχογνωμίες στους κόλπους της Αριστεράς -που ήταν και η χαμένη της μεγάλης όσο και άνισης σύγκρουσης- αφορά το αν μπορούσαν να αποφευχθούν τα γεγονότα του ’44.
Να αποφευχθούν δηλαδή από την πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ - ΚΚΕ. Γιατί από την αντίπαλη πλευρά (τη λεγάμενη «εθνική παράταξη» και τον Τσόρτσιλ που ήθελε πόση θυσία να κρατήσει την Ελλάδα στη βρετανική σφαίρα επιρροής) η σύγκρουση ήταν προαποφασισμένη και προσχεδιασμένη με στόχο τη «συντριβή του Ε AM - ΚΚΕ».

Επρεπε λοιπόν το καθοδηγούμενο από το ΚΚΕ ΕΑΜικό κίνημα να απαντήσει ενόπλως (μέσω του ΕΛΑΣ) μετά το αιματοκύλισμα της 3ης του Δεκέμβρη στην πλατεία Συντάγματος και να γενικευτούν έτσι οι συγκρούσεις των Δεκεμβριανών που αποτέλεσαν και την πρώτη (μεγάλη) πράξη του ελληνικού εμφυλίου (1946-49); Αλλο βέβαια το «έπρεπε» και άλλο το (αν) «μπορούσε» να αποφευχθεί ο Δεκέμβρης του 44 και κατ’ επέκταση ο Εμφύλιος - από την πλευρά του ΚΚΕ και της Αριστερός πάντα...

Χωρίς ημέτερα σχόλια παρατίθενται μέσα από βιβλία, άρθρα και μαρτυρίες τους οι σχετικές απόψεις τριών ιστορικών ηγετών της Αριστεράς και του ΚΚΕ, οι οποίοι πολέμησαν (από τις τάξεις του ΕΛΑΣ) στα Δεκεμβριανά του 1944 στην Αθήνα:

Του Χαρίλαου Φλωράκη (γενικός γραμματέας ΚΚΕ από τον Δεκέμβρη 1972 μέχρι τον Ιούλη 1989 και πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς από τον Απρίλη 1989 μέχρι τον Μάρτη 1991).

Του Λεωνίδα Κύρκου (στην ηγεσία του ΚΚΕ Εσ. από το 1968 έως το 1987, εν συνεχεία πρόεδρος της ΕΑΡ και γραμματέας στον Συνασπισμό με πρόεδρο τον Φλωράκη).

Του Γρηγόρη Φαράκου (γενικός γραμματέας ΚΚΕ από τον Ιούλη 1989 μέχρι τον Φλεβάρη 1991 και μετά στον Συνασπισμό).

«Ηταν αντίσταση στα σχέδια των ιμπεριαλιστών»

Ο X. Φλωράκης (20/7/1914 - 22/5/2005) έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1941 σε ηλικία 27 χρόνων. Στα Δεκεμβριανά ήταν 30 χρόνων και πήρε μέρος -από τις τάξεις της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ- στις μάχες που έγιναν από 5/12/1944 έως 6/1/1945 σε περιοχές όπως Γουδή, Καισαριανή, Αμπελόκηποι, Ψυχικό, Κηφισιά.
Αποτιμώντας αργότερα τόσο τον Δεκέμβρη του 44 όσο και τη Συμφωνία της Βάρκιζας θεωρούσε ότι η σύγκρουση ήταν υποχρεωτική για το ΕΑΜ/ΈΛΑΣ και μπορούσε να κερδηθεί, ενώ η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν θα έπρεπε να υπογράφει.

Να τι αναφέρεται σχετικά στο βιβλίο του Χρήστου Θεοχαράτου με τίτλο «Χαρίλαος Φλωράκης και λαϊκό κίνημα» (Αθήνα2001), που είναι αυτοβιογραφία του «καπετάν Γιώτη», κατά την αφήγηση του ίδιου: «Οσοι ισχυρίζονται -ανάμεσά τους και κάποιοι δήθεν αριστεροί- ότι ο Δεκέμβρης υπήρξε από τα κορυφαία λάθη του ΕΑΜ (και άρα του ΚΚΕ), ή είναι πλαστογράφοι ή αναπαράγουν την πλαστογράφηση της Ιστορίας. Γιατί τον Δεκέμβρη δεν τον εξαπέλυσε το ΕΑΜ. Το ΕΑΜ τον υπέστη. Και φυσικά αντιστάθηκε... 
Το θέμα που μπαίνει είναι αν το ΕΑΜ είχε άλλη λύση πέρα από την αντίσταση, αφού οι Αγγλοι του επέβαλαν τον Δεκέμβρη, και αν είχε τη δύναμη να τον ματαιώσει. 

Εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, όμως, η μοναδική λύση για να σταματήσουν οι εισβολείς την ένοπλη επίθεση ήταν να σηκώσουν τα χέρια το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ και να αφήσουν τους νέους κατακτητές να συνεργαστούν απερίσπαστοι με τα όργανα των χιτλερικών -δηλαδή τους ταγματασφαλίτες, τους χίτες, τους δωσίλογους και τους κάθε λογής προδότες, κατακάθια και ποινικούς- ώστε να περάσουν αλυσίδες στον ελληνικό λαό. 
Αυτό όμως ήταν για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ αδιανόητο. Και αποφάσισαν να αντισταθούν. Δεν ήταν, βέβαια, κάποια επανάσταση. Ηταν αντίσταση στα σχέδια των ιμπεριαλιστών. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από τα αιτήματα της διαδήλωσης που οργάνωσε το ΕΑΜ στις 3/12/1944. Να αφεθεί ο ελληνικός λαός ελεύθερος να συνεχίσει την ομαλή δημοκρατική πορεία του...

Ασφαλώς άλλη θα ’ταν η εξέλιξη της Μάχης του Δεκέμβρη αν είχαν παρθεί έγκαιρα ορισμένα μέτρα - αν π.χ. ο ΕΑΑΣ είχε στείλει τις μεγάλες και εμπειροπόλεμες μονάδες του στην Αθήνα. Ισως τότε οι Εγγλέζοι να μην τολμούσαν να επιτεθούν... 
Ο συσχετισμός δυνάμεων, αν είχαν μετακινηθεί οι μεγάλες μονάδες στην Αθήνα, ήταν υπέρ του ΕΛΑΣ... 
Κατά τα Δεκεμβριανά το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έχασαν μια σοβαρή μάχη. Δεν έχασαν τον πόλεμο. Εχασαν την Αθήνα. Δεν έχασαν την Ελλάδα. Αρα, η Βάρκιζα δεν ήταν υποχρεωτική. Δεν ήταν αναπόφευκτη».

«Ο Δεκέμβρης ως πολιτική επιλογή ήταν θανάσιμο λάθος»

Ο Λεωνίδας Κύρκος (12/10/1924 - 28/8/2011) έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1943 σε ηλικία 19 χρόνων. Στα Δεκεμβριανά πήρε μέρος ως ΕΠΟΝίτης και για ένα μικρό διάστημα ΕΛΑΣίτης στο Τάγμα των Εξαρχείων, περιοχή όπου βρισκόταν το σπίτι του. Ιδού η θέση του για τα Δεκεμβριανά, όπως τη γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του «Ανατρεπτικά» (σελ. 119):

«Ο Δεκέμβρης ως πολιτική επιλογή ήταν θανάσιμο λάθος... Η ηγεσία του ΚΚΕ έπρεπε να μείνει χωρίς καμιά ταλάντευση στην πάση θυσία εξασφάλιση της προσφυγής στις κάλπες για την ανάδειξη του πρώτου μεταπολεμικού κοινοβουλίου και στη διεξαγωγή αδιάβλητου δημοψηφίσματος για την οριστική κατάργηση της μοναρχίας».

 Επίσης επικρίνει την τότε ηγεσία του ΚΚΕ γιατί δεν έδειξε την απαιτούμενη ελαστικότητα και θεώρησε κεντρικό ζήτημα για ρήξη την απαίτηση των Εγγλέζων και των ντόπιων εκφραστών τους να διαλυθεί ο ΕΛΑΣ.
 «Θεώρησε -γράφει για την τότε ηγεσία του ΚΚΕ- πως κεντρικό σημείο, ακόμη και για μια ρήξη με τις άλλες δυνάμεις και με τους Εγγλέζους, ήταν η λύση του στρατιωτικού προβλήματος μετά την Απελευθέρωση. Και μολονότι στην Καζέρτα είχε δεχτεί την ανάθεση της αρχηγίας των ένοπλων δυνάμεων -τακτικού στρατού και ΕΛΑΣ- στον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι, στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην κρίση του Δεκέμβρη του 44 δεν έδειξε την απαιτούμενη ελαστικότητα ώστε η λύση του πράγματι σοβαρότατου προβλήματος να μην εμποδίσει την πορεία προς την ομαλή διεξαγωγή των εκλογών, που έπρεπε να είναι ο σαφέστατος και αμετακίνητος στόχος». («Ανατρεπτικά», σελ. 128). Ωστόσο στην ίδια σελίδα (128) των «Ανατρεπτικών» παραδέχεται πως κι αν ακόμη δεν γινόταν ο Δεκέμβρης, «οι Εγγλέζοι πάλι θα έκαναν το παν για να εμποδίσουν την ομαλή πορεία προς τις εκλογές».

Χαρακτηριστική επίσης είναι η τοποθέτησή του όπως καταγράφεται στο βιβλίο «Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά» του Στέλιου Κούλογλου. Εκεί υποστηρίζει: «Ο Δεκέμβρης ήταν η μεγάλη παγίδα στην οποία μπήκαμε με ενθουσιασμό και για χρόνια ολόκληρα έμεινε ως ο Μεγάλος Δεκέμβρης. Ηταν η πρώτη μεγάλη ήττα που υπέστη το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, η Αριστερά γενικότερα. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει το τι ήταν ακριβώς. Ηταν η πρώτη μιας σειράς από τραγικά λάθη που γίνανε χωρίς συνειδητοποίηση ούτε του συσχετισμού των δυνάμεων, ούτε της πολιτικής της άλλης πλευράς, ούτε των δικών μας επιδιώξεων. 
Τι ακριβώς θέλαμε; Να πετάξουμε τους Αγγλους στη θάλασσα; Αυτό ήταν μια ευχή αλλά από κει κι ύστερα τι θα γινόταν; Μπαίναμε στη σύγκρουση με τους Εγγλέζους χωρίς να σκεφτόμαστε τους όρους με τους οποίους θα διεξαγόταν αυτή η σύγκρουση. Ο πόλεμος στην Ευρώπη δεν είχε τελειώσει, οι Γερμανοί είχαν καθηλώσει τους Συμμάχους σε κάποιες περιοχές όπου γίνονταν ακόμη φονικότατες μάχες.

Φαίνεται ότι τα κλιμάκια της ηγεσίας του ΕΑΜ υπολόγιζαν πως οι Εγγλέζοι, παρά τις απειλές, δεν θα έρχονταν, δεν θα μπλέκονταν, δεν θα έφταναν στο σημείο να τουφεκίσουν τους χτεσινούς Συμμάχους ύστερα από τους ύμνους του Τσόρτσιλ και των υπολοίπων. Ηταν αφελείς αυτοί οι υπολογισμοί της ηγεσίας που δεν έβλεπε ότι σε τέτοιες ώρες εκείνο που κυριαρχεί είναι η αίσθηση των συμφερόντων μιας μεγάλης δύναμης όπως ήταν τότε η Αγγλία, η οποία είχε καίρια συμφέροντα στην Ελλάδα. 
Και βέβαια δεν είχε γίνει γνωστή, τουλάχιστον στον κόσμο, στους απλούς μαχητές, η περιλάλητη συμφωνία της Μόσχας. Ακόμη έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό σχετικά με το αν η ηγεσία του ΚΚΕ, δηλαδή το Πολιτικό Γραφείο, ήξερε ότι είχε υπάρξει μια τέτοια συμφωνία. Μπορούσε να το συναγάγει κανείς και από τα γεγονότα. 

Ο Τολμπούχιν, ο μέγας στρατάρχης του Κόκκινου Στρατού, "έγλειψε” τότε τα σύνορα της Ελλάδας αλλά ούτε ένας Σοβιετικός στρατιώτης δεν πάτησε σε ελληνικό έδαφος. Οι Σοβιετικοί δεν έκαναν τίποτε, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των τμημάτων του ΕΛΑΣ που τους έλεγαν: Ελάτε, μπείτε μέσα, βοηθήστε μας, εδώ εμείς συνεχίζουμε τον αγώνα, απέναντι μας όμως έχουμε τους καταχτητές και τους κουίσλινγκ”...

Ηταν μια ένδειξη ότι οι Σοβιετικοί δεν έκαναν τίποτε. Μια ένδειξη όμως που δεν την υπολόγιζε κανείς, μπροστά στο κύμα της ελπίδας, ότι οι Σοβιετικοί κατέβηκαν στα σύνορά μας, δεν είναι δυνατόν οι Εγγλέζοι να αποβιβαστούν και να χτυπήσουν. 
Κι όμως οι Εγγλέζοι αποβιβάστηκαν και χτύπησαν και μάλιστα με τις ευλογίες του Στάλιν. Πέρασε ο Δεκέμβρης του 1944 και η "Πράβδα" δεν έγραψε ούτε λέξη, δεν το ανέφερε καν ως γεγονός. Καμιά αντίδραση δεν υπήρξε από την πλευρά των Σοβιετικών, ήταν τελείως προδιαγραμμένη η τύχη της Ελλάδας».

«Επρεπε να αποφευχθεί... μπορούσε να αποφευχθεί»

Ο Γρηγόρης Φαράκος (11/1/1923 - 23/3/2007) έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1941 σε ηλικία 18 χρόνων. Στα Δεκεμβριανά ήταν 21 χρόνων και πήρε μέρος ως καπετάνιος του ΕΛΑΣίτικου λόχου σπουδαστών «Λόρδος Μπάιρον», προβάλλοντας αντίσταση στο Πολυτεχνείο όταν τα αγγλικά τανκς γκρέμισαν την πύλη του ιδρύματος.
Στα τέλη του Δεκέμβρη τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια μαχών στα Εξάρχεια.

Στο βιβλίο του «Μαρτυρίες και στοχασμοί» (σελ. 61) -το οποίο εκδόθηκε το 1993- ο Φαράκος υπογραμμίζει:
«Η χωρίς αντίσταση παράδοση θα αμαύρωνε το έπος της εθνικής αντίστασης... 
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έπρεπε να υπερασπιστούμε την τιμή και την αξιοπρέπειά μας με τα όπλα. Επρεπε, δεν γινόταν αλλιώς».

Ωστόσο μερικά χρόνια αργότερα, σε μια επιστημονική συνάντηση για τα Δεκεμβριανά όπου τέθηκε το ερώτημα «ήταν αναπόφευκτη η σύγκρουση;», απάντησε:
«Καταρχάς έπρεπε να αποφευχθεί... μπορούσε να αποφευχθεί. Φυσικά θα είχαμε υποχωρήσεις, παραχωρήσεις. Μήπως λιγότερες υποχωρήσεις έγιναν αργότερα στη Βάρκιζα και κατοπινά; Και ποιος ο λόγος να υπάρχουν όλες αυτές οι θυσίες; Αν κρίνεις πολιτικά το θέμα, ως τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας, δημιουργίας μιας δημοκρατικής εξουσίας, όπως απαιτούσε η μεταπολεμική Ελλάδα, τότε κατηγορηματικά θα απαντήσεις: Έπρεπε να αποφευχθεί ο Δεκέμβρης και ήταν δυνατόν να αποφευχθεί”». 
(«Δεκέμβρης του ’44», επιμέλεια Γρ. Φαράκος, Εκδόσεις Φιλίστωρ 1996).

Επίσης ο Γρ. Φαράκος είχε αναρωτηθεί ποιος ήταν ο λόγος που είχαμε τόσες θυσίες. Συγκρίνει μάλιστα αυτές τις θυσίες με τις θυσίες των Βαλκανικών Πολέμων, του A' Παγκόσμιου Πολέμου και της Μικρασιατικής Καταστροφής και καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι θυσίες της Κατοχής και του Εμφυλίου ήταν περισσότερες («Δεκέμβρης του ’44», σελ. 13).
Ετσι στα παραπάνω επιχειρήματά του ενάντια στην επιλογή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να πάρουν τα όπλα στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο προσθέτει ένα ακόμη: το βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές!

Ενδιαφέρον έχει και η αναφορά στο «Μαρτυρίες και στοχασμοί» σχετικά με το ότι στις 33 μέρες των μαχών ούτε μία φορά δεν συνήλθαν η ΚΕ ούτε το ΠΓ του ΚΚΕ. Ωστόσο ο ίδιος σε άρθρο του στα «Ιστορικά» της «Ελευθεροτυπίας» (2/12/1999) αναφέρει ότι προς το τέλος των συγκρούσεων, «στις 29 Δεκεμβρίου 1944 (κατ’ άλλους στις 2 Ιανουαρίου 1945) συνήλθε, σε διευρυμένη συνεδρίασή του, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, για να πάρει σύντομα μέτρα ενίσχυσης των μαχόμενων στην Αθήνα τμημάτων».

Από το ίδιο αυτό άρθρο παρατίθεται ακολούθως ένα μεγαλύτερο απόσπασμα με τις απόψεις - ερμηνείες του για τα Δεκεμβριανά και όσα ακολούθησαν:

«Για τους “νικητές” της Δεκεμβριανής σύγκρουσης, που πέτυχαν να καταλάβουν την εξουσία και να τη διατηρήσουν επί πολλές δεκαετίες, υπάρχει η πραγματικότητα που έζησε ο τόπος. Αυτή αποδεικνύει ότι ο κύριος σκοπός τους ήταν η ανεξέλεγκτη μονοπώληση της εξουσίας και βασικό τους μέλημα είχαν την κονιορτοποίηση - εξαφάνιση της Αριστερός από την πολιτική ζωή».

Μάλιστα «τον Ιούνιο 1945 δημοσιεύεται υπόμνημα των Σοφούλη, Καφαντάρη, Πλαστήρα, Τσουδερού, Μυλωνά προς τον τότε πρωθυπουργό Βούλγαρη, με το οποίο αναγνωρίζουν τον διωγμό και εκφράζουν την ανησυχία τους. Μιλούν για “χιτλερικές συμμορίες οι οποίες λυμαίνονται τη χώρα με διαπραττόμενα εγκλήματα κατά των ελεύθερων πολιτών, κακοποιήσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις, βιασμούς γυναικών, φόνους κ.λπ. εγκλήματα κηλιδώνοντα τον πολιτισμόν μας”. 
Σε παράρτημα, παραθέτουν ένα “μικρόν πολλοστημόριον των εγκληματικών πράξεων που περιήλθον εις γνώσιν μας”
Δεν αναφέρονται, μάλιστα, μόνο στις παρακρατικές οργανώσεις, αλλά επισημαίνουν ότι “το κράτος δεν είναι αμέτοχο” [...]. Σήμερα, πια, δεν είναι εύκολο κάποιος να αρνείται αυτή την πραγματικότητα. Μόνο μέχρι τον Μάρτιο 1947, το σύνολο των δολοφονημένων της Αριστεράς έφθασε τους 1.300 (απ’ αυτούς 124 οι εκτελεσμένοι με αποφάσεις στρατοδικείων). Ο “μονόπλευρος εμφύλιος” που κατήγγειλε η Αριστερά ήταν γεγονός».

«Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι ούτε η ηγεσία του ΚΚΕ είχε απαλλαγεί από την τριτοδιεθνιστική αντίληψη για βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Αλλωστε, η ίδια η Συμφωνία της Βάρκιζας αμφισβητήθηκε εξαρχής από ένα μέρος των ηγετικών του στελεχών. 

Ο Θ. Μακρίδης (Σ.Σ.: στρατιωτικός σύμβουλος του ΕΛΑΣ), στη μυστική του έκθεση σημειώνει: Όταν ο Αρης (Βελουχιώτης) και ο γράφων έμαθαν την σύναψιν της Συμφωνίας της Βάρκιζας και τους όρους της... δυσαρέστως εξεπλάγησαν και τούτο εγνώρισαν εις τον σ. Ιωαννίδην”. Και προσθέτει ότι πρότειναν “να αποσυρθή εν εκ των καλύτερων τμημάτων του ΕΛΑΣ συντεταγμένον εις το Γιουγκοσλαβικόν έδαψος, να εκπεδευθούν εκεί στελέχη στις σύγχρονες μεθόδους πολέμου, ώστε να είναι διαθέσιμοι να δράσωσι όπου-όπως-όταν η καθοδήγησις του ΚΚΕ θα ώριζεν”».

«Το “χαμένο αρχείο” του Αρη Βελουχιώτη, που πρόσφατα έδωσα στη δημοσιότητα (σ.σ.: το σχετικό βιβλίο του Γ.Φ. παρουσιάστηκε στις 11/11/1997), αποδεικνύει με αδιαμφισβήτητα τεκμήρια ότι υπό σκέψη και συζήτηση υπήρχε και η “άλλη” γραμμή. 
Ορθώς η ηγεσία του ΚΚΕ την απέκλεισε τότε. Η ευθύνη της βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετώπισε την κίνηση του Αρη, στο χλευασμό, τις ύβρεις εναντίον του Πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, στην πλήρη εγκατάλειψη και την εξαπάτησή του κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του. Η άγρια εξόντωσή του από τους αντιπάλους ήταν η κατάληξη. Ακόμα μεγαλύτερη όμως είναι η ευθύνη της, γιατί, μόλις μετά λίγους μήνες, προχωρεί στην εφαρμογή αυτής ακριβώς της “άλλης” γραμμής, που υποτίθεται ότι είχε καταδικάσει. Η ένταση των διωγμών από την αντίπαλη πλευρά φαίνεται να “δικαιώνει” τις υπό την ηγεσία τώρα του Ν. Ζαχαριάδη επιλογές της. Ο “φαύλος κύκλος” των αφορμών ή προσχημάτων, που η μια από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις έδινε στην άλλη, συνεχίζεται. Και η διολίσθηση προς τον μαζικό, τον συνολικό Εμφύλιο έχει καταστεί γεγονός».

«Η μεταδεκεμβιανή κατάσταση επέβαλε την αυτογνωσία σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Αλλά: οι μεν "ζαλίζονται” από την αναπάντεχη “νίκη” τους, που με τα όπλα των Αγγλων εξασφάλισαν. Οι δε αρνούνται να παραδεχθούν την ήττα, άρα και τους συμβιβασμούς που αυτή επιβάλλει. Την αυτοσυνειδησία τους, μόλις και θα προσεγγίσουν μετά μία δεκαετία σχεδόν. Στο μεταξύ, ένας καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος σαρώνει τη χώρα και τους ανθρώπους της. Οι συνέπειές του, ακόμα και μετά μισόν αιώνα, στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή δεν έχουν πλήρως εξαλειφθεί».

Οσον αφορά τη στάση των Σοβιετικών στα Δεκεμβριανά και τη ρήση του Ιωσήφ Στάλιν «οι Ελληνες έκαναν μια ανοησία» που αναφέρεται στο ημερολόγιο του Βούλγαρου κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρόφ (γραμματέας της Κομιντέρν, που ήταν το συντονιστικό όργανο των κομμουνιστικών κομμάτων εκείνης της εποχής), ο Γρ. Φαράκος είχε δώσει στην εφημερίδα «Το Βήμα» την ακόλουθη εξήγηση: «Ο Στάλιν, είναι φανερό, δεν ήθελε να χρεωθεί την ήττα του ελληνικού κινήματος. Την ώρα που ο Στάλιν έλεγε αυτό στον Δημητρόφ λειτουργούσε ως ηγέτης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως προσωπικά ήταν να ξεκαθαρίσει ότι ο ίδιος δεν είχε δώσει καμία εντολή για τη σύγκρουση με τους Αγγλους».

Θεωρώντας τη στάση του Στάλιν και των Σοβιετικών «διφορούμενη από την αρχή ως το τέλος», ο Φαράκος πρόσθετε: «Από τη μια μεριά ο Στάλιν δεν ήταν διατεθειμένος, στην προοπτική του να διεκδικήσει έναν πιο αποφασιστικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα, να διακινδυνεύσει τα γενικότερα συμφέροντα της Σοβιετικής Ενωσης στον ήδη διαμορφωμένο χώρο επιρροής της (Πολωνία κλπ.) και από την άλλη μεριά θεωρούσε ότι η ανάπτυξη του κινήματος εναντίον των Αγγλων στην Ελλάδα από το ΚΚΕ και τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς αποτελούσε θετικό στοιχείο για τις ευρύτερες επιδιώξεις στο πλαίσιο της αντιπαράθεσής του με τις δυτικές δυνάμεις. Η Ελλάδα δεν ήταν μεταξύ των πρώτων προτεραιοτήτων της σοβιετικής πολιτικής. Ο Στάλιν παραμένει συνεπής στην αναγνώριση της πρωτοκαθεδρίας των Αγγλων στα ελληνικά πράγματα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν επιφυλάσσει κανέναν άλλο ρόλο στο ΕΑΜικό κίνημα παρά μόνο εκείνον του μοχλού πίεσης».
{[['']]}

Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ - Αλλόφρονες κομμουνιστές - πασιφιστές αστυνομικοί

Ο αστυνομικός διευθυντής A' Νικόλαος Αρχιμανδρίτης γράφει το 1955 στο περιοδικό της αστυνομίας πόλεων για τα γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά και για όσα συνέβησαν στις 3 του Δεκέμβρη 1944

Αναδημοσίευση από τα «Αστυνομικά Χρονικά»

Η άποψη της άλλης πλευράς για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της 3ης του Δεκέμβρη αλλά και για όσα εκτυλίχτηκαν στην πλατεία Συντάγματος τη ματωμένη Κυριακή.

Το άρθρο στο περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά» (τ. 56,15 Σεπτεμβρίου 1955) υπογράψει ο αστυνομικός διευθυντής A' Νικόλαος Αρχιμανδρίτης και είναι ενταγμένο στην προπαγάνδα της εποχής η οποία κινείται στη μανιχαϊστική λογική των καλών εθνικοφρόνων και των κακών κομμουνιστών.
Εν ολίγοις πρόκειται για ένα ανέμπνευστο κείμενο που κατακρεουργεί την ιστορική αλήθεια -προσαρμόζοντάς την στις επιταγές του μετεμφυλιακού καθεστώτος- και δεν θα είχε το ελάχιστο ενδιαφέρον αν δεν ταυτιζόταν σε πολλά σημεία με τον τρόπο που εκθέτουν την ιστορία της εποχής αναθεωρητές «δημοσιολογούντες» και ιστορικοί οι οποίοι καταφανέστατα προστρέχουν σε δεκανίκια τύπου Μαζάουερ και αστυνομικών χρονικογράφων προκειμένου να γεμίσουν τη φαρέτρα τους με έωλα επιχειρήματα. Ακολουθεί το κείμενο που τιτλοφορείται «Ο κόκκινος Δεκέμβρης» (οι μεσότιτλοι του κειμένου είναι της σύνταξης).

Το αστείο της ημέρας: νομιμόφρων ο στρατηγός Σκόμτη

Υστερα από τις παρελκυστικές και παραπλανητικές μεθόδους, που οι κομμουνισταί και οι εαμικοί που συνεργάζονταν μ’ αυτούς, εχρησιμοποιούσαν στο Ελληνικό Υπουργικό Συμβούλιο, ο Αρχηγός των Βρεττανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα Στρατηγός Ρ. Σκόμπυ αντελήφθη την ανάγκη ν’ αναλάβη αυτός στα χέρια του τη διαχείριση του ζητήματος και συγκεκριμένα την πραγματοποίηση της αποφάσεως που είχε από κοινού ληθή για την αποστράτευση των αντάρτικών δυνάμεων μέχρι της 10ης Δεκεμβρίου.

Είχε προς τούτο όλα τα δικαιώματα ο Βρεττανός στρατιωτικός. Του τα έδινε η συμφωνία η οποία είχε συναφθή στις 24 Σεπτεμβρίου στην Καζέρτα της Ιταλίας και την οποία είχεν υπογράψει ο αρχηγός των αντάρτικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ στρατηγός Σαράφης, επίσημα εξουσιοδοτημένος προς τούτο από όλους τους «συναγωνιστές» του.
Τα άρθρα 1 και 2 της συμφωνίας αυτής, λέγουν κατά λέξη τα εξής: «Ολαι αι αντάρτικοι δυνάμεις αι δρώσαι εις την Ελλάδα θέτουν εαυτός υπό τας διαταγάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος. Η Κυβέρνησις θέτει τας δυνάμεις αυτός υπό τας διαταγάς του Στρατηγού Σκόμπυ, ο οποίος διωρίσθη παρά του συμμάχου Αρχιστρατήγου, διοικητής των εν Ελλάδι Συμμαχικών Δυνάμεων».

Εδικαιούτο λοιπόν να πιστεύη ο Στρατηγός Σκόμπυ με τη νομιμοφροσύνη και την ευθύτητα του πειθαρχικού στρατιώτου ότι ένας στρατηγός, ο οποίος είχεν υπογράψει μια τέτοια συμφωνία, θα εσέβετο την υπογραφή του και θα επειθαρχούσε στις διαταγές, τις οποίες ελεύθερα και από ίδια πρωτοβουλία είχε δεχθή.
Ποια όμως υπήρξε η έκπληξη του Αγγλου Στρατηγού όταν στις 24 Νοεμβρίου, που κάλεσε τους στρατηγούς Ζέρβα και Σαράφη για να ρυθμίσουν από κοινού τις λεπτομέρειες της αποστρατεύσεως των αντάρτικών δυνάμεων, άκουσε το Σαράφη να λέη, ότι δεν είναι προετοιμασμένος για τέτοια συζήτηση, ν’ αμφίσβητή την αρμοδιότητα του Στρατηγού Σκόμπυ για την έκδοση διαταγών, να επικαλήται τη γνώμη της Ελληνικής Κυβερνήσεως κ.λ.π.

Στο μεταξύ ο «Ριζοσπάστης» της ίδιας ημέρας τόνιζε ρητά ότι δεν θα διαλυθή η Πολιτοφυλακή, το χειρότερο δηλαδή όργανο της κομμουνιστικής τρομοκρατίας, και επανελάμβανε σε εντονώτερο ακόμη ύψος τις αξιώσεις περί προηγούμενης αποστρατεύσεως της Ταξιαρχίας του Ρίμινι και τού Ιερού Λόχου.

Μάταια, ανακοινώθηκαν στους εαμικούς υπουργούς τηλεφωνήματα τόσον του Αρχιστρατήγου των συμμαχικών Δυνάμεων Μεσογείου, όσον και αυτού του Αγγλου πρωθυπουργού κ. Τσώρτσιλ που τόνιζαν ότι η Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος αποτελούσαν αναπόσπαστα τμήματα των συμμαχικών Δυνάμεων και ότι κατά συνέπειαν η διατήρηση ή διάλυσή τους δεν ανήκουν καν στην αρμοδιότητα
της Ελληνικής Κυβερνήσεως μόνον.

Ο θόρυβος και η επιμονή των κομμουνιστών εσυνεχίζοντο. Επηκολούθησε μια εργώδης έβδομάς, κατά την οποία χωρίς να είναι δυνατό να συνέλθη πραγματικά σε συνεδρίαση το Υπουργικό Συμβούλιο, γιατί η Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητος είχε ουσιαστικά διασπαστή, διεξήγοντο δύσκολες και αποκαρδιωτικές διαπραγματεύσεις για την επίτευξη κάποιου συμβιβασμού.
Επί ημέρες εγίνοντο συζητήσεις για ένα σχέδιο πρακτικού, του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίον είχαν υποβάλει ή εγκρίνει οι εαμικοί υπουργοί, το είχαν αποσύρει έπειτα και είχαν τελικά αμφισβητήσει και την πατρότητά του, αλλά και την έγκρισή του.

Εγινε ακόμη και η προσπάθεια της εξευμενίσεως του ΕΑΜ, με την πρόσληψη, ως Υφυπουργού των Στρατιωτικών του εαμικού Στρατηγού Σαρηγιάννη, που δεν έφερε και αυτή άλλο αποτέλεσμα από τη δυσφορία όλου του πολιτικού κόσμου.
Δεν επιμένουμε στις λεπτομέρειες όλων αυτών των διαπραγματεύσεων, για να μη κουράσωμε τους αναγνώστες μας, και γιατί είναι αρκετά γνωστές. Σημειώνουμε μόνο ότι όλες αυτές οι συνεννοήσεις είχαν από της πλευράς μεν του Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου και των εθνικοφρόνων συναδέλφων του το χαρακτήρα της εξαντλήσεως και του τελευταίου ορίου υπομονής και υποχωρητικότητος, για να αποτροπή η τελική ρήξη, από της πλευράς δε των κομμουνιστών την σημασία της παρελκύσεως της νόθου καταστάσεως για λίγες ακόμη ημέρες, μέχρις ότου τελειώσουν οι τελευταίες προετοιμασίες για την επαναστατική των εξόρμηση.

Η βρετανική κυβέρνηση της AM συναινεί (μας έπιασε ένα σύγκρυο)

Υπό αυτές τις συνθήκες φθάσαμε πια στην 29ην Νοεμβρίου, κατά την οποία εξεδηλώθη πλέον εμφανώς ή Κυβερνητική κρίση και η αδυναμία κάθε περαιτέρω συ-νεννοήσεως και στην Ιην Δεκεμβρίου κατά την οποία ο Στρατηγός Σκόμπυ εξέδωκε τη γνωστή εκείνη Ημερήσια Διαταγή του προς όλους τους αξιωματικούς και τους άνδρας της Ελληνικής αντιστάσεως, τους οποίους καλούσε όπως επιστρέφουν στις εστίες τους, γιατί ο σκοπός της συγκροτήσεώς τους προς καταπολέμηση του κατακτητού είχε πια εκλείψει και γιατί η σχηματιζομένη Εθνοφυλακή θα ανελάμβανε την τήρηση του νόμου και της τάξεως σ’ όλη την Ελλάδα.

Σημειωτέον ότι ευθύς αμέσως την επομένη ανεκοινούτο επίσημα από το πρωθυπουργικό Γραφείο του κ. Τσώρτσιλ, ότι η ημερησία διαταγή του Στρατηγού Σκόμπυ είχε τύχει από πρώτα της εγκρίσεως της Βρεττανικής Κυβερνήσεως της Α. Μεγαλειότητος και ότι κατά συνέπεια δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο περί εφαρμογής οριστικών κυβερνητικών αποφάσεων της Αγγλίας.

Οι συζητήσεις, οι παρελκύσεις, οι υπεκφυγές δεν ήταν πια δυνατές. Οι κομμουνισταί έπρεπε να πάρουν τις αποφάσεις τους. Και επειδή οι προετοιμασίες για την έκρηξη του κινήματος είχαν πια συμπληρωθή κατά το μάλλον ή ήττον, τις πήραν.
Ηδη από το βράδυ της 1ης Δεκεμβρίου η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ εξέδιδε προκήρυξη, με την οποία καλούσε το Λαό όπως επιβάλη «τελικά» τις απόψεις του, ενώ ο σύντροφος Γ. Ζεύγος, ως μέλος πλέον της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος και όχι ως υπουργός, προέβαινε σε δηλώσεις και κατεδίκαζε τις ενέργειες του Στρατηγού Σκόμπυ ως απαράδεκτες και «αντίθετες προς τις αρχές του Συμμαχικού Αγώνα».

Αλλ’ οι σημαντικώτερες αποφάσεις ελήφθησαν την επομένη 2 Δεκεμβρίου, όταν η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ συνήλθε σε μακρά συνεδρίαση στα περίφημα γραφεία της οδού Κοραή. Επίσημα ανεκοινώθησαν, μετά τη συνεδρίαση, μόνον οι εξής αποφάσεις:

1ον) Να απευθυνθή διαμαρτυρία προς τις Κυβερνήσεις των τριών Μεγάλων Συμμάχων.

2ον) Να οργανωθή παλλαϊκό συλλαλητήριο στις 11 π.μ. της 3ης Δεκεμβρίου στην πλατεία του Συντάγματος.

3ον) Να κηρυχθή παλλαϊκή απεργία.

4ον) Να ανασυγκροτηθή η κεντρική επιτροπή του ΕΛΑΣ.

Η τελευταία απόφαση ήταν η σημαντικώτερη, γιατί με αυτή ο ΕΛΑΣ έπαυε πλέον να υφίσταται ως τμήμα του Εθνικού Στρατού υπαγόμενο στην Κυβέρνηση και το συμμαχικό Στρατηγείο και εγίνετο πάλιν κομματικός και επαναστατικός στρατός.

Οι σημαντικώτερες αποφάσεις όμως δεν ανεκοινώθηκαν. Γιατί πραγματικά κατά τη συνεδρίαση αυτή ελήφθη η απόφαση προς βίαια κατάληψη της Αρχής. Οι μη κομμουνισταί ηγέτες του ΕΑΜ, οι οποίοι συμμετέσχον στην συνεδρίαση, αφού στις 29 Νοεμβρίου είχαν εκδηλώσει μια στιγμιαία πρόθεση αποσπάσεως και παραιτήσεως τόσο από την κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ, όσον και από την Κυβέρνηση στην οποία εξεπροσώπουν το ΕΑΜ, διετύπωσαν τότε ωρισμένες επιφυλάξεις.
Αλλά οι κομμουνισταί ηγέτες έσπευσαν να τους καθησυχάσουν. Ούτε πολύ αίμα θα εχύνετο, ούτε πραγματική ρήξη με την Αγγλία θα επήρχετο, ούτε ζημίες θα εδημιουργούντο για την Ελλάδα. Οπως είχε τονίσει και ο σύντροφος Ζεύγος στις δηλώσεις του της προηγουμένης «οι ενέργειες του Στρατηγού Σκόμπυ ασφαλώς δεν επιδοκιμάζονται από την Κυβέρνηση της Μεγάλης Βρεττανίας». Είχαν τηλεγραφήματα και πληροφορίες ότι ήταν τόση η πίεση της Κοινής Γνώμης στην Αγγλία, ώστε μέσα σε 24 ώρες η κυβέρνηση Τσώρτσιλ θα διέτασσε τον Στρατηγό Σκόμπυ να πάψη κάθε αντίσταση και να αποσύρη τα στρατεύματά του.

Αφ’ ετέρου όμως είχαν ληφθή όλα τα μέτρα για να είναι η επικράτηση του κινήματος ραγδαία και στην Αθήνα και στην Ηπειρο και σ’ ωρισμένα νησιά, τις μόνες δηλαδή Ελληνικές περιοχές όπου δεν επικρατούσε απόλυτα το ΕΑΜ.
Στην Αθήνα και στον Πειραιά, μέσα σε λίγες ώρες αφ’ ότου θα δινόταν η διαταγή, θα κατελαμβάνοντο όλα τα Αστυνομικά Τμήματα, οι έδρες της Χωροφυλακής, η Νομαρχία και όλα τα δημόσια κτίρια, ώστε να πάψη αμέσως κάθε αντίσταση.
Στην Ηπειρο, ήταν έτοιμη συνδυασμένη Ελληνική και Αλβανική επίθεση κατά των δυνάμεων του Στρατηγού Ζέρβα. Στα νησιά θα γινόταν αμέσως απόβαση με τη βοήθεια του ΕΛΑΝ (του επαναστατικού ναυτικού).

Ενα μεγάλο μέρος των ανδρών της Ταξιαρχίας, της Αστυνομίας Πόλεων, των πληρωμάτων του Πολεμικού Ναυτικού, θα εστασίαζε, ούτως ώστε να παραλύση και αυτών των δυνάμεων η δράση. Ετσι «οι συναγωνιστές» θα μπορούσαν να είναι ήσυχοι. Αναίμακτη σχεδόν και χωρίς πραγματική σύγκρουση με την Αγγλία, θα επεκράτει μέσα σε λίγες ώρες η «Λαοκρατία».
Δεν ξέρουμε ακριβώς εάν οι ανησυχίες των «συναγωνιστών» εξέλειπαν. Πάντως, οι αποφάσεις για την έκρηξη του Κινήματος, ελήφθησαν τις πρώτες απογευματινές ώρες του Σαββάτου, 2 Δεκεμβρίου 1944.

Σύμφωνα με τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, το Σάββατο 2 Δεκεμβρίου, έγινε την επομένη Κυριακή το «παλλαϊκό συλλαλητήριο» διαμαρτυρίας για τις διαταγές του Στρατηγού Σκόμπυ, στην πλατεία του Συντάγματος.

Το συλλαλητήριο το οποίο ρητώς απηγορεύθη από την Κυβέρνηση και το Στρατιωτικό Διοικητή και το οποίο κατά συνέπεια θα ημπορούσε να διαλυθή με τη βία πριν ακόμη συγκροτηθή, είχε ένα κύριο αντικειμενικό σκοπό «να προκαλέση αιματηρές συγκρούσεις και ταραχές οι οποίες εντατικά εκμεταλλευόμενες από την κομμουνιστική προπαγάνδα, θα παρείχαν τη δικαιολογία για την έκρηξη του κινήματος».
Ετσι παρά την απαγόρευση της Κυβερνήσεως, οι κομμουνισταί αποφάσισαν με κάθε θυσία να κάνουν το συλλαλητήριο την Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου και ώρα 11, τη δε πανεργατική απεργία στις 4 Δεκεμβρίου 1944.
Οι εργάτες μάλιστα της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος απήργησαν από το πρωί της 3-12-1944 και από της 9ης ώρας διεκόπη και η λειτουργία των τηλεφώνων, λόγω απεργίας των υπαλλήλων της τηλεφωνικής εταιρείας.
Ετσι η Διεύθυνση Αθηνών μπορούσε να επικοινωνή τηλεφωνικούς μόνο με τέσσαρα Τμήματα, εκ των 26 Αστυνομικών Τμημάτων.

Οι αστυνομικοί είναι φίλοι μας (και τότε και σήμερα και πάντα)

Η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, της οποίας το οίκημα βρισκόταν στο Μέγαρο της γωνίας των λεωφόρων Βασιλίσσης Σοφίας και Αμαλίας και ακριβώς απέναντι από την πλατεία Συντάγματος, εκινητοποίησε ολόκληρη τη δύναμή της για να προλάβη την πιθανή συγκέντρωση των κομμουνιστών.

Από πολύ πρωί ισχυρά ένοπλα αστυνομικά τμήματα φρουρούσαν σ’ όλους τους δρόμους, που ωδηγούσαν στην πλατεία του Συντάγματος, ελέγχοντας έτσι την κίνηση σ’ όλη την περιοχή αυτή. Επίσης ισχυρή ένοπλη δύναμη φρουρούσε το σπίτι τού Πρωθυπουργού κ. Γεωργίου Παπανδρέου και το Κατάστημα της Αστυνομικής Διευθύνσεως και του Αρχηγείου Αστυνομίας Πόλεων, που ήταν εγκατεστημένα στο ίδιο οίκημα.
Οι αστυνομικοί είχαν εντολή ν’ απομακρύνουν και διαλύουν τυχόν ομάδες διαδηλωτών με την πειθώ και χωρίς τη χρήση βίας και ιδίως να μη κάνουν χρήση όπλων, επ’ ουδενί λόγω, χωρίς διαταγή τού Αστυνομικού Δ/ντού.

Οι κομμουνισταί όμως ωπλισμένοι, συγκεντρώθηκαν σε διάφορα σημεία μακρυά από την πλατεία Συντάγματος και κατόπιν σε πυκνές ομάδες προωθήθησαν προς το κέντρο και κατώρθωσαν παρά τον αγώνα των αστυνομικών να εισχωρήσουν στην πλατεία από την οδό Φιλελλήνων και από την οδό Σταδίου, ώστε πολύ γρήγορα η πλατεία Συντάγματος επλημμύρισε από διαδηλωτές.

Ολοι αυτοί ήσαν φανατισμένοι και εφώναζαν αλλόφρονες κυριολεκτικά κατά της Κυβερνήσεως, με τα συνθήματα του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ κ.λπ.

Αφού οι διαδηλωτές γέμισαν την πλατεία Συντάγματος και τας παρόδους, εκινήθησαν κατά των αστυνομικών, τους οποίους καλούσαν να παραδώσουν τα όπλα.
Στην πλατεία του Αγνώστου Στρατιώτου οι κομμουνισταί αφώπλισαν βιαίως δύο αστυφύλακας. Και όταν από την Αστυνομική Διεύθυνση εστάλη άλλη αστυνομική δύναμη, για να ενισχύση τους αστυνομικούς, οι κομμουνισταί επυροβόλησαν και έρριξαν χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του υπαρχιφύλακος Ιωάννου Λαμπροπούλου και τον ελαφρότερον τραυματισμόν ενός ακόμη αστυφύλακος. Ετσι πρώτοι οι κομμουνισταί άρχισαν να πυροβολούν κατά των αστυνομικών και να τους τραυματίζουν, οπότε ο Αστυνομικός Δ/ντής διέταξε να ριφθούν ριπαί αυτομάτων όπλων στον αέρα, προς εκφοβισμόν.

Μόλις ερρίφθησαν οι ριπές, το πλήθος των διαδηλωτών ετράπη εις φυγήν στους δρόμους, προς το κάτω μέρος της πλατείας και πετούσε τα λάβαρα και τις διάφορες πινακίδες.
Αμέσως όμως οι ελασίτες άρχισαν με τα χωνιά να φωνάζουν προς τους διαδηλωτάς να γυρίσουν πίσω και τους διαβεβαίωναν ότι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο. Ετσι τα πλήθη ξαναγύρισαν με απειλητικώτερες διαθέσεις, οπότε ακούσθησαν νέοι πυροβολισμοί, που ερρίφθησαν από τους διαδηλωτάς και από τους αστυνομικούς που ημύνοντο πλέον στην ένοπλη επίθεση των κομμουνιστών.
Πυροβολισμοί κατά της Αστυνομικής Διευθύνσεως ερρίπτοντο και από την ταράτσα του οικήματος της οδού Οθωνος, παραπλεύρως του μεγάρου Γιάνναρου, όπου ήσαν εγκατεστημένα τα γραφεία του ΚΚΕ. Οι διαδηλωταί άρχισαν να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις, μερικοί δε πήραν στους ώμους των τους πρώτους τραυματίες και τους περιέφεραν φωνάζοντας, ενώ άλλοι έβαφαν με αίμα πινακίδες και εφανάτιζαν τους διαδηλωτάς.

Στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, οι διαδηλωταί αντελήφθησαν τον Αστυνόμο Στέφανο Φαράκλα με πολιτικά, γιατί ως φυματικός ενοσηλεύετο στο Σανατόριο «Σωτηρία» και του επετέθησαν άνανδρα, τον ποδοπάτησαν και με το αίμα του έβαψαν την άσφαλτο, ουρλιάζοντας κυριολεκτικά σαν θηρία.

Η κατάσταση αυτή στο κέντρο των Αθηνών εσυνεχίσθη μέχρι τις 13.30, οπότε κατέφθασαν στην πλατεία Συντάγματος αγγλικά τανκς με ισχυρή δύναμη Αγγλων αλεξιπτωτιστών οι οποίοι με την υπάρχουσα αστυνομική δύναμη εξεκαθάρισαν τελείως την πλατεία Συντάγματος, ανάγκασαν δε και τους ένοπλους ελασίτες που ήσαν ωχυρωμένοι στα γραφεία του ΚΚΕ να βγουν από το μέγαρο και να παραδοθούν με τα όπλα τους.

Κατά την ώρα της διαδηλώσεως μια ομάδα επετέθη με χειροβομβίδες κατά της φρουράς της οικίας του Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου, η οποία αντεπετέθη και αυτή ενόπλως και τους απεμάκρυνε. Ετσι διελύθη η παράνομη αυτή διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου 1944 που απετέλεσε την αρχή του κινήματος, γιατί οι κομμουνισταί άρχισαν από την ημέρα αυτή να εφαρμόζουν το γενικώτερο σχέδιό τους για την κατάληψη της Αρχής.

Κατά τις εσπερινές λοιπόν ώρες αστυνομική περίπολος της πλατείας Ομονοίας επυροβολήθη από κομμουνιστάς, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του αστυφύλακος Β. Περιμένη.
Οι αστυνομικοί αντιπυροβολούν και τραυματίζουν ένα κομμουνιστή, συλλαμβάνουν δε και τρεις ελασίτες οπλισμένους με περίστροφα. Κατά το χρόνο του συλλαλητηρίου στην πλατεία του Συντάγματος, μια ισχυρά δύναμη από ενόπλους ελασίτες περιεκύκλωσε το ΙΑ' Αστυνομικό Τμήμα (Καλλιθέας) και ζήτησε την παράδοση. Ο Διοικητής όμως του Τμήματος αρνήθηκε και τους τόνισε ότι αν επιτεθούν θα αμυνθή και θα τους κτυπήση. Ετσι αποχώρησαν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, τα θύματα της συγκρούσεως, κατά το παράνομο συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου 1944, ήσαν 7 αστυνομικοί τραυματίαι διά πυροβόλων όπλων, και από τους διαδηλωτάς, δέκα νεκροί, από τους οποίους μία γυναίκα και εξήντα έξη τραυματίες, από τους οποίους δέκα έξη γυναίκες και δύο παιδιά ηλικίας δέκα έως δώδεκα ετών.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου έκανε δηλώσεις σχετικές με τις ευθύνες και τους πρωταίτιους της συγκρούσεως των διαδηλωτών με την Αστυνομία, οι οποίες επειδή δεν ήταν δυνατό να μεταδοθούν με το ραδιοφωνικό Σταθμό, λόγω της διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος, ετοιχοκολλήθησαν στους κεντρικούς δρόμους των Αθηνών...

Από το βιβλίο "Δεκέμβρης 1944. Η αναπόφευκτη σύγκρουση"
{[['']]}

Παπανδρέου, Σκόμπι, Τσόρτσιλ και ο Δαμασκηνό, ιλαρές μορφές σαιξπηρικού δράματος

Του Ζήση I. Καραβά, Δημοσιογράφου - Από το βιβλίο "Δεκέμβρης 1944. η αναπόφευκτη σύγκρουση"

Τα πρόσωπα δεν δημιουργούν Ιστορία - μπορεί να επηρεάζουν τις εξελίξεις και να διασταυρώνονται με τα γεγονότα αλλά τελικά παρασέρνονται από τα μεγάλα ρεύματα που αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνία. Εξετάζοντας τη δράση και την πολιτεία μερικών από τα κομβικά πρόσωπα τα οποία διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στα Δεκεμβριανά, αντιλαμβανόμαστε ότι στην πραγματικότητα υπήρξαν τραγικοί ήρωες που υπόκεινται στη βούληση της ειμαρμένης της Ιστορίας.

Γεώργιος Παπανδρέου

Καταλυτικός για τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών αλλά και γενικότερα για τον Εμφύλιο υπήρξε ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο μετέπειτα «γέρος της δημοκρατίας» όχι μόνο γνώριζε την απόφαση και τα σχέδια του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ για «συντριβή του ΕΑΜ» σε χρόνο που θα ευνοούσε τους Αγγλους, αλλά ως πρωθυπουργός της Ελλάδας συμμετείχε ενεργά στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής.

Συγκεκριμένα ο Γ. Παπανδρέου έφτασε από το Κάιρο στην Αθήνα στις 18 του Οκτώβρη 1944 και δύο ημέρες αργότερα σχημάτισε την κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή και έξι ΕΑΜικών υπουργών. Τότε που μιλώντας σε λαοθάλασσα, υπό την πίεση των συνθημάτων του ΕΑΜικού πλήθους, εκστόμισε το ιστορικό «και εις την λαοκρατίαν πιστεύομεν»!

Ενα από τα πρώτα ζητήματα που έπρεπε να επιλύσει η νέα κυβέρνηση ήταν η αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων και η δημιουργία εθνικού στρατού. Στις 5 Νοεμβρίου 1944 ο Γ. Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ύστερα από συνεργασία που είχε με τον στρατηγό Ρόναλντ ΜακΚένζι Σκόμπι, διοικητή των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατεύονταν έως τις 10 του Δεκέμβρη 1944. Ομως ο Σκόμπι, ο οποίος κατ’ εντολή του Τσόρτσιλ είχε το γενικό πρόσταγμα, την 1η του Δεκέμβρη κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή-τελεσίγραφο για την άμεση αποστράτευση των ΕΑΜικών αντάρτικων δυνάμεων.

Γίνεται φανερό ότι το κρίσιμο ζήτημα της αποστράτευσης/αφοπλισμού του ΕΛΑΣ ο Γ. Παπανδρέου το χειρίστηκε με τέτοιον («ανένδοτο» και μονόπλευρο) τρόπο, επιδιώκοντας να παρασύρει το ΚΚΕ σε «στάσιν» και να συντρίψει το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. 
Ακόμη, λοιπόν, και αν αποδώσει κανείς ευθύνες και στο ΚΚΕ -κυρίως για την εξέλιξη των Δεκεμβριανών-, συνάγεται αβίαστα ότι ο «αρχιτέκτονας της σύγκρουσης» σε αυτήν τη φάση του Εμφυλίου ήταν ο Γ. Παπανδρέου! 
Αυτό προκύπτει, άλλωστε, από επιστολή του ίδιου στην «Καθημερινή» (δημοσιεύτηκε στις 2 του Μάρτη 1948). Ιδού χαρακτηριστικά όσο και αποκαλυπτικά αποσπάσματα:

«Η προσαρμογή του ΚΚΕ εις την Εθνικήν Ενωσιν (σ.σ.: δηλαδή η συμμετοχή στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας) έχει συντελεαθεί υπό την σιωπηρόν προϋπόθεσιν της παρουσίας εν Ελλάδι σημαντικών βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων [...].

ΣΧΟΛΙΟ: Ο όρος «σιωπηρά προϋπόθεσις» σε ποια πλευρά αναφέρεται; Στον ίδιο ως πρωθυπουργό (που γνώριζε ή προσκαλούσε τη βρετανική παρουσία) ή στο ΚΚΕ (που υποτίθεται ότι είχε «μυστικά» ενημερωθεί και σιωπούσε); Στην πρώτη περίπτωση ήταν δόλος, στη δεύτερη ήταν πρόσθετη ένδοξη υποχωρητικότητας του ΚΚΕ, άρα και ένδειξη ότι δεν απέβλεπε σε βίαιη κατάληψη της εξουσίας.

«Διά να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι διά την Νίκην (σ.σ.: κατά του ΕΛΑΣ/ΚΚΕ), έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας (27 του Σεπτέμβρη 1944). Καθώς μόνον το Σύμφωνον της Καζέρτας, όπου ο ΕΛΑΣ διά του αρχηγού του (Στέφανου Σαράφη) είχε υπογράφει την υπαγωγήν του εις το Βρετανικόν Στρατηγείον και προσεκάλεσε τους Βρετανούς εις την Ελλάδα, καθιστά συμμαχικώς εύκολον την παρουσίαν των Βρετανών. (..)Ι Αλλά υπάρχει και το δεύτερον στάδιον, ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Διότι εφ’ όσον το ΚΚΕ παρέμεινε πάνοπλον, η Ελληνική Κυβέρνησις, καθώς ελέγαμεν τότε, ήτο απλώς “ή περικεφαλαία του ΕΑΜικού Κράτους”».

Σχόλιο: Αρα η συμφωνία ήταν δόλος από τη μία πλευρά αλλά και ένδειξη υποχωρητικότητας του ΕΛΑΣ (ΚΚΕ) από την άλλη, παρά την εμμονή στον (μονόπλευρο) αφοπλισμό του ΕΛΑΣ; Ποιος ήθελε λοιπόν τα Δεκεμβριανά, που ο Γ. Παπανδρέου τα αξιολογεί στην επιστολή του ως «δώρον του Υψίστου»;

«Αλλά διά να έλθη ο Δεκέμβριος (του 1944) έπρεπε προηγουμένως να είχομεν έλθει εις την Ελλάδα Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν του ΕΛΑΣ εις την Κυβέρνηαιν, δηλαδή με τον Λίβανον» (όπου αποφασίστηκε η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας). 

Σχόλιο: Δηλαδή και η πρόσκληση στον Λίβανο ήταν δόλος; Ή μήπως οι υποχωρήσεις του ΕΛΑΣ/ΚΚΕ υποδηλώνουν από την πλευρά τους πρόθεση για πολιτική προς ομαλοποίηση δημοκρατικού πολιτεύματος με ισότιμη συμμετοχή όλων στην πολιτική ζωή;

«Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος (1944) ημπορεί να θεωρηθή “δώρον του Υψίστου”».

Σχόλιο: Πέραν του φρικιαστικού να θεωρείται «δώρον του Υψίστου» μια πολυαίμακτη αλληλοσφαγή ανθρώπων, μήπως ο Γ.Π. αποκαλύπτει έτσι ότι επεδίωκε την αιματοχυσία του Δεκέμβρη 44 υπακούοντας στην πρόσκληση γι’ αυτό τον σκοπό του «μεγάλου ηγέτη» Τσόρτσιλ, ο οποίος επιδίωκε από πριν την «επικείμενη» σύγκρουση;

«Και διά να γίνη η Στάσις έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση την Στάσιν υπό συνθήκας όμως πλέον αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική Αλήθεια».

 Σχόλιο: Μάλιστα. Σαφέστερη ομολογία του προσχεδιασμένου εγκλήματος δεν μπορούσε να υπάρξει.

Στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι

Αναμφίβολα κεντρικό/πρωταγωνιστικό ρόλο στα Δεκεμβριανά διαδραμάτισε ο Αγγλος στρατηγός Ρόναλντ Μακ-Κένζι Σκόμπι (1893-1969). Ο Σκόμπι πολέμησε κατά τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, το τέλος του οποίου τον βρήκε με τον βαθμό του λοχαγού. Τα χρόνια του μεσοπολέμου υπηρέτησε στο βρετανικό γενικό επιτελείο και έγινε σημαντικό στέλεχος του.
Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον βαθμό του υποστρατήγου, διετέλεσε διοικητής μεραρχίας στη βόρεια Αφρική και στο Τομπρούκ το καλοκαίρι του 1941, όταν τα γερμανικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Ρόμελ πολιόρκησαν την πόλη. Το 1942 ο Σκόμπι τοποθετήθηκε διοικητής της νήσου Μάλτας.

Στον ελληνικό εμφύλιο ενεπλάκη με τη Συμφωνία της Καζέρτας (27 του Σεπτέμβρη 1944), η οποία προέβλεπε ότι ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, διοικητής των αγγλικών στρατευμάτων που επρόκειτο να αποβιβαστούν στην Ελλάδα, αναλάμβανε και την ανώτατη διοίκηση των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων, τουτέστιν και των αντάρτικων δυνάμεων που δρούσαν στη χώρα. «Αι αντάρτικοι δυνάμεις τίθενται υπό τας διαταγάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η οποία τας θέτει υπό τας διαταγάς του Στρατηγού Σκόμπι» ήταν η ακριβής διατύπωση στο κείμενο της εν λόγω συμφωνίας.

Ετσι, κατά τις μάχες της Αθήνας τον Δεκέμβρη του ’44 ουσιαστικά ήταν το απόλυτο (στρατιωτικό) αφεντικό της αντιΕΑΜικής παράταξης. Αλλωστε, όντας μπιστικός του Ουίνστον Τσόρτσιλ υπήρξε ο κυριότερος εκτελεστής των σχεδίων του Βρετανού πρωθυπουργού για την υπαγωγή της Ελλάδας στην αγγλική σφαίρα επιρροής.

Είναι χαρακτηριστικό και εξόχως αποκαλυπτικό το περιεχόμενο του μηνύματος (με εντολές για τα Δεκεμβριανά) που έστειλε στον Σκόμπι ο Τσόρτσιλ: «Είσθε υπεύθυνος διά την τήρησιν της τάξεως εις Αθήνας και διά την καταστροφήν όλων των ομάδων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αι οποίαι πλησιάζουν εις την πάλιν. Δύνασθε να λάβετε όλα τα μέτρα που θα θεωρήσετε σκόπιμα διά τον έλεγχον των οδών και την παγίδευσιν των ταραξιών [...] μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου [...] Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα». 
Παράλληλα, με άλλο τηλεγράφημά του στον Αγγλο πρεσβευτή στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λίπερ τον ειδοποιούσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Ελληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου όφειλαν να υποτάσσονται στις εντολές του Σκόμπι!

Την 1η του Δεκέμβρη 1944 ο Σκόμπι κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή του και κυκλοφόρησε προκήρυξη (σκορπίστηκε από βρετανικά αεροπλάνα σε όλη τη χώρα) με την οποία καθόριζε ημερομηνία αποστράτευσης των αντάρτικων δυνάμεων τη 10η του Δεκέμβρη και απειλούσε τον λαό ότι αν δεν εφαρμοστεί η διαταγή του «θα κλονιστεί η σταθερότητα του εθνικού νομίσματος» και «θα πεινάσει»! 

Ταυτόχρονα με το ιταμό τελεσίγραφο του Σκόμπι, που απαιτούσε τον μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου συγκαλούσε την κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ και αποφάσιζε την άμεση διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής σε πολλές περιφέρειες της χώρας. Οχι όμως -όπως ζητούσε το ΕΑΜ- και την πλήρη αποστράτευση όλων των ένοπλων δυνάμεων (τουτέστιν και των ΕΔΕΣ - Ορεινής Ταξιαρχίας - Ιερού Λόχου και των σχηματισμών Μέσης Ανατολής), την εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας και των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και την τιμωρία των προδοτών.

Ηταν, λοιπόν, επακόλουθο η λαϊκή κατακραυγή και η κήρυξη/οργάνωση από το ΕΑΜ γενικής απεργίας και συλλαλητηρίου διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη, όταν τα «όργανα της τάξεως και ασφαλείας» των Σκόμπι - Γ. Παπανδρέου άνοιξαν (πολύνεκρο) πυρ εναντίον των άοπλων διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να γενικευτούν οι συγκρούσεις των Δεκεμβριανών σε όλη την Αθήνα.

Ο Σκόμπι εκτέλεσε τις εντολές του Τσόρτσιλ όχι μόνο με παραδειγματική πειθαρχία αλλά και με περισσό ζήλο, όπως καταδεικνύει και το γεγονός ότι στις 4/12/1944 κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο χωρίς καν να ενημερώσει γι’ αυτό την ελληνική κυβέρνηση!

Ωστόσο, δεν έχαιρε καθολικής εκτίμησης στους Βρετανούς επιτελείς. Για παράδειγμα, ο Αγγλος υπουργός εκπρόσωπος στο Συμμαχικό Στρατηγείο (και αργότερα πρωθυπουργός της Βρετανίας) Χάρολντ Μακμίλαν είχε χαρακτηρίσει τον Σκόμπι «βλάκα (stupid), χωρίς διόλου μυαλό». 
Αλλά και ο Αγγλος στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ δεν εκτιμούσε τις στρατιωτικές ικανότητες του Σκόμπι. Μάλιστα λόγω των αρχικών επιτυχιών του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας, εξαιτίας των οποίων οι Βρετανοί είχαν εγκλωβιστεί μεταξύ Ομόνοιας και Συντάγματος, ο Σκόμπι θεωρήθηκε από τον Αλεξάντερ υπαίτιος για την υποτίμηση της στρατιωτικής ισχύος και της ικανότητας του ΕΛΑΣ.

Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Αλεξάντερ διέταξε την άμεση έλευση από την Ιταλία στην Αθήνα του υποστράτηγου Τζον Χόκσγουερθ και του ταξιάρχου Χίου Μάνεριγκ, οι οποίοι πλαισιώθηκαν από το εμπειροπόλεμο επιτελείο του 10ου Σώματος Στρατού και συστάθηκε η Στρατιωτική
Διοίκηση Αθηνών, η οποία αν και διεξήγαγε τις στραπωτικές επιχειρήσεις έως το τέλος της μάχης, έμεινε στην αφάνεια για να μην πληγεί το κύρος του στρατηγού Σκόμπι.

Μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών ο Σκόμπι παρέμεινε στην Ελλάδα για ακόμη έναν χρόνο, έως τις εκλογές του 1946. Το 1947 αποστρατεύτηκε με πολλές τιμές και παράσημα. Ανακηρύχθηκε ιππότης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ενώ το 1951 τιμήθηκε με τον τίτλο του διοικητή του Πύργου του Λονδίνου, τον οποίο έφερε έως το 1954.

«Τιμή και δόξα», άλλου τύπου βέβαια, επιφύλαξε στον μισητό εχθρό Σκόμπι και το ΕΑΜικό κίνημα. Το σκωπτικό τραγουδάκι «Το πουλί του Σκόμπι», που είχαν σκαρώσει οι αριστεροί, ήταν πολύ του συρμού στις κλειστές μαζώξεις τους. Γιατί μετά τα Δεκεμβριανά ήταν πολύ επικίνδυνο ή και ποινικό αδίκημα να τραγουδάς τέτοιου είδους άσματα.
Παρεμπιπτόντως, υπήρχε και παραλλαγή με το «βρακί»:

«Το βρακί του Σκόμπι/είναι όλο κόμποι/ 
όταν λυθούν οι κόμποι/ θα φανεί του Σκόμπι/ 
η μεγάααληηη του τσουτσού...».

Το «Πουλί του Σκόμπι», όπως ακούγεται στον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, είναι το ακόλουθο:

«Το πουλί του Σκόμπι/είναι κόμποι κόμποι/
κι έβγαλε φιρμάνι/ για να ξεθυμάνει/
μες στο Κολωνάκι/ ψάχνει γι'αγοράκι/
το πουλί του Σκόμπι/είναι κόμποι κόμποι/
κι αν λυθούν οι κόμποι/ τι θα γίνει, Σκόμπι/
με την αγγλική πολιτική.

Στρατηγέ μου Σκόμπι/ θα ’ρθουν κι άλλοι κόμποι/
κάνε χίλια κόλπα/ μάζεψες τα όπλα/
βασιλιά να φέρεις/ δεν θα καταφέρεις/
ο λαός δεν τρώει φασισμό/από σόι/
θα σηκώσει πάλι/ πάνω το κεφάλι/ 
απ’ την αγγλική πολιτική».

Ουίνστον Τσόρτσιλ

Στις 5 Δεκεμβρίου 1944 ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ με τηλεγράφημά του προς τον Αγγλο πρεσβευτή στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λίπερ τον ειδοποιούσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Ελληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου όφειλαν να υποτάσσονται στις εντολές του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι!

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Τσόρτσιλ (τ. 6, βιβλίο Ιο, σ. 256), στο τηλεγράφημα προς τον Λίπερ έγραφε: «Πρέπει να παρακινήσετε τον Παπανδρέου να πράξει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι ας την περίπτωσιν αυτήν θα τον υποστηρίξωμεν μ’ όλας τας δυνάμεις. Παρήλθεν πλέον η εποχή καθ’ ην μια οιαδήποτε ομάς Ελλήνων πολιτών ηδύνατο να ματαιώνει την εξέγερσιν του όχλου. Η μόνη ελπίς του είναι να εργασθεί μεθ’ ημών διά την αποσόβησιν ενδεχόμενης συμφοράς [...].

Ανέθεσα το όλον ζήτημα της αμύνης των Αθηνών και τη διατήρηση της εννόμου τάξεως εις τον στρατηγόν Σκόμπι και τον διαβεβαίωσα ότι θα τον ενισχύσωμεν με όσας δυνάμεις χρειάζεται προς τούτο. Τόσον εσείς όσο και ο Παπανδρέου πρέπει να συμμορφωθείτε προς τας οδηγίας του, εις ό,τι αφορά τη δημοσίαν τάξιν και την ασφάλειαν. Πρέπει να συνδράμετε τον στρατηγόν Σκόμπι με πάντα δυνατόν τρόπον και να εισηγηθείτε εις αυτόν τη λήψιν παντός μέτρου, το οποίον, κατά τη γνώμην σας, ήθελε καταστήσει το έργον του περισσότερον ευχερές και αποτελεσματικόν».

Οπως όμως αποκαλύφθηκε 30 χρόνια αργότερα (1974), όταν το Φόρεϊν Οφις, κατά την πάγια τακτική, δημοσίευσε τον αντίστοιχο τόμο με τα σχετικά έγγραφα, ο Τσόρτσιλ απέκρυψε από τα απομνημονεύματά του το ακόλουθο εδάφιο που υπήρχε στο εν λόγω τηλεγράφημα προς τον Λίπερ: «Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς».

Στον ίδιο τον Σκόμπι ο Τσόρτσιλ απέστειλε το εξής μήνυμα: «Είσθε υπεύθυνος διά την τήρησιν της τάξεως εις Αθήνας και διά την καταστροφήν όλων των ομάδων ΕΑΜΈΛΑΣ αι οποίαι πλησιάζουν εις την πόλιν. Δύνασθε να λάβετε όλα τα μέτρα που θα θεωρήσετε σκόπιμα διά τον έλεγχον των οδών και την παγίδευσιν των ταραξιών [...] μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου [...] Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα».

Επιπλέον, για το ποιοι ήθελαν και από καιρό σχέδιαζαν τα Δεκεμβριανά αποκαλυπτικό είναι το μήνυμα που απευθύνει ο Τσόρτσιλ στις 7 του Νοέμβρη 1944 στον υπουργό του επί των Εξωτερικών Αντονι Ιντεν: «Κατά τη γνώμη μου, αφού πληρώσαμε τόσα (σ.σ.: με τη «συμφωνία των ποσοστών», παραχωρήσεις στον Στάλιν), περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν θα πρέπει να την αποφύγουμε υπό τον όρο να διαλέξουμε καλά το έδαφος μας (χώρο - χρόνο - σχεδίασμά)».
Είχε καταστρωθεί λοιπόν το σχέδιο σύγκρουσης, ανεξάρτητα από το αν οι κομμουνιστές θα αποφάσιζαν να καταλάβουν βίαια την εξουσία ή θα δέχονταν ειρηνικό συμβιβασμό.

Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός

Εκείνη την ταραγμένη περίοδο των Δεκεμβριανών (και εν συνεχεία του Εμφυλίου) διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και ο τότε αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (κατά κόσμον Δημήτριος Παπανδρέου), στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνεται η διαπλοκή της εκκλησιαστικής και της πολιτειακής εξουσίας καθώς ο εν λόγω ιεράρχης διατέλεσε αντιβασιλέας (31/12/1944 - 27/9/1946) και για μερικές ημέρες πρωθυπουργός 17/10/1945 -1/11/1945)....

Ο Δαμασκηνός διετέλεσε αντιβασιλέας από τις 31/12/1944 έως τις 2719/1946 έπειτα από έντονες διεργασίες και διαπραγματεύσεις και την αρχική άρνηση του βασιλιά Γεωργίου Β'. Συγκεκριμένα ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ μετέβη στην Ελλάδα στις 25/12/1944 για να συσκεφτεί με τους αρχηγούς των κομμάτων στο υπουργείο Εξωτερικών και να συναντηθεί με τον Δαμασκηνό. Κατά την επιστροφή του στην Αγγλία φαίνεται πως έπεισε τον Γεώργιο για την ανάγκη ορισμού αντιβασιλέα, όπως καταδεικνύεται από το τηλεγράφημα που έστειλε στον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου στις 30/12/1944, μία ημέρα πριν από τον διορισμό του Δαμασκηνού στην επίμαχη θέση και τη συνεπακόλουθη προεδρία της ιεραρχίας υπό του Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου.

Η λήξη της αντιβασιλείας Δαμασκηνού επήλθε στις 27 του Σεπτέμβρη 1946, μετά την επάνοδο του Γεώργιου (με το δημοψήφισμα την 1η του Σεπτέμβρη 1946). Ενδιαμέσως και συγκεκριμένα από τις 17/10/1945 έως τη 1/11/1945 που παρέδωσε την πρωθυπουργία στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο ο αντιβασιλέας Δαμασκηνός ανέλαβε και πρωθυπουργός όταν προκλήθηκε κυβερνητική κρίση (για το θέμα της πρόταξης των εκλογών χωρίς διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό/βασιλεία).

Ο Δαμασκηνός απεβίωσε στις 20/5/1949, όταν πλέον είχε αφοσιωθεί στα αρχιεπισκοπικά του καθήκοντα. 
{[['']]}

Ο αντικομμουνιστής «γέρος της δημοκρατίας» και της παλινόρθωσης - Η συγκλονιστική διαδήλωση και το μακελειό στις 4 Δεκέμβρη 1944

Του Ζήση Ι Καραβά, Δημοσιογράφου

Σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας από το ΕΑΜ για τον αφοπλισμό διοργανώθηκε την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη 1944 παναθηναϊκό συλλαλητήριο στην πλατεία Συντάγματος παρά την κυβερνητική απαγόρευση. Για τον επιδιωκόμενο μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ υπάρχει και η επίσημη ομολογία του Γεωργίου Παπανδρέου, όπως προκύπτει από την επιστολή του στην «Καθημερινή» (2/3/1948) όπου αναφέρει: «Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις την Ρώμην με τον Βρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: Εξοπλισμός του Κράτους - Αφοπλισμός του ΕΑΜ».
Και σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής: «Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών -την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πώς θα κατελύετο; Δύο ήσαν τα στάδια διά να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ»! 

Παρεμπιπτόντως, όπως γράφει ο ιστορικός Γ.Α. Λεονταρίτης, φαίνεται ότι η απαγόρευση προκάλεσε πιο μαζική συμμετοχή του ΕΑΜικού κόσμου στο συλλαλητήριο και σχολιάζει: «Δεν πρέπει να αποκλειστεί και η άποψη ότι απαγορεύτηκε η συγκέντρωση με τη βεβαιότητα ότι δεν θα πειθαρχήσει το ΕΑΜ και έτσι θα μπορούσε να καταγγελθεί ότι άρχισε την εξέγερση και ότι η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αμυνθεί ένοπλα...».

Sunday, bloody Sunday και στο κέντρο της Αθήνας

Υπολογίζεται ότι πήραν μέρος πάνω από 100.000 άνθρωποι, ενώ κάποιοι ιστορικοί τούς ανεβάζουν ακόμη και στις 500.000. Το συλλαλητήριο βάφτηκε στο αίμα καθώς οι διαδηλωτές δέχτηκαν καταιγισμό πυρών από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 24 άτομα -κατ’ άλλες πηγές 28 ή 33- και να τραυματιστούν περίπου 150 (σε αυτούς τους αριθμούς συγκλίνουν οι περισσότερες πηγές).

Αγγλοι δημοσιογράφοι οι οποίοι παρακολουθούσαν σοκαρισμένοι και κατέγραψαν το μακελειό από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία ανέφεραν ότι πάνω από μία ώρα οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στο ψαχνό τους διαδηλωτές -παρά τις διαμαρτυρίες κάποιων παριστάμενων Βρετανών αξιωματικών- και ο τόπος γέμισε νεκρούς και τραυματίες, ανάμεσά τους και γυναικόπαιδα (ανταπόκριση των «Times» του Λονδίνου σας 4/12).

Την επομένη (4 του Δεκέμβρη) το ΕΑΜ εκτός από τη γενική απεργία -άγγιξε το 100% καθώς κανένα εργοστάσιο δεν κινήθηκε και κανένα μαγαζί δεν άνοιξε- οργάνωσε νέα διαδήλωση. Η συμμετοχή του λαού της Αθήνας και του Πειραιά ήταν τεράστια -το πλήθος ξεπέρασε τις 600.000-σε μια συγκλονιστική ατμόσφαιρα πένθους και μαχητικότητας, συνοδεύοντας τους νεκρούς της προηγούμενης μέρας στο A' Νεκροταφείο όπου έγινε η κηδεία τους.

Οταν ο όγκος της πένθιμης πομπής έφτασε στο Σύνταγμα, οι διαδηλωτές γονάτισαν, ορκίστηκαν στη μνήμη των νεκρών και τραγούδησαν το «Πένθιμο εμβατήριο» («Επέσατε θύματα, αδέλφια εσείς/σε άνιση πάλη κι αγώνα...»). Από εκείνο το μεγαλειώδες δεύτερο συλλαλητήριο έχει μείνει στην ιστορία -αποτυπωμένο και σε φωτογραφία-το σύνθημα του πανό που κρατούσαν οι μαυροφορημένες κοπέλες: «Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα - ΕΑΜ».

Στην επιστροφή από το νεκροταφείο όμως πραγματοποιήθηκε νέα δολοφονική επίθεση κατά του πλήθους από το ξενοδοχείο Μητρόπολις (κέντρο του ΕΔΕΣ), τη Γενική Ασφάλεια, καθώς και από μέλη της Οργάνωσης X και πρώην ταγματασφαλίτες οι οποίοι διέμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας. Ο απολογισμός, 34 νεκροί και 70 τραυματίες.
Την ίδια μέρα ο ΕΛΑΣ εξουδετέρωνε τη σφηκοφωλιά των χιτών στο Θησείο (παρά την επέμβαση με άρματα μάχης των Βρετανών, οι οποίοι ωστόσο μετέφεραν τον αρχηγό της Οργάνωσης X Γεώργιο Γρίβα στο αγγλοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας), ενώ ως το απόγευμα ο ΕΛΑΣ είχε καταφέρει να αφοπλίσει το 60% των αστυνομικών τμημάτων της πρωτεύουσας και σχεδόν όλα του Πειραιά.

Στις 5 του Δεκέμβρη και αφού οι διαδηλωτές χτυπιούνται για τρίτη συνεχή ημέρα, δυνάμεις του ΕΛΑΣ χτυπούν ξανά κι αυτές και οι συγκρούσεις γενικεύονται.
Ταυτόχρονα μπαίνουν για τα καλά στη μάχη οι Εγγλέζοι χρησιμοποιώντας τανκς και εν συνεχεία βομβαρδιστικά αεροπλάνα! 

Ηταν εντολή του «γέρου της δημοκρατίας» με την καθαρή συνείδηση;

Μια είναι η αλήθεια; Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα ο τότε αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών Αγγελος Εβερτ πατέρας του προέδρου της ΝΔ (1993-97) Μιλτιάδη Εβερτ, παραδέχτηκε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (5/12/1958) ότι ο ίδιος έδωσε τη διαταγή: «Βάσει των υπευθύνων διαταγών, τας οποίας είχα διέταξα υπευθύνως την βιαίαν διάλυσίν των»!

Υπηρεσιακά λοιπόν την εντολή έδωσε ο Εβερτ, αλλά το θέμα είναι ποιος έδωσε την πολιτική εντολή στον Εβερτ. Επ’ αυτού οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι το (δι)έπραξε ο Γ. Παπανδρέου, αλλά υπάρχει και η εκδοχή ότι ήταν δάχτυλος κύκλων ; μοναρχικής Δεξιάς που είχαν πρόσβαση στα σώματα ασφαλείας και στον στρατό.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου εκείνο το αιματοβαμμένο βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου 44 δήλωνε από το ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών: «Σήμερα η συνείδηση μας είναι καθαρή. Ολη η ευθύνη ενώπιον της ιστορίας και του έθνους ανήκει στους ηγέτες της άκρας Αριστεράς» ισχυριζόμενος ότι «οι ομάδες των διαδηλωτών ήταν εξοπλισμένοι, πυροβόλησαν τα όργανα της τάξεως και αυτά αμυνόμενα αντιπυροβόλησαν και σημειώθηκαν θύματα».
Πώς εξηγείται όμως το γεγονός ότι μόνο οι διαδηλωτές είχαν θύματα, ενώ στα «αμυνόμενα όργατης τάξεως που πυροβολήθηκαν» δεν υπήρξαν ούτε νεκροί ούτε τραυματίες; 

Επιπλέον τον διέψευδαν αυτόπτες μάρτυρες υπεράνω πάσης υποψίας. Οπως αναφέρει ο Γ. Λεονταρίτης στο βιβλίο του «Ποιοι ήθελαν τα Δεκεμβριανά», ο Αγγλος αξιωματικός Μπίφορντ Τζόουνς είχε δηλώσει: «Οσοι από τους θεατές βρισκόμασταν στη γραμμή του πυρός περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το ΕΑΜ να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ που βρίσκονταν στην πλατεία υπήρχαν πολυβόλα, τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Το ΕΑΜ όμως περιορίστηκε σε βρισιές και απειλές. Δεν νομίζω πως υπήρχαν οπλισμένοι διαδηλωτές. Η οργή του πλήθους ήταν τέτοια, ώστε, εάν ήσαν οπλισμένοι, θα είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος εκείνη τη στιγμή».

Ανάλογες δηλώσεις με την παραπάνω του Τζόουνς είχαν κάνει ο Αμερικανός πρεσβευτής ΜακΒί και ο βοηθός στρατιωτικός ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας λοχαγός ΜακΝίλ.

Αλλά και ο Χάιντς Ρίχτερ στο βιβλίο του «Η εθνική αντίσταση και οι συνέπειές της» έχει γράψει: «Η απρόσκοπτη επιστροφή της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης τον Οκτώβρη του 1944 επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ δεν επιδίωκαν σε καμιά περίπτωση ανάληψη της εξουσίας [...]. Οι Βρετανοί και η κυβέρνηση, αντίθετα, επιδίωκαν την αντιπαράθεση, η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 3 του Δεκέμβρη 1944, όταν η ελληνική αστυνομία άνοιξε πυρ ενάντια σε μια αποδεδειγμένα άοπλη διαδήλωση της Αριστεράς».

Να σημειωθεί ότι τα αιτήματα του συλλαλητηρίου ήταν «ομαλότητα, κατοχύρωση των λαϊκών ελευθεριών μέσω άμεσης διεξαγωγής δημοψηφίσματος και η προετοιμασία διενέργειας ελεύθερων εκλογών».

Επίσης στο βιβλίο «Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης» των Μενέλαου Λουντέμη και Μέλπως Αξιώτη αναφέρεται ότι στις 2 του Δεκέμβρη ο υπουργός Εφοδιασμού Θεμιστοκλής Τσάτσος είπε στον Βρετανό πρεσβευτή Λίπερ: «Το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να δώσει στην αστυνομία εντολή να σταματήσει τη διαδήλωση ακόμη και με τα όπλα».

Στο βιβλίο «Ο Δεκέμβριος 1944» του Βάσου Μαθιόπουλου αναφέρεται ότι ο στρατηγός Λεωνίδας Σπαής, υφυπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Παπανδρέου τον Δεκέμβρη του 1944, έχει γράψει: «...αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν κατά του ΕΑΜ τα Τάγματα Ασφαλείας. Η εισήγηση ήταν των Αγγλων, η απόφαση δική μου... Χρησιμοποιήσαμε 12.000» (σ.σ.: από τις 27.000 ταγματασφαλίτες).

Αποκαλυπτική είναι και η ακόλουθη δήλωση του Γ. Παπανδρέου στις 30 του Δεκέμβρη 1944: «Το ΕΑΜ μέχρι ηλιθιότητος επιμένει στην πολιτική της εθνικής ενότητος» (Γρ. Φαράκου «Μαρτυρίες και στοχασμοί»).

Κατόπιν όλων των προαναφερθέντων προκύπτει ότι «τα Δεκεμβριανά τα προκάλεσαν και τα ξεκίνησαν οι Αγγλοι, με την κυβέρνηση Παπανδρέου και τις αντιΕ-ΑΜικές δυνάμεις. Οχι εν βρασμώ ή από λάθος υπολογισμούς, αλλά μεθοδευμένα από καιρό».
{[['']]}

Η πυροδότηση της εξέγερσης - Πώς και γιατί φτάσαμε στην πρώτη πράξη του Εμφυλίου

Ποιοι ήθελαν και μεθόδευσαν τη σύγκρουση της Αθήνας σκοτώνοντας άοπλους διαδηλωτές στο συλλαλητήριο του ΕΑΜ

Του Ζήση I. Καραβά - Δημοσιογράφου, πτυχιούχου Ιστορικού & Αρχαιολογικού της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ποιοι ήθελαν και (πώς) μεθόδευσαν τη σύγκρουση της Αθήνας σκοτώνοντας άοπλους διαδηλωτές στο συλλαλητήριο του ΕΑΜ;
Ενα από τα πλέον συζητημένα ζητήματα - ερωτήματα της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας μας είναι ποιοι ήθελαν και για ποιον σκοπό (και πώς) μεθόδευσαν τη σύγκρουση που άρχισε στις 3 του Δεκέμβρη 1944 στην Αθήνα. Μπορεί το σχετικό κεφάλαιο να μην υπάρχει καν στα σχολικά βιβλία και να μην απασχολεί, ωστόσο παραμένει στο επιστημονικό/ιστορικό προσκήνιο. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που γινόμαστε μάρτυρες μιας προσπάθειας αναθεώρησης της ιστορίας εκείνης της τραγικής περιόδου, όπως αυτή εκδηλώνεται -σε «ακαδημαϊκό» επίπεδο και όχι μόνο- μέσα από την τάση/σχολή με κύριους εκφραστές τους πανεπιστημιακούς και δημοσιολογούντες Στάθη Καλύβα (Yale Νέας Υόρκης), Νίκο Μαραντζίδη (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) και τον Βρετανό ιστορικό και δημοσιογράφο Μαρκ Μαζάουερ.

Από τον Λίβανο στην Καζέρτα:
Η προετοιμασία της ήττας

Για την εν γένει εργαλειακή χρησιμοποίηση του σχετικά πρόσφατου παρελθόντος από τη δεξιά παράταξη παρατίθεται και η ακόλουθη διαπίστωση/επισήμανση του αναπληρωτή καθηγητή Κοινωνικής Ιστορίας Πολυμέρη Βόγλη: «Τα τελευταία χρόνια από αρθρογράφους και ΜΜΕ που πρόσκεινται στη ΝΔ έχει υπάρξει μια σαφέστατη αναδίπλωση σε μια δεξιά αφήγηση του παρελθόντος. Η αρχή έγινε με την προσπάθεια αποκατάστασης των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Κατοχή ως θυμάτων του ΕΛΑΣ, για να ακολουθήσει η αναβάπτιση του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά σε μεγάλο ηγέτη, η υποβάθμιση των επιπτώσεων που είχε για τη χώρα η δικτατορία των συνταγματαρχών, ενώ κυριακάτικες εφημερίδες διανέμουν DVDs με την απολογία του αρχιπραξικοπηματία Γιώργου Παπαδόπουλου και πονήματα για τα “εγκλήματα των κομμουνιστών”»..

Ας δούμε όμως εν συντομία πώς φτάσαμε στα Δεκεμβριανά του 1944. Καταρχάς πρέπει να υπογραμμιστεί ότι είναι γνωστό και γενικώς αποδεκτό πως στη διάρκεια της Αντίστασης πρωτοστάτησε το ΕΑΜικό κίνημα (αριστεροί και φιλελεύθεροι προοδευτικοί και δημοκράτες).
Οι μεταξικοί και βασιλόφρονες απουσίασαν σχεδόν καθολικά.
Ομως, όσο φούντωνε το ΕΑΜικό κίνημα αποκτώντας και οπλισμό από τις αντίπαλες (ιταλογερμανικές) κατοχικές δυνάμεις που εξουδετέρωνε, άρχιζε να ανησυχεί η άλλη παράταξη, ιδιαίτερα από το 1943 και πολύ περισσότερο από τη στιγμή που στις 10 του Μάρτη 1944 οι ΕΑΜικοί συγκρότησαν την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ).

Η άλλη πλευρά, με κύρια έκφραση τη «νόμιμη» ελληνική κυβέρνηση, γνωστή ως «κυβέρνηση της εξορίας» στο Κάιρο, αποφάσισε να καλέσει εκπροσώπους των πολιτικών δυνάμεων σε συνέδριο στον Λίβανο (Απρίλης -Μάης 1944), όπου απέσπασε τη συναίνεση για συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με συμμετοχή και πέντε με έξι προσώπων από το ΕΑΜ, όχι όμως σε νευραλγικά υπουργικά πόστα. Οπερ και εγένετο, καθώς ύστερα από λίγους μήνες δισταγμού και κωλυσιεργίας το ΕΑΜ στις αρχές του Σεπτέμβρη 1944 πρότεινε εκπροσώπους για έξι υπουργικές θέσεις (Αλέξανδρος Σβώλος, Γιάννης Ζέβγος, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Αγγελος Αγγελόπουλος, Ηλίας Τσιριμώκος, Νίκος Ασκούτσης) στην υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου κυβέρνηση.

Στα τέλη του ίδιου μήνα πραγματοποιήθηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας μια άλλη συνάντηση, στην οποία είχαν προσκληθεί και οι αρχηγοί των δυο κυριότερων ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων του ελλαδικού χώρου, ο Στέφανος Σαράφης του ΕΛΑΣ και ο Ναπολέων Ζέρβας του ΕΔΕΣ, καθώς και Βρετανοί αξιωματούχοι. Εκεί στις 27 του Σεπτέμβρη υπογράφτηκε η Συμφωνία της Καζέρτας με κύρια σημεία:

α) Ολες οι ένοπλες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο, άρα και ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ, θα υπάγονταν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

β) Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας όριζε αρχιστράτηγο τον Βρετανό στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι.
Οκτώβρης του 1944: Βρετανοί στρατιώτες, οι φύλακες-άγγελοι της παλιάς αστικής τάξης και των «πλουτισάντων επί Κατοχής», αποβιβάζονται στο λιμάνι του Πειραιά

γ) Οι δυνάμεις των ανταρτών δεν είχαν δικαίωμα να κινηθούν προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη κατά την αποχώρηση των Γερμανών. Επρεπε να περιμένουν την άφιξη της κυβέρνησης, την οποία θα συνόδευαν τόσο βρετανικές δυνάμεις όσο και μια ελληνική ταξιαρχία, η οποία είχε βοηθήσει τους συμμάχους στο Ρίμινι και είχε εκκαθαριστεί από δημοκρατικούς στρατιώτες και αξιωματικούς προτού αναχωρήσει από το Κάιρο.

Ο «γέρος της δημοκρατίας» άθυρμα των Αγγλων

Οι Γερμανοί αποσύρονταν από την Αθήνα (12/10/1944) και η ελληνική κυβέρνηση έφτασε στις 18 του Οκτώβρη.
Παρεμπιπτόντως, αν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχαν πρόθεση και σχέδιο να καταλάβουν την εξουσία με τα όπλα, γιατί δεν το έπραξαν εκείνο το νεκρό διάστημα; 
Ακολούθησαν 45 μέρες στη διάρκεια των οποίων η κυβέρνηση είχε προστριβές με τους ΕΑΜικούς συνεργάτες της για ένα πολύ βασικό ζήτημα. Ο Γ. Παπανδρέου επιδίωκε να αφοπλίσει τον ΕΛΑΣ και να διατηρήσει δυνάμεις σαφώς αντιΕΑΜικές: την Ορεινή Ταξιαρχία του Ρίμινι και τον Ιερό Λόχο. 

Οι επικίνδυνοι και κατά τον πρωθυπουργό ύποπτοι για βίαιη κατάληψη της εξουσίας ΕΑΜικοί ζήτησαν να διατηρήσουν κι αυτοί μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ ισοδύναμη προς τα κυβερνητικά ένοπλα σώματα. Η πλευρά Παπανδρέου είχε επιπλέον στο πλευρό της τις δυνάμεις των Βρετανών (με τανκς και αεροπλάνα), άρα δεν είχε λόγους να αγωνιά μήπως υπερτερούν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. 
Ομως την 1η Δεκέμβρη 1944 ο Σκόμπι εξέδωσε διαταγή για αφοπλισμό του ΕΛΑΣ έως τις 10 του Δεκέμβρη!

Κατόπιν τούτου, οι ΕΑΜικοί υπουργοί παραιτήθηκαν και το ΕΑΜ προκήρυξε γενική απεργία και οργάνωση συλλαλητηρίου την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη στην πλατεία Συντάγματος. Κι εκεί άρχισαν όλα, όταν (όπως καταδεικνύεται με ντοκουμέντα και μαρτυρίες της εποχής) τα «όργανα της τάξεως» της κυβέρνησης Παπανδρέου (με τις πολιτικές και στρατιωτικές πλάτες των Βρετανών) αιματοκύλησαν το συλλαλητήριο ανοίγοντας πυρ εναντίον των άοπλων διαδηλωτών.

Για το ποιος προσχεδιασμένα ήρξατο χειρών αδίκων υπάρχουν πάμπολλα γραπτά ντοκουμέντα. Ενδεικτικά:

Οπως αναφέρει ο Βάσος Μαθιόπουλος στο βιβλίο του «Δεκέμβρης του 1944» (σελ. 120), σε μήνυμα που έστειλε ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ στις 7 του Νοέμβρη 1944 προς τον υπουργό του επί των Εξωτερικών Αντονι Ιντεν έγραφε: «Κατά τη γνώμη μου, αφού πληρώσαμε τόσα (με τη “συμφωνία των ποσοστών", παραχωρήσεις στον Στάλιν), περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν θα πρέπει να την αποφύγουμε, υπό τον όρο να διαλέξουμε καλά το έδαφός μας (χώρο - χρόνο - σχεδίασμά)»!

Επίσης, σε άλλο μήνυμά του, στα μέσα του Νοέμβρη 1944, ο Τσόρτσιλ έγραψε: «Είναι ευτύχημα ότι η επικείμενη σύγκρουση με το ΕΑΜ γίνεται χωρίς να είναι ο βασιλιάς εκεί. Μπορούμε να παίξουμε πολύ καλύτερα το παιχνίδι μας υπέρ του Παπανδρέου απ’ ό,τι θα μπορούσαμε αν θα εμφανιζόμασταν να επιβάλλουμε ένα μοναρχικό καθεστώς στην Ελλάδα»!

Και όταν λίγες ημέρες μετά ξεκινούσε η «επικείμενη» σύγκρουση, πάλι ο Τσόρτσιλ έγραψε ειδικές οδηγίες στον αρμόδιο στρατηγό Σκόμπι, διατάζοντάς τον: «Μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου... Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγει επαναστατικόν κίνημα»!

Να διευκρινιστεί ότι αυτά γράφονταν από τον Τσόρτσιλ ενώ οι δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν είχαν ακόμη συγκρουστεί με Βρετανούς και προσπαθούσαν ή προσδοκούσαν να βρουν δρόμο συμπόρευσης (με αποστολή εκπροσώπων στον Σκόμπι για συνεννόηση).
Ιδού, λοιπόν, ο βασικός υπαίτιος του εμπρησμού για τα Δεκεμβριανά!

Αλλά και ο εκλεκτός των Βρετανών πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου ομολογεί σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (2/3/1948) ότι είχε υποσχεθεί στον «μέγα ηγέτη» Τσόρτσιλ «εξοπλισμό του κράτους -αφοπλισμό του ΕΑΜ», ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής τόνιζε: «Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήση και την Κυβέρνησιν των Βουνών - την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πώς θα κατελύετο; Δύο ήσαν τα στάδια διά να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ»!

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχαν στόχο (και σχέδιο) να καταλάβουν διά των όπλων την εξουσία. Σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς οι οποίοι έχουν μελετήσει τα σχετικά ντοκουμέντα της εποχής, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κανένα κομματικό κείμενο ή αναφορά, από καμία μαρτυρία ή πηγή της Αριστεράς. Διότι αυτό μπορεί να ήταν η ευχή ή η επιθυμία πολλών ΕΑΜικών, αλλά βρισκόταν πέρα από τις προθέσεις και τις αποφάσεις της ηγεσίας του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Αλλωστε, παρά την κοινωνικοπολιτική προβολή και αναγνώρισή του από τον ελληνικό λαό, το ΕΑΜικό κίνημα έδειξε πολλή υποχωρητικότητα.

Γιατί όλες αυτές οι υποχωρήσεις δεν εκτιμήθηκαν από την πλευρά του πρωθυπουργού; Μήπως είχε άλλα κατά νου; Ποιος, λοιπόν, ή ποιοι από τους τρεις παράγοντες -οι Αγγλοι του Τσόρτσιλ, η ελληνική κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και η ΕΑΜική ηγεσία- είχαν συνειδητά επιδιώξει να φτάσουν στη σύγκρουση που άρχισε με την αιματοχυσία άοπλων διαδηλωτών στην πλατεία Συντάγματος την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη 1944;

Τα άσφαιρα επιχειρήματα των ιστορικών αναθεωρητών

Κάποιοι ιστορικοί (και άλλοι) υποστηρικτές της άποψης ότι την κύρια ευθύνη για τα Δεκεμβριανά φέρουν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ προβάλλουν ως βασικό ντοκουμέντο την έκθεση του Θόδωρου Μακρίδη (ψευδώνυμο Εκτορας) που γράφτηκε το καλοκαίρι του 1946 με εντολή του Νίκου Ζαχαριάδη και απευθυνόταν στην ηγεσία του ΚΚΕ.
Η εν λόγω έκθεση αφορά όλη την περίοδο από την προετοιμασία ίδρυσης του ΕΛΑΣ έως και τη Βάρκιζα (12/2/1945). Ο Θ. Μακρίδης ήταν αξιωματικός του αστικού στρατού και κλήθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1941. Από τα πρώτα μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση του ΕΛΑΣ και αργότερα ανέλαβε επιτελικό πόστο στο Γενικό Στρατηγείο.

Από ιστορικής άποψης η έκθεση Μακρίδη έρχεται να επιβεβαιώσει μια σειρά άλλες μαρτυρίες αλλά και να παρουσιάσει αναλυτικά στοιχεία γύρω από τη δράση του ΕΛΑΣ, την ποιοτική και ποσοτική δύναμή του κ.λπ.
Από πολιτική άποψη η έκθεση αποτελεί λεπτομερειακή παρουσίαση - ανάλυση της εσωτερικής αντιπαράθεσης στην ηγεσία του ΕΛΑΣ και ως έναν βαθμό και του ΚΚΕ για την πορεία και τον χαρακτήρα του αγώνα. Αναδείχνει τις ταλαντεύσεις και τις υποχωρήσεις απέναντι στο ζήτημα της εξουσίας των Αγγλων και των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Περιγράφει με στοιχεία την πορεία ανάπτυξης του ΕΛΑΣ και τις αδυναμίες που αποτύπωσε σε αυτόν η ασαφής πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αναφέρεται εκτενώς στην αρνητική επίπτωση της Συμφωνίας της Καζέρτας, της υπαγωγής στο συμμαχικό στρατηγείο κ,λπ.

Σχετικά με τα Δεκεμβριανά ο Θ. Μακρίδης διαβεβαίωνε την ηγεσία του ΚΚΕ ότι «δεν ήταν τόσο τρομερή η κατάσταση όσο την φανταζόντουσαν γιατί ο ΕΛΑΣ έχασε μια μάχη και 5.000 μαχητές, αλλά διαθέτει ακόμη 100.000 εμπειροπόλεμους μαχητές που μπορούν να μάθουν τους Αγγλους και τα κοπέλια τους ότι δεν μας νίκησαν φθάνει να γίνει μια κατάλληλη ανακατάταξη και συγκέντρωση των δυνάμεων αυτών που θα χρειαστεί μια προθεσμία 20-30 ημερών».

Μάλιστα ο Μακρίδης κάνει αναφορά σε σχέδιο για την κατάληψη της Αθήνας μετά την αποχώρηση των Γερμανών, για διαφωνίες που είχαν προκόψει μεταξύ των κομμουνιστών σχετικά με το θέμα και για άλλα δύο αντίστοιχα σχέδια κατάληψης της Αθήνας που συντάχθηκαν μέσα στο 1944. Επίσης, ισχυρίζεται ότι είχε πάρει εντολή από τον Ζέβγο να συντάξει το σχέδιο κατάληψης της Αττικής, τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν πλέον αναμενόταν η αποχώρηση των Γερμανών μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Αλλά τελικά οι Γερμανοί δεν αποχώρησαν το 1943, οπότε το αρχικό σχέδιο δεν εφαρμόστηκε.

Ετσι, οι βασιζόμενοι αποκλειστικά στην έκθεση Μακρίδη υποστηρίζουν ότι ανεξάρτητα από επιμέρους λεπτομέρειες και διαφωνίες, αυτή αποτελεί πειστήριο ότι το ΚΚΕ από το 1943 στόχευε στη βίαιη κατάληψη της Αθήνας, άρα και της εξουσίας.
Ωστόσο απόψεις και θέσεις σαν του Θ. Μακρίδη ήταν έξω από τις ιεραρχήσεις της ηγεσίας ΕΑΜ/ΚΚΕ, που λειτουργούσε εν πολλοίς αμυντικά απέναντι στην αντίπαλη παράταξη, τη λεγάμενη «εθνική».

Διότι αν ήταν διαφορετικά, τότε:

1) Γιατί η ηγεσία ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ απέρριψε την πρόταση του Αρη Βελουχιώτη (Νοέμβρης 1944) για τη χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού των ένοπλων ανταρτών του ΕΛΑΣ από τη Στερεά και την Πελοπόννησο για την κατάληψη της Αθήνας και κατ’ επέκταση της εξουσίας κατά την αποχώρηση των Γερμανών;
Και όχι μόνο αυτό, αλλά στη διάρκεια των Δεκεμβριανών η ηγεσία ΕΑΜ/ΚΚΕ απομόνωσε τον Βελουχιώτη από τη μάχη της Αθήνας απομακρύνοντάς τον στην Ηπειρο σε επιχειρήσεις εναντίον επουσιωδών «υπολειμμάτων» του ΕΔΕΣ.

2) Γιατί αν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στόχευε εξαρχής σε επιβολή κομμουνιστικού τύπου καθεστώτος δεν εξαπέλυσε το στρατιωτικό του κίνημα στο κενό διάστημα από 12-18 Οκτωβρίου του 1944; Αλλά και στη συνέχεια, μέχρι το αιματοκύλισμα του ειρηνικού συλλαλητηρίου της Κυριακής 3 του Δεκέμβρη 1944 στο Σύνταγμα, γιατί ΕΑΜ/ΚΚΕ επέμεναν στις άοπλες μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις προκειμένου να δείξουν με αυτές την ισχύ και την αντίθεσή τους στην αποικιοκρατικού τύπου βρετανική παρουσία/ επέμβαση και να βάλουν την (όποια αριστερή) σφραγίδα τους στις πολιτικές εξελίξεις;

3) Γιατί στο αιματοκύλισμα των διαδηλωτών στην πλατεία Συντάγματος δεν απάντησαν από το ΚΚΕ αμέσως; Οπως αναφέρει ο Γ. Λεονταρίτης στο βιβλίο του «Ποιοι ήθελαν τα Δεκεμβριανά», ο Αγγλος αξιωματικός Μπίφορντ Τζόουνς είχε δηλώσει: «Οσοι από τους θεατές βρισκόμασταν στη γραμμή του πυρός περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το ΕΑΜ να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν πολυβόλα, τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Το ΕΑΜ όμως περιορίστηκε σε βρισιές και απειλές. Δεν νομίζω πως υπήρχαν οπλισμένοι διαδηλωτές. Η οργή του πλήθους ήταν τέτοια, ώστε, εάν-ήσαν οπλισμένοι, θα είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος εκείνη τη στιγμή...».

4) Γιατί (αν το ΚΚΕ είχε προαποφασίσει τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας) ο ΕΛΑΣ καθυστερούσε την έναρξη επιχειρήσεων εναντίον των Βρετανών επί σχεδόν μια εβδομάδα μετά την έκρηξη της δεκεμβριανής σύγκρουσης (τα εν λόγω ζητήματα θέτει και ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο βιβλίο του «Δεκεμβριανά 1944, η Μάχη της Αθήνας»);

Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΕΛΑΣ κινήθηκε για να εξουδετερώσει τις εστίες των ακροδεξιών/παρακρατικών και στράφηκε εναντίον των δύο άκρων της αντίπαλης διάταξης (Γουδή και Μακρυγιάννη), αφήνοντας ανέγγιχτο και αγγλοκρατούμενο το κέντρο της Αθήνας, ιδίως γύρω από το επιτελικό σημείο της Βουλής, που, αν ήθελε, είχε την ισχύ να την καταλάβει συλλαμβάνοντας και τον Γ. Παπανδρέου! 
Αλλά και μεσούντων των Δεκεμβριανών ενώ οι Βρετανοί επέκτειναν τις επιθέσεις τους εναντίον του ΕΑΑΣ, ο γραμματέας του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος στις 14/12/1944 πρότεινε τον τερματισμό των μαχών, χωρίς όμως ανταπόκριση από το αντίπαλο στρατόπεδο (αρχείο Αιγιαλίδη, Aide Memoire, 14 Δεκεμβρίου 1944, πηγή: ΕΛΙΑ).

Αυτά τα ίδια «γιατί» αποτελούν απάντηση και στον ισχυρισμό του «ιστορικού» Στάθη Καλύβα ότι «η απόφαση για τη σύγκρουση τον Δεκέμβρη του 1944 είχε ληφθεί από το ΚΚΕ στις 27 του Νοέμβρη και επισημοποιήθηκε στις 2 του Δεκέμβρη οπότε ξεκίνησαν για την Αθήνα μονάδες του ΕΑΑΣ Αττικής και Ρούμελης» (βλ. σχετικό άρθρο του «Οκτώ ερωτήματα για τον Δεκέμβριο του 1944» στην «Καθημερινή», 7/12/2014). Ανάλογο άρθρο του Στ. Καλύβα ήταν και το «Η επιλογή της βίαιης ρήξης» (στο «Βήμα», 5/12/2004).

Οχι μόνο, λοιπόν, δεν υπήρχε πρόθεση και σχέδιο από την πλευρά ΕΑΜ/ΚΚΕ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας διά των όπλων, αλλά, απεναντίας, από κομματικά ντοκουμέντα (και την περίοδο των Δεκεμβριανών) προκύπτει η σταθερή προσήλωση της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ στον δρόμο της «έντιμης απεμπλοκής». Αυτό μαρτυρά σχετική απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ σπς 11 του Δεκέμβρη 1944 (Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 109, φ4/1/1, πηγή: ΑΣΚΙ).

Αλλά και στο φινάλε των Δεκεμβριανών (τερματίστηκαν στις 5-6 Γενάρη 1945), όταν το γενικό στρατηγείο του ΕΛΑΣ ζήτησε από την ηγεσία του ΚΚΕ την έγκριση να συνεχίσει τη σύγκρουση εκτός Αττικής, ο Γ. Σιάντος απέρριψε κάθε τέτοια συζήτηση επικαλούμενος την κομματική απόφαση για στρατιωτική απεμπλοκή και δρομολόγηση διαδικασιών ομαλοποίησης με πολιτικά μέσα (βλ. ραδιοτηλεγράφημα Σιάντου προς οργανώσεις - Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ7/32/289,7 Ιανουάριου 1945, πηγή: ΑΣΚΏ.

Αξιοσημείωτες είναι οι σχετικές απόψεις/εκτιμήσεις μιας εμβληματικής μορφής της κομμουνιστικής Αριστεράς, του Γρηγόρη Φαράκου (γεν. γραμματέας ΚΚΕ από τον Ιούλη του 1989 έως τον Φλεβάρη του 1991 και μετά στον Συνασπισμό), ο οποίος υποστήριζε ότι μπορεί η γραμμή της βίαιης ρήξης να υπήρχε ως σκέψη στο ΚΚΕ, αλλά αποκλείστηκε -και ορθώς- τότε από την ηγεσία του κόμματος.
Συγκεκριμένα, σε άρθρο του στα «Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας» (2/12/1999), ο Γ.Φ. έγραφε: «Για τους “νικητές” της δεκεμβριανής σύγκρουσης που πέτυχαν να καταλάβουν την εξουσία και να τη διατηρήσουν επί πολλές δεκαετίες υπάρχει η πραγματικότητα που έζησε ο τόπος. Αυτή αποδεικνύει ότι ο κύριος σκοπός τους ήταν η ανεξέλεγκτη μονοπώληση της εξουσίας και βασικό τους μέλημα είχαν την κονιορτοποίηση - εξαφάνιση της Αριστεράς από την πολιτική ζωή».

Επιπλέον, σημαντική παράμετρος -εν μέρει και επεξηγηματική για τη στάση ΕΑΜ/ΚΚΕ- που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ και κατ’ επέκταση του ΕΑΜικού κινήματος θεωρούσε ότι οι ήδη εκτεταμένες κατοχικές καταστροφές (πάνω από 1.770χωριά είχαν καταστραφεί ολοσχερώς, πάνω από 1.000.000 άνθρωποι δεν είχαν στέγη, ενώ η παραγωγή σιτηρών είχε μειωθεί κατά 40%), η πείνα και η εξαθλίωση των λαϊκών μαζών δεν επέτρεπαν τη συνέχιση ενός παρατεταμένου ένοπλου αγώνα με μαζική λαϊκή υποστήριξη και συμμετοχή. Πόσο μάλλον που αργά ή γρήγορα η έλλειψη πυρομαχικών και τροφίμων θα προκαλούσε δυσεπίλυτα προβλήματα σε συνδυασμό με την απειλή των Αγγλοαμερικανών να διακόψουν τη βοήθεια σε τρόφιμα και φάρμακα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι ανατιθέμενοι και επικριτές της Συμφωνίας της Βάρκιζας (12/2/1945), όπως το μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ Γιάννης Ζέβγος, παραδέχονταν ότι ενώ το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν στη διάθεσή τους 50.000 ετοιμοπόλεμους άντρες, η συνέχιση και επέκταση του ένοπλου αγώνα (βασικά στην ύπαιθρο χώρα) δεν θα μπορούσε να απαντήσει στην περαιτέρω ανθρωπιστική καταστροφή που αναπόφευκτα θα προκαλούσε η κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων (βλ. I Ζεύγος, «Η λαϊκή αντίσταση του Δεκέμβρη και το νεοελληνικό πρόβλημα», Αθήνα 1945, σελ. 64).
{[['']]}

ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ - Η κοινωνική και πολιτική συνθήκη που οδήγησε στον Δεκέμβρη

Από τη Συμφωνία της Λισσαβώνας οι Βρετανοί προετοιμάζουν την επόμενη ημέρα μετά την Απελευθέρωση: μια συνθήκη στην οποία δεν προβλέπεται η παρουσία του ΚΚΕ - ΕΑΜ - ΕΑΑΣ

Του Δημήτρη Μαριόλη - Δάσκαλου, υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο - Από το βιβλίο "Δεκέμβρης 1944. Η αναπόφευκτη σύγκρουση"

"Κρατήστε τους γιους σας στο σπίτι, μανάδες της Αθήνας. Ή ανάψτε για αυτούς τις Λαμπάδες απόψε τη νύχτα. Ο γέρος της Downing Street φέρνει πίσω τον βασιλιά σας"

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ο Κρις Γουντχάουζ, επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, έγραψε πολύ αργότερα ότι ο απλός Ελληνας είχε τέσσερις επιλογές απέναντι στο κατοχικό καθεστώς: «Να καθίσει ήσυχα χωρίς να κάνει τίποτε, να δραπετεύσει από τη χώρα, να συνεργάτη με τον εχθρό, να πολεμήσει τον εχθρό».
Ο φλεγματικός Βρετανός συνεχίζει τον συλλογισμό του: «Οσοι διάλεξαν ένα από τα δυο πρώτα φάνηκαν πιο έξυπνοι από την άποψη του προσωπικού τους συμφέροντος, όπως απέδειξαν τα κατοπινά γεγονότα. Οσοι διάλεξαν το τρίτο βρέθηκαν να ακολουθούν τους πρώτους σε κοντινή απόσταση. Οσοι όμως προτίμησαν το τέταρτο διέπραξαν φαινομενικά ένα ανόητο στην καλύτερη περίπτωση σφάλμα και στη χειρότερη έγκλημα».

Πράγματι, ο θρίαμβος του αντιΕΑΜικού μπλοκ, με τις μοναρχικές δυνάμεις και τον δωσιλογισμό να επικρατούν συντριπτικά στο εσωτερικό του, διαμόρφωσε τη μεταπολεμική ελληνική ιδιαιτερότητα, στην οποία οι συνεργάτες και οι δωσίλογοι δικαιώθηκαν και στελέχωσαν το μετεμφυλιακό κράτος ενώ οι μαχητές της Αντίστασης αντιμετωπίστηκαν ως εγκληματίες, βρέθηκαν  στις φυλακές και τις εξορίες ή απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. 

Αυτή η κοινωνική και πολιτική μεταστροφή ολοκληρώθηκε σταδιακά στη διάρκεια της δεκαετίας του ’40, ωστόσο η κρίσιμη καμπή που οδήγησε στην παραπάνω -μοναδική σε ολόκληρη την Ευρώπη- αντιστροφή και μετέτρεψε τους νικητές και απελευθερωτές της χώρας σε κυνηγημένους, συνέβη ακριβώς στη διάρκεια των πρώτων μηνών της Απελευθέρωσης, δηλαδή από τον Οκτώβρη του 44 έως τα Δεκεμβριανά.
Οσα δι-αμείφθηκαν σε αυτό το πυκνό σε πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα διάστημα ανέτρεψαν τους ταξικούς συσχετισμούς και την ΕΑΜική ηγεμονία και διαμόρφωσαν το μεταπολεμικό τοπίο με βάση τις επιδιώξεις και τους σχεδιασμούς του βρετανικού παράγοντα.

Παραμονές της απελευθέρωσης της Αθήνας, στις 9 του Οκτώβρη, διεξάγεται η συνάντηση Τσόρτσιλ και Στάλιν στη Μόσχα με επίδικο τις μεταπολεμικές εξελίξεις σε Βαλκάνια και ανατολική Ευρώπη.
Οσα συζητήθηκαν ή συμφωνήθηκαν σε αυτήν τη συνάντηση μπορούμε μόνο να τα υποθέσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τη μετέπειτα στάση των δύο μεγάλων συμμάχων. Ενδεικτική για όσα θεωρεί ότι αποκόμισε το Λονδίνο από αυτήν τη συνάντηση είναι η επιστολή του Τσόρτσιλ προς τον Ιντεν στις 7 του Νοέμβρη: «Αφού έχουμε πληρώσει στη Ρωσία το τίμημα για να έχουμε ελευθερία δράσεως στην Ελλάδα, δεν πρέπει να διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε βρετανικές δυνάμεις για να υποστηρίξουμε τη βασιλική ελληνική κυβέρνηση Παπανδρέου [...]. Περιμένω ανοιχτή σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να τη φοβόμαστε, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουμε επιλέξει προσεκτικά το έδαφος».

Εκτός βέβαια από τη διεκδίκηση της Ελλάδας στη σφαίρα επιρροής της Βρετανίας, ο Τσόρτσιλ διατυπώνει με ευκρίνεια και σιδερένια αποφασιστικότητα τη στρατηγική συντριβής και περιθωριοποίησης του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Αυτή την κατεύθυνση υπηρετεί το σχέδιο «Manna» που έχουν εκπονήσει και υλοποιούν οι Βρετανοί από τον Σεπτέμβρη του 1944, με στόχο την ισχυροποίηση της νέας κυβέρνησης απέναντι στο ΕΑΜ και την εγκατάσταση βρετανικού στρατού στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Αποκαλυπτική για τις βρετανικές επιδιώξεις είναι επίσης η Συμφωνία της Λισσαβώνας, η οποία αποτελούσε μια «συμφωνία κυρίων» ανάμεσα σε Γερμανούς και Βρετανούς που εξασφάλιζε τη μετάβαση της εξουσίας από τους πρώτους στους δεύτερους.
Οι Γερμανοί εξασφάλιζαν τη σταδιακή αποχώρηση των στρατευμάτων τους χωρίς βρετανική ενόχληση και οι Βρετανοί τον απαραίτητο χρόνο για την ομαλή μετάβαση στη δική τους κυριαρχία.

Υπενθυμίζουμε ότι οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής της Κρήτης συνθηκολογούν στις 9 του Μάη 1945 και παραδίδουν τον οπλισμό τους στις 23 του Μάη, όταν φτάνει στο νησί βρετανική στρατιωτική δύναμη.
Οι Βρετανοί επιδίωκαν να κρατήσουν με κάθε τίμημα τον έλεγχο της Ελλάδας και να αποκαταστήσουν την προπολεμική τάξη πραγμάτων προστατεύοντας τους θαλάσσιους δρόμους προς την Ινδία και τις πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής· κι αυτό αποκτούσε ακόμη πιο επείγοντα χαρακτήρα από τη στιγμή που έχασαν κάθε δυνατότητα ελέγχου στη Γιουγκοσλαβία μετά τις εξελίξεις του 1943-44 με την κυριαρχία του Τίτο.
Εγγύηση γ' αυτούς τους στόχους αποτελούσε η επάνοδος του Γεώργιου Β' και εμπόδιο καθοριστικής σημασίας το ΕΑΜ, γι' αυτό όποια τακτική και αν ακολουθούσε, η συντριβή του αποτελούσε μόνιμο στόχο τους.

Σε αυτόν ακριβώς τον στόχο ευθυγραμμίστηκαν η νέα αστική τάξη και τα κοινωνικά μεσοστρώματα που αναδύθηκαν από την κόλαση της Κατοχής και αισθάνονταν μια ιδιαίτερη ταξική ανασφάλεια, ειδικά για τα κατοχικά υπερκέρδη τα οποία είχαν συσσωρεύσει, ως επί το πλείστον, με αθέμιτα μέσα.
Αντίστοιχες επιδιώξεις είχε και το μειοψηφικό αλλά πολυπληθές και δυναμικό πολιτικό και στρατιωτικό δυναμικό του δωσιλογισμού και των Ταγμάτων Ασφαλείας - για τους συνεργάτες των κατακτητών οι ομαλές πολιτικές εξελίξεις ισοδυναμούσαν τουλάχιστον με προσαγωγή στη Δικαιοσύνη, ενώ, αντίθετα, το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής σύγκρουσης με το ΕΑΜ αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο σωτηρίας.

Τα συμφέροντα αυτών των κοινωνικών τάξεων και ομάδων μπορούσαν να υπηρετηθούν μόνο με ανηλεή κοινωνικό πόλεμο που θα έφτανε αδίστακτα πέρα από τα όρια μιας πολιτικής κρατικής καταστολής και διώξεων. 
Σε αυτή την κατεύθυνση, από τα πρώτα χρόνια της Κατοχής ακόμη, συγκροτείται ένα ακροδεξιό καθοδηγητικό κέντρο με επιτελικά στελέχη τον Χρηστό Ζαλοκωστα και τον Σπόρο Μαρκεζίνη και στόχο την καταπολέμηση του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και την επαναφορά της προπολεμικής τάξης πραγμάτων με εγγυητή τη μοναρχία.
Η ευέλικτη και αποτελεσματική αυτή ομάδα, εξασφαλίζοντας οικονομικούς πόρους από τους μαυραγορίτες και την μεγαλοαστική τάξη της Αθήνας, αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση των αντιΕΑΜικών οργανώσεων, την οργάνωση και τον συντονισμό δυναμικών ενεργειών ενάντια στους κομμουνιστές.
Ηδη από το καλοκαίρι του 1944 σε συνεννόηση με τον κατοχικό αρχηγό της χωροφυλακής, στρατηγό Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο, ο οποίος διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Αθηνών από τον Γεώργιο Παπανδρέου, αναλαμβάνουν να διασφαλίσουν την νομιμοφροσύνη των Ταγμάτων Ασφαλείας προς την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» και τον συντονισμό όλων των αντιΕΑΜικών ένοπλων οργανώσεων στην προοπτική της σύγκρουσης με τον ΕΛΑΣ.

Για το αντιΕΑΜικό μπλοκ, επομένως, η σύγκρουση με το ΕΑΜ ήταν εξαιρετικά συμφέρουσα επιλογή, την οποία ακολούθησαν με αταλάντευτη αποφασιστικότητα.

Η πολιτική του ΕΑΜ και οι παλινωδίες του κόμματος

Απέναντι σε αυτή την ξεκάθαρη στρατηγική το ερώτημα είναι ποια πολιτική γραμμή ακολούθησαν το ΕΑΜ και το KKΕ
Η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ είχε πλήρη επίγνωση των βρετανικών σχεδίων, δεν έτρεψε αυταπάτες ούτε για τον χαρακτήρα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας ούτε για τις επιδιώξεις και τους στόχους του αντιΕΑΜικού μπλοκ.

Τα δεδομένα που προκύπτουν από την αλληλογραφία και τις επαφές του ΚΚΕ με τα κομμουνιστικά κόμματα Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας αποδεικνύουν ότι η ΕΑΜική ηγεσία ανησυχούσε ιδιαίτερα για τους σχεδιασμούς των Βρετανών, το ενδεχόμενο στρατιωτικής τους επέμβασης στην Ελλάδα, τον ρόλο του Γ. Παπανδρέου και τα σχέδια φιλομοναρχικού πραξικοπήματος που προωθούσαν μοναρχικοί και ακροδεξιοί κύκλοι.

Τα συνεχή και πιεστικά αιτήματα του ΚΚΕ για πολεμική τροφοδοσία του ΕΛΑΣ και επισιτιστική βοήθεια για τους λιμοκτονούντες πληθυσμούς των πόλεων σε περίπτωση σύγκρουσης με τους Βρετανούς συναντούσαν την αδυναμία των ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας να ανταποκριθούν.
Η επίγνωση ότι δεν θα πρέπει να υπολογίζουν παρά μόνο στις δικές τους δυνάμεις καθώς και τα όρια που έθετε η αδιαμφισβήτητη -όσο διαρκούσε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος- και αδιάσπαστη συμμαχία Μ. Βρετανίας και ΕΣΣΔ διαμόρφωναν ένα σύνθετο και ασφυκτικό πλαίσιο επιλογών για το ΚΚΕ και το ΕΑΜ.

Ετσι ερμηνεύονται οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες που παρατηρούνται τους τελευταίους μήνες πριν από την Απελευθέρωση. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι η αντιπροσωπεία της ΠΕΕΑ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ έφυγε για τον Λίβανο με συγκεκριμένες οδηγίες, οι οποίες προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, να καθοριστούν οι προγραμματικές κατευθύνσεις της ενιαίας κυβέρνησης με βάση τους σκοπούς της ΠΕΕΑ, να δοθούν κατ’ ελάχιστο οι μισές έδρες της κυβέρνησης και τα υπουργεία Εσωτερικών και Στρατιωτικών σε ΠΕΕΑ, ΕAM, ΚΚΕ και να συγκροτηθεί ενιαίος στρατός.

 Και επέστρεψε στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας με τα γνωστά αποτελέσματα.
Στις 5 του Ιούνη 1944 ο Σιάντος τηλεγραφεί στον Τίτο επισημαίνοντας: «Η αντιπροσωπεία μας στη Μέση Ανατολή παρέβη τις γραπτές οδηγίες πληρεξουσίου (που τους είχαν δοθεί). Η υπογραφείσα συμφωνία δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθώς βλάπτει τον εθνικό αγώνα».
Ωστόσο, σύντομα το ΚΚΕ αποδέχεται τη Συμφωνία του Λιβάνου και επιπλέον υπογράφει τον Σεπτέμβρη του ’44 τη Συμφωνία της Καζέρτας που προβλέπει μεταξύ άλλων ότι όλες οι ανταρτικές ομάδες τίθενται στις διαταγές της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, η οποία με τη σειρά της τις θέτει υπό τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι.

186,7 χρυσές λίρες οι συνολικές καταθέσεις στις εμπορικές τράπεζες

Εξι ημέρες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, στις 18 του Οκτώβρη, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας φτάνει στην πρωτεύουσα και αναλαμβάνει έργο, με τους ΕΑΜικούς υπουργούς να στερούνται κάθε έρεισμα στα υπουργεία Εσωτερικών και Στρατιωτικών και να αναλαμβάνουν τα δύσκολα υπουργεία Οικονομικών, Εθνικής Οικονομίας, Δημοσίων Εργων, Γεωργίας και Εργασίας. 
Η σιδερένια οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι ΕΑΜίτες υπουργοί και το πολιτικό κόστος που επωμίστηκαν τις αμέσως επόμενες εβδομάδες ερμηνεύουν την ανάθεση αυτών των υπουργείων στο ΕΑΜ.

Ο παλλαϊκός ενθουσιασμός, οι ελπίδες και οι προσδοκίες που πλημμυρίζουν τους δρόμους της Αθήνας εκείνες τις πρώτες ημέρες δεν μπορούν να κρύψουν την εικόνα καταστροφής που άφησαν πίσω τους οι κατακτητές.
Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος ήταν τεράστιο σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο μόνο στην Ελλάδα η πείνα, η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και ο υπερπληθωρισμός πήραν τέτοιες διαστάσεις, για μια σειρά από λόγους. Τα πεινασμένα πλήθη που συνωστίζονταν στις ουρές για τα συσσίτια, οι επαίτες, τα ορφανά παιδιά που ζητιάνευαν στους δρόμους και τα πτώματα που εγκαταλείπονταν έξω από τα νεκροταφεία για να μη χάσουν το δελτίο σίτισης οι οικογένειές τους προμήνυαν το προφανές. Με τον παραγωγικό ιστό διαλυμένο, το δίκτυο μεταφορών κατεστραμμένο, τον πόλεμο να συνεχίζεται, χωρίς την ξένη βοήθεια, ήταν απολύτως σαφές ότι η Αθήνα βρισκόταν μπροστά στον κίνδυνο να βιώσει έναν ακόμη χειμώνα αντίστοιχο με εκείνο του 1941-42.

Αντίστοιχο πρόβλημα υπήρχε και σε αρκετές επαρχιακές πόλεις και καταγράφεται στις επιτάξεις αποθηκευτικών και εργοστασιακών χώρων και στη διανομή τροφίμων από το ΕΑΜ.
Το πρωταρχικό αίτημα της ξένης βοήθειας και ταυτόχρονα της παραγωγικής ανασυγκρότησης αφορούσε ακριβώς αυτό το θεμελιώδες και επείγον καθήκον της λαϊκής επιβίωσης. Το πρόβλημα της τροφοδοσίας των πόλεων αλλά και της υπαίθρου είχε και τις αντίστοιχες στρατιωτικές συνέπειες, καθώς σε συνθήκες πενίας και υποσιτισμού δεν ήταν εύκολο ο ΕΛΑΣ να διατηρεί και να τροφοδοτεί το πολυάριθμο δυναμικό του χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα και τριβές με τις τοπικές κοινωνίες.

Στο επίπεδο της παραγωγής οι προοπτικές ήταν ακόμη πιο δυσοίωνες. Οι Γερμανοί αποχωρώντας προχώρησαν σε εκτεταμένες καταστροφές σε εργοστάσια μέσα μεταφοράς, οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, λιμάνια. Επιπλέον, ολόκληρο το οικοδόμημα της κατοχικής βιομηχανικής παραγωγής και των δημόσιων έργων, όπως ήταν φυσικό, έπαψε να υφίσταται, με δραματικά αποτελέσματα για τα ποσοστά ανεργίας καθώς τα περισσότερα εργοστάσια, ορυχεία, βιοτεχνίες παρέμεναν κλειστά. 

Το πιστωτικό σύστημα εκκινούσε από σχεδόν μηδενική βάση. Τα αποθεματικά της Τράπεζας της Ελλάδος σε λίρες και χρυσό είχαν μεταφερθεί στο Λονδίνο, ενώ οι συνολικές καταθέσεις των πέντε μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών (ΕΤΕ, Αθηνών, Εμπορική, Ιονική και Λαϊκή) από 14 εκατ. χρυσές λίρες τον Οκτώβρη του 1940, έφταναν μόλις τις 186,7 χρυσές λίρες τον Οκτώβρη του 1944.

Στους τελευταίους μήνες της Κατοχής και τους πρώτους της Απελευθέρωσης ο υπερπληθωρισμός πήρε τρομακτικές διαστάσεις - ενώ ο μέσος τιμάριθμος του 1943 είχε αυξηθεί 415 φορές σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, τον Σεπτέμβρη του 1944 είχε αυξηθεί 15 εκατομμύρια φορές.

Η έκρηξη του πληθωρισμού εκμηδένιζε πλήρως την αξία της δραχμής και μαζί τους μισθούς και τα μεροκάματα, δημιουργούσε συνθήκες αντιπραγματισμού (ανταλλαγή σε είδος) και καθιστούσε τη χρυσή λίρα μοναδικό αξιόπιστο νόμισμα.
Η νεόπλουτη τάξη κερδοσκόπων και μαυραγοριτών συνέχιζε και μετά την Απελευθέρωση να κερδοσκοπεί ασύστολα, ιδιαίτερα σε βάρος των εργαζόμενων τάξεων, των μισθοσυντήρητων, των εργατοϋπαλλήλων. Πρόκειται για ένα τοπίο όπου η ελπίδα και η αισιοδοξία συνυπήρχαν με μια βαθιά και αγεφύρωτη κοινωνική και ταξική πόλωση.

Τα μέτρα Ζολώτα, η εργατική τάξη και η δυσαρέσκεια

Οπως ήδη αναφέραμε, για προφανείς λόγους τα υπουργεία Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας παραχωρήθηκαν στο ΕΑΜ - αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι στο ΕΑΜ παραχωρήθηκε και η δυνατότητα άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος τοποθετείται ο εκλεκτός του Γεωργίου Παπανδρέου Ξενοφών Ζολώτας, ο οποίος με έγγραφό του προς τους αρμόδιους υπουργούς και τους οικονομικούς αντιπροσώπους των συμμάχων την 1η του Νοέμβρη 1944 προτείνει ένα πακέτο μέτρων δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, όπως αύξηση των αγαθών της συμμαχικής βοήθειας και διάθεσή τους προς πώληση στην αγορά, αύξηση των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης, όλων των ειδών του Ερυθρού Σταυρού (και ειδικότερα του ψωμιού στο πενταπλάσιο), περιορισμό του αριθμού των δημόσιων υπαλλήλων αλλά και του μισθού τους ώστε να μειωθούν οι κρατικές δαπάνες, φορολογία των κερδών του πολέμου, επικέντρωση στους έμμεσους φόρους, κατάργηση των δελτίων των απόρων, κατάρτιση ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και έκδοση νέας δραχμής.

Σε γενικές γραμμές αυτές είναι οι κατευθυντήριες που ακολούθησε η κυβέρνηση. Η οικονομική πολιτική διαμορφώθηκε από τον Ζολώτα και τέθηκε υπό τη συνεχή επίβλεψη των Βρετανών, οι οποίοι είχαν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.

Στις στήλες του «Ριζοσπάστη» αλλά και στις μαρτυρίες των ΕΑΜιτών υπουργών καταγράφονται οι αλλεπάλληλες συσκέψεις των αρμόδιων υπουργών στο υπουργείο Οικονομικών με Βρετανούς και Αμερικανούς οικονομικούς συμβούλους, που ενέκριναν το πρόγραμμα σταθεροποίησης. Σταδιακά αλλά αποφασιστικά, αξιοποιώντας τον αρκετά αποτελεσματικό εκβιασμό «αν δεν ακολουθήσετε ακριβώς την πολιτική που σας λέμε, θα μπλοκάρουμε την παροχή βοήθειας και θα πεθάνετε της πείνας», οι Βρετανοί έθεταν τις βάσεις του μεταπολεμικού καθεστώτος επιτροπείας.
Εχοντας και το μαχαίρι και το πεπόνι της συμμαχικής βοήθειας, χρησιμοποιούσαν με συνέπεια και αποτελεσματικότατα το πανίσχυρο μέσο της παροχής της προς τους λιμοκτονούντες ελληνικούς πληθυσμούς, εκβιάζοντας ώστε να επιβάλλουν τις οικονομικές κατευθύνσεις που εκείνοι επιθυμούσαν.

Η τεράστια έλλειψη αγαθών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η δραχμή είχε χάσει πολύ μεγάλο μέρος της αξίας της και την εμπιστοσύνη της αγοράς οδήγησαν τις πρώτες μεταπολεμικές εβδομάδες σε εκρηκτικό πληθωρισμό. Η πρόταση Ζολώτα, που υιοθετήθηκε με τον νόμο 18 «Περί νομισματικής διαρρυθμίσεως», ήταν η δημιουργία μιας νέας δραχμής η οποία ισούταν με 50 δια. παλιές δραχμές. Αυτή η ισοτιμία πρακτικά σήμαινε ότι οι προπολεμικές καταθέσεις των μικροκαταθετών και αντίστοιχα τα χρέη των επιχειρηματιών ουσιαστικά εξανεμίστηκα.
Δηλαδή οι επιχειρηματίες που είχαν προπολεμικά χρέη προς τις τράπεζες ευνοήθηκαν, εν αντιθέσει με τους μισθοσυντήρητους που είχαν καταθέσεις και δεν πρόλαβαν να τις αποσύρουν πριν από τον πόλεμο, οι οποίοι έχασαν τις όποιες οικονομίες τους.
Ετσι, στην κοινή γνώμη, στους φτωχούς μικροκαταθέτες, σχηματίστηκε η πεποίθηση ότι ο ΕΑΜικός υπουργός είχε την κύρια ευθύνη, αφού ήτα. αυτός που έβαλε την καταστροφική υπογραφή.

Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τον εκβιασμό των Βρετανών για τον ορισμό πολύ χαμηλών ημερομισθίων και μισθών, καθώς και το απροκάλυπτο μποϊκοτάζ των Ελλήνων βιομηχάνων με την άρνησή τους να ανοίξουν τα εργοστάσια, διογκώνοντας έτσι την ανεργία έφερε την αντίδραση της οργανωμένης εργατικής τάξης αλλά και τις διαμαρτυρίες στο εσωτερικό του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Επιπλέον, οι δεσμεύσεις του Γ. Παπανδρέου για βαριά φορολόγηση των πλουτισάντων επί Κατοχής είχαν την ίδια ακριβώς φερεγγυότητα με τις δηλώσεις υπέρ της λαοκρατίας που εκφώνησε στον περίφημο λόγο της Απελευθέρωσης.
Οι εργαζόμενοι έβλεπαν ότι τα ημερομίσθια καθορίζονταν σε επίπεδα χαμηλότερα και από τα κατοχικά και αυτό γινόταν με συνευθύνη των υπουργών του ΕΑΜ.

Και μιλάμε για μια εργατική τάξη η οποία έχει χαλυβδωθεί στους μεγάλους αγώνες της Κατοχής, έχει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, καθώς με την Απελευθέρωση προσβλέπει σε μια νέα μεταπολεμική τάξη πραγμάτων ριζικά διαφορετική, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο θα έχουν αυτοί που ελευθέρωσαν τη χώρα με το όπλο στο χέρι.
Οι ηγεσίες των συνδικάτων ελέγχονται σχεδόν απόλυτα από το ΕΑΜ, καθώς από τον Αύγουστο του 1944 η Κεντρική Επιτροπή του ΕΕΑΜ έχει αποφασίσει τη μετονομασία του σε ΓΣΕΕ, ενώ στις ομοσπονδίες, στα εργατικά κέντρα και τα σωματεία αναλαμβάνουν διοικήσεις που ελέγχονται από τη διοίκηση της ΓΣΕΕ.
Το ΕΑΜ διαθέτει συντριπτική επιρροή μέσα στην εργατική τάξη, κάτι που επιβεβαιώνεται στις εκλογές δεκάδων σωματείων που διεξάγονται μέσα σ’ αυτό το μικρό διάστημα.

Ισχύς των Βρετανών η «αγάπη» των «πατριωτών» δωσίλογων

Ολο το διάστημα του Νοεμβρίου οργανώνονται συνεχώς κινητοποιήσεις που προβάλλουν αιτήματα αύξησης των μισθών και της επισιτιστικής βοήθειας και αναδεικνύουν μια σειρά από ζητήματα κλάδων ή ομάδων της εργατικής τάξης.
Οι κινητοποιήσεις αυτές, παρότι εκφράζουν τις ανάγκες της λαϊκής βάσης του ΕΑΜ και προκαλούν συνεχή κοινωνική και πολιτική πίεση, δεν αμφισβητούν παρά πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής, οργανώνονται έτσι ώστε να εδραιώνουν τον ρόλο του εργατικού κινήματος ως κοινωνικού εταίρου και να μη δημιουργούν πολιτικό πρόβλημα ή να μην κινδυνεύει να κατηγορηθεί το ΕΑΜ για υπονόμευση της κυβερνητικής πολιτικής και της στρατηγικής επιλογής της εθνικής ενότητας και της οικονομικής ανασυγκρότησης.

Ετσι, στο κρίσιμο διάστημα των πρώτων 40 ημερών το εργατικό κίνημα περιορίστηκε σε κινητοποιήσεις και δράσεις χαμηλής έντασης, εγκλωβισμένο στη γραμμή της εθνικής ενότητας, της ταξικής συμφιλίωσης και της στήριξης της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, ενώ, από την άλλη πλευρά, παλιά και νέα αστική τάξη και ιδιαίτερα τα νεόπλουτα αρπακτικά και παρασιτικά στρώματα συνέχιζαν ακάθεκτα τις δραστηριότητες πλουτισμού και συσσώρευσης, καταλήστευσης της ξένης βοήθειας, κρατούσαν κλειστά τα εργοστάσια, κερδοσκοπούσαν ασύστολα με τον χρυσό, τη λίρα, την παλιά και τη νέα δραχμή και υπονόμευαν ανοιχτά και απροκάλυπτα κάθε προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης κρατώντας κλειστά τα περισσότερα εργοστάσια.

Στις συνθήκες ταξικής πόλωσης των τελευταίων ημερών του Νοέμβρη, τα ΕΑΜικά συνδικάτα διατυπώνουν πιο ριζοσπαστικά αιτήματα, όπως οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και μεγάλων βιομηχανιών στρατηγικής σημασίας, κατασχέσεις και δημεύσεις περιουσιών μαυραγοριτών, βαριά φορολογία κερδών και ειδών πολυτελείας και επιστροφή του χρυσού και του αποθέματος της ΤτΕ από το Λονδίνο.
Την 1η του Δεκέμβρη οργανώνονται μεγάλες εργατικές και λαϊκές κινητοποιήσεις για το στρατιωτικό ζήτημα, ενώ 2.000 εργάτες της Ελληνικής Εριουργίας βάζουν σε κίνηση το εργοστάσιο με την άδεια του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.

Μετά τον καθορισμό των ημερομισθίων και πλησιάζοντας στα τέλη του Νοέμβρη, ο ταξικός ανταγωνισμός οξύνεται και μαζί με την ταξική πόλωση διευρύνεται και η διάσταση ανάμεσα στα ΕΑΜικά υπουργεία και τα συνδικάτα. 
Η διάσταση αυτή θα γεφυρωθεί τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, καθώς η αντιπαράθεση για το στρατιωτικό ζήτημα οδηγούσε πλέον σε μετωπική σύγκρουση με το αντιΕΑΜικό μπλοκ - πρόκειται μάλλον για δυο πηγές έντασης που τροφοδοτούσαν η μια την άλλη, καθώς η ταξική πόλωση δημιουργούσε το περιβάλλον ενός ακήρυχτου κοινωνικού εμφυλίου, το αποτέλεσμα του οποίου διαφαινόταν ωστόσο ότι δεν επρόκειτο να κριθεί στο κλασικό πεδίο των εργατικών συνδικαλιστικών αγώνων. Το αδιέξοδο στο στρατιωτικό ζήτημα οδηγούσε μοιραία τα πράγματα στο ευνοϊκό για τη βρετανική πολιτική και το αντιΕΑΜικό μπλοκ πεδίο της στρατιωτικής αναμέτρησης.

Αλλωστε, οι ομαλές δημοκρατικές πολιτικές εξελίξεις ενδεχομένως να οδηγούσαν σε εκλογικό θρίαμβο του ΕΑΜ, εξέλιξη που εγκυμονούσε κινδύνους για τη συνέχεια του αστικού καθεστώτος. 

Το ΕΑΜ, παρά τις αντιφάσεις και τις ταλαντεύσεις που σημειώνονται στην πολιτική του, παρά τις συμφωνίες που υπέγραψε, ήταν σταθερά προσανατολισμένο σε μια νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων, την οποία διεκδίκησε στις σύνθετες και δύσκολες μεταπολεμικές συνθήκες. Δηλαδή στην περίοδο που η πολιτική γραμμή των λαϊκών μετώπων, εξαιρετικά αποτελεσματική στο διάστημα της Κατοχής, αναμετρούνταν με τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις της, καθώς η στρατηγική της αντίπαλης πλευράς ήταν σαφέστατα η ανάκτηση και διασφάλιση της αστικής εξουσίας και διαμέσου της κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
Ηταν, λοιπόν, το ΕΑΜ το μέτωπο το οποίο αναμετρήθηκε με όλα τα κρίσιμα διακυβεύματα της δεκαετίας του ’40, συσπειρώνοντας γύρω του τη λαϊκή εργαζόμενη πλειοψηφία και εκπροσωπώντας τα ταξικά της συμφέροντα.

Για να επιβάλουν τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που επιθυμούσαν, οι Βρετανοί ήταν υποχρεωμένοι να στηριχτούν στον μοναδικό ισχυρό αντίπαλο του ΕΑΜ: τον παλιό πολιτικό κόσμο -αν και απολύτως απαξιωμένος λόγω της στάσης του στα χρόνια της Κατοχής-, τα δυναμικά τμήματα των κερδοσκόπων και των μαυραγοριτών και τις ένοπλες και ετοιμοπόλεμες ομάδες των Ταγμάτων Ασφαλείας και της κατοχικής χωροφυλακής. 
Αυτά ήταν τα μόνα διαθέσιμα στη συγκεκριμένη περίοδο πολιτικά, οικονομικά/κοινωνικά και στρατιωτικά στηρίγματα για τη βρετανική πολιτική. Και το μεγαλύτερο εμπόδιο σε αυτές τις εξελίξεις ήταν ο ΕΛΑΣ.
Επομένως, ο αφοπλισμός ή η συντριβή του αποτελούσε μονόδρομο για το Λονδίνο. Γι’ αυτό, σταδιακά, σε όλο το διάστημα των 47 πρώτων ημερών της Απελευθέρωσης οι Βρετανοί σε συνεργασία με το αντιΕΑΜικό μπλοκ συγκέντρωσαν στην πρωτεύουσα τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις, διέσωσαν και εξόπλισαν τμήματα των Ταγμάτων Ασφαλείας και την κατάλληλη στιγμή ο Σκόμπι διέταξε τον μονομερή αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. 

Τον λόγο είχαν πλέον οι ξιφολόγχες. Οσο για τις προοπτικές του ΕΑΜ -ΕΛΑΣ στην επερχόμενη σύγκρουση, ο Μαρκεζίνης είχε ήδη διατυπώσει την εκτίμησή του από τις 18 του Νοέμβρη: «Η ευκαιρία εχάθη ανεπιστρεπτί διά το ΕΑΜ κατά την εποχήν της αποχωρήσεως των Γερμανών, τώρα είναι πλέον αργά».
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger