Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σλαβομακεδόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σλαβομακεδόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΚΕ για "Μακεδονικό Εθνος". Τότε και τώρα

Δεν είναι καινούργιος ο ισχυρισμός του ΚΚΕ που ξανακούσαμε σήμερα από το στόμα της Αλέκας Παπαρήγα, στον real fm ότι «δεν υπάρχει Μακεδονικό έθνος και μ αυτή την ένοια δεν υπάρχει Μακεδονική μειονότητα». Καλό όμως θα ήταν η γ.γ. του ΚΚΕ να μας παραθέσει και τα «επιστημονικά εργαλεία» που σύμφωνα με την ίδια το αποδεικνύουν, όπως επικαλέστηκε στην ίδια συνέντευξη της. Πρόκειται για μια βαθιά ανιστόρητη άποψη κάτι στο οποίο έχουμε αναφερθεί σε επανειλημμένες αναρτήσεις μας. Χαρακτηριστικά εδώ και εδώ).

 Επανερχόμαστε σ’ αυτό το θέμα  και παραθέτουμε ένα κείμενο που έχει δημοσιευτεί στον «Ριζοσπάστη» σε δυο συνέχειες στις 24 και 25 Νοέμβρη του 1932. Πρόκειται για ένα σημαντικό ντοκουμέντο, που παρουσιάζει καθαρά τις θέσεις των ελλήνων κομμουνιστών του μεσοπολέμου, πάνω στο μακεδονικό ζήτημα. Θέσεις υποστήριξης του μακεδονικού εθνικού κινήματος, που οι κομμουνιστές της χώρας τις πλήρωσαν τότε με φυλακές και εξορίες. Οι νεώτεροι και μη γνωρίζοντες, μπορούν να συγκρίνουν την τότε κομμουνιστική-διεθνιστική γραμμή του ΚΚΕ, με την  σημερινή του πολιτική.  

_____________ 

Είναι γεγονός χωρίς αμφισβήτηση πως πάνω στη ζωή και την κατάσταση της μακεδονικής εθνότητας έχουν λίγα πράγματα γραφτεί ως τώρα. Σήμερα που το πράγμα αποχτά μια όλως ιδιαίτερη σημασία για μας και το κίνημά μας, μια έρευνα γενική ανάμεσα στους καταπιεσμένους Μακεδόνες είναι απαραίτητη. Θα δώσουμε όσο το δυνατό μια πιο συντομευμένη εικόνα της υπόθεσης μα πάντα με στοιχεία αρκετά. Χωρίς άλλο δεν υπάρχει άλλος λαός απ' το μακεδονικό - μέσα στη Βαλκανική που να βασανίστηκε όσο αυτός.

Πάνω από 50 χρόνια βρίσκεται κάτω από διαρκή διωγμό - εξόντωση. Στην αρχή ο βούρδουλας της τούρκικης εξουσίας, ύστερα της ελληνικής και βουλγάρικης. Απ' τη στιγμή που επενέβησαν η βουλγαρική, σερβική και ελληνική κεφαλαιοκρατία για να πάρουν υπό την "προστασία" τους τους Μακεδόνες, αρχίζει μια πιο τρανή συμφορά. Η εποχή των συμμοριτών, ανταρτών και κομιτατζήδων θα παραμείνει στην ιστορία σαν μια περίοδος άγριου πρωτοφανούς διωγμού της μακεδονικής μειονότητας. Ολόκληρες δεκάδες ετών, έσφαζαν, έκαιαν, σκότωναν, ρήμαζαν σε βάρος του μακεδονικού λαού.

Θα περάσουν χρόνια ακόμα πολλά κι ο Μακεδόνας θα μιλάει με τον μεγαλύτερο αποτροπιασμό για τη θηριωδία των Τσακαλάρωφ, των Καπετάν Ζάκηδων και Βάρδηδων. Ολόκληρα χωριά βάφηκαν με αίμα που έρευσε ποταμηδόν. Ήρθαν κατόπιν οι βαλκανικοί πόλεμοι. Ελληνική, βουλγάρικη και σέρβικη κεφαλαιοκρατία συναγωνίστηκαν ποια να καταπιέσει πιο πολύ, ν' αρπάξει, να εξοντώσει. Κι αυτά όλα εν ονόματι του "πατριωτισμού", της "απελευθέρωσης υπόδουλων αδελφών" και σε βάρος ενός λαού - της μακεδονικής εθνότητας - που ούτε βουλγάρικος, ούτε ελληνικός, ούτε σέρβικος είναι, παρά μακεδονικός. Όσοι Μακεδόνες γλίτωσαν απ' τον παγκόσμιο και τους βαλκανικούς πολέμους μαζεύτηκαν ξανά στον τόπο τους για να ξαναχτίσουν τα χωριά τους.

Όμως το μαρτύριό τους δεν τέλειωσε. Οι βούλγαροι κομιτατζήδες, όργανα πιστά της βουλγαρικής μπουρζουαζίας, συνεχίζουν την εξοντωτική δράση. Όπως επίσης οι φασίστες της Ε.Ε.Ε., όργανα πιστά της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας, κάνουν την εμφάνισή τους για να παραμεγαλώσουν τα βάσανα του μακεδονικού λαού. Εδώ το πράγμα είναι φανερό. Η ελληνική, η βουλγαρική και σερβική κεφαλαιοκρατία, η κάθε μια χωριστά, προσπαθεί να πάρει κάτω απ' τη δική της καταπίεση και λήστεψη τη μακεδονική εθνότητα. Μιλάνε λανθασμένα πολλές φορές για βουλγάρικη μειονότητα μέσα στην καπιταλιστική Ελλάδα ή για ελληνική μειονότητα μέσα στην επίσης καπιταλιστική Βουλγαρία. Δεν είναι σωστό.

Στη Μακεδονία, τη βουλγαροκρατούμενη, την ελληνοκρατούμενη, τη σερβοκρατούμενη δεν υπάρχουν Έλληνες, ούτε Βούλγαροι, ούτε Σέρβοι. Υπάρχουν Μακεδόνες (φυσικά δεν μιλάμε για εκείνους που εγκαταστάθηκαν τελευταία στη Μακεδονία). Αρκεί και μια απλή επίσκεψη στους κάμπους και τα βουνά της Μακεδονίας (Καστοριά, Φλώρινα) για να το νοιώσεις. Την απάντηση αυτή την παίρνεις ακόμα απ' τα ήθη και τα έθιμά τους, που δεν είναι καθόλου ελληνικά, ούτε βουλγαρικά, ούτε σερβικά. Φυσικά οι πολυετείς καταπιέσεις απ' τις τρεις κεφαλαιοκρατίες είχαν κάποια επίδραση πάνω στο μακεδονικό λαό, μα πάντα τον διακρίνεις. Τα ρούχα τους έχουν κάτι το ιδιαίτερο, η γλώσσα τους επίσης. Η σλαβική τους γλώσσα, μοιάζει με τη βουλγάρικη μα δεν είναι ίδια.

Ξέροντας τη μακεδονική γλώσσα μπορείς οπωσδήποτε να συνεννοηθείς και με τους Σέρβους, όπως και με τους Βούλγαρους. Και τη γλώσσα αυτή τη μιλάνε και σήμερα ακόμη πάνω από 100 χιλιάδες σαν γλώσσα τους μητρική. Δεν ξέρουν άλλη. Έχουν τόσοι αιώνες περάσει από τότε που εγκαταστάθηκε το σλαβικό στοιχείο στη Μακεδονία και κανένας τους πια σήμερα δεν ξέρει τίποτα άλλο, παρά μονάχα πως στον τόπο αυτό γεννήθηκε και σε αυτόν θα πεθάνει. Και πως ούτε Έλληνας, ούτε Βούλγαρος, ούτε Σέρβος είναι. Φυσικά σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας, τα τρία καπιταλιστικά κράτη έφαγαν τα λυσσακά τους και μπόρεσαν ως ένα σημείο με τη φωτιά και με το σίδερο να διαστρεβλώνουν την συνείδηση ενός μέρους του πληθυσμού. Οι πιο πολλοί απ' τους Μακεδόνες βρίσκονται σήμερα στη Δυτική Μακεδονία, γύρω στη Φλώρινα, Έδεσσα, Βέρροια, Καστοριά.

Προσέχοντας έστω και λίγο στις περιφέρειες αυτές θα βρεις ολόκληρα χωριά που πότε μιλούν βουλγαρική, πότε ελληνική. Δηλαδή βουλγαρικά και ελληνικά παραφθαρμένα. Αυτό μη σας ξενίζει. Δεν είναι η μητρική τους γλώσσα. Είναι αποτέλεσμα όπως το είπαμε κιόλας της καταπίεσης της βουλγάρικης και της ελληνικής μπουρζουαζίας σε διάφορες περιπτώσεις. Αυτό το διακρίνεις πολύ καλά όταν παρακολουθήσεις από κοντά τα σημερινά μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης για τον εξελληνισμό του πληθυσμού. Αλλά γι' αυτό θα μιλήσουμε ιδιαίτερα. Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα: Δεν έχουμε να κάνουμε με Έλληνες ή Βούλγαρους ή Σέρβους της Μακεδονίας, παρά με μακεδονικό λαό, με μακεδονική μειονότητα, που παρ' όλα τα χτυπήματα, παρ' όλες τις καταπιέσεις διατηρεί την οικονομική και εθνική της οντότητα, τον ιδιαίτερο πολιτισμό της. Έχει εν τοιαύτη περιπτώσει και εθνική συνείδηση ο μακεδονικός λαός;

Το πράγμα είναι πολύ φανερό μα και αποδείχνεται και από ντοκουμέντα. Ας έρθουμε πιο κοντά στα πράγματα. Ποια είναι η κατάσταση, η ζωή της μακεδονικής μειονότητας; Τρισάθλια. Από κάθε άποψη. Δεν θα μιλήσουμε για την οικονομική καταπίεση που είναι γνωστή, μολονότι κι αυτή είναι ακόμη φοβερότερη παρά σε άλλες περιοχές. Θα αναφέρουμε μόνο ορισμένα στοιχεία της πνευματικής και πολιτικής καταπίεσης για να δούνε οι εργαζόμενοι της Ελλάδας τι μαρτύρια τραβούν οι δύστυχοι Μακεδόνες. Ας ξεκινήσουμε απ' το σχολείο. Λοιπόν: Απαγορεύεται στα παιδάκια, που υποχρεωτικά φοιτούν στο σχολείο για να μάθουν τα ελληνικά κλπ. να μιλάν τη μητρική τους, τη μακεδονική γλώσσα. Άμα συμβεί ένα τέτοιο, το παιδάκι κλείνεται απ' το δάσκαλο στο μπουντρούμι του σχολείου για μια μέρα και πολλές φορές για ένα εικοσιτετράωρο.

Άμα συναντήσει στο δρόμο ο χωροφύλακας κάνα εργατόπαιδο που να μιλάει τη γλώσσα του το σαπίζει στο ξύλο. Το ίδιο γίνεται και σε βάρος των ηλικιωμένων. Για απόδειξη τούτο το χαρακτηριστικό γεγονός: Στο Νεστράμι της Καστοριάς ο αστυνόμος απείλησε με ξύλο τον ίδιο το δάσκαλο γιατί μιλούσε μακεδονικά μ' ένα αγρότη. Ο επιθεωρητής των σχολείων της περιφερείας έχει στείλει μυστικές εγκυκλίους και συνιστά να παρθούν αυστηρότερα μέτρα, κυρίως δε στους μαθητές των πατεράδων που έχουν εθνικοεπαναστατικές ιδέες. Όμως εκεί που η καταπίεση έχει φτάσει στο απροχώρητο είναι τα χωριά της Φλώρινας και τα Κορέστια. Οι μαθητές των σχολείων καλούνται κάθε μέρα σ' ανάκριση για να τα κάνουν να "ομολογήσουν" αν και πότε δέχτηκαν οι πατεράδες τους οπλισμένους ανθρώπους στο σπίτι τους, ποια γλώσσα μιλούν κλπ. κλπ. Τους υποχρεώνουν μάλιστα όλους τους εργαζόμενους να μιλάν ελληνικά και στα σπίτια τους για να τους εξελληνίσουν. Σημειωτέον πως ούτε μια γυναίκα ξέρει ελληνικά. Ο νομάρχης Μπάλκος, ένας απ' τους αιμοβορωτερους ανθρώπους, πρώην οπλαρχηγός, καλεί ταχτικά τους δασκάλους για να μαθαίνει την κίνηση στα χωριά και να τους δίνει διάφορες συμβουλές για την εθνική τους αποστολή, για την ωμότερη καταπίεση των Μακεδόνων. Φυσικά δεν φτάνει ο χώρος του "Ρίζου" για να επεκταθούμε σε σωρεία άλλων γεγονότων.

 Περιοριζόμαστε μόνο να πούμε πως όταν στα παλιά βασίλευαν στην ελληνοκρατούμενη σημερινή Μακεδονία οι συμμορίτες, οι αντάρτες και οι κομιτατζήδες, οι χωριάτες για να γλιτώσουν τη ζωή τους αναγκάζονταν ν' "αλλάζουν" φρόνημα κάθε 24ωρο. Στον κομιτατζή έκαναν το Βούλγαρο, στον αντάρτη τον Έλληνα. Σήμερα είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν κάθε ώρα τη "γνησιότητα" των "ελληνικών τους αισθημάτων". Αλλιώς ο βούρδουλας, που δεν έχει αποστρατευθεί, μπαίνει σε ενέργεια. Όμως το κακό δεν σταματάει μέχρις εδώ. Ο βούρδουλας της εξουσίας της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας συνοδεύεται με τη βοήθεια των πλούσιων Μακεδόνων. Δεν είναι αρκετό να "ορκιστείς" στην ...ελληνική πίστη. Πρέπει αυτό να βεβαιωθεί κι απ' τον πλούσιο Μακεδόνα.

 Εδώ αρχίζει κοντά στ' άλλα και το φανερό πλιατσικολόγημα. Απαράλλαχτα όπως γινότανε και στην εποχή των ανταρτών. Εκβιασμοί, απειλές, ληστείες. Δεν αρκούν οι φόροι οι κρατικοί και κοινοτικοί. Δεν αρκούν οι προσωπικές εργασίες, ούτε η εκμετάλλευση στο μεροκάματο, ούτε η ιδιαίτερη πολιτική και πνευματική καταπίεση. Και προστίθεται και το πλιατσικολόγημα απ' τους πλούσιους. Γνωρίσαμε ένα γέρο αγρότη απ' το χωριό Γκορνίτσοβο. Αυτός ο Μακεδόνας αφηγήθηκε μια χαρακτηριστική ιστορία: Ένας χωριανός του, που τώρα είναι έμπορας στο Σόροβιτς, του πήρε στα 1925 60 λίρες για να "βεβαιώσει" στη διοίκηση χωροφυλακής πως είναι ...Έλληνας.

Ο ίδιος αυτός - ο πλούσιος συγχωριανός του, ο τώρα βέρος "Έλλην πατριώτης" - στο "μακεδονικό αγώνα" ήταν πληροφοριοδότης των κομιτατζήδων. Μάλιστα τον μικρότερό του αδελφό τον βάφτισε ο κομιτατζής βοεβόδας Τάνεφ. Οι πλούσιοι Μακεδόνες στα χωριά τους είναι χαφιέδες της ελληνικής αστυνομίας. Όπως άλλοτε ήσαν της Βουλγαρίας. Την εθνικότητά τους την αλλάζουν σαν το πουκάμισό τους, ανάλογα με τα οικονομικά τους συμφέροντα. Και μόνο ο εργαζόμενος μακεδονικός λαός, παρά τις στερήσεις, παρά τους εξοντωτικούς διωγμούς, κρατάει η μακεδονική του εθνικότητα. Τα καθάρματα της Ε.Ε.Ε. Να ο τρόμος των φτωχών Μακεδόνων σήμερα. Είναι αυτοί που άλλοτε ήταν αντάρτες και τώρα στελέχη στα Ε.Ε.Ε και τον "Παύλο Μελά". Δεν είναι υπερβολή αν πούμε πως τους τρομάζουν πιότερο ακόμα κι απ' την αστυνομία. Τόση είναι η καταπίεση που εξασκούν.

Πέρσι π.χ. στη μέση της αγοράς της Φλώρινας, μπροστά στα μάτια του αστυνόμου, ο τριοεψιλότης Καπετάν Βαγγέλης είχε σπάσει στο ξύλο έναν αγρότη γιατί μιλούσε μακεδονικά. Στο Βάμπελι της Καστοριάς δάρθηκαν μέχρις αιμοπτυσίας κι ύστερα καταδικάστηκαν και σε φυλάκιση δέκα νέοι γιατί τραγουδούσαν στη γλώσσα τους. Το ίδιο έγινε και στο χωριό Απόσκεπο που οι χωριάτες γιόρτασαν την πρωτομαγιά με εθνικοεπαναστατικά τραγούδια και με τον ύμνο της Διεθνούς, μεταφρασμένο στη μακεδονική. Όπου υπάρχει αστυνομία, απαγορεύεται να γυρνούν ύστερα απ' τις 9 το βράδυ πολλοί μαζί. Και δεν είναι ασυνήθη τα πρόστιμα και το ξύλο για παράβαση αυτής της διάταξης. Έπειτα τι να πούμε για την καταπίεση που επηκολούθησε μετά το φόνο του εθνικιστή χαφιέ Τσαντέφσκυ;

Δεν βρίσκει κανείς λόγια να την περιγράψει. Πριν ακόμα συλληφθούν οι εθνικοεπαναστάτες Μάνωφ, Πέτσκωφ και Μπαλάσκα - που τους τουφέκισαν αργότερα - ολόκαρες μέρες ο βούρδουλας και το σπιρούνι χοροπηδούσαν στα κορμιά εκατοντάδων Μακεδόνων ως υπόπτων. Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση τρομερή στη Μακεδονία. Ο εργαζόμενος Μακεδόνας σε βλέπει και τρομάζει. Και στους τοίχους ακόμα τους φοβάται μη μιλήσουν, μην τον καταδώσουν πως μίλησε μακεδονικά κλπ. κλπ. Και φυσικά αυτά τα βασανιστήρια δεν τα υφίστανται μονάχα οι Μακεδόνες που ζουν κάτω απ' την εξουσία της ελληνικής μπουρζουαζίας. Τα ίδια περνούν κι οι Μακεδόνες που ζουν στις βουλγαροκρατούμενες και σερβοκρατούμενες περιοχές.

Η βουλγαρική κυβέρνηση του λεγόμενου σλαβικού συνασπισμού - μαζί και οι αγροτοφασίστες - με τη βοήθεια της Ο.Ρ.Ι.Μ., της οργάνωσης των κομιτατζήδων, βασανίζει κυριολεκτικά τους φτωχούς Μακεδόνες. Παραδείγματα: Στις περιφέρειες Πετριτσίου και Νευροκοπίου δεν υπάρχουν ούτε ίχνη "ελευθεριών". Παντού εδώ κυβερνούν οι κομιτατζήδες. Έχουν επιβληθεί επί πλέον στη ράχη της φτωχολογιάς και οι "μαύροι" λεγόμενοι φόροι. Τα στελέχη των κομιτατζήδων εδώ είναι ανώτεροι υπάλληλοι και διευθυντές των καπνικών εταιριών κλπ. Κάθε διαμαρτυρία κατά της καταπίεσης πνίγεται στο αίμα.

Αφού φανταστείτε, σε πληθυσμό 180 χιλιάδες δολοφονήθηκαν δύο χιλιάδες Μακεδόνες μέσα σε εννέα μόνο χρόνια. Εργάτες και αγρότες των άλλων περιφερειών που κρίνονται "επικίνδυνοι" στέλνονται στο Πετρίτσι, όπου οι ορδές του αρχικομιτατζή Μιχαήλωφ τους καθιστούν "ακίνδυνους" - δολοφονώντας τους ακόμα. Μόλις τον περασμένο μήνα πάνω από 300 άτομα εγκατέλειψαν το Νευροκόπι - σπίτια χωράφια κλπ. - κι' έφυγαν σ' άλλες περιφέρειες για να γλιτώσουν απ' τους κομιτατζήδες, που τους έθεσαν εκτός νόμου. Κι η φασιστική μπότα του βασιλιά Αλέξανδρου της Σερβίας δεν πάει πίσω.

Από τότε που εγκαθιδρύθηκε η ανοιχτή φασιστική δικτατορία δολοφονήθηκαν 1.500 Μακεδόνες, καταδικάστηκαν 3.400 σε διάφορες βαριές ποινές καταναγκαστικών έργων και πολλές χιλιάδες πέρασαν κατά περιόδους απ' τις φυλακές. Να μια ωχρή, ωχρότατη εικόνα των μαρτυρίων που τραβάει η μακεδονική εθνότητα, είτε βρίσκεται στα νύχια της ελληνικής κεφαλαιοκρατικής, είτε της σερβικής, είτε της βουλγαρικής. Το βέβαιο είναι πως η κάθε μία συναγωνίζεται την άλλη στην καταπίεση σε βάρος των φτωχών Μακεδόνων για τους εκμεταλλευτικούς της σκοπούς.
{[['']]}

«Μακεντόντσετο - Το οδοιπορικό μιας πικρίας»


Στο βιβλίο του «Μακεντόντσετο - Το οδοιπορικό μιας πικρίας» (εκδόσεις Πλέθρον), ο Πέτρος Βότσης, περιγράφει τα παιδικά του βιώματα στο χωριό «Σέτινα» (Σκοπός Φλώρινας), όπου γεννήθηκε το 1943. Μέσα από την αθωότητα, τον αυθορμητισμό και το ρομαντισμό της ηλικίας των πέντε χρόνων, ένα Μακεδονόπουλο περιγράφει τη ζεστασιά του σπιτιού του, τη ζωή του χωριού, τα έθιμα, τα γιορτινά τραπέζια, τις αγροτικές δουλειές. Όλα αυτά τα σκιάζει η απουσία του πατέρα του, που είχε βρεθεί στην εξορία, ενώ όταν γύρισε οι Γερμανοί τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη, και αφού έφυγαν οι Γερμανοί, οι Έλληνες τον έβαλαν φυλακή για Βούλγαρο. Ακόμη περισσότερο, τα σκιάζουν οι εχθροπραξίες μεταξύ ανταρτών και μοναρχοφασιστών, η αγωνία για τους δικούς του ανθρώπους που πολεμούσαν στο πλευρό των παρτιζάνων….  
________________________________________________________________  

  Ξυπνάω καθώς μ’ αρπάζει η μάμο μου, με παίρνει στην αγκαλιά της κι αρχίζει να κατεβαίνει τις σκάλες. Έξω γίνεται κοσμοχαλασιά. Πυροβολισμοί, τα βόδια μουκανίζουν, τ’ άλογα χλιμιντρίζουν στους σταύλους, τα σκυλιά ουρλιάζουν και δεν ξέρουν πού να κρυφτούν, οι κότες κακαρίζουν φοβισμένες, τρέχουν και πετούν έντρομες, κλάματα παιδιών από παντού και φωνές μεγάλων, γεμάτες απόγνωση. «Κε νε οτέμπατ» (θα μας σκοτώσουν), ακούγεται από παντού, «μπρ’γκου ζα γκρανίτσατα» (γρήγορα για τα σύνορα), ακούς από κάθε μεριά.

Η μάμο μου με κρατάει στην αγκαλιά της, δίπλα ο Κόλτσες και η Καρίκλα. Η μάμο μου τρέμει, το νοιώθω καθώς μ’ έχει στην αγκαλιά της. Ανηφορίζουμε για το γκούμνο (χωράφι) μας. Όλοι οι άνθρωποι είναι τρομαγμένοι, επικρατεί πανικός. Οι πιο ψύχραιμοι λένε να μη φοβόμαστε.

-Νέμα ντα νι φ'ρλατ. Κιόρι σε; Νε πούλατ ντέτσα ι ζένι; (Δεν θα μας ρίξουν. Στραβομάρα έχουν; Δε βλέπουν παιδιά και γυναίκες;)

Άλλοι απαντούσαν ότι στις περασμένες επιχειρήσεις σκοτώθηκαν συγχωριανοί μας και μην ξεχνάμε το βλήμα που έπεσε δίπλα μας στην αχερώνα του Βίτκα.

-Να γκρανίτσατα, να γκρανίτσατα (στα σύνορα, στα σύνορα), λέγαν πολλοί κάθε τόσο.

Κάθε φορά που γινότανε επιχείρηση από το στρατό, οι περισσότεροι συγχωριανοί μας πήγαιναν στα σύνορα και γυρνούσαν στα σπίτια τους, όταν τέλειωνε η επιχείρηση.

Φτάνουμε στο γκούμνο μας και κρυβόμαστε πίσω από την αχερώνα και στη βόρεια μεριά, αφού ο στρατός έκανε την επιχείρηση από τα νότια. Τα κουρσούμια (βόλια) σφυρίζουν γύρω μας.

-Τ’ ακούτε τα κουρσούμια, που σφυρίζουν; λέει ο Κόλτσες.

-Κουρσούμια είναι; Κι εγώ νόμιζα ότι είναι πουλάκια λέει η μάμο μας.

Μερικοί παρτιζάνοι περνάνε δίπλα μας. Κάνουν μερικά βήματα τρέχοντας και μετά ξαπλώνουν, κι αυτό το κάνουν συνέχεια μέχρι που χάνονται.

Είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Ο ήλιος μόλις που έχει βγει, αλλά το κρύο δαγκώνει. Νιώθω τον αέρα να μπαίνει από παντού στο σώμα μου λες και ήμουνα γυμνός, ενώ φοράω την κοσούλα (πουκαμίσα) μου.

Σε λίγο αρχίζω να τρέμω από το κρύο. Η μάμο λέει της Καρίκλας να πάει πίσω στο σπίτι για να φέρει κάτι να φορέσω «ότι κε ζαμρ'ζνε ντέτετο» (γιατί θα ξεπαγιάσει το παιδί). Ο Κόλτσες φεύγει με κάποιους άλλους που περνάνε από κοντά μας, κατευθύνονται προς τα γκρομπίστσα (τα νεκροταφεία) κι από ‘κει στην Κριβα-Βόντα, μια χαράδρα που οδηγεί στην γκρανίτσα (σύνορα).

Η μάμο κι εγώ είμαστε πίσω από την αχερώνα και περιμένουμε. Η μάμο μου με σκεπάζει όπως μπορεί με τα ρούχα της, για να μην κρυώνω και κάθε τόσο μου χουχουλιάζει τα χέρια και τα τρίβει, ενώ με την ποδιά της έχει τυλίξει τα παγωμένα ποδάρια μου.

Περιμένουμε, αλλά την Καρίκλα δεν τη βλέπουμε πουθενά. Σε κάποια στιγμή, που κάπως έχουν ησυχάσει τα πράγματα, ξεκινάει η μάμο μου να γυρίσουμε στο σπίτι. Ντουβάρι-ντουβάρι, πίσω από τα σπίτια και τους μαντρότοιχους σχεδόν σκυμμένη για να φυλάγεται με μένα στην αγκαλιά της, φτάνουμε στο σπίτι μας.

Στο σπίτι μας βρίσκουμε την μπαμπα-Ντιμάνα, που μας ρωτάει.

-Ότι σε ρασπρτσκάτε τσέλι, μπρε ντούσκο; (Γιατί σκορπίσατε όλοι, βρε ψυχούλα μου;).

-Νε ράζμπρα, μαρί Ντιμάνο, σο στάνβα νάντρου; (Δεν κατάλαβες, μωρή Ντιμάνα, τι γίνεται έξω;) λέει η μάμο μου.

-Τάκα, τσέκατ οτ βας ντα γκι νατότσατ νοζόιτε! (Σωστά, περιμένουν πάνω σας ν’ ακονίσουν τα μαχαίρια τους!) απαντάει ειρωνικά η μπαμπα-Ντιμάνα και συνεχίζει, «νίκοϊ νε γκα σμίσλι στόκατα; Ντέκα γκι οσταβίτε σ 'τι ι ιζμπεγκάτε;» (κανένας δεν σκέφτηκε το βίος μας; Πού τ' αφήσατε όλα και φύγατε;)

-Σο ντα τι ρέτσα μαρί Ντιμάνο! (Τι να σου πω μωρή Ντιμάνο!) λέει η μάμο μου και σταματάει.

Όταν παύει ο διάλογος, η μάμο μου πηγαίνει και ψάχνει ρούχα για να με ντύσει κι εγώ ζητάω να φάω.

Δεν έχει περάσει πολλή ώρα αφότου γυρίσαμε σπίτι και σχεδόν έχουν ησυχάσει τα πάντα. Η μάμο στρώνει το σοφρά και καθόμαστε για φαγητό. Το βλέμμα όλων μας είναι στραμμένο προς την πόρτα. Κάθε τόσο που ακούμε βήματα όλοι μαζί λέμε «νάστε σε, γκρέντατ» (οι δικοί μας είναι, έρχονται), αλλά δικούς μας δε βλέπουμε. «Κε ντόιντατ, νε σε μόζε ντα νε ντόιντατ, σέκουι πατ τάκα στάνβα» (Θα ‘ρθουν, δεν μπορεί να μην έρθουν, αφού κάθε φορά έτσι γίνεται), λέει η μάμο. Η μπαμπα-Ντιμάνα δε λέει τίποτα, όμως κάθε τόσο ξεφυσάει.

Η μέρα πέρασε κι ήρθε η άλλη μέρα. Αρχίσανε τα πρόβατα. Τι θα γίνει με τα ζώα.

-Θα ψοφήσουν, αν μείνουν και σήμερα μέσα, λέει η μπαμπα-Ντιμάνα.

-Πρέπει να βρούμε βοσκό, λέει η μάμο.

-Να συνεννοηθούμε με το Νάτσε, απαντάει η μπαμπα-Ντιμάνα.

Μάθαμε πως κλείσαν τα σύνορα και πως όλοι όσοι μπήκαν μέσα στη Σερβία, δεν μπορούν να ξαναγυρίσουν.

-Ένας σέρβος στρατιώτης κόντεψε να σκοτώσει την κόρη μου, τη Λεύκα. Της κόλλησε την κάνη του όπλου στα στήθη, γιατί ήθελε να επιστρέψει, λέει η μπαμπα-Ντάλα.

Τώρα πια είμαι ο άντρας του σπιτιού κι έχω ευθύνες. Άρχισα να σκέφτομαι το ρόλο μου πολύ σοβαρά. Δεν θα χρησιμοποιώ πια το μπαλτίτσε (τσεκουράκι), αλλά τον μπαλτά (το τσεκούρι). Είμαι ο άντρας! Ο άντρας, ο αφέ­ντης! Πρέπει όμως να μην τεμπελιάζω, πρέπει κάτι να κά­νω. Αποφασίζω να κόψω ξύλα. Βουτάω τον μπαλτά και να ‘μαι έξω. Με βλέπει ο μπαϊτσε-Νάτσες (θείος Νάτσες).

-Σο πράις, μπρε Πέτρε, τάμο; (Τι κάνεις, βρε Πέτρο, εκεί;)

-Σο ντα πράα, μπρε μπαϊτσε-Νάτσε, ίμαμ ντβε σκαπάνι ζένι σο τρέμπα ντα γκι ράνα. (Τι να κάνω, βρε μπαϊτσε-Νάτσε, έχω δυο ανήμπορες γυναίκες που πρέπει να τις ταίζω).

Ο μπαϊτσε-Νάτσες λύνεται στα γέλια και μου κακοφαίνεται, γιατί εγώ περίμενα να με επαινέσει κι αυτός γελάει. Μπαίνει μάλιστα μέσα στο σπίτι κι αρχίζει να λέει της μάμος μου και της μπαμπα-Ντιμάνας τι του είχα πει.

(…)

Το βράδυ, όταν γυρίζει η μάμο από τα πρόβατα και καθόμαστε να φάμε, το σπίτι μου φαίνεται άδειο και ξένο. Όμως θα γυρίσουν κι ας λένε οι άλλοι ότι δεν τους αφήνουν. Θα το σκάσουν. Θα ‘ρθουν κρυφά. Ο Κόλτσες ξέρει να κρύβεται και θα τους ξεγελάσει.

Το σπίτι μας είναι αλλιώτικο χωρίς κόσμο. Δεν έχει αλλά­ξει όμως μόνο το σπίτι μας, άλλαξε όλο το χωριό, λείπει ο κoσμος. Τα παιδιά είναι ελάχιστα. Δεν παίζουμε πια. Με ποιον να παίξω; Κάπου-κάπου κατεβαίνει στην αυλή μας ένα παιδί, το λένε Λάζο κι έρχεται με την αδελφή του. Το σπίτι τους είναι κάτω από την αχερώνα μας. Φοράνε κάτι μποτάκια δερμάτινα, γυαλιστερά και δε μοιάζουν σε τίποτα με τα πιντσίνα (τσαρουχάκια) μου.

Η μάμο πήρε το κόκκινο μάλλινο φουστάνι της Σάντας, το ξήλωσε, το έκοψε και μου έραψε το πρώτο μου παντελόνι σαν αυτό που φοράνε μερικοί άντρες στο χωριό κι όλοι οι παρτιζάνοι. Οι γέροι κι αρκετοί άντρες φοράνε κοσούλα και κιουρντία (σιγκούνι) από πάνω, γιατί δεν είναι με τη μόδα. Δε μ' αρέσει όμως το παντελόνι, γιατί γρατσουνάει τα μπούτια μου από μέσα, σχεδόν με γδέρνει, αφού είναι πολύ σκληρό.

Με τον Λάζο και την αδελφή του παίζουμε τους βοσκούς. Τα πρόβατα μας όμως δεν είναι πέτρες, αλλά κουτάκια τενεκεδένια, γυαλιστερά που αφήνουν οι παρτιζάνοι.

(…)

Οι μεγάλοι μας κάνουν συνέχεια παρατηρήσεις για τα κουτάκια. Λένε ότι γυαλίζουν και τα βλέπουν τα’ αεροπλάνα, γι’ αυτό κι εμείς μόλις τελειώνουμε τα μαζεύουμε και τα κρύβουμε.

Το χωριό όλο και πιο πολύ μοιάζει κοιμισμένο κι αυτό συμβαίνει τις ώρες της ημέρας. Δεν έχει τη ζωντάνια που είχε. Όλοι οι άνθρωποι φαίνονται φοβισμένοι, είναι σκυθρωποί και δεν γελάνε πια. Όλα είναι αλλιώτικα.

Ώσπου εισέβαλε ο εθνικός στρατός, στο μέχρι τότε ανταρτοκρατούμενο χωριό του….

Σήμερα πάλι έχει πόλεμο η μέρα με τη νύχτα. Δεν έχει καλά-καλά ξημερώσει κι ακούγονται πυροβολισμοί, ενώ και βλήματα πέφτουν. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε στο κριάλο (κρυψώνα, καταφύγιο). Έχουμε στριμωχτεί στο ζέμνικ (ισόγειο) μας και καρτεράμε να δούμε τι θα γίνει σήμερα.

Δεν κρατάει πολύ η επιχείρηση, γιατί φαίνεται ότι οι λί­γοι παρτιζάνοι έφυγαν από το χωριό κι έτσι μπήκε πάλι ο στρατός.

Ησυχάζουν τα πράγματα! Δεν ακούμε τίποτα! Δεν τολμάμε όμως να ξεμυτίσουμε. Έχει αρχίσει κι εμένα να περνάει ο φόβος μου. Στην αρχή όλα αυτά τα έβλεπα και λίγο σαν παιχνίδι. Από τότε όμως που φύγαν οι δικοί μας, από τότε που άρχισαν να μπαίνουν μέσα στο χωριό στρατός και μάυδες, φώλιασε ο φόβος μέσα μου. Συνήθως τρέχω να φυλαχτώ στην αγκαλιά της μάμος μου, που κι αυτή όμως τρέμει. Έτσι ζούμε συνέχεια τις τελευταίες μέρες. Δεν έχω δει άνθρωπο να χαμογελάει.

Ξαφνικά ακούμε δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Σα να χτυπάει κάποιος μ’ ένα χοντρό ξύλο πάνω στην εξώπορτα, ακούγονται από μέσα τα χτυπήματα. Οι ανάσες όλων κόβονται. Η μπαμπα-Ντιμάνα πηγαίνει προς την πόρτα και βγάζει το σούρμε (την αμπάρα), σηκώνει την κλάπα (το μάνταλο) και η πόρτα ανοίγει. Στρατιώτες με όπλα γυρισμένα κατά πάνω μας και μάυδες από πίσω, με τα όπλα περασμένα στον ώμο. Η μάμο μου αμέσως μ' αρπάζει στην αγκαλιά της. Ένας από τους στρατιώτες που στέκονται παραπίσω και φοράει αλλιώτικο καπέλο, πλησιάζει στην πόρτα. Βγάζει ένα πιστόλι από τη θήκη και μας λέει κάτι μάλλον στα γκρ'τσκι (ελληνικά).

Βγαίνουμε έξω. «Βόι σο πίστσολο τρέμπα ντάε ζάμπιτ»(Αυτός με το πιστόλι πρέπει να είναι αξιωματικός) λέει η μπαμπα-Ντιμάνα. Ο ζάμπιτ αρχίζει να φωνάζει, ίδιος η Τραϊάνκα του Κλίκα, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα απ' αυτά που λέει. Σε λίγο έρχονται κι άλλοι μάυδες, γνωστές φάτσες από τις άλλες επιθέσεις.

Ο ζάμπιτ, που είναι ψηλός, αδύνατος και κατακόκκινος, αρχίζει πάλι να φωνάζει και να λέει τα δικά του, τα ακατα­λαβίστικα γκρ'τσκι, ενώ ένας από τους μάυδες λέει της μάμος μου:

-Τρέμπα ντα μπέγκατε οτ σέλοτο, ότι γκι ράνετε παρτιζάνιτε (Πρέπει να φύγετε από το χωριό, γιατί ταΐζετε τους παρτιζάνους).

-Κακ ντα μπέγκαμε ι ντέκα ντα όντιμε; Σο κε στάνε κούκιατα ι ντέκα κε σε οστάβε στόκατα; (Πώς να φύγουμε και πού να πάμε; Τι θα γίνει το σπίτι και πού θα παραμείνει το βίος μας;)

Ο μάυς μετέφερε στον κατακόκκινο πιστολά τα όσα είπε η μάμο μου. Τότε αυτός ξαναβγάζει το πιστόλι και το ακου­μπάει στο κεφάλι της μάμος μου. Εγώ γυρνάω το κεφάλι μου να μη βλέπω το πιστόλι και ενώ θέλω να κλάψω, φοβάμαι. Ο πιστολάς φωνάζει και ο μάυς μας μεταφέρει τι λέει:

 -Ντα μπέγκατε, ότι κε βε οτέπα (Να φύγετε, γιατί θα σας σκοτώσει). Η μάμο μου επέμενε.

 -Έχουμε τετρακόσια πρόβατα, γελάδια κι άλλα ζώα. Έχουμε τα πράγματα του σπιτιού, το σπίτι κι όλα αυτά τι θα γίνουν; Μια περιουσία ολόκληρη, μαζεμένη με στερήσεις ναι κινδύνους. Δεν μπορούμε να τα’ αφήσουμε από τη μια στιγμή  στην άλλη. Δεν είμαστε παρά δυο ανήμπορες γυναίκες κι αυτό το άρρωστο παιδί.

Ο μάυς ξαναμίλησε στον πιστολά κι αυτός ξανά θυμωμένος είπε τα δικά του στο μάυ. Ο μάυς μετέφερε.

-Τα πράγματα θα φορτωθούν σε κάρα και θα τα πάρετε μαζί σας. Όσο για τα ζώα, αν μπορείτε πάρτε τα. θα πάτε στην Οφτσάρανη (Μελίτη Φλώρινας) κι εκεί θα σας φροντίσουμε εμείς, εκτός αν έχετε συγγενείς.

Στο μεταξύ οι μάυδες αρχίζουν το πλιάτσικο, εκεί μπροστά στα μάτια όλων. Μπαίνουν στο σπίτι και βγαίνουν άλλοι με τσουβάλια γεμάτα, άλλοι με μπακιρικά, άλλοι με σπιτικά εργαλεία όπως ροδάνι, γάστρα, σκαμνάκια, ζυγαριές κι ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Μερικοί κυνηγούν και τις κότες, ενώ άλλοι προσπαθούν να πιάσουν τα γελάδια που βγαίνουν ξεκαπίστρωτα από το στάβλο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω από τους στρατιώτες, δηλαδή οι μάυδες, έχουν κάτι παράξενο. Είναι όλοι τους λιγδιασμένοι, αξύριστοι μ’ ένα πρόσωπο που ‘δείχνε να χαμογελάει, αλλά δεν ήταν χαμόγελο. Κοίταζαν απ’ εδώ κι από ‘κει σαν να έψαχναν κάτι.

Σε λίγο ήρθαν και τα κάρα για να φορτώσουμε ό,τι είχαν αφήσει οι μάυδες. Ανάμεσα τους ήταν κι ένας συγγενής μας, κούμες μας (αυτός που έχεις στεφανώσει), ο Πίδος. Τον είχαμε στεφανώσει και του είχαμε βαφτίσει τα παιδιά. Η μάμο μου τον έλεγε «κούμε» και αυτός την μάμο μου «νούνκε» (κουμπάρα).0 κούμες είπε της μάμος ότι έχουν επιτάξει πολλούς από την Οφτσάρανη κι ότι το  έχουν αποφασίσει από καιρό ν’ αδειάσουν το χωριό μας.

Άρχισαν να φορτώνουν κι εγώ τότε διαμαρτυρήθηκα στη μάμο μου, γιατί είπε στον πιστολά ότι ήμουν άρρωστος, ενώ δεν είμαι.

Όταν φορτώθηκαν τα πράγματα, η μάμο μου μ’ ανέβασε στο κάρο, με σκέπασε με μια κόκκινη βελέντζα και πήγε στην μπαμπα-Ντιμάνα, που θα έμενε για να φυλάξει το σπίτι.

-Ι σέγκα, Ντιμάνο, τρέμπα ντα σε ραζντέλεμε. Κάο σο νι σφίρατ κε ίγκραμε. Νε μόζιμε νίστσο ντρούγκο να πράιμε. Νε γκο βίντε τόι ζάμπιτο ίστο κούτσε. Πίστσολο γκο ιζβάντι ντα με οτέπα. Ντα σε ναντέβαμε ντέκα μπρ’γκου κε σφρ'σε τσέλα βάα κατάρα ι ντα σε ζαμέσαμε πακ. (Και τώρα, Ντιμάνα, πρέπει ν’ αποχωριστούμε. Όπως μας παίξουν [τα όργανα], έτσι θα χορέψουμε. Δεν τον είδες εκείνον τον αξιωματικό, ίδιος σκυλί. Το πιστόλι έβγαλε να με σκοτώσει. Ας ελπίζουμε ότι γρήγορα θα τελειώσει αυτή η κατάρα και θα σμίξουμε πάλι). Φιλήθηκαν και με δακρυσμένα μάτια αποχωρίστηκαν.

Η μπαμπα-Ντιμάνα έλεγαν ότι ήταν γενναία, αφού είχε πολεμήσει και εναντίον των Τούρκων, στο Ίλιντεν. Λένε πως την είχαν δει ζωσμένη με κουμπούρια, φουσεκλίκια και ντουφέκι. Το ‘λεγε η καρδούλα της, γιατί, όταν φώναζε ο πιστολάς, αυτή ατάραχη τον κοίταζε κι ούτε που κουνήθηκε το χείλι της από φόβο, μόνο είπε:

-Κόγκα τάμο σο καπετάνκιτε γκι ομπεσβάα άρμιτε, γκιούπτσιτε γκι ομπέσβατ ταπάνιτε, σο ντα τσέκας. Βρεμέτο σε μένα (Όταν εκεί που οι καπετάνιοι κρεμούσαν τ άρματα, οι γύφτοι κρεμάνε τα νταούλια, τι να περιμένεις. Οι καιροί αλλάξανε).

Όταν βγαίνουμε από το χωριό, εκεί στο σχολείο είναι ξαπλωμένος ένας τραυματίας και κάθε τόσο φωνάζει «Ώωχ»,

«Ώωχ». Δεν ξέρω αν είναι παρτιζάνος ή μάυς, γιατί στρατιώτης δεν είναι, αλλιώτικα είναι ντυμένοι οι στρατιώτες.

Φαίνεται πως πάμε για την Οφτσάρανη, γιατί τα μέρη εδώ δεν τα ξέρω.

-Έτσι μας ξεσπίτωσαν και το ‘13. Τότε είχαν πιαστεί οι Βούλγαροι με τους Σέρβους. Στο Ρόγκας οι Βούλγαροι, στη Βίσιμα οι Σέρβοι κι εμείς πάλι στη μέση. Εγώ ήμουν τότε μικρό παιδί, μόλις που τα θυμάμαι. Να, σαν τον Πέτσκα. Φορτώσαμε και τότε το βίος μας στα κάρα κι ήρθαμε στα χωριά του κάμπου. Όταν γυρίσαμε όλα ρημαδιό. Αυτά έλεγε η μάμο μου στον κούμε καθώς κατηφορίζαμε.

Το κάρο το σέρνουν δυο αγελάδες κι ας είναι πιο ψηλό και πιο μεγάλο από τα δικά μας κάρα. Στο χωριό μας πάντα ζεύουμε βόδια και ποτέ αγελάδες. Μόνο μερικοί πολύ φτωχοί ζεύουν αγελάδες.

Το κάρο το οδηγεί ο κούμες, δηλαδή περπατάει δίπλα στις αγελάδες και με ένα όστεν (μια βουκέντρα) που κρατάει στο ένα χέρι, κάθε τόσο κεντρίζει τις αγελάδες για να περπατήσουν.

Φτάνουμε στο σπίτι του κούμε μας, που θα είμαστε γκόστι (φιλοξενούμενοι). Τα’ άλλα κάρα δεν ήρθαν στο σπίτι του κούμε μας, όπως μας είχαν πει. Ο κούμες πήγε να τ’ αναζητήσει κι όχι μόνο δεν βρήκε άκρη -αν και ήξερε ποιοι ήταν αυτοί που είχαν φορτώσει- αλλά του δώσανε κι ένα γερό ξύλο από πάνω.

Έτσι ερήμωσε το χωριό, έμεινε μόνος ο Πέτσκας με τη μάμο του και βρέθηκαν στην Οφτσάρανη. Εκεί πρέπει να πάει σχολείο για να μάθει γκρ’τσκι, γιατί πώς θα βρούνε τον τάτκο του (πατέρα), που βρίσκεται στη Σαλονίκη, αφού ούτε ο ίδιος, ούτε και η μάμο του ξέρουν γκρ’τσκι;

Όταν τελειώνουμε το φαγητό, η ντασκαλίτσα πηγαίνει μπροστά απ’ όλα τα παιδιά κι αρχίζει κάτι να λέει. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Σίγουρα θα ‘ναι γκρ'τσκι, σκέφτηκα, γιατί δε μοιάζουν μ’ εκείνα του Μπαρδάκα. Πιο πολύ μου θυμίζουν την Τραϊάνκα και τον ζάμπιτ.

Η ντασκαλίτσα πηγαίνει μπροστά από κάθε παιδί, κάτι λέει στο καθένα, αυτό απαντάει, κι ακούγεται ένα όνομα.

Προσέχω ότι τα ίδια λόγια λέει η ντασκαλίτσα, με τα ίδια λόγια απαντάνε τα παιδιά, μόνο το όνομα που λένε είναι διαφορετικό. Τ’ ακούω πολλές φορές και καταλαβαίνω ότι ρωτάει «Κακ τε βίκατ;» (Πώς σε λένε;)· και το παιδί απαντάει «Μένε με βίκατ» (Εμένα με λένε) και λέει τ’ όνομα του. Ώσπου να ‘ρθει η σειρά μου το έχω ακούσει τόσες φορές που το μαθαίνω.

Η ντασκαλίτσα πηγαίνει πρώτα μπροστά στην Πασίκα και τη ρωτάει:

-Πώς σε λένε;

-Εμένα με λένε Ασπασία, απαντάει η Πασίκα. Σκέφτομαι να τη διορθώσω ότι τη λένε «Πασίκα», αλλά δεν προλαβαίνω γιατί η ντασκαλίτσα βρίσκεται μπροστά μου και με ρωτάει:

-Πώς σε λένε;

-Εμένα με λένε Πέτρε, απαντάω εγώ, Η ντασκαλίτσα στραβώνει τα μούτρα της και μου λέει.

-Πέτρο, Πέτρο.

Περιμένω να φύγει. Όμως αυτή ξαναλέει το ίδιο πράγμα.

-Πώς σε λένε;

Τότε σκέφομαι ότι εδώ πρέπει να τ’ αλλάξουμε λίγο τα ονόματα μας και γι’ αυτό μου είπε «Πέτρο», «Πέτρο» και η «Πασίκα» έγινε «Ασπασία».

Η ντασκαλίτσα στέκεται μπροστά μου και ξανά τα ίδια.

-Πώς σε λένε;

-Εμένα με λένε Πέτρο.

-Μπράβο, μου λέει και προχωράει στον διπλανό μου.

Σε μια στιγμή ακούγεται ένα καμπανάκι κι όλα τα παι­διά σηκώνονται κι αρχίζουν να βγαίνουν στην αυλή. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Δεν πηγαίνω μαζί με την Πασίκα, γιατί παίζουν, λέει, χωριστά τα παιδιά από τα κορίτσια.

Μαζί μ’ άλλα παιδιά στρώσαμε παιχνίδι μιλώντας μακεδόνικα και τότε εμφανίζεται ένας μεγάλος άντρας με μια πρ'τσκα (βέργα) στο χέρι. «Ντάσκαλο! «Ντάσκαλο!» (Ο δάσκαλος! Ο δάσκαλος!), είπαν τα παιδιά. Άρχισε και μας χτυπούσε με τη βέργα, γιατί —είπαν τ' άλλα παιδιά— μιλούσαμε τα δικά μας. Τ' άλλα παιδιά κάτι λέγανε στα γκρ'τσκι στο ντάσκαλ, που τους ανάγκαζε ν' ανοίξουν τις παλάμες τους και στη συνέχεια τους κοπανούσε. Όταν ήρθε η σειρά μου να με χτυπήσει, του είπα τα μόνα γκρ'τσκι που ήξερα «εμένα με λένε Πέτρο», αλλά αυτό δε με έσωσε. Μου τις σβούριζε κανονικά. Τα χέρια μου πονάνε πολύ και δεν ξέρω πού να τα βάλω. Πότε τα βάζω κάτω από τις μασχά­λες, πότε στις τσέπες μου και κάθε τόσο τα χουχουλιάζω. Δεν κλαίω, όχι γιατί δε μου ‘ρχεται το κλάμα, αλλά γιατί κανένας από τους άλλους δεν κλαίει και αν κλάψω μόνο εγώ θα με κοροϊδεύουν. Πλησιάζω τον πιο μεγάλο και τον ρωτάω.

-Τάκα μάβατ σέκοϊπατ να σκόιλετο; (Έτσι χτυπάνε κάθε φορά στο σχολείο;) Αυτός όμως κοιτάζει καλά-καλά γύρω και λέει:

-Μ'τσι, ότι και νε τούρατ πακ (Σώπα, γιατί θα μας τις ξαναρίξουν).

Όταν γυρίζω από το σχολείο, πάλι έχουμε ιστορίες με τη μάμο μου, γιατί της λέω ότι εδώ δέρνουν οι μεγάλοι και δε θα πάω σχολείο. Η μάμο μου λέει:

-Σε δέρνουν για να μάθεις πίσμο (γράμματα) και γκρ'τσκι. Τα παιδιά μόνο με ξύλο μαθαίνουν.

-Όταν μ’ έδειρε, εγώ είχα μάθει γκρ'τσκι και του τα είπα. Γιατί αυτός μ’ έδειρε πάλι;

Το πρόσωπο της μάμος μου φωτίστηκε και με ρώτησε:

-Κάζιμι μπρε σίνκο σο γκρ'τσκι ναούτσι; (Πέσμου βρε γιόκα μου, τι ελληνικά έμαθες;)

-Εμένα με λένε Πέτρο. Ι ντα ζνάς γκρ'τσκι ίμετο μίε Πέτρο ι νε Πέτρε. (Και να ξέρεις, ελληνικά το όνομα μου είναι Πέτρο κι όχι Πέτρε).

Καταχάρηκε η μάμο μου και μου λέει.

-Είδες που άρχισες να μαθαίνεις;

-Ναι, αλλά αυτά τα έμαθα χωρίς ξύλο. Αφού έμαθα τα γκρ'τσκι μ’ έδειρε εκείνος ο ντάσκαλ, κι ύστερα δε μ’ αρέσουν τα γκρ'τσκι, γιατί αλλάζουν τα ονόματα. Η μάμο μου επιμένει.

-Πρέπει να μάθεις. Όποια γλώσσα κι αν ξέρεις είναι χρήσιμο πράγμα. Ο τάτκος σου συνηθίζει να λέει ότι όσες γλώσσες ξέρεις, τόσες φορές είσαι άνθρωπος.

Η Οφτσάρανη δε μ' αρέσει, γιατί συνέχεια συναντάω αυτούς τους μάυδες που άρπαζαν από το σπίτι μας, και πολλούς απ’ αυτούς που έρχονταν κάθε φορά που γίνονταν οι επιχειρήσεις του εθνικού στρατού στη Σέτινα.

Μετά από λίγο καιρό, φεύγουν για τη Σαλονίκη, τη μεγάλη πόλη με τα πολλά σπίτια, τους παράξενους ανθρώπους και τη θάλασσα, που μέχρι τότε δεν μπορούσε ο Πέτσκας να καταλάβει τι είναι…
{[['']]}

Από το βιβλίο «Τα τετράδια του Ηλιντεν», εκδόσεις Πετσίβα


Αποσπάσματα από αλληλογραφία και σημειώσεις του Ίωνα Δραγούμη, από την περίοδο που εργαζόταν στο προξενείο του Μοναστηρίου (Μπίτολα), το 1903, όταν έλαβε χώρα η εξέγερση του Ήλιντεν

 (Από το βιβλίο «Τα τετράδια του Ηλιντεν», εκδόσεις Πετσίβα)

 Μοναστήρι 27 Φεβρουαρίου [1903]

 Οι συμμορίες και τα Κομιτάτα είναι χωμένα  παντού και δεν έχουν σκοπό να υπακούσουν στους Ρώσους και στις Δυνάμεις πού συμβουλεύουν ησυχία. Εργάζονται μάλιστα ενεργητικώτερα από πριν (…) και  λέγουν (…) ότι αυτοί δεν ζητούν να κάμουν την Μακεδονία Βουλγαρική αλλά να την κάμουν αυτόνομον κράτος («η Μακεδονία εις τους Μακεδόνας»). Πρέπει να προσπαθούμε να διατηρούμε την επιρροή μας και η θέσις μας είναι πολύ δύσκολη. Οι βούλγαροι υπόσχονται ελευθερία και ‘μείς συμβουλεύουμε αγάπη δια τους Τούρκους.

 [Φεβρουάριος 1903]

 Οι σλαβόφωνοι ορθόδοξοι είναι σχεδόν όλοι σύμφωνοι να σηκωθούν όταν σηκωθούν και οι σλαβόφωνοι σχισματικοί πού υπακούουν στα βουλγαρικά Κομιτάτα και στις βουλγαρικές συμμορίες, και όσοι από τους δικούς μας σλαβόφωνους δεν το απο­φάσισαν ακόμη να σηκωθούν συμπαθούν και αυτοί το κίνημα και είναι πρόθυ­μοι να κάνουν ό,τι κάνουν οι σχισματικοί, όχι πώς θέλουν να γίνη ο τόπος τους Βουλγαρία. Δεν συλλογίζονται ως εκεί.

Τα Κομιτάτα τους έδειξαν πιθανή την εικόνα της ελευθερίας. Στα ορθόδο­ξα χωριά τα Κομιτάτα και οι συμμορίες λέγουν: «Ή Μακεδονία εις τους Μακεδόνας», δεν τα αναγκάζουν από την πρώτη στιγμή να γίνουν σχισματικά, ούτε να καταργήσουν τα ελληνικά τους σχολεία και να τα κάμουν βουλγαρικά. Δεν ζητούν βουλγαρισμόν αυτοί, αυτοί ζητούν αυτονομία και για να τα πείσουν ακόμη περισσότερο πως λέγουν αλήθεια τα διαβεβαιώνουν πώς και ή Ελλάς είναι σύμφωνη με την Βουλγαρία και με τους άλλους και υποστηρίζει την επανάστασιν.

Άμα τα προσηλυτίσουν με την ιδέα της ελευθερίας και με την υπόσχεση της βοήθειας της Ρωσίας (ή ίσως και της Αυστρίας) τότε, υστέρα από κάμποσον καιρό προσπαθούν να τα κάνουν και σχισματικά (…)

Λοιπόν οι περισσότεροι Μακεδόνες θα σηκωθούν.(…)

Τί τους μέλλει ο Ελληνισμός, και μεις θα μείνωμε με τους λιγωτέρους μέσα στην γυμνότητα μας.

Καί οι Ρώσοι θα πουν πώς όλοι όσοι σηκώθηκαν θέλουν τους Βουλγάρους (ενώ αυτοί οι κακόμοιροι ούτε Βουλγαρία] θέλουν ούτε Έλλάδα], μόνο την ελευθερία τους ζητούν, αυτή τους μαγνήτισε καί τους φανάτισε).

 29.05.1903

 Όλα τα μεγάλα κράτη έχουν τις απόψεις τους καιι προωθούν τις δικές τους μικρές υποθέσεις στη Μακεδονία. Και η Ελλάδα φαίνεται προορισμένη να δουλεύει για τον εαυτό της, με τις δίκες της δυνάμεις μο­νό. Τουλάχιστον να ήξερε να οουλεύη. "Εχει τεράστιες δυνάμεις σ' αυτή τη χώρα και τίς αμελεί, περιορίζοντας τον εαυτό της σε ρόλο σπιούνου και αστυνομίας των Τούρκων.

Βλάπτει τα ίδια τα συμφέροντα της όταν συνδέεται υπερβολικά με τους Τούρκους.
 26 Ιουνίου 1903                                  

Επειδή οι βουλγαρόφωνοι χωρικοί δεν αγαπούν τους τούρκους ούτε είναι δυνατόν να τους αγαπήσουν καί επειδή ένεκα τούτου συμπαθούν κάπως καί το κίνημα των βουλγάρων εν αύτώ βλέποντες μόνον ταχυτέραν άπελευθέρωσιν από του ζυγού, είναι δυνατόν να χάνωμεν την συμπάθειαν των χωρικών αν άπο-κηρύττωμεν κατηγορηματικώς πάσαν έργασίαν γινομένην προπαρασκευα­στικός προς έξέγερσιν κατά των τούρκων. Δεν πρέπει να γινώμεθα οι χωροφύ­λακες των Τούρκων. (…)

Επίσης δεν πρέπει να προβαίνωμεν ημείς φανερά καί αδιακρίτως εις δολοφονίας σχισματικών. Πρέπει να έξαφανίζωνται οι επικίνδυνοι καί μόνον καί τοϋτο να γίνεται όσον το δυνατόν πλέον κρυφίως.
 25 Ιουλίου 1903

 Έχομεν Σλαυϊκήν επανάστασιν εν Μακεδονία.
Τούτο αρκεί ίνα έννοήση ο πονών καί γινώσκων. Άπαντες οι σλαυόφωνοι πληθυσμοί ηκολούθησαν το Κομιτάτον, ορθόδοξοι και σχισματικοί, και οι πλείστοι εκουσίως. Καταλαμβάνονται υπό των επαναστατών αι κωμοπόλεις και τα χωρία τα κατοικούμενα υπό βλαχοφώνων και αλβανοφώνων, Κρούσοβον, Πισοδέριον, Νέ-βεσκα κτλ.

Μανθάνω ταύτην την στιγμήν ότι κατελήφθη και η Κλεισούρα.
- Δεν είμαι βέβαιος αν συμφέρη πλέον ν’ αντιδρώμεν εις το Κίνημα.
-  Οι Τούρκοι ανικανώτατοι, δεν βοηθούν ημάς.
 Απόσπασμα από συνέντευξη με μέλος του Κομιτάτου τον Κάρεφ, από την εφημερίδα «Ακρόπολη, 08 Μαϊου 1903. (Υπάρχει προκατάληψη βεβαίως εκ μέρους αυτού που υποβάλει τις ερωτήσεις, όμως δείχνει μέχρι ενός σημείου τον τρόπο που σκέφτονταν οι εξεγερμένοι Μακεδόνες).

 - Είσαι Μακεδών; του λέγω.

- Μάλιστα.
- Και κατά συνέπεια Έλλην.

- Αυτό δεν το ξέρω, μου απαντά, εγώ είμαι Μακεδών.

- Κατ' ευθείαν απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου; του λέγω ειρωνευόμενος.

- Μάλιστα.

- Και ο Μέγας Αλέξανδρος τι ήτο παρακαλώ;

- Δεν ξέρω, η Ιστορία όμως λέγει ότι ήτο Έλλην.

- Τότε και συ, ως απόγονος εκείνου είσαι Έλλην.
Δεν μου απήντησε
    - Τότε, λοιπόν, τον ερωτώ και πάλιν, δια τι αφού είσθε Έλληνες θέλετε να ελευθερωθήτε δια της Βουλγαρίας;

- Βουλγαρίαν ποίαν εννοείς, το Κομιτάτον;

- Μάλιστα.

- Σου απαντώ λοιπόν ότι το Κομιτάτον δεν είναι Βουλγαρικόν και δεύτερον
ότι φαινόμεθα κλίνοντες προς την Βουλγαρίαν διότι μόνον αυτή φαίνεται πρόθυμος εις το να μας βοηθήση και η Ελλάς εάν έκαμνε το ίδιο θα την δεχώμεθα με όλη μας την καρδιά.

- Βλέπετε και εξετάζετε μόνον κατ' επιφάνειαν την Βουλγαρικήν προστασίαν,
η Βουλγαρία δεν θέλει να σας ελευθέρωση από την Τουρκικήν, αλλά να σας υπαγάγη εις την Βουλγαρικήν δουλείαν.

- Χμ! 'Εάν σκέπτεται ή Βουλγαρία να μας κάμη επαρχίαν της κακά έκαμε τον

λογαριασμόν της, άλλως τε ημείς δεν κοιτάζωμεν τι διαννοείται η Βουλγαρία, εις τούτο μόνον προσέχομεν: «Ό σκοπός μας εκπληρούται;» Αποκτώμεν την ελευ-θερίαν μας; Αυτό μόνον, αδιαφορούμεν δε εάν μας ελευθέρωση η Ελλάς ή η Βουλγαρία, το μόνον το όποιον έχει να ωφεληθή η κάθε μία από αυτάς είναι αν θα αποκτήση την ευγνωμοσύνην μας.

-  Καλά, και άμα ελευθερωθήτε τι θέλετε να γίνετε, αυτονομία;

-  Μάλιστα, όπως εις την Ελβετίαν εις την οποίαν τρεις διάφοροι φυλαί ζώσι
εν άκρα σύμπνοια και αγάπη.

-  Ναι, αλλά ξέρετε ότι κατ' αυτόν τον τρόπον εξυπηρετούνται τα συμφέροντα
της πανσλαυϊστικής Εταιρείας της οποίας παράρτημα είναι το Κομιτάτον;

-  Πώς τα έξυπηρετούμεν;

-  Μα καθώς ωμολόγησες ανωτέρω η Μακεδονία είναι χώρα ελληνική, εάν δε
κάθε ελληνική χώρα θέληση ν' αποτελέση αυτόνομον πολιτείαν τότε επέρχεται η
εξασθένησις της Ελλάδος, πράγμα το όποιον επιδιώκει η Πανσλαυϊστική Εταιρεία.

-  Γιατί το επιδιώκει;

-  Δια να μας σκλαβώση μια μέρα και μας και σας και θέλει να μας εύρη αδυνάτους, για να το επιτύχη ευχερέστερον.

Ό Κάρεφ εφάνη σκεπτόμενος προς στιγμήν. Εγώ έσπευσα να διακόψω την ησυχίαν.
-  Γιατί δεν θέλετε να ενωθήτε με την Ελλάδα;

-  Γιατί εάν μας πάρη ή Μώρα (Ελλάς) θα γίνη ένα μεγάλο κράτος και κατά
συνέπειαν μοναρχία.   Εν τοιαύτη δε περιπτώσει θα προκύψουν πολλά κακά,
πρώτον ή μοναρχία και τα ταύτης παρεπόμενα και δεύτερον ή Ελλάς θα μας βάλη να πολεμήσωμε με την Βουλγαρίαν πράγμα το όποιον δεν θέλομεν.

-  Σεϊς τί θέλετε;

Μου έδειξε το καπέλλο του.

-  Θέλομεν ρεπούμπλικα.

-  Δημοκρατίαν καί φιλίαν με την Βουλγαρίαν;

-  Όχι με την Βουλγαρίαν μόνον, αλλά καί με οποίον μας βοηθήσει να έλευθερωθώμεν.
{[['']]}

Η Τρομοκρατία του κράτους

Η τρομοκρατία του "Νέου Κράτους" Ίσως δεν είναι πολύ γνωστές οι διώξεις που υπέστησαν οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας, προκειμένου να πάψουν να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα.

 Ιδιαίτερα σκληρή περίοδος υπήρξε αυτή της μεταξικής δικτατορίας, όπου στην ουσία όμως εφαρμόστηκαν μέτρα τα οποία συζητιόντουσαν ήδη από καιρό πριν, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Τάσος Κωστόπουλος στο βιβλίο του "Απαγορευμένη Γλώσσα" (εκδόσεις Μαύρη λίστα), στο κεφάλαιο με τίτλο "Η τρομοκρατία του νέου κράτους".

 Από αυτό το κεφάλαιο παραθέτουμε αποσπάσματα όπου με επίσημα στοιχεία κυρίως, αλλά και προφορικές μαρτυρίες δευτερευόντως καταδεικνύει την κατάσταση που επικρατούσε τότε.
.Το περιεχόμενο αυτής της στροφής το συνόψισε με τον σαφέστερο τρόπο ο επίσημος ιστορικός του Μακεδονικού στην Ελλάδα, ο Ευάγγελος Κωφός, όταν ήδη το 1964 έκανε λόγο για "πολιτική αναγκαστικής αφομοίωσης": "Με μια σειρά διοικητικών μέτρων, απαγορεύθηκε στους Σλαυόφωνους να μιλάνε τη σλαβονική διάλεκτο τους δημόσια, οι δε εκτοπίσεις στα νησιά γίνονταν χωρίς διάκριση".1

 Μια σειρά στοιχεία (…) πιστοποιούν ότι η απαγόρευση υπαγορεύθηκε κεντρικά και είχε καθολική εφαρμογή σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Το κυριότερο είναι η ύπαρξη σχετικής διαταγής (αρ. 122770/1936) του γενικού διοικητή Μακεδονίας, η οποία έφερε τον τίτλο "περί αποκαταστάσεως της ενιαίας γλώσσης" και κοινοποιήθηκε σε όλα τα διορισμένα κοινοτικά και δημοτικά συμβούλια της δικαιοδοσίας του.3 

Μολονότι το ακριβές κείμενο της εν λόγω διαταγής δεν έχει ακόμα εντοπιστεί σε κάποιο κρατικό αρχείο, για το περιεχόμενο της είναι αρκετά εύγλωττες οι αποφάσεις που έλαβαν οι αποδέκτες αμέσως μετά την παραλαβή της. Τα μέλη του συμβουλίου "άκουσαν τον πρόεδρο εκθέσαντος εις το συμβούλιον ότι δι' αποφάσεως του κ. Υπουργού Γενικού Διοικητού Μακεδονίας επετράπη [sic] όπως τα δημοτικά και κοιν. συμβούλια θα απαγορεύσουν δι' αποφάσεως των την εν τη περιοχή της δικαιοδοσίας των ομιλίαν διαφόρων ιδιωμάτων παρεφθαρμένων γλωσσών προς αποκατάστασιν της ενιαίας γλώσσης και του εθνικού ημών γοήτρου", αναφέρεται λ.χ. στα πρακτικά μιας κοινότητας του Λαγκαδά, μαζί με τη διευκρίνιση ότι ο πρόεδρος της "πρότεινε όπως απαγορευθή και εν τη δικαιοδοσία της [εν λόγω] κοινότητος οιαδήποτε ομιλία διαφόρων ιδιωμάτων, ξένων και ημετέρας γλώσσης εις παρεφθαρμένην γλώσσαν".4 

Ανάλογες διατυπώσεις συναντάμε και σε διαταγή της Διοικήσεως Χωροφυλακής Γρεβενών, η οποία εκτός από την 122770 επικαλείται επίσης τους Αναγκαστικούς Νόμους 117 ("περί μέτρων καταπολεμήσεως του Κομμουνισμού") και 58 ("περί συστάσεως της Υπηρεσίας Αμύνης του Κράτους"), καθώς και τις "απαραίτητες" αποφάσεις κοινοτικών συμβουλίων, για να ανακοινώσει ότι στο εξής "υποχρεούνται άπαντες οι κάτοικοι της πόλεως Γρεβενών ως και των λοιπών Κωμοπόλεων και Χωρίων της δικαιοδοσίας της καθ' ημάς Διοικήσεως όπως εις τους τόπους συγκεντρώσεως, αγοράς κ.λπ. κέντρα τούτων ομιλώσιν μόνον την επίσημον γλώσσαν του Κράτους" και "πάσα παράβασις της παρούσης θέλει καταδιώκεται και τιμωρείται κατά τας επ' αυτοφώρω διατάξεις, συμφώνως τω άρθρω 697 Ποινικού Νόμου, η δε εκτέλεσις αυτής ανατίθεται εις τα όργανα της Χωροφυλακής".5 

Ένα πρόσθετο στοιχείο είναι η περιοδεία του μεταξικού υπουργού Παιδείας στη Μακεδονία την άνοιξη του 1937, με σκοπό ακριβώς να εξακριβώσει την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του συγκεκριμένου μέτρου από τις κατά τόπους αρχές.6 

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι από ορισμένους κύκλους -με πρώτη και καλύτερη την ηγεσία του στρατού- ασκήθηκαν πιέσεις υπέρ μιας ακόμη πιο πανηγυρικής καταστολής. Τουλάχιστον αυτό προκύπτει από μια απάντηση του Μανιαδάκη προς το ΓΕΣ, στην οποία ο υφυπουργός Ασφαλείας του μεταξικού καθεστώτος εξηγεί τους λόγους εξωτερικής πολιτικής για τους οποίους "το ημέτερον Κράτος δεν είναι δυνατόν να λάβη νομοθετικά μέτρα γενικώς δια την απαγόρευσιν των ξένων γλωσσών, ιδία εν ταις Νέαις Χώραις" και διευκρινίζει πως "εκτός του ήδη ληφθέντος μέτρου, της απαγορεύσεως δηλ. δι' αστυνομικών διατάξεων των κατά τόπους αστυν. αρχών του ομιλείν τας ξένας γλώσσας κατά τας εμπορικάς συναλλαγάς και συναθροίσεις, ουδέν έτερον μέτρον δύναται να ληφθή επισήμως υπό του Κράτους".7 

Πληροφορίες για την πρόοδο της απαγόρευσης αντλούμε και από τον -λογοκριμένο- Τύπο της εποχής. Στη Φλώρινα, μια καταχώριση σε τοπική εφημερίδα διακηρύσσει λακωνικά στα τέλη Νοεμβρίου του 1936 ότι "ο αναληφθείς άγων κατά της ξενογλωσσίας πρέπει να συνεχισθή εντατικά διότι αποτελεί αυτόχρημα εν εθνικόν καθήκον. Πρέπει να εννοήσωμεν όλοι ότι εις την Ελλάδα υπάρχουν μόνον Έλληνες και ότι μία μόνον γλώσσα πρέπει να ακούεται απ' άκρου εις άκρον της χώρας, η Ελληνική".

 Στην Έδεσσα, πάλι, το βάρος για την εισήγηση της απαγόρευσης το αναλαμβάνει, τυπικά τουλάχιστον, το δημοτικό συμβούλιο της πόλης. Σε "έκκληση" του "προς τον Λαόν Εδέσσης και Περιχώρων", που δημοσιεύεται στον τοπικό Τύπο στα μέσα Δεκεμβρίου και υπογράφεται από τον δήμαρχο Γ. Πέτσο, το συμβούλιο ανακοινώνει πως "συναισθανόμενον ως Τοπική Αρχή το ανάρμοστον και άτοπον της συνεχιζόμενης χρήσεως ξενικών γλωσσικών ιδιωμάτων τόσον εν ταις συναλλαγαίς των δημοτών όσον και εν τη ιδιωτική ζωή ενίων εξ αυτών, εν τη συνεδρία αυτού της 2ας τρέχοντος μηνός Δεκεμβρίου εστηλίτευσεν την τακτικήν ταύτην και εξέφρασε την αποστροφήν και την βδελυγμία του προς τα ξένα γλωσσικά ιδιώματα τα χρησιμοποιούμενα τόσον υπό του γηγενούς όσον και υπό του προσφυγικού στοιχείου. Ποιείται δε θερμότατη "έκκλησιν προς τα εθνικά και φιλοπάτριδα αισθήματα των δημοτών και συνιστά όπως μετά φανατισμού αποφεύγωσι την χρήσιν οιασδήποτε ξένης γλώσσης, ομιλώσι δε αποκλειστικώς την ελληνικήν τόσον εν ταις συναλλαγαίς αυτών όσον και κατ' ιδίαν εν τη ιδιωτική ζωή αυτών".9 

Η χρονική σύμπτωση αυτής της τελευταίας ανακοίνωσης με την προαναφερθείσα απόφαση της κοινότητας του Λαγκαδά αφήνει να διαφανεί η πιθανότητα ότι συντάχθηκε και τούτη κάτω από την πίεση της ίδιας κεντρικής διαταγής (122770). Η βιαιότητα της απαγόρευσης της σλαβοφωνίας αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό της περιόδου. Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, οι αρχές του Νέου Κράτους δεν περιορίστηκαν σε "εκκλήσεις" και "συμβουλές" για την αλλαγή των επικοινωνιακών πρακτικών του πληθυσμού, αλλά εξαπέλυσαν ένα κύμα κρατικής τρομοκρατίας ενάντια στους παραβάτες. 

"Όποιος συλλαμβανόταν να μιλάει βουλγαρικά, όπως τα ονόμαζαν", θυμάται ένας δάσκαλος της εποχής, "παραπέμπονταν στο αυτόφωρο και τιμωρούνταν ανάλογα με την οικονομική αντοχή και την κοινωνική του θέση. Η ποινή ξεκινούσε από την απλή επίπληξη "να μη μιλάς άλλη φορά τα παλιοβουλγάρικα" ως το βαρύ χρηματικό πρόστιμο, τη φυλάκιση, τα βασανιστήρια με το περίφημο ρετσινόλαδο, εξορία.. Και επειδή οι χωροφύλακες έπαιρναν ποσοστά από τα πρόστιμα, εξορμούσαν με ιδιαίτερο ζήλο να εκπληρώσουν το "εθνικό" αυτό καθήκον".15 

Ως νομική βάση των διώξεων χρησιμοποιήθηκε το άρθρο 697 του ισχύοντος τότε Ποινικού Νόμου (παράβαση τοπικών αστυνομικών διατάξεων), πιθανότατα δε και ο βενιζελικός νόμος 1322 του 1918, σύμφωνα με τον οποίο "η παραβίασις γενικών διαταγών του Γενικού Διοικητού, αφορωσών εις ζητήματα ασφαλείας, δημοσίας τάξεως [κ.λπ.], εάν δεν είνε εξ ετέρας νομίμου διατάξεως τιμωρητέα δια μείζονος ποινής, συνεπάγεται ποινήν προστίμου μέχρι δραχμών 2.000 ή κρατήσεως μέχρι δύο μηνών ή και αμφοτέρας τας ποινάς, αναβιβαζομένας εν περιπτώσει υποτροπής μέχρι του διπλασίου".16

 Όπως καθολικό ήταν το μέτρο της απαγόρευσης, εξίσου γενικευμένα ήταν και τα μέσα της τιμωρίας. Η χαρακτηριστική, λ.χ., ποινή της υποχρεωτικής κατανάλωσης ρετσινόλαδου, την οποία επέβαλλαν οι χωροφύλακες στους σλαβόφωνους χωρικούς που "πιάνονταν επ' αυτοφώρω" να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα έτσι, ώστε "να βγουν τα βουλγαρικά δηλητήρια από μέσα τους", αναφέρεται από διάφορες πηγές ότι εφαρμόστηκε τόσο στη Φλώρινα ή την Έδεσσα,17 όσο και σε παραδοσιακά πατριαρχικές κοινότητες του Λαγκαδά.18 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της κατασταλτικής πολιτικής ήταν η διάρκεια της. Ενώ η διαταγή της Γενικής Διοίκησης για την απαγόρευση εκδίδεται όπως είδαμε στα τέλη του 1936, διώξεις για σλαβοφωνία αναφέρονται μέχρι και στα τελευταία χρόνια της μεταξικής δικτατορίας. "Το 1938 φυλακίστηκα από την αστυνομία 15 μέρες γιατί τραγουδούσα σλαβομακεδονικά", διαβάζουμε στο βιογραφικό σημείωμα ενός αντάρτη του ΔΣΕ από το Μοσχοχώρι της Καστοριάς,19 ενώ την επόμενη χρονιά ένας κάτοικος του Πολυπόταμου της Φλώρινας καλείται να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, κατηγορούμενος ότι "την 12ην Φεβρουαρίου ε.έ. κατελήφθη υπό της χωροφυλακής συνομιλών μετ' άλλων προσώπων εις γλώσσαν ακατάληπτον".20

 Οποιαδήποτε τάση για χαλάρωση της γλωσσικής καταστολής θα συναντήσει άλλωστε την άμεση αντίδραση αδιάλλακτων εθνικοφρόνων και των υπηρεσιών ασφαλείας, όπως διαπιστώνουμε από την επιστολή ενός πόντιου γυμναστή απ' τη Γουμένισσα προς τον ίδιο τον Μεταξά (Μάιος 1939). Ο μεσήλικας εκπαιδευτικός "αναφέρει ευσεβάστως τον εθνικόν του πόνον δια την αναστολήν των σωτηρίων μέτρων, τα οποία μόνον από την Εθνικήν Κυβέρνησιν είχον ληφθή -μετά 25ετίαν ολόκληρον- εναντίον της ξενοφωνίας εις τον παραμεθόριον αυτόν τόπον, την Παιονίαν", καταγγέλλει ότι όχι μόνο "εις όλας σχεδόν τας κατοικίας των γηγενών ομιλείται η Βουλγαρική", αλλά "κατόπιν της αναστολής των μέτρων κατά της ξενοφωνίας, ήρχισαν αναφανδόν να την ομιλούν και εκτός της κατοικίας", για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι "το δηλητήριον της ξενοφωνίας και του ξενικού φρονήματος μόνον με τα ανασταλέντα σωτήρια μέτρα της Εθνικής Κυβερνήσεως είναι δυνατόν να παταχθή".

 Η επιστολή του διαβιβάστηκε από τον Εθνικό Κυβερνήτη στον υφυπουργό Μανιαδάκη, που με τη σειρά του την αποστέλλει στο Υπουργείο Παιδείας, ζητώντας από τους αρμόδιους "όπως ευαρεστούμενοι λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα".21 

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να γίνουν αντιληπτές οι επιπτώσεις αυτών των μέτρων στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η προφορική παράδοση της ελληνικής Μακεδονίας είναι γεμάτη με τραγελαφικές ιστορίες, για χωροφύλακες που παραμόνευαν κάτω από τα παράθυρα των σπιτιών για να εντοπίσουν -και να τιμωρήσουν- κρούσματα ενδοοικογενειακής σλαβοφωνίας ή για χωρικούς που κυνηγήθηκαν επειδή έδωσαν παραγγέλματα στα ζώα τους σε λάθος γλώσσα.22 
Μιαν άλλη ιδέα παίρνουμε από ένα δημοσιευμένο υπόμνημα του Σωτηρίου Γκοτζαμάνη προς τον ίδιο τον Μεταξά, στο οποίο, χωρίς να αμφισβητείται η "αναγκαιότητα" εξάλειψης της σλαβογλωσσίας, ασκείται μια διακριτική κριτική στην "υπερβολική" βία που επιστρατεύτηκε στην υπηρεσία αυτού του σκοπού: "Το να υβρίζωνται γέροντες και γραίαι καθ' οδόν ή να συρωνται εις τα αστυνομικόν τμήμα διότι αγνοούν την ελληνικήν", γράφει, "είναι σύστημα άδικον, μετατοπίζον την ευθύνην μιας πραγματικότητος από την ιστορίαν και το Κράτος εις τον ανεύθυνον εν προκειμένω ιδιώτην".23 

Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος των οργάνων της τάξης στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής υπήρξε κάτι παραπάνω από καθοριστικός, όπως εξηγεί σε υπηρεσιακή του έκθεση ο -ενθουσιώδης, κατά τα άλλα- νομάρχης Κοζάνης. "Λίαν τελεσφόρον μέτρον κατά της βουλγαρικής γλώσσης", γράφει, "θεωρούμεν την σύστασιν σταθμών Χωρ/κής εις τας κοινότητας Ερμακιάς και Ολυμπιάδος. Έχομεν υπ' όψει μας την κοινότητα Εμπορίου, όπου άλλοτε ωμιλείτο εξ ολοκλήρου η βουλγαρική γλώσσα και συνετηρείτο και Βουλγαρικόν Γυμνάσιον και όπου σήμερον, χάρις εις την παρουσίαν του χωροφύλακος και την ψυχολογικήν επίδρασιν του Σταθμού Χωρ/κής, έπαυσε να ομιλήται σχεδόν εξ ολοκλήρου η βουλγαρική γλώσσα".24

 Η εκτίμηση του αυτή επιβεβαιώνεται και από άλλες, εντελώς ανεξάρτητες πηγές. Επισκεπτόμενος λ.χ. τη Δυτική Μακεδονία τον Φεβρουάριο του 1938, ο γενικός πρόξενος της Βρετανίας στη Θεσσαλονίκη θα καταθέσει κι αυτός τη δική του μαρτυρία για τα μέσα και τα όρια του όλου εγχειρήματος: "Οι προσπάθειες της αστυνομίας να καταστείλει τη χρήση της σλαβονικής", αναφέρει, "υπήρξαν αντικείμενο παρατήρησης στην κωμόπολη Αμύνταιο επί της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης - Φλώρινας, ένα κέντρο διανομής αυξανόμενης σημασίας στη Δυτική Μακεδονία. [...] Οι δρόμοι του Αμυνταίου περιπολούνται από ένστολους αστυνομικούς σε επιφυλακή, για να πιάσουν τον απερίσκεπτο που θα μιλήσει σλαβονικά ή βλάχικα.

 Αυτό το επίπεδο επαγρύπνησης, ωστόσο, δεν μπορεί να διατηρηθεί αλλού και σε τρία από τα τέσσερα τριγύρω χωριά, όπου δεν υπάρχουν αστυνομικοί, οι άλλες γλώσσες μιλιούνται ελεύθερα". Εκτιμώντας πως "αυτές οι προσπάθειες έχουν λιγοστές πιθανότητες επιτυχίας", ο φλεγματικός διπλωμάτης κλείνει παρ' όλα αυτά την αναφορά του με τη διαπίστωση ότι "το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει τουλάχιστον μάθει τους ελληνικούς αριθμούς, ούτως ώστε να παζαρεύει στην αγορά χωρίς το φόβο διακοπής".25 

Ένα μέτρο που εφαρμόστηκε ευρύτατα, και όχι μόνο στις σλαβόφωνες περιοχές, ήταν ο υποχρεωτικός σημαιοστολισμός "κατά τας επισήμους ημέρας και τας τοπικάς και Εθνικάς εορτάς", γεγονός που κατά τη γνώμη των τότε αρχών "συντελεί ουχί ολίγον εις την δημιουργίαν της επιδιωκόμενης εθνικιστικής ατμοσφαίρας και καλλιεργεί το πατριωτικόν αίσθημα εις τας ψυχάς των νέων, ιδία, εφ' ων κυρίως βασίζει τας ελπίδας του το Νέον Ελληνικόν Κράτος". Καθώς μάλιστα η απλή ανάρτηση σημαιών θεωρήθηκε μάλλον ανεπαρκής από τους καθοδηγητές αυτής της συντεταγμένης εθνικής ανάτασης, "εκρίθη σκόπιμος ο υδροχρωματισμός των οικιών δια των Εθνικών χρωμάτων, των μεν τοιχωμάτων υδροχρωματιζομένων δια λευκού χρώματος, των δε ξύλινων πλαισίων και λοιπών εξαρτημάτων (παραθύρων, θυρών, κλπ.) δια κυανού τοιούτου".38 
Μεγάλο μέρος της εθνικής προπαγάνδας ανατίθεται βέβαια στην EON, υπό την καθοδήγηση των κατά τόπους δασκάλων, που ως "απόστολοι του πολιτισμού" και "όργανα της Πατρίδας" στα χωριά επιφορτίζονται με πολλαπλούς ρόλους - από την ημιστρατιωτική οργάνωση κι εκπαίδευση της νεολαίας μέχρι την "επιτήρηση" των κατοίκων.39 

Όλα αυτά -να το θυμίσουμε- συμβαίνουν σε μια εποχή που ο σλαβομακεδονικός πληθυσμός της Βόρειας Ελλάδας υφίσταται, εκτός από την απαγόρευση της μητρικής του γλώσσας, μια γενικότερη έφοδο των κατασταλτικών μηχανισμών του Νέου Κράτους. Όλες σχεδόν οι σλαβόφωνες περιοχές της είχαν κηρυχτεί με τον ΑΝ 376/1936 "αμυντικές περιοχές" (Επιτηρούμενη Ζώνη), μέσα στις οποίες κάθε κίνηση των κατοίκων υπαγόταν σε ένα καθεστώς αυστηρού ελέγχου, με απαγορευμένη οποιαδήποτε επικοινωνία ανάμεσα στους ίδιους και τους τυχόν διερχόμενους ξένους,42 δραστική περιστολή της έκδοσης διαβατηρίων με βάση την αξιολόγηση των "κοινωνικών και Εθνικών φρονημάτων" τους από τις στρατιωτικές αρχές,43 ακόμη και στέρηση του δικαιώματος για αγορά γης σε όσους θεωρούνταν "εθνικώς υπόπτου διαγωγής" από τη χωροφυλακή.44 (Το τελευταίο μας θυμίζει τον ισχύοντα νόμο που τροποποιήθηκε για τελευταία φορά το 1990, για την απαγόρευση σύστασης οποιουδήποτε εμπράγματος δικαιώματος σε ακίνητα στις παραμεθόριες περιοχές, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει δοθεί άδεια από αρμόδια επιτροπή, η οποία αποτελείται μεταξύ άλλων και από εκπρόσωπο του στρατού και της αστυνομίας, για την άρση αυτής της απαγόρευσης. 

Βέβαια, πρόκειται για μια διαδικασία καθαρά τυπική, που αφορά στον έλεγχο της ιδιότητας του έλληνα πολίτη). Ταυτόχρονα, οι εκτοπίσεις Σλαβομακεδόνων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που η μεταξική δικτατορία είχε εγκαθιδρύσει στα νησιά του Αιγαίου πήραν ένα μαζικό και αδιάκριτο χαρακτήρα, που ξεπερνούσε κατά πολύ κάθε παλιότερη επίδοση των μηχανισμών ασφαλείας. Η παραμικρή "παρακίνησις κατοίκων εις απείθειαν προς τας αρχάς", όπως αυτή γινόταν αντιληπτή από τα όργανα της δικτατορίας, θεωρούνταν ένδειξη αντεθνικής συμπεριφοράς και οδηγούσε στις αρμόδιες Επιτροπές Στρατιωτικής Ασφαλείας.45

 Φαίνεται επίσης πως η δαμόκλειος σπάθη της εκτόπισης με την ταμπέλα του "βουλγαρίζοντος" λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως πηγή προσπορισμού κερδών για σύμπασα τη στελέχωση των μηχανισμών ασφαλείας. Το πιστοποιεί μεταξύ άλλων και μια πηγή υπεράνω πάσης υποψίας, όπως είναι το εγκεκριμένο από το ΓΕΣ προπαγανδιστικό εγχειρίδιο του Δώρου Πεφάνη (1949). "Δυστυχώς", γράφει, "είναι άπειρα τα παραδείγματα, κατά τα οποία η φράσις "είσθε Βούλγαροι" συνωδεύετο και από εκμετάλλευσιν. Από τον Νομάρχην Φλωρίνης - Καστοριάς της 4ης Αυγούστου είχε γίνει πλουτοφόρος επιχείρησις το "ή δίνεις τόσα ή σε στέλλω εξορία ως Βουλγαροκομμουνιστή". Και δίπλα στο Νομάρχη, ο χωροφύλακας ή ο κατώτερος υπάλληλος. Και στα δικαστήρια ακόμη η ιδιότης του Σλαβοφώνου ήτο περίπτωσις επιβαρυντική". 48 

Με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου η καταστολή θα γενικευτεί ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα τον σωρηδόν εκτοπισμό χιλιάδων "ξενόφωνων" κατοίκων της μεθορίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν συχνά και οι οικογένειες φαντάρων που πολεμούσαν -και συχνά διέπρεπαν- στα μέτωπα της Αλβανίας. Η ψύχωση της εθνικής ανασφάλειας και το μίσος απέναντι στον δυνάμει "εσωτερικό εχθρό" υπήρξαν τέτοια, που ακόμη κι αυτός ο κατοχικός γενικός επιθεωρητής νομαρχιών Μακεδονίας, Αθανάσιος Χρυσοχόου, θα κάνει μεταπολεμικά λόγο για "αψυχολόγητα και εν πολλοίς άδικα μέτρα" τα οποία, βασισμένα σε "επιπόλαια μόνον έρευνα των κατά τόπους κατωτέρων οργάνων της χωροφυλακής και αυθαίρετον χαρακτηρισμόν των υπόπτων", παρέσυραν "εις εκτοπισμούς ακραιφνείς Έλληνας, πατέρας και αδελφούς διακρινομένων εις το μέτωπον πολιτών ή άλλους φιλήσυχους".49

 Ένα ριζοσπαστικότερο σχέδιο του καθεστώτος, για την απομάκρυνση όλων συλλήβδην των σλαβόφωνων Μακεδόνων από τις παραμεθόριες εστίες τους και τον εποικισμό της Επιτηρούμενης Ζώνης με ελληνόφωνους πληθυσμούς (κατά προτίμηση Σαρακατσάνους νομάδες), αν και στα σκαριά, τελικά δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί. (Πρόγραμμα βεβαίως που υλοποιήθηκε αργότερα, στη δεκαετία του '50 στα χωριά Κρυσταλλοπηγή και Άγιος Γερμανός των Πρεσπών, όταν μετά τον εμφύλιο, ερημώθηκαν από τους κατοίκους τους, οι οποίοι ανέρχονταν σε κάποιες χιλιάδες και κατέφυγαν σε ανατολικές χώρες ή και αλλού. Κάποιοι από αυτούς, τους "μη Έλληνες το γένος", που έχουν απομείνει είναι που ζητάν να τους επιτραπεί να επισκεφτούν τη γη που γεννήθηκαν). Από την πλευρά των άμεσα ενδιαφερόμενων, οι αντιδράσεις στην απαγόρευση ποικίλλουν κατά περίπτωση. 

Ο Παύλος Κούφης αναφέρει δυο διαφορετικά δείγματα δημόσιας διαμαρτυρίας από το χωριό του. Στην πρώτη περίπτωση, ευκατάστατος πρώην μετανάστης από την Αμερική, καταδικασμένος σε πρόστιμο 500 δραχμών επειδή μίλαγε τη μητρική του γλώσσα, αφήνει στο δικαστήριο χιλιάρικο δηλώνοντας με περηφάνια πως "αύριο θα ξανάρθει". Στη δεύτερη, ένας παλιός Μακεδονομάχος αφήνει την πίκρα και την οργή του να ξεσπάσουν αμέσως μετά την τιμωρία του για τον ίδιο λόγο: "Γιατί κύριε Ειρηνοδίκη; Γιατί; Τι σι έκανα; διαμαρτύρεται με τα σπασμένα ελληνικά του. Σι σκότωσα τη πατέρα; Κάθεστε δω πέρα και τρώτε σαν τα αρκούδες!".58 

Άλλοι πάλι, λιγότερο θαρραλέοι, αντιμετωπίζουν την καινούρια κατάσταση με το σκωπτικό δίστιχο "Ελλάς, Ελλάς πλήρωσε και μη μιλάς".59 Οι περισσότεροι, τέλος, φαίνεται πως υπέφεραν περιμένοντας να σημάνουν καλύτερες μέρες κι επιδιδόμενοι σε έναν ιδιότυπο γλωσσικό "ανταρτοπόλεμο" με τις αρχές. Χαρακτηριστική μπορεί να θεωρηθεί η ανάμνηση ενός νεαρού μαθητή της εποχής, Αρβανίτη στην καταγωγή, από ένα γαμήλιο γλέντι σε σλαβόφωνο χωριό της Φλώρινας: "Σαν φάγανε, άρχισαν τα τραγούδια. Ποια τραγούδια! Τα ελληνικά τα σχολικά. Του Κίτσου η μάνα, ένα νερό κυρά Βαγγελιώ, σαν πας στην Καλαμάτα. Σαν τέλειωσαν και είπαν και το Μακεδονία ξακουστή, δεν έμεινε πια παρά ο εθνικός ύμνος, όπως είπε πειραχτικά ο Παντελής, φίλος των παιδιών. [...]Άρχισε ο χορός. 

Εκεί χωρούσαν και οι τοπικοί χοροί. Χόρεψαν οι νέοι και οι κοπέλες μέχρι τα βαθιά μεσάνυχτα. Τότε δεν άντεξε ο κόσμος. Σπιούνος ανάμεσα τους δεν υπήρχε. Έτσι άρχισαν χαμηλόφωνα τα σλαβικά γαμήλια τραγούδια. Γάμος δε γίνεται με σχολικά τραγούδια. Κούνια που τους κούναγε αυτούς που σκέφτηκαν ν' απαγορεύσουν γλώσσα και τραγούδια!".60 1.Kofos 1964,σ.50. 3.Διβάνη 1995, σ. 116· Karakasidou 1997, σ. 162" Κάραμποτ 1997, σ. 264- ΙΑΥΕ/1937/30, αστυνομική διάταξις αρ. 224/53/2α της ΔΧ Γρεβενών (27/3/37) και "Απαγόρευσις Μακεδονορουμανικής διαλέκτου (Κουτσοβλάχικα)", συνημμ. σε ρηματική διακοίνωση της ρουμανικής πρεσβείας Αθηνών προς Ι. Μεταξά, Αθήναι 27/5/37, αρ. 1499, σ. 1-2. 4.Απόφαση αριθ. 134 του κοινοτικού συμβουλίου Ασσήρου (13/12/1936), παρατίθεται σε Karakasidou 1997, σ. 162. Ευχαριστώ τη συγγραφέα για την παροχή της (τρόπον τινά ελληνόγλωσσης) πρωτότυπης διατύπωσης. 5.ΙΑΥΕ/1937/30, ΔΧ Γρεβενών, "Περί αποκαταστάσεως ενιαίας επισήμου γλώσσης εν ταις αγοραίς και τόποις συγκεντρώσεων της καθ' ημάς Διοικήσεως", Εν Γρεβενοίς 27/3/37, αρ. 224/53/2α. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαταγή αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα βλάχικα, μοναδική μειονοτική γλώσσα του νομού' συμφωνά όμως με όλες τις ενδείξεις, η διατύπωση της απαγόρευσης ήταν λίγο-πολύ κοινή παντού. 6.Κάραμποτ 1997, σ. 264. 7.ΙΑΥΕ/1937/30, Κ. Μανιαδάκης προς Α2 ΓΕΣ, Εν Αθήναις 7/8/37, αρ. 57/12/13/19. 9.Εμπρός (Έδεσσας) 13/12/36, σ. 1. Η "Έκκλησις" φέρει χρονολογία 12/12/36. 15.Κούφης 1990, σ. 55. Βλ. επίσης Γιαγγιώργος 1993, σ. 60. 16.Άρθρο 6 του Ν.1322/16.4.1918, όπως τροποποιήθηκε από το ν.δ. της 25/7/23, σε Ayy. Μπουρόπουλος (επιμ.), Ποινικός Κώδιξ, Εν Αθήναις 1937, σ. 372. 17.Danforth 1995, σ. 72. Anastasia Karakasidou, "Politicising culture: negating ethnic identity in Greek Macedonia", Journal of Modern Greek Studies (1993), σ. 3· Andrew Rossos, "The Macedonians of Aegean Macedonia: a British Officer's report, 1944", Slavic & East European Review 4 (1991), σ. 299· Μάρκος Μέσκος, Μονχαρέμ, Αθήνα 1999, σ. 127-8. 18.Jane Cowan, Dance and the body politic in Northern Greece, Πρίνστον 1990, σ. 43. 19."Βιογραφικό σημείωμα Κύρκου Λάμπη", δημοσιεύθηκε από τον Γιώργο Μαύρο στην 86η συνέχεια της σειράς "Το Αρχείο του Εμφυλίου", Ελενθεροτνηία 26/5/86. 

Αξιοσημείωτος είναι ο σχολιασμός της πληροφορίας από το δημοσιογράφο-επιμελητή: "Στον μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού Λάμπη Κύρκο θα πρέπει κάποιος φωστήρας να του 'χε πει ότι είναι... Σλαβομακεδόνας. Γι' αυτό, ο άνθρωπος από την πολλή πίστη στο κόμμα το είχε πιστέψει και η συμπεριφορά του ήταν ανάλογη. Συλλαμβάνεται, έτσι, από την μεταξική δικτατορία επειδή τραγουδούσε... σλαβομακεδονικά τραγούδια (;) [...] και γενικά φέρεται (;) σαν Σλαβομακεδόνας". Όλα αυτά τη στιγμή που, σύμφωνα με το ίδιο το βιογραφικό, η ένταξη του συγκεκριμένου μαχητή στο ΕΑΜ έγινε το 1942 και στο ΚΚΕ το 1943, πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την καταδίκη του! 20.Κλητήριο θέσπισμα με ημερομηνία 24/4/1939, παρατίθεται μεταφρασμένο σε UCM 1985, τ. Β', σ. 72, και Keramidciev 1951, σ. 70 (ελλ. μτφ.).

 Η έκφραση "ακατάληπτος γλώσσα" ή "γλώσσα μη καταληπτή εις πάντας" αποτελεί πάγια διατύπωση των σχετικών εγγράφων. 21.ΙΑΥΕ/1939/13, Αγαθάγγελος Φωστηρόπουλος προς Ιω. Μεταξά, Γουμένισσα 17/5/39, συνημ. σε Κ. Μανιαδάκης προς ΥΠΕΠΘ, Εν Αθήναις 13/6/39, αρ. πρωτ. 29/83/8. 22.Για μερικές περιπτώσεις καταγραφής τέτοιων ανεκδοτολογικών αφηγήσεων, βλ. Γιαγγιώργος 1993, σ. 60· Danforth 1995, σ. 72' Αχιλλέας Παπαϊωάννου, "Η ιστορία του χωρίου μου (Καλέβισια-Καλή Βρύση)", αδημοσίευτο δακτυλογράφο (1963-70), σ. 27· Eric Siesby, The Slav Macedonians in Greece, Κοπεγχάγη 1993, σ. 13· Riki Van Boeschoten, "The political dimension of switching languages", εισήγηση στο διεθνές συνέδριο "Contact & Conflict", Βρυξέλλες 28-31/5/97, σ. 6· Κωστόπουλος-Λιθοξόου-Εμπειρίκος 1992, σ. 23. 23.Σωτηρίου Γκοτζαμάνη, "Υπόμνημα περί μειονοτήτων και αφομοιώσεως πληθυσμών" (Αθήναι 5/1/39), περιέχεται στο βιβλίο του ίδιου.

 Υπομνήματα περί της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικές, περί μειονοτήτων και αφομοιώσεως πληθυσμών, Αθήναι [1942], σ. 86. 24.ΙΑΥΕ/ 1937/30, έκθεση του Νομάρχη Κοζάνης, "Επί της εν γένει καταστάσεως του νομού" (Κοζάνη 2/9/37), περιέχεται σε Ν. Λιανόπουλος προς διάφορες υπηρεσίες, Εν Αθήναις 4/10/37, αρ. 59135. 25.FO 371/22372/R3533, "Salonica Report ? 80 for February 1938", συνημμένο σε Waterlow to Halifax, Athens 23/3/38, n° 118. 38.Λιθοξόου 1993, σ. 37. 39.Βαφειάδης 1939, σ. 5 & 9-12" Λιθοξόου 1993, ο. 37-8. 42.ΙΑΥΕ/1939/Α/6, Εγκύκλιοι του 2ου-3ου Γραφείου ΓΕΣ (Κ. Πλάτης) προς Β' & Γ Σ.Σ. και 8η Μεραρχία, Εν Αθήναις 2/6/39, αρ. πρωτ. 68567/6/39, και 6/10/39, αρ. πρωτ. 405582. Βλ. επίσης Κάραμποτ 1998, σ. 269-70, και Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974, Αθήνα 1983, σ. 430, που εκτιμά ότι με τη δημιουργία της Επιτηρούμενης Ζώνης "υπέστησαν, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, πολλαπλές πιέσεις οι εθνικές μειονότητες" των παραμεθόριων νομών. 43.ΙΑΥΕ71939/13, Α/ΓΕΣ Αλ. Παπάγος προς Υπ. Εσωτ., Εν Αθήναις 26/5/39, αρ. πρωτ. ΑΠ 68155/6/36, και Λ. Μελάς προς Υπ. Εξ., Εν Αθήναις 3/6/39, αρ. πρωτ. 13143/Α/6/9. 44.ΙΑΥΕ/1939/17, Α/ΓΕΣ Αλ. Παπάγος προς Υπ. Γεωργίας, Εν Αθήναις 24/4/39, αρ. πρωτ. ΑΠ 67139/6/33. 45.Διβάνη 1995, σ. 347- Κάραμποτ 1997, σ. 269-70- ΙΑΥΕ/1939/17, IX Μεραρχία (Ν. Στάης) προς Β' Σ.Σ., [άνοιξη 1939], αρ. πρωτ. ΑΠ 3901, και Α/ΓΕΣ Αλ. Παπάγος προς Β' Σ.Σ., Εν Αθήναις 11/4/39, αρ. πρωτ. ΑΠ 67033. 48.Πεφάνης 1949, σ. 117. 49.Αθ. Χρυσοχόου, Η Κατοχή εν Μακεδονία. Βιβλίον 2ον. Η δράσις της βουλγαρικής προπαγάνδας, τ. Α', 1941-42, Θεσ/νίκη 1950, σ. 15. Για τις εκτοπίσεις γονέων τη στιγμή που τα παιδιά τους πολεμούσαν στην Αλβανία, βλ. επίσης Κουφής 1990, σ. 58-9· ΑΦΔ/68/11 & 28· Α. Αιακός, "Η Βόρειος Ελλάς και αϊ δρώσαι εν αυτή ξέναι προπαγάνδαι", και Κ. Σαμαράς, "Περί της στάσεως των σλαυοφώνων και βλαχοφώνων της Βορ. Ελλάδος κατά την περίοδον της Κατοχής". 58.Κούφης 1990, σ. 55-6. 59.Karakasidou 1993, σ. 11.
{[['']]}

Ή Διακήρυξη του Κρουσόβου

Σλόμποντα ϊλι σμ'ρτ [Ελευθερία η θάνατος]

Πρόσκληση
προς τον τουρκικό λαό
της Επαναστατικής Περιφερείας Κρουσόβου
Ανωτάτη Διοίκηση των Επαναστατών του Κρουσόβου Ιλιντεν 1903
Αδέρφια, συμπατριώτες και αγαπημένοι γείτονες.
Εμείς, οι αιώνιοι γείτονες σας, φίλοι και γνωστοί από τ' ωραίο Κρούσοβο και τα πανέμορφα χωριά του, επειδή δεν μπορούσαμε πια να υποφέρουμε την τυραννία των διψασμένων για αίμα και πεινασμένων για ανθρώπινο κρέας μουρτάτηδων πού έχουν σκοπό να μας οδηγήσουν στην αλληλοσφαγή και να μας εξωθήσουν στη ζητιανιά και την αγαπημένη μας και πλούσια γη της Μακεδονίας να μετατρέψουν σε έρημο, σήμερα σηκώσαμε κεφάλι και, χωρίς διακρίσεις θρησκείας, εθνικότητας, φύλου και πεποιθήσεων, αποφασίσαμε να προστατευτούμε από τους δικούς σας και δικούς μας εχθρούς και να κερδίσουμε την ελευθερία.

Ξέρετε πολύ καλά πώς δεν είμαστε κακοί και καταλαβαίνετε πώς απ' τα πολλά βάσανα βάλαμε το κεφάλι στον τορβά για να ζήσουμε ανθρώπινα η να πεθάνουμε παλικαρίσια. Επειδή πάππου προς πάππου συμβιώνουμε σε τούτη δω τη γης, σας έχουμε σαν δικούς μας και θέλουμε ως το τέλος να μείνετε δικοί μας.
Δεν πήραμε τα όπλα εναντίον σας - αυτό θα ήταν ντροπή για μας. Δεν σηκώσαμε τα όπλα εναντίον του ειρηνικού, εργατικού και τίμιου τούρκικου λαού πού τρέφεται σαν κι εμάς απ' τον ματωμένο ιδρώτα του - αυτός ο λαός είναι αδέλφια μας και μ' αυτόν το λαό ζήσαμε και θέλουμε να ζούμε μαζί.

Δεν βγήκαμε να σφάξουμε, να λεηλατήσουμε, να κάψουμε και να κλέψουμε -μας φτάνουν οι βιαιοπραγίες των αναρίθμητων ντερεμπέηδων πάνω στη φτωχιά και ματωμένη Μακεδονία μας. Δε βγήκαμε να εκχριστιανίσουμε και να ατιμάσουμε τις μάνες και τις αδελφές σας, τις γυναίκες και τις κόρες σας: πρέπει να ξέρετε οτι ή περιουσία σας, ή ζωή σας, ή πίστη και η τιμή σας είναι για μας τόσο σεβαστές όσο σεβαστές είναι και οι δικές μας.

Απεναντίας, πήραμε τα οπλΑ για να διαφυλάξουμε την περιουσία, την πίστη και την τιμή σας
Δεν εϊμαστε μουρτάτες [άρνησίθρησκοι], δεν είμαστε ληστές - είμαστε επαναστάτες πού δώσαμε όρκο να πεθάνουμε για το δίκιο και την ελευθερία. Αγωνιζόμαστε και θα αγωνιζόμαστε εναντίον των μουρτάτηδων καί των ληστών, εναντίου τών τυράννων και των παρανόμων, εναντίον των βιαστών της τιμής μας και της πίστης μας και εναντίον των εκμεταλλευτών του ίδρωτα και του μόχθου μας. Από μας κι από τα χωριά μας να μη φοβάστε - σε κανέναν σας δεν θα προξενήσουμε ζημιές.

Εμείς, όχι μόνο σας θεωρούμε αδέλφια μας, αλλά και σας συμπονούμε σαν αδέλφια μας, επειδή καταλαβαίνουμε ότι και σεις είστε σκλάβοι σαν κι εμάς, σκλάβοι της αυτοκρατορίας και των μπέηδων της, των αφεντάδων και των πασσάδων της, δούλοι των πλούσιων και ισχυρών, των εκβιαστών και των τυράννων, εκείνων πού πυρπόλησαν την αυτοκρατορία απ' τις τέσσερις μεριές και μας ανάγκασαν να ξεσηκωθούμε για το δίκιο, την ελευθερία και για ανθρώπινη ζωή.
Για δίκιο - ελευθερία - ανθρώπινη ζωή σας καλούμε και σας να 'ρθήτε και ν' αγωνιστούμε μαζί.
Ελάτε κοντά μας, αδέλφια μουσουλμάνοι για να πολεμήσουμε τους εχθρούς σας και εχθρούς μας. Ελάτε κάτω από την σημαία της "Αυτόνομης Μακεδονίας"! Ή Μακεδονία είναι ή κοινή μας μάννα και φωνάζει για βοήθεια.

Ελάτε να συντρίψουμε τις αλυσίδες της δουλείας για να γλιτώσουμε από τα

βάσανα και τα μαρτύρια και να στεγνώσουμε τους ποταμούς αίματος και δακρύων.

Ελάτε κοντά μας, αδέλφια να ενώσουμε τις καρδιές και τις ψυχές και να

σωθούμε ώστε να ζήσουμε ειρηνικά, και τα παιδιά και εγγόνια μας να δουλέψουν

ήσυχα και να προκόψουν.

Αγαπημένοι μας γείτονες. Καταλαβαίνουμε ότι εσείς, Τούρκοι και Αλβανοί Μουσουλμάνοι, νομίζετε πώς ή Αυτοκρατορία είναι δική σας και πώς δεν είστε δούλοι, επειδή στην οθωμανική σημαία δεν υπάρχει σταυρός αλλά ημισέληνος. Ότι αυτό είναι λάθος σύντομα θα το νοιώσετε και θα το καταλάβετε. "Αν όμως σας είναι δυσάρεστο να 'ρθετε μαζί μας και να εκδηλωθείτε εναντίον της Αυτοκρατορικής τυραννίας, εμείς τ' αδέρφια σας σε πατρίδα και βάσανα δεν θα σας πειράξουμε και δεν θα σας μισήσουμε.
Εμείς μόνοι μας θα αγωνιστούμε και για μας και για σας, και αν είναι αναγκαίο θα πεθάνουμε μέχρις ενός κάτω από την σημαία για την δική μας και την δική σας ελευθερία και για το δικό μας και το δικό σας δίκιο.

«Ελευθερία ή θάνατος» γράφει στα μέτωπα μας και στην ματωμένη σημαία μας. Σηκώσαμε αυτήν την σημαία και δεν υπάρχει επιστροφή.

"Αν και σεις μας θεωρείτε αδέλφια σας και θέλετε το καλό μας, αν λογαριάζετε πάλι να ζήσετε μαζί μας όπως έχετε ζήσει μέχρι τώρα, και αν είστε πιστοί και άξιοι γιοι της μάνας Μακεδονίας, μπορείτε να μας βοηθήσετε μόνον μ' έναν τρόπο - και αυτή είναι ή μεγάλη βοήθεια: να μην ενωθείτε με τους εχθρούς, να μην έλθετε με όπλα εναντίον μας και να μην βιαιοπραγήσετε στα χριστιανικά χωριά.

-  Ό θεός ας ευλόγηση τον ιερό αγώνα για το δίκιο και την ελευθερία.
-  Ζήτω οι αγωνιστές της ελευθερίας και όλα τα τίμια και καλά τέκνα της
Μακεδονίας.
-  Ζήτω! Για μια Αυτόνομη Μακεδονία

[Περιοδικό ΖΟΡΑ αρ. τεύχους 8, σελ. 23, Ιούλιος 1995]
{[['']]}

Ορκωμοσίες "ενώπιον θεού και ανθρώπων

Παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Απαγορευμένη γλώσσα» (εκδόσεις Μαύρη Λίστα), σχετικά με τρεις καταγεγραμμένες ορκωμοσίες κατοίκων χωριών στην περιοχή της Δυτική Μακεδονίας το 1959, όταν «υποσχέθηκαν» δημόσια ότι δε θα ξαναμιλήσουν το «τρισκατάρατον σλαβοφανές ιδίωμα».  Αφού περιγράφει αναλυτικά ο συγγραφέας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι ορκωμοσίες στα χωριά Καρδιά Εορδαίας και Κρύα Νερά Καστοριάς, αναφέρεται στη συνέχεια σε αντίστοιχη ορκωμοσία στο χωριό Ατραπός της Φλώρινας (οι δικές μας προσθήκες είναι με διαφορετικό χρώμα γραμμάτων):

Η τελευταία περίπτωση γνωστής ορκωμοσίας σλαβόφωνου χωριού έγινε στο νομό Φλώρινας, μια βδομάδα ακριβώς ύστερα από την αντίστοιχη τελετή των Κρύων Νερών. Το γεγονός προαναγγέλλεται στις τοπικές εφημερίδες της 8ης Αυγούστου (1959): «Αύριον και ώραν 10.30 π.μ. εις το χωρίον Ατραπός θα λάβη χώρα εορτή κατά την οποίαν οι κάτοικοι του χωρίου παρουσία των αρχών θα ορκισθούν ότι δεν θα ξαναμιλήσουν, ούτε και εις τας κατ’ ιδίαν συνομιλίας των, το σλαυόφωνον γλωσσικόν ιδίωμα το οποίον ως γνωστόν οι σλαύοι και ιδιαιτέρως οι βούλγαροι χρησιμοποιούν ανέκαθεν ως όπλον εις την κατά της χώρας μας προπαγάνδαν των. Η εορτή προβλέπεται λαμπρότατη, το πρόγραμμα δε αυτής περιλαμβάνει ομιλίας, απαγγελίας ποιημάτων, εθνικούς χορούς κ.ά.».48 Σύμφωνα με ένα άλλο δημοσίευμα της ίδιας ημέρας (που εξηγεί κι αυτό ότι «το σλαβοφανές γλωσσικόν ιδίωμα εις τας χείρας των σλάβων προπαγανδιστών έχει καταστή όπλον στρεφόμενον κατά της εθνικής συνειδήσεως των Μακεδόνων»), «εις την ωραίαν αυτήν τελετήν προσεκλήθησαν αι αρχαί και οι κάτοικοι της περιοχής».49 Το γεγονός πιστοποιείται από την πρόσκληση που μια 22μελής «εκπροσωπούσα τους συγχωριανούς μας Επιτροπή», με επικεφαλής τον κοινοτάρχη του Ατραπού, απευθύνει την 1η Αυγούστου προς τις υπόλοιπες κοινότητες του νομού: «Παρακαλούμεν όπως την 9ην του μηνός Αυγούστου ε.έ., ημέραν Κυριακήν και ώραν 10.30 π.μ. προσέλθετε εις το χωρίον μας και παραστήτε εις τελετήν υποσχέσεως των συγχωριανών μας, απάντων γηγενών, ότι θα παύσωμεν να ομιλώμεν το τρισκατάρατον ξενικόν ιδίωμα το οποίον ουδεμία  σχέσιν  έχει με την Ελληνικωτάτην  καταγωγήν μας και θα ομιλώμεν εφεξής άπαντες την ένδοξον Ελληνικήν μας γλώσσαν».50 Η προσέλευση ήταν όντως μαζική. Τις αρχές εκπροσώπησαν ο νομάρχης Φλώρινας Χρ. Δέππας, οι τοπικοί διοικητές του πεζικού συνταγματάρχης Παπακωνσταντίνου και του πυροβολικού Ντάνης, οι διοικητές της χωροφυλακής Κανελλόπουλος και της ασφάλειας Καλογερόπουλος, ο επιθεωρητής δημοτικών σχολείων Δελλαπόρτας, ο διευθυντής γεωργίας Βέρρος, ο πρόεδρος του επιμελητηρίου Λούστας, ο περιφερειακός έφορος προ­σκόπων Τριανταφυλλίδης και ο πρόεδρος του φιλολογικού συλλόγου «Αριστοτέλης», Τυρπίνος. Ο λαός της περιφέρειας εκπροσωπήθηκε κι αυτός από τους κοινοτάρχες ή άλλους αξιωματούχους 100 περίπου κοινοτήτων του νομού.51

Εξίσου τυποποιημένη ήταν κι εδώ η διαδικασία της ορκωμοσίας, με μικρές καινοτομίες που οφείλονταν στα διαθέσιμα μέσα. Πριν από τον αγιασμό έγινε έπαρση της σημαίας, υπό τους ήχους στρατιωτικής μπάντας· μίλησε ο πρόεδρος του χωρίου, Ιωάννης Κόλλης, και στη συνέχεια οι κάτοικοι «με σηκωμένο το δεξί χέρι και με φωνήν σταθερά» επανέλαβαν τον όρκο που αυτός απάγγελλε: «Υπόσχομαι ενώπιον του Θεού, των ανθρώπων και των επισήμων αρχών του Κράτους μας, ότι από σήμερον θα παύσω να ομιλώ το Σλαυϊκόν ιδίωμα που μόνον αφορμήν προς παρεξήγησιν δίδει εις τους εχθρούς της Χώρας μας τους Βουλγάρους και ότι θα ομιλώ παντού και πάντοτε την επίσημον γλώσσαν της πατρίδος μου, την Ελληνικήν, εις την οποίαν είναι γραμμένο και το Ιερόν Ευαγγέλιον του Χριστού μας».52 Ακολούθησε διάλεξη του ντόπιου δασκάλου Κωνσταντίνου Βακάλη, «ενός πραγματικού εθνικού εργάτου, που δουλεύει με υπερηφάνειαν και θέλησι εις τας εθνικός επάλξεις, καθοδηγητής και εμψυχωτής κάθε εθνικής εκδηλώσεως», στον οποίο -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα-οφειλόταν και η ιδέα της ορκωμοσίας: «Απεφασίσαμεν, είπεν ο διδάσκαλος, υπερηφάνως από κοινού με όλους τους συγχωριανούς μας ανεξαιρέτως, να παύσωμεν ομιλούντες το ξενικόν ιδίωμα το οποίον ουδεμίαν σχέσιν έχει με την Ελληνικωτάτην καταγωγήν μας και να ομιλώμεν την ένδοξον Ελληνικήν μας γλώσσαν».53 Ύστερα από μια σειρά διατεταγμένες ζητωκραυγές υπέρ του Βασιλέως, του Ελληνικού Κράτους και του «αήττητου Στρατού μας», το σύντομο λογίδριο ενός ακόμη κατοίκου «που με απλά λόγια έδωσε την έννοια της υποσχέσεως» και απαγγελία ποιήματος από έναν «αγροτόπαιδα», η σειρά των ομιλητών έκλεισε με το νομάρχη Φλωρίνης, που «συνεχάρη τους κατοίκους του Ατραπού δια την απόφασίν των». Το τελευταίο μέρος της τελετής περιλάμβανε κατάθεση στεφάνου στο  ηρώο του χωριού, «λαϊκούς εθνικούς χορούς» και «εθνικά τραγούδια» από τη χορωδία του «Αριστοτέλη» (Πολιτιστικός σύλλογος που ιδρύθηκε γύρω στα 1930, στα πλαίσια μιας πολιτικής εξελληνισμού μέσω σωματείων που συντονίζονταν  και επιχορηγούνταν από τις αρχές. Ο σύλλογος αυτός υπάρχει μέχρι και σήμερα).

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις παραπάνω περιγραφές είναι προφανή. Η δημόσια ορκωμοσία των σλαβόφωνων κατοίκων ότι θα απαρνηθούν άπαξ και δια παντός τη μητρική τους γλώσσα συνιστούσε κρατική επιλογή, για τη δε εφαρμογή της εργάστηκε σύμπας ο τοπικός κρατικός μηχανισμός - από το νομάρχη και την εκκλησιαστική ιεραρχία μέχρι το στρατό, τα σώματα ασφαλείας και τα κατά περιοχές «εθνικά σωματεία». Ενθουσιώδης ήταν η υποδοχή της όλης διαδικασίας και από τον Τύπο, τοπικό ή πανεθνικής εμβέλειας. Η παρακολούθηση της τελετής από εκπροσώπους των γύρω χωριών επιτρέπει επίσης να θεωρήσουμε ότι αυτή είχε κυρίως «παραδειγματικό» χαρακτήρα, υποδεικνύοντας εμμέσως πλην σαφώς στο σύνολο των σλαβόφωνων Μακεδόνων τη στάση που όφειλαν να υιοθετήσουν. Όσο για τον εθελοντικό χαρακτήρα της ορκωμοσίας, υπάρχει η μαρτυρία των κατοίκων του Ατραπού, καταγραμμένη πρόσφατα από μια ολλανδή κοινωνική ανθρωπολόγο, σύμφωνα με την οποία «ήρθε ο στρατός και πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, για να μαζέψει όλους τους χωρικούς στην κεντρική πλατεία. [...] Ο κόσμος πήρε μέρος στην τελετή ενάντια στη θέληση του, δίχως όμως την παραμικρή πιθανότητα να αντισταθεί».  Εξορισμένη από το χώρο των δημόσια εκφραζόμενων νοημάτων, που έχει καταληφθεί ολοκληρωτικά από την εξουσία, η συλλογική μνήμη του πληθυσμού θα καταφύγει έτσι στο πεδίο των ανεκδότων. Ένα από αυτά θέλει τον πρόεδρο του χωριού να γυρίζει μετά την ορκωμοσία στο σπίτι του και, αφού εξηγεί λεπτομερειακά στη γυναίκα του το νόημα της τελετής, να τελειώνει την ενδοοικογενειακή αυτή διάλεξη με τη συνήθη εντολή: «κλάιμι σέγκα ντα γιάνταμ» («βάλε μου τώρα να φάω»).54 Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή του ίδιου ανεκδότου, από την Καρδιά Εορδαίας αυτή τη φορά, οι κάτοικοι που μόλις ορκίστηκαν να μην ξαναμιλήσουν «το ιδίωμα» αποχαιρετούν τους επισήμους με το σλαβόγλωσσο κατευόδιο «άι σου σντράβε» («άντε γεια») και εισπράττουν οργισμένες παρατηρήσεις.55

47.Φωνή της Καστοριάς 9/8/59, σ. 4, σχόλιο με τίτλο «Κρύα Νερά».
48."Εις επίσημον τελετήν, οι κάτοικοι του Ατραπού θα ορκισθούν να μη ομιλούν το σλαυόφωνον ιδίωμα", Έθνος (Φλώρινα) 8/8/59, σ. 1.
49."Εις τον ηρωικόν Ατραπόν, οι κάτοικοι του θα ορκισθούν να ομιλούν μόνον ελληνικά", Ελληνική Φωνή (Φλώρινα) 8/8/59.
50. ΠΑ, Κοινότης Ατραπού προς τον Πρόεδρον Κοινότητος (διαφόρων χωριών του νομού), Εν Ατραπώ 1/8/59.
51. Νίκος Στάγκος, «Υποσχόμεθα να ομιλώμεν πάντοτε την ελληνικήν! Ο όρκος των κατοί κων της Καρδιάς και των Κρύων Νερών επανελήφθη και  εις Ατραπόν», Ελληνικός Βορράς 11/8/59, σ. 5· «Ωρκίσθησαν να μη χρησιμοποιούν το σλαβικόν ιδίωμα», Καθημερινή 11/8/59, σ. 7.
52. Ελληνικός Βορράς 11/8/59, σ. 5.
53. Ό.π.
54.  Van Boeschoten 1997, σ. 4 & 7.
55.Ηλιο, «Έγκλημα κατά της μητρικής μας γλώσσας», 3ορα 1 (10/1993), σ. 12.
{[['']]}

Η αλήθεια για τους Σλαβομακεδόνες

Μπροσούρα της ΣΑΚΕ

Ιστορικές αλχημίες

Οι προς βορράν βλέψεις της ελληνικής αστικής τάξης παίρνουν και αρχήν "αμυντικό" χαρακτήρα. Υποτίθεται ότι όλος αυτός ο συρφετός των αστών πολιτικών, πανεπιστημιακών, λογοτεχνών και άλλων διανοούμενών κλπ. υπερασπίζεται την "ιστορική αλήθεια" και την "ιστορική κληρονομιά".

Στόχος των νέων "μακεδονομάχων" είναι να αποδείξουν ότι δεν υπήρξε ποτέ Σλαβομακεδονικό έθνος, κατά συνέπεια ούτε Σλαβομακεδόνες στην Ελλάδα, ότι είναι κατασκεύασμα του Τίτο, για να προωθήσει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος της ελληνικής Μακεδονίας, ότι τέλος μόνο οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδονία, σαν οι μοναδικοί και γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων και του Μ. Αλεξάνδρου.

Για για να πετύχουν το σκοπό τους αρχίζουν τις ιστορικές αλχημείες, που οδηγούν βαρύγδουπους "επιστήμονες" στο επίπεδο της γελοιότητας. Ανακάλυψαν ότι πρόγονοι των Σλαβομακεδόνων ή των - κατά την αστική προπαγάνδα - Σκοπιανών είναι οι Δάρδανοι, αντίπαλοι και εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων, που ζούσαν στα εδάφη της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας! Ετσι δικαιολογούν το γιατί οι Σλαβομακεδόνες δεν έχουν καμιά σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες και κανένα δικαίωμα στην κληρονομιά που άφησαν.

Ακριβώς το αντίθετο υποστηρίζουν οι αστοί εθνικιστές της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας στο κράτος τους σύμβολα των αρχαίων Μακεδόνων βασιλιάδων, για να θεμελιώσουν ιστορικά τις επεκτατικές βλέψεις τους. Οι μεγαλόσχημοι "επιστήμονες μας" παραβλέπουν σκόπιμα αυτό που ξέρει κάθε μαθητής Λυκείου ότι τα σύγχρονα έθνη και η εθνική συνείδηση άρχισαν να διαμορφώνονται παράλληλα με την ανάπτυξη της αστικής τάξης και ίων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτή είναι η μόνη επιστημονική βάση από την οποία πρέπει να ξεκινά η προσέγγιση του εθνικού ζητήματος.

Οτι το εθνικό ζήτημα είναι αντικείμενο της ιστορίας και της κοινωνιολογίας, ενώ η φυλετική καταγωγή, η συνέχεια από αρχαίους λαούς σε σύγχρονους είναι αντικείμενο άλλων επιστημών, όπως η εθνολογία, η λαογραφία κλπ., που πάντως δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το σχηματισμό των σύγχρονων εθνών, που σχεδόν στο σύνολο τους προέρχονται από διαφορετικούς λαούς, από διαφορετικές εθνικές ομάδες και φυλές. Είναι λοιπόν ευνόητο, ότι τα σλαβικά φύλα που άρχισαν να εγκαθίστανται στη Βαλκανική στην περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, από τον 6ο αιώνα μ.χ., και τα έθνη που προήλθαν απ' αυτά μερικούς αιώνες αργότερα δεν έχουν σχέση με τα φύλα που έζησαν στην ίδια περιοχή 2.000 χρόνια πριν. Το ίδιο ισχύει και για το σύγχρονο ελληνικό έθνος.

Το ζήτημα της φυλετικής συνέχειας από τους αρχαίους Ιωνες, Δωριείς, Μακεδόνες και άλλα ελληνικά φύλα, που ζούσαν πριν από περίπου 2.500 χρόνια στον ελλαδικό χώρο, απετέλεσε αντικείμενο μελέτης από εθνολόγους, λαογράφους και άλλους επιστήμονες, πολλοί από τους οποίους έκφρασαν και αντιτιθέμενες απόψεις. Κανένας σοβαρός επιστήμονας όμως (ακόμη και εκπρόσωποι του μεγάλο ιδεατισμου) δεν αμφισβήτησε, ότι στη μακραίωνη πορεία διαμόρφωσης του νεοελληνικού έθνους η εθνική ταυτότητα του διαμορφώθηκε με τη φυλετική, πολιτιστική και οικονομική αλληλεπίδραση και επιμειξία με μα σειρά άλλα φύλα, τα οποία πέρασαν από την Ελλάδα σαν επιδρομείς και καταχτητές ή με τα οποία είχε στενές σχέσεις, όπως είναι οι Αλβανοί, οι Ρωμαίοι, οι Αραβες, οι Σλάβοι, οι Ενετοί, οι Τούρκοι.

 Οι αναδρομές και οι αναφορές στην αρχαία Μακεδονία και το Μ. Αλέξανδρο δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ιστορικά φαινόμενα που εμφανίστηκαν 20 τουλάχιστον αιώνες αργότερα, αλλά εξυπηρετούν αποκλειστικά την εθνικιστική προπαγάνδα και των δυο πλευρών. Οσο για τα σύμβολα και το πολιτιστικό παρελθόν, για τα οποία ερίζουν Αθήνα και Σκόπια, δεν αποτελούν κληρονομιά κανενός ξεχωριστού έθνους. Η πολιτιστική κληρονομιά της ελληνικής αρχαιότητας, όχι μόνο ο ήλιος της Βεργίνας, αλλά και ο Παρθενώνας και η αρχαιοελληνική φιλοσοφία και η τραγωδία και η αττική κωμωδία αποτελούν κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας, η οποία άλλωστε και την χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα. Εκτός πια κι αν οι αστοί "μας" φτάσουν να ζητήσουν... πνευματικά δικαιώματα για τις μεταφράσεις του Αριστοτέλη και του Αισχύλου, που στο εξωτερικό είναι πολύ περισσότερες και πολύ πιο πλήρεις απ' αυτές που υπάρχουν στην νεοελληνική γλώσσα.

Σλαβομακεδονικό Εθνος

Είναι γνωστό, ότι από τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας (2ος π.χ. - 4ος μ.χ.), αργότερα στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο όρος Μακεδονία χρησιμοποιείται σαν διοικητικός όρος, που καθορίζει μια διοικητική περιφέρεια των αυτοκρατοριών αυτών, ευρύτερη της περιοχής που έζησαν οι αρχαίοι Μακεδόνες, η οποία κατά καιρούς αυξομειώνεται.

 Στην περιφέρεια αυτή, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής, άρχισαν τον 6ο αιώνα οι εισβολές των ισχυρών σλαβικών φύλων, που κατέληξαν σε μαζική εγκατάσταση τους στη Βαλκανική, τον 7ο αιώνα, παρά τις προσπάθειες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων να την αποτρέψουν. Από ένα από τα πρώτα σλαβικά φύλα, που είχε εγκατασταθεί στο Νότο της Βαλκανικής, προέκυψε βασικά το Σλαβομακεδονικό έθνος.

Παρά τις συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, που γίνονταν για οικονομικούς λόγους στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς όλες τις κατευθύνσεις, ένας συμπαγής όγκος του έθνους αυτού, με κοινή οικονομική ζωή, είναι συγκεντρωμένος στα εδάφη της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, της Μακεδονίας του Πιρίν (Βουλγαρία) και σε μια ζώνη στα βόρεια της δυτικής ελληνικής Μακεδονίας. Στην περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και αργότερα, αναφέρονται συχνά σα Νότιοι Σλάβοι και διαχωρίζονται τόσο από τους Βούλγαρους όσο και από τους Σέρβους και τους Κροάτες, που φέρονται να έχουν εγκατασταθεί από την εποχή του Ηράκλειου (7ος αιώνας) στα εδάφη που ζουν και σήμερα. Η σερβική αυτοκρατορία, που ίδρυσε ο Στέφανος Ντουσάν το 14ο αιώνα, με την κατάληψη ολόκληρης της Μακεδονίας, πλην της Θεσ/νίκης, ήταν βραχύβια.

Το Συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από τη σύγχρονη αστική παραφιλολογία. Να τι αναφερόταν σε ένα πολυδιαφημισμένο ένθετο της "Καθημερινής", που είχε τον τίτλο "Ιστορική Επισκόπηση της Μακεδονίας" και σαν στόχο να περάσει τα "μακεδονομαχικά" μηνύματα μέσα από την παραποίηση της ιστορικής αλήθειας: "Με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) αρχίζει ο ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός για επικράτηση στη Μακεδονία (σ.σ. που βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κατοχή). Στην πραγματικότητα, ο ανταγωνισμός αυτός εντοπίζεται στην προσπάθεια επικράτησης στις σλαβόφωνες μάζες που διαβιούν στην κεντρική ζώνη. Η ζώνη αυτή, όπως αναφέρουν προξενικές εκθέσεις της εποχής εκείνης, εκτεινόταν μεταξύ της γραμμής Καστοριάς - Πτολεμαΐδας - Γιαννιτσών -Ζίχνης Σερρών στο νότο, και Αχρίδας - Περλεπέ - Στρώμνιτσας - Μελενίκου - Νευροκοπίου στο Βορρά.

Μετά την ατυχή για την Ελλάδα πόλεμο του 1897 οι Βούλγαροι κατάφεραν να εξαναγκάσουν ένα μεγάλο μέρος του σλαβόφωνου πληθυσμού της ζώνης αυτής να ασπασθεί το βουλγαρισμό. Ετσι, το καλοκαίρι του 1903, στη γιορτή του προφήτη Ηλία, πραγματοποιήθηκε μια εξέγερση γνωστή ως "Ιλιντεν", που όμως γρήγορα πνίγηκε στο αίμα από τον τουρκικό στρατό.

 Η εξέγερση αυτή είχε ως αποτέλεσμα και την καταστροφή πολλών ελληνικών κοινοτήτων και κωμοπόλεων μεταξύ των οποίων και το Κρούσοβο της Βόρειας Μακεδονίας. Παράλληλα όμως παρουσίασε ανάγλυφα τον κίνδυνο να χαθεί η Μακεδονία, γεγονός που οδήγησε τον Ελληνισμό σε μια γενική κινητοποίηση..." .

 Ομολογία πρώτη: Στην κεντρική ζώνη της υπό Οθωμανική κατοχή Μακεδονίας ζούσαν Σλάβοι, που δεν είναι ούτε Βούλγαροι ούτε Σέρβοι και αποτελούσαν - μαζί με τα εδάφη που κατοικούσαν - το "μήλον της έριδος" ανάμεσα στην ελληνική και τη βουλγάρικη αστική τάξη.

Ομολογία δεύτερη: Το νότιο τμήμα της ζώνης όπου κατοικούσαν οι Σλάβοι αυτοί είναι περιοχή που πέρασε στην Ελλάδα με το διαμελισμό της Μακεδονίας ανάμεσα στη Σερβία, την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ύστερα από τους βαλκανικούς πολέμους 1912-13, στην οποία ζούσε τμήμα του Σλαβομακεδονικού έθνους, που χωρίστηκε μαζί με τη Μακεδονία.

 Γιατί η επανάσταση του "Ιλιντεν" παρουσίασε ανάγλυφα τον κίνδυνο να χαθεί η Μακεδονία; Απάντηση δεν υπάρχει στην επιστημονικοφανή ανάλυση της "Καθημερινής", γιατί θάπρεπε να παραδεχτεί, ότι οι Σλαβομακεδόνες εξεγέρθηκαν εναντίον του Οθωμανικού ζυγού, με στόχο την ίδρυση δικού τους κράτους, που θα περιλάμβανε και το κομμάτι της ελληνικής δυτικής Μακεδονίας, όπου ζούσαν οι Σλαβομακεδόνες. Με την εξέγερση του "Ιλιντεν" ιδρύθηκε μια εφήμερη Μακεδόνικη Δημοκρατία, που πνίγηκε στο αίμα από το Σουλτάνο.

 Την ύπαρξη "Μακεδονοσλάβων" οι οποίοι "ουδεμίαν σχέοιν έχουν με τους Βουλγάρους ή Σέρβους" υποστηρίζει με κατηγορηματικό τρόπο ο γνωστός ακαδημαϊκός Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, που πέθανε πρόσφατα, στη μελέτη του "Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Συμβολαί εις την Ιστορίαν του Μεσαιωνικού Ελληνισμού", που δημοσιεύτηκε το 1945. Παραθέτουμε το μακροσκελές αλλά ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχετικό απόσπασμα:

 "Εν αντιθέσει προς την παλαιοτέραν θεωρίαν του Κopital, ο οποίος εδέχετο ότι οι πρώιμοι Σλάβοι οι κατελθόντες προς τον Δούναβιν απετέλουν αρχικώς ενιαίαν φυλετικήν ομάδαν, εκ των υστέρων διασπασθείσαν, η νεωτέρα φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα κατερχόμενα προς νότον σλαβικά φύλα έφεραν εν εαυτοίς τα στοιχεία της διαφοροποιήσεως. Ούτω ενωρίτατα εις την οικογένειαν των Νοτίων Σλάβων διεμορφώθησαν τρεις ωσαύτως κλάδοι, έχοντες γλωσσικήν ιδιορρυθμίαν: οι Σλοβένοι, οι Σερβο-Κροάται και οι Σλάβοι του Αίμου (Ούτω νομίζομεν, προς αποφυγήν παρανοήσεων, πρέπει να ονομασθούν σι Σλάβοι σι εγκατασταθέντες προς Ανατολάς του καρπαθοβαλκανικσύ τόξου, μεταξύ του Δουνάβεως και του Αίμου, οι οποίοι απορροφήσαντες τους μεταγενεστέρως κατελθόντας Βουλγάρους, απετέλεσαν ιδίαν ομάδαν εις τους κόλπους των Νοτίων Σλάβων), οι φερόμενοι συνήθως υπό το άσχετον προς την σλαβικήν οικογένειαν όνομα των Βουλγάρων.

Εις ποίον εκ των τριών κλάδων πρέπει να αναχθούν οι Σλάβοι της Ελλάδος; Παλαιότερον, τω 1901, ο Lavrov προσεπάθησε να σύναψη τα σλαβικά ταύτα φύλα προς την σερβοκροατικήν ομάδα. Επικρατέστερα όμως φαίνεται η λεγόμενη βουλγαρική θεωρία. Κατ' αυτήν οι Σλάβοι της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου υπάγονται εις την ακτίνα της βουλγαρικής γλωσσικής επιδράσεως. Ο κ. Vasmer μελετήσας λεπτομερώς τα φωνητικά φαινόμενα απεδέχθη ανεπιφυλάκτως "την στενήν συγγένειαν των Σλάβων της Ελλάδος μετά των Βουλγάρων και την άμεσον σχέσιν των μετά της γλώσσης των αποστόλων των Σλάβων". Εις επίρρωσιν της γνώμης του ο συγγραφέας προσάγει τα πορίσματα των τελευταίων εργασιών του Α. Selischtschev (1931-33) περί του σλαβικού στοιχείου της Αλβανίας, όπου η σερβοκροατική επίδρασις περιορίζεται μόνον εις την βόρειον περιοχήν, παρά το Σκούταρι, ενώ το νότιον τμήμα της χώρας ανήκει καταφανώς εις το βουλγαρικόν γλωσσικόν πεδίον.

Προς την κατευθυνσιν ταύτην είναι ανάγκη να γίνουν μεθοδικότεροι και λεπτομερέστεροι γλωσσικοί και φωνητικοί έρευναι. Επί του παρόντος από απόψεως ιστορικής είναι επιβεβλημένον να διευκρινισθούν ορισμένα σημεία, τα οποία δύνανται να παράσχουν αφορμήν εις σοβαρός παρανοήσεις. Ο όρος "βουλγάρικη επίδρασις" έχει ειδικήν περιωρισμένην σημασίαν, αναφέρεται δε εις γλωσσικόν ιδίωμα, του οποίου τα πρώτα δείγματα σώζονται εις την παλαιοσλαβικήν μετάφρασιν του Ευαγγελίου υπό των Ελλήνων Θεσσαλονικέων αποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου και προς το οποίον συνάπτεται η βουλγαρική γλώσσα. Οταν επομένως λέγωμεν ότι οι Σλάβοι οι κατελθόντες εις την Ελλάδα, μέχρι και αυτής της Πελοποννήσου, υπήγοντο εις την ακτίνα της βουλγαρικής γλωσσικής επιδράσεως, κινδυνεύομεν να δημιουργήσωμεν εννοίας εσφαλμένος. Οι Σλάβοι ούτοι, επιχειρήσαντες πολλάς επιδρομάς καθ' όλον περίπου τον 5ον αιώνα και τελικώς εγκατεσταθέντες εις τας βυζαντινάς χώρας κατά τα πρώτα έτη της επομένης εκατονταετηρίδας, ουδεμίαν εθνολογικήν σχέσιν ηδύναντο να έχουν με τους Βουλγάρους.

Μόλις κατά το έτος 679 η τουρανική ομάς του Ασπαρούχου έρχεται εις επαφήν με τα εντεύθεν του Δουνάβεως, προς βορράν του Αίμου, εγκατεστημένα σλαβικά φύλα και τότε μόνον "οι Βούλγαροι, αποτελούντες ελαχίστην μειονότητα, θα καμφθούν βαθμηδόν υπό τον καταθλιπτικόν αριθμητικόν όγκον των Σλάβων',  ( Chr. Gerard: Les Bulgares de la Volga et les slaves du Danube, Παρίσι 1939), των οποίων θα αποδεχθούν το γλωσσικόν όργανον. Η επικράτησις επομένως τοπωνυμίων ανηκόντων εις την ακτίνα της "βουλγαρικής" γλωσσικής επιδράσεως, ιστορικώς ερμηνευομένη, ουδέν άλλο σημαίνει ή ότι οι Σλάβοι έποικοι της κυρίως Ελλάδος προήλθαν κατά το πλείστον εκ των προβουλγαρικών φύλων των εγκατεστημένων μεταξύ του καρπαθοβαλκανικού τόξου, του Δουνάβεως και του Ευξείνου Πόντου [...]

Διότι οι σλαβόφωνοι της δυτικής και βορείου Μακεδονίας, οι περιελθόντες εις την Ελλάδα και εις την Σερβίαν, ουδεμίαν σχέσιν έχουν προς τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους, αλλ' είναι υπολείμματα των παλαιότατων μεταναστευτικών κινήσεων των Σλάβων, οι οποίοι συνετελέσθησαν πολύ προ της εμφανίσεως και της προς Νότον προωθήσεως και των Βουλγάρων και των Σέρβων. Καθ' όσον τουλάχιστον δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ των τοπωνυμίων, υφίσταται άμεσος γλωσσική συγγένεια μεταξύ των σημερινών Μακεδονοσλάβων και των σλαβικών φύλων, τα οποία εγκατεστάθησαν κατά τους μέσους αιώνας εις την Ελλάδα. Ως και οι υπόλοιποι Σλάβοι, τα σημερινά μακεδόνικα λείψανα ανήκοντα εις τον κλάδον του Αίμου, υπέστησαν την πολιτικήν και πολιτιστικήν επίδρασιν του Βυζαντίου, ησπάσθησαν την Χριστιανικήν Θρησκείαν και επί αιώνας ολόκληρους έζησαν εντός των κόλπων της αυτοκρατορίας και του Ελληνισμού. Η προσπάθεια προσαρτήσεως των εις τους οργανωμένους κλάδους των βαλκανικών σλαβικών συγκροτημάτων δια της δημιουργίας τεχνητής εθνικής συνειδήσεως, υπήρξε συνέπεια ευρύτερων και καθολικωτέρων πολιτικών κινήσεων εις την χέρσονησον του Αίμου κατά τους νεωτάτους χρόνους".

 Ο Δ. Ζακυθηνός είναι σαφέστατος και κατηγορηματικός ως προς την καταγωγή και την εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων. Στο τέλος μάλιστα κάνει νύξη για την προσάρτηση τους στη Σερβία και τη Βουλγαρία (1912) και για την προσπάθεια βίαιου εκσερβισμού και εκβουλγαρισμού τους ("δια της δημιουργίας τεχνητής εθνικής συνειδήσεως"), βγάζοντας όμως απέξω την ελληνική αστική τάξη και την εγκληματική πολιτική της απέναντι στη Σλαβομακεδονική εθνότητα της ελληνικής Μακεδονίας και υποστηρίζοντας εμμέσως τον εξελληνισμό των Σλαβομακεδόνων που έμειναν στα εδάφη που πήρε η Ελλάδα με το διαμελισμό της Μακεδονίας.

 Τα συμπεράσματα του Ζακυθηνού υιοθετεί ουσιαστικά και η ανάλυση της "Καθημερινής", στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, παρόλο που μασάει τα λόγια της. Γράφει συγκεκριμένα:

"Στο μεταξύ, φινο-ταταρικά φύλα - οι Πρωτοβούλγαροι - εισδύουν με τη σειρά τους στη Βαλκανική και καθυποτάσσουν τους Σλάβους σης περιοχές της σημερινής Βουλγαρίας. Αφομοιώνονται όμως γλωσσικά από τους Σλάβους, και οι δυο πλέον λαοί - με το όνομα Βούλγαροι - ιδρύουν το Βουλγαρικό κράτος. (Στο σημείο αυτό υπάρχει σημαντική διχογνωμία μεταξύ των επιστημόνων κατά πόσο τα σλαβικά φύλα που κατοικούσαν σης μακεδόνικες περιοχές εκβουλγαρίστηκαν. Τη διχογνωμία αυτή εκμεταλεύονται σήμερα οι Σκοπιανοί ιστορικοί για να αντικρούουν την άποψη για την παρουσία των Βουλγάρων στη Μακεδονία κατά το Μεσαίωνα, και για να προβάλουν το κράτος του Σαμουήλ ως σλαβομακεδονικό που μάχεται εναντίον Βυζαντινών και Βουλγάρων). Πάντως γενικά οι βυζαντινές πηγές δέχονται ότι το κράτος αυτό είναι βουλγαρικό και ότι στο 10ο αιώνα επεκτείνεται στη Μακεδονία και ακόμα νοτιότερα.

Τελικά, παρά το δυναμισμό του, το κράτος αυτό αδυνατεί να καταλύσει τη "βυζαντινή κυριαρχία στη Μακεδονία ή να αλλοιώσει ριζικά τον εθνολογικό χαρακτήρα της, αφού τα μεγαλύτερα πληθυσμιακά κέντρα - που σήμερα βρίσκονται στην ελληνική Μακεδονία - παραμένουν συνεχώς ελληνικά. Στην ύπαιθρο χώρα όμως, και ιδιαίτερα στη Βόρεια Μακεδονία - περιοχές δηλ. της σημερινής γιουγκοσλαβικής και βουλγαρικής Μακεδονίας - αλλά και σ' ορισμένες περιοχές νοτιότερα (σ.σ. δηλαδή στη ΒΔ ελληνική Μακεδονία, που δεν κατονομάζεται), φαίνεται ότι υπάρχει συμπαγές το σλαβικό στοιχείο ".

Συμπέρασμα πρώτο: Η "Καθημερινή", για να προσδώσει την απαιτούμενη επιστημονικοφάνεια στην ανάλυση της, αναγκάζεται να ομολογήσει, ότι στο συγκεκριμένο επίμαχο κομμάτι της Μακεδονίας, όπου ζουν οι Σλαβομακεδόνες, υπήρχε από την εποχή του Βυζαντίου συμπαγές σλαβικό στοιχείο, που δεν είχε αλλοιωθεί εθνολογικά, δεν είχε δηλαδή εκβουλγαριστεί, ακόμη κι όταν η περιοχή αυτή είχε περάσει υπό τη βουλγαρική κυριαρχία.

Συμπέρασμα δεύτερο: Τόσο από τη μελέτη του Ζακυθηνού όσο και από της "Καθημερινής", καταρρίπτεται το επιχείρημα των νέων "μακεδονομάχων", ότι δεν υπάρχει Σλαβομακεδονικό έθνος, γιατί, εκτός των άλλων, δεν έχει δικιά του γλώσσα, αλλά μιλά ένα βουλγαρικό ιδίωμα. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οχι μόνο έχει δικιά του γλώσσα, αλλά την επέβαλε και στους Βουλγάρους, οι οποίοι διατήρησαν, όπως ήταν φυσικό, και κάποια στοιχεία της γλώσσας τους. Ετσι εξηγείται το γεγονός, ότι οι Βουλγάρα, ενώ δεν είναι Σλάβοι, μιλάνε σλαβική γλώσσα, αλλά και η στενή σχέση ανάμεσα στη Σλαβομακεδονική και τη Βουλγάρικη γλώσσα. Στενή συγγένεια υπάρχει επίσης ανάμεσα στη Σλαβομακεδονική και τις υπόλοιπες σλαβικές γλώσσες, αφού ανήκουν στην ίδια εθνολογική οικογένεια.

Για το ίδιο ζήτημα ο καθηγητής R.A. Reiss, που ορίστηκε το 1914 από την ελληνική κυβέρνηση να ερευνήσει από εθνογραφική άποψη τις νέες ελληνικές επαρχίες, έγραφε στη σχετική έκθεση του:

 "Αυτούς που εσείς αποκαλείτε βουλγαρόφωνους θα τους ονόμαζα καλύτερα απλώς μακεδόνες. Δίνετε σ' αυτούς τους ανθρώπους το όνομα των βουλγαρόφωνων εξ αιτίας της γλώσσας τους που μοιάζει με τα βουλγάρικα. Είναι όμως αυτά βουλγάρικα, είναι η ίδια γλώσσα που μιλούν στη Σόφια; Οχι. Τα μακεδόνικα μοιάζουν τόσο στα σέρβικα, όσο και στα βουλγάρικα. [...] Οι έρευνες μου στην ελληνική και τη σερβική Μακεδονία μου έδειξαν ότι τα πραγματικά μακεδόνικα είναι προϊόν όλων των διαδοχικών κατακτήσεων που υπέσιη αυτή η χώρα. [...] Επαναλαμβάνω ότι η μεγάλη μάζα των κατοίκων παρέμεινε απλώς Μακεδόνικη" (Παρμένο από το Δελτίο της Εταιρείας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων, Ιανουάριος 1992).

Κατά την άποψη αυτών που σήμερα θεωρούν "έγκλημα καθοσιώσεως" την αναφορά στους Σλαβομακεδόνες και τη γλώσσα τους, πρέπει να "καθίσουν στο σκαμνί" όχι μόνο ο μακαρίτης ο Ζακυθηνός, αλλά το ίδιο το αστικό κράτος, πολιτικοί εκπρόσωποι του και ο αστικός τύπος. Το 1926, το υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην έκδοση του πρώτου αλφαβηταρίου - αναγνωστικού στα σλαβομακεδονικά, με τίτλο ABECEDAR, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις της Σερβίας και της Βουλγαρίας, γιατί δεν ήταν γραμμένο στο κυριλλικό αλφάβητο, και τελικά αποσύρθηκε.

 "Φιλοσκοπιανός" όμως πρέπει να βαφτιστεί και ο Ε. Αβέρωφ, ο οποίος στις συνεδριάσεις 17 και 18 Σεπτέμβρη 1959, σαν υπουργός τότε της ΕΡΕ, αναφέρθηκε σε "Μακεδόνικη γλώσσα η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια κι έχει και γραμματικήν και συντακτικόν".

 Αλλά και ο αστικός τύπος, συγκεκριμένα το 1949, πριν το τέλος του εμφύλιου, διαπράττει το ίδιο "έγκλημα καθοσιώσεως". Να μερικές χαρακτηριστικές αναφορές. Η εφημερίδα "Μακεδονία", στις 16/1/1949, σε σχόλιο για την κατάληψη της Νάουσας από το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας γράφει: "Χθες και προχθές εις την Νάουσαν εισέβαλαν οι εγκληματίαι αυτοί, που οι περισσότεροι ήσαν Ρουμανόβλαχοι και Βουλγαρόφωνοι και Σλσυομακεδόνες Τους καθοδηγούσαν οι Ελληνόφωνοι εγκληματίαι".

Στις 11/3/1949, η ίδια φυλλάδα γράφει: "Κατά τας υπάρχουσας πληροφορίας, οι Γιουγκοσλάβοι δεν αποκλείουν δράσιν εις την χωράν των με βάσιν εξορμήσεως το "αυτόνομον" κράτος (σ.σ. τη Μακεδονία του Πιρίν). Δι' ο και λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα στρατιωτικά μέτρα. Αποκλείουν ουχ ήττον άμεσον δράσιν, ιδία δε ανάμιξιν του βουλγαρικού στρατού και θεωρούν πιθανωτέραν την εξαπόλυσιν συμμοριών Σλαβομακεδό-νων και δη καταγόμενων από τας περιφερείας της σερβικής Μακεδονίας ".

 Στις 26/4/1949: "Οι Σλάβοι της Βορείου Ελλάδος προσανατολίζονται ήδη προς την Βουλγαρίαν, προς την οποίαν καθοδηγούνται όπως αποβλέπουν δια βοήθειαν και δι' ηγεοίαν και οι Ελληνες κομμουνισταί".

Αλλά και στα τέλη του 1949, ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το "Βήμα" (14/12/1949), γράφει: "Εις το Βελιγράδι και εις τα Σκόπια σημειούται από καιρού μια αισθητώς έντονη κίνηοις ολόγυρα από την Ελληνικήν Μακεδονίαν, την "Μακεδονίαν του Αιγαίου". Οι συγκεντρωθέντες εις την γιουγκοσλαβικήν Μακεδονίαν Σλαβομακεδόνες συμμορίται του ΝΟΦ και άλλοι Σλαβομακεδόνες "πρόσφυγες" που ηκολούθησαν τους συμμορίτες εις την φυγή ν των προς την Γιουγκοσλαβίαν..."

 Και παρακάτω: "...Με αντικειμενικών σκοπόν να καταγγελθεί η Ελλάς ως καταπιέζουσα δήθεν την σλαβομακεδονικήν της μειονότητα -την ανύπαρκτον σήμερον - και να ζητηθή η απελευθέρωσις αυτής εκ του μοναρχοφασιοτικού ζυγού. [...]

Αι αποκαλύψεις του Τράικωφ φαίνεται ότι είναι "κοινόν μυστικόν" μεταξύ .των Σλαβομακεδόνων και εις την δίκην του Κωστωφ εις Σόφιαν δυο σλαθομακεδόνες μάρτυρες εκ της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας...".

Σλαβομακεδόνες λοιπόν υπάρχουν και στη Βόρεια Ελλάδα και στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και μάλιστα, όπως αποκαλύπτει η "Μακεδονία", έχουν και δική τους γλώσσα, τη σλαβομακεδονική. Γράφει σης 2/3/ 1949: "Ο σταθμός των Σκοπίων εις την εκπομπήν του της 27ης Φεβρουαρίου, της αυτής δηλαδή ημέρας με την εκπομπήν των αποφάσεων του κεντρικού συμβουλίου της ΝΟΦ υπό του ουμμοριακού σταθμού και δώδεκα ώρας μετ' αυτήν, μετέδωσεν άρθρον εις την σλαυομακεδονικήν γλώσσαν ενός Χατζηβάλη".

 Η ίδια εφημερίδα, στις 26/4/1949, αναφερόμενη στην τοποθέτηση Σλαβομακεδόνων στελεχών της ΝΟΦ σε επιτελικές θέσεις του ΔΣΕ, γράφει: "Συνεπεία τούτου και οι διαταγαί του γενικού αρχηγείου των συμμοριτών συντάσσονται εις δυο γλώσσας: την ελληνικήν και την σλαβομακεδονικήν".

 Υστερα από το 1949 και τη νίκη της αστικής τάξης στον εμφύλιο, οι αναφορές στους Σλαβομακεδόνες σπανίζουν, γιατί βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το σχέδιο διάλυσης και αφανισμού της Σλαβομακεδονικής εθνότητας (του κομματιού της που απέμεινε στα πατρικά εδάφη, ύστερα από τον ανηλεή και εξοντωτικό διωγμό που υπέστη, όπως θα δούμε), αλλά και γιατί προωθείται κατ' επιταγή των Αγγλο - Αμερικάνων ιμπεριαλιστών η συνεργασία Τίτο - μοναρχοφασισμού και αναγκαστικά οι τόνοι για το Μακεδόνικο πέφτουν και από τις δυο πλευρές. Αν μιλούσαν για "απειλή από βορράν", οι έλληνες μοναρχοφασίστες θα χτυπούσαν το φίλο και σύμμαχο τους Τίτο. Κατάπιαν δηλαδή ακόμη και την υπαρκτή απειλή από πλευράς τιτισμού, που είχε βλέψεις στην ελληνική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη.

 Τέλος, μια αναδρομή στον αστικό τύπο της ίδιας περιόδου (1949) καταρρίπτει και τον άλλο μύθο, ότι "η Μακεδονία είναι μόνο μια και μόνο Ελληνική" (μύθος είναι όταν πίσω απ' αυτή τη φράση δεν υποκρύπτονται επεκτατικές βλέψεις για όλη τη γεωγραφική Μακεδονία). Τα σχετικά δημοσιεύματα του αστικού τύπου βρίθουν από αναφορές σε Ελληνική, Γιουγκοσλαβική και Βουλγαρική Μακεδονία.

 Παραθέτουμε ένα δείγμα τέτοιων αναφορών και πάλι από την εφημερίδα "Μακεδονία" (30/4/1949) από άρθρο του Βλαδ. Μπουρεζάν: "...Και έτσι θα διενεργείτο το δημοψήφισμα υπέρ της δήθεν αυτονομίας της Μακεδονίας (ανάγνωθι: ενσωματώσεως αυτής εις την Βουλγαρίαν ή Γιουγκοσλαβίαν) ταυτοχρόνως εις ολόκληρον την Μακεδονίαν ως συνόλου λαμβανομένης, ήτοι την ελληνικήν Μακεδονίαν, την Μακεδονίου του Αιγαίου ως την αποκαλούν οι Σλάβοι, την γιουγκοσλαβικήν Μακεδονίαν ή Μακεδονίαν του Βαρδαρίου και την βουλγσρικήν τοιαύτην, ήτοι την Μακεδονία του Πιρίν. Εις τας δυο τελευταίας, ήτοι τα σλαβικά τμήματα της Μακεδονίας, οι κάτοικοι κατά παμψηφίαν είναι σλάβοι συνεπεία κατά το σλαβικών σύστημα εκκαθαρίσεως των ελληνικών πληθυσμών των...".

Ο αρθρογράφος, βαθύς - όπως τον παρουσιάζει η φυλλάδα - γνώστης των σλαβικών πραγμάτων, αποκαλύπτει και κάτι ακόμη σημαντικό: ότι οι κάτοικοι των σλαβικών τμημάτων της Μακεδονίας είναι κατά "παμψηφίαν" Σλάβοι, ούτε Σέρβοι ούτε Βούλγαροι δηλαδή, όπως ισχυρίζονται οι Βούλγαροι αναθεωρητές (Ζιφκοφικοί) και σήμερα οι αστοί εθνικιστές, για να συγκαλύψουν το έγκλημα βίαιου εκβουλγαρισμού των Σλαβομακεδόνων της Μακεδονίας του Πιρίν. Και μια και αναφερθήκαμε στους αναθεωρητές, δεν είναι καθόλου περιττό να σημειώσουμε την πλήρη προσχώρηση των Ελλήνων αναθεωρητών στο στρατόπεδο του αστικού εθνικισμού, με την άρνηση ύπαρξης Σλαβομακεδονίκης εθνότητας (μειονότητας) στην Ελλάδα και το βάφτισμα των Σλαβομακεδόνων σαν "σλαβόφωνων ελλήνων". Θέση που φέρνει την κλίκα του Περισσού πίσω ακόμη και από αστικά ρεύματα (π.χ. το ρεύμα του σύγχρονου "κοσμοπολιτισμού"; Παπαγιαννάκης, Ν. Δήμου, Μίχας κ.ά.), που μιλά για Σλαβομακεδόνες.

Ο εθνικός διωγμός των Σλαβομακεδόνων στην Ελλάδα

Μετά το μοίρασμα της Μακεδονίας ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, ύστερα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, η εθνική και κοινωνική καταπίεση των Σλαβομακεδόνων συνεχίζεται. Τα εδάφη τους διαμελίζονται ανάμεσα στις νικήτριες δυνάμεις, η αστική τάξη των οποίων αρνείται τις εθνικές τους ιδιομορφίες και την ύπαρξη Σλαβομακεδονικού έθνους. Στη συνέχεια, θέτει σε εφαρμογή μια πολιτική συστηματικού και βίαιου εξελληνισμού, εκσερβισμού και εκβουλγαρισμού αντίστοιχα, με στόχο την εθνική υποταγή και αφομοίωση της Σλαβομακεδονικής εθνότητας.

Σύμφωνα με τις επίσημες ελληνικές στατιστικές, μετά τις ανταλλαγές των πληθυσμών, είχαν παραμείνει στην ελληνική Δυτική Μακεδονία περίπου 100.000 Σλαβομακεδόνες - "σλαβόφωνοι" κατά τις ελληνικές κυβερνήσεις - οι οποίοι δεν αναγνωρίζονται σαν εθνότητα και συνεπώς δεν διασφαλίζεται ούτε καν η διατήρηση της εθνικής πολιτιστικής τους κληρονομιάς και γλώσσας. Στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα τίθενται υπό διωγμό.

Η δικτατορία του Μεταξά (1936-41) ακολούθησε ταχτική βίαιου εξελληνισμού των Σλαβομακεδόνων. Εξαπέλυσε ένα τεράστιας έκτασης πογκρόμ εναντίον τους, με μαζικές εξορίες και φυλακίσεις, με βαριά διοικητικά πρόστιμα, απαγορεύοντας τους, με την απειλή βαριών ποινών, ακόμη και να μιλούν δημόσια τη γλώσσα τους. Αποκαλυπτική για τη μεταχείριση των Σλαβομακεδόνων από το ελληνικό αστικό κράτος είναι η ομολογία του ειδικού, κατά το "Βήμα", μελετητή Λεωνίδα Μπατρινού, σε άρθρο του με τίτλο: Τι είναι οι "Σλαβομακεδόνες" ("Βήμα", 26/9/1950). Αφού παρουσιάζει τους Σλαβομακεδόνες σαν Ελληνες εκσλαβισθέντες με αθέμιτα μέσα από τη Βουλγαρική Εξαρχία, που πρέπει να επανέλθουν στην "ελληνική οικογένεια" (!), συνεχίζει:

"Πιστοί εις την ιστορικήν αλήθειαν οφείλομεν να ομολογήσωμεν μετά παρρησίας ότι η επί δεκαετηρίδας προσπάθεια αυτή των Σλάβων δεν έμεινε άνευ αποτελέσματος. Μετά την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας κατά το 1912 η Ελλάς εύρεν εις τας απελευθερωθείσας χώρας αρκετάς χιλιάδας κατοίκων ή συνειδητών και φανατικών σλάβων ή - το πλείστον - αμφιβόλου ρευστής εθνικής συνειδήσεως ανθρώπων. Τί έπραξεν η Μητέρα Ελλάς δια τους τελευταίους τούτους; Τί μέσα μετεχειρίσθη δια να διδάξει, να νουθετήσει, να επαναφέρει εις την ελληνικήν οικογένειαν τα παραστρατημένα αυτά παιδιά της; Από της απελευθερώσεως και μέχρι σήμερον ακόμη οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Πολιτείας και οι εκάστοτε κυβερνήσεις της έπραξαν το παν δια να επιτύχουν το αντίθετο.

 Οι υπό δυσμένειαν διατελούντες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος υπάλληλοι απεστέλλοντο προς τιμωρίαν δίκην εξορίας εις τας ατυχείς αυτάς περιοχάς. Εγλύτωσαν οι κάτοικοι από τους Τούρκους Ζαπτιέδες -χωροφύλακας - οι οποίοι τους απεκάλουν "γκιαούρηδες" και περιέπεσαν εις τους Ελληνας εκείνους χωροφύλακας, τους χαρακτηριζόμενους ως "στραβόξυλα" και αποστελλόμενους εκεί προς σωφρονισμόν, ωσάν τα μέρη εκείνα να ήσαν "Λόχος Καλπακίου", οι οποίοι τους απεκάλουν από το πρωί έως το βράδυ "Βουλγάρους". Μέχρι προ ολίγων ετών ακόμη εις τον πίνακα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τα Πρωτοδικεία των περιφερειών εκείνων εθεωρούντο "δυσμενή" και αντί να τοποθετούνται εις αυτά οι οριστείς των Δικαστών και να θεωρείται η υπηρεσία των τιμητική, εστέλλοντο Δικασταΐ, τινές των οποίων απέπεμπον τους μη γνωρίζοντας καλώς την ελληνικήν μάρτυρας, αποκαλούντες αυτούς "Βουλγάρους". Αντί διδασκάλων Εθναποστόλων ετοποθετούντο εις τας αείποτε κενός θέσεις των σχολείων εκείνων διάφορα ευνοούμενοι οι οποίοι ουδέποτε μετέβαινον εις την εξορίαν αυτήν αποσπώμενοι εις αλλάς θέσεις, αλλά και αν μετέβαινον, ουδέποτε έδειξαν πραγματικήν στοργήν δια τους μικρούς μαθητάς των οι οποίοι είχον το ατύχημα να μην έχουν μητρικήν γλώσσαν την Ελληνικήν. Και τοιουτοτρόπως όλοι αυτοί, όλοι μας, μηδέ του γράφοντος εξαιρουμένου, κατά το μέτρον των υποχρεώσεών των ως Ελλήνων έκαστος, δεν έπραξε το καθήκον του δια να αποσοβήση το σκότιον έργον των πρακτόρων του Σλαβιομού".

 Παρόλο που ίσως κουράσαμε τον αναγνώστη με το μακροσκελές απόσπασμα, κρίναμε σκόπιμο να το παραθέσουμε, γιατί είναι σημαντικό από πολλές απόψεις. Εν έτει 1950, ο κύριος αυτός παραδέχεται, ότι στην Ελλάδα υπάρχει πληθυσμός που δεν έχει μητρική γλώσσα την ελληνική και δεν έχει αφομοιωθεί, παρά τους διωγμούς, τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τις δολοφονίες, τις χιλιάδες των πολιτικών προσφύγων και των μεταναστών. Αλλά και γιατί αποκαλύπτει - όχι φυσικά στην πραγματική της έκταση - την εγκατάλειψη των Σλαβομακεδόνων από το ελληνικό κράτος, που αντιμετωπίζει τις περιοχές τους σαν τόπους εξορίας.

Οπως είναι γνωστό, η Σλαβομακεδονική εθνότητα συνδέθηκε από νωρίς με το κομμουνιστικό κίνημα, γιατί το ΚΚΕ ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που αναγνώριζε την εθνική της ταυτότητα και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης της σε μια λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα. Χιλιάδες Σλαβομακεδόνες επάνδρωσαν τις γραμμές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ και έδωσαν χέρι - χέρι με τον ελληνικό λαό τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς καταχτητές και στη συνέχεια ενάντια στο μοναρχοφασισμό κ.ο.κ τους Αγγλους και Αμερικάνους πάτρωνες του.

 Τους αγώνες αυτούς τους πλήρωσαν πολύ ακριβά. Η ελληνική αστική τάξη τους επιτέθηκε με ακόμη μεγαλύτερο μένος, εξαπολύοντας ένα προγραμματισμένο εξοντωτικό διωγμό ενάντια στο Σλαβομακεδονικό λαό. Με βαριά πρόστιμα, φόρους, με την απαγόρευση της γλώσσας τους, με συλλήψεις, διωγμούς, φυλακίσεις, δολοφονίες και τη συστηματική εξόντωση μαζί με τους Ελληνες αγωνιστές και των Σλαβομακεδόνων, που κρατούσαν στα Μακρονήσια και τις Γιούρες ψηλά τη σημαία της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, επιχειρεί ο μοναρχοφασισμός να καθυποτάξει τους Σλαβομακεδόνες και να ξεριζώσει την εθνική τους συνείδηση. Με την αρπαγή των περιουσιών τους και τον βίαιο εκπατρισμό τους επιχειρεί να τους αφανίσει σαν εθνική μειονότητα. Δεν είναι μόνο οι 35.000 τουλάχιστον Σλαβομακεδόνες, που κατέφυγαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ.

Την ίδια στιγμή, οι άγριοι διωγμοί, η εξαθλίωση και η πείνα αναγκάζουν χιλιάδες να καταφύγουν σα μετανάστες στα σκλαβοπάζαρα των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, του Καναδά κ.α. και άλλους τόσους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να καταφύγουν σ1 άλλες περιοχές της Ελλάδας για να γλυτώσουν. Η ελληνική αστική τάξη προχωρεί παραπέρα στο εγκληματικό της έργο αφανισμού της Σλαβομακεδονικής μειονότητας, θέτοντας σ' εφαρμογή ένα σχέδιο, που είχε στόχο, από τη μια, να νομιμοποιήσει τα εγκλήματα και τις ανομίες που είχε διαπράξει σε βάρος τους και, από την άλλη, να ολοκληρώσει τον ξεριζωμό των Σλαβομακεδόνων από τα πατρικά τους χώματα, αναγκάζοντας όσους είχαν απομείνει ή να προσκυνήσουν ή να παραδώσουν τις περιουσίες τους και να εγκαταλείψουν τα χωριά τους, να διασπαρούν και να διαχυθούν μέσα στον ελληνικό πληθυσμό, για να διαλυθούν και να εξαφανιστούν σαν εθνότητα.

Η εφημερίδα "Ν. Αλήθεια" (12/5/52) έγραφε πάνω σ1 αυτό το ζήτημα: "Υπάρχει επεξεργασμένο σχέδιο που το χαιρετίζουμε μ' όλη την καρδιά μας. Οι σλαβομακεδόνες πρέπει να το καταλάβουν ότι αν επιθυμούν να ζήσουν στην Ελλάδα πρέπει να μετακινηθούν στα νότια και στις δικές τους περιοχές να μεταφερθούν Ελληνες από το νότο... Δεν μπορούν να κρατούν τις πιο απομακρυσμένες θέσεις της ασφάλειας της Ελλάδας. Απλούστατα δεν έχουμε εμπιστοσύνη σ' αυτούς".

Μερικούς μήνες αργότερα, το "Βήμα" (24/2/53) δίνει περισσότερες πληροφορίες: "Εξαιρετικής σημασίας σύσκεψις έλαβε χωράν εις τα γραφεία του Γ Σώματος Στρατού και εις ιην οποίαν έλαβε μέρος και ο υπουργός Βορείου Ελλάδος κ. Στράτος και κατά την οποίαν έξητάσθη το θέμα του επαναπατρισμού των παραμεθορίων πληθυσμών, το οποίον η Κυβέρνησις θεωρεί ζωτικόν... Επειδή ως πρωταρχικόν τίθεται το ζήτημα της ασφαλείας, επροτάθη όπως κατ' αρχήν εις τα νεοανοικοδνμηθησόμενα χωρία επανέλθουν οι πρώην κάτοικοι συμπτυσσομένων χωρίων, αλλά εκ τούτων μόνον οι εγνωσμένων εθνικών φρονημάτων. Εάν δε ορισμένων περιοχών οι κάτοικοι είναι αντεθνικών φρονημάτων εις ταύτην θέλουν εγκατασταθεί εθνικόφρονες ετέρων περιοχών. Εξυπακούεται ότι εις το έργον ανοικοδομήσεως των παραμεθορίων και του επαναπατρισμού θα συμβάλλουν όλως ιδιαιτέρως και οι στρατιωτικοί αρχαί διότι πρόκειται περί ζητημάτων ασφαλείας, αλλά και διότι πρόκειται να αποκατασταθούν γεωργικώς πολλοί έφεδροι".

Οι πληροφορίες του "Βήματος" είναι αποκαλυπτικότατες και ασφαλέστατες. Λίγους μήνες αργότερα επαληθεύονται στο ακέραιο. Τον Αύγουστο του 1953 ψηφίζεται ο σχετικός νόμος, ο Ν. 2536/53. Ο στόχος του νόμου δηλώνεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει την κατάθεση του στη Βουλή: "...και αφ1 ετέρου όπως επανεποικισθώσιν οι ανωτέρω έγκατα-λειφθείσαι παριοχαί δια νέων εποίκων, εμφορουμένων με υγιά Εθνικήν συνείδησιν...".

Ο νόμος 2536/53 αντιμετωπίζει με πρωτοφανή βαρβαρότητα τους Σλαβομακεδόνες των παραμεθόριων περιοχών της Βόρειας Ελλάδας και τις οικογένειες τους (και όχι μόνο τις οικογένειες των πολιτικών προσφύγων). Δίνει το δικαίωμα στο ελληνικό αστικό κράτος να αρπάξει τις περιουσίες τους και να τις διανείμει σε "εθνικόφρονες" και σε απόστρατους χωροφύλακες και καραβανάδες. Ο νόμος αυτός έρχεται να νομιμοποιήσει το όργιο της βίας και των διωγμών, της αρπαγής και της λεηλασίας των περιουσιών των Σλαβομακεδόνων και όχι μόνο πολιτικών προσφύγων και αγωνιστών - κατ' ανάγκη μεταναστών (εξωτερικού και εσωτερικού), που έχει ήδη συντελεστεί.

Παράλληλα, αποσκοπεί στην ολοκλήρωση του οριστικού ξεριζωμού από τα πατρικά χώματα όσων δεν προσκυνήσουν. Σύμφωνα με το άρθρο 6, ακίνητα που ανήκουν σε πρόσωπα που διέφυγαν παράνομα στο εξωτερικό θεωρούνται εγκαταλειμμένα, ακόμη κι αν τα διαχειρίζονται συγγενείς, αντιπρόσωποι ή μισθωτές τους. Μετά την παρέλευση τριών χρόνων από τον εκπατρισμό του ιδιοκτήτη, ο τελευταίος χάνει κάθε δικαίωμα στα ακίνητα αυτά, τα οποία περνούν στην κυριότητα του Δημοσίου. Ακόμη και σε περίπτωση που εμφανιστεί ο ιδιοκτήτης, δεν ανακτά κανένα δικαίωμα σ' αυτά. Ούτε κάποιος τρίτος (συγγενής ή αντιπρόσωπος), που κατέχει ή καρπώνεται το ακίνητο, έχει δικαίωμα να ζητήσει ένδικη ή άλλη προστασία από τη δήμευση. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και στην περίπτωση που τα ακίνητα έχουν περάσει στην κυριότητα των κληρονόμων του ιδιοκτήτη.

 Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 6 καθορίζει:

"1. Ακίνητα ανήκοντα κατά κυριότητα εις πρόσωπα μετανάστευσαν τα λάθρα εις το εξωτερικό ν, άνευ αδείας ή διαβατηρίου εκδιδομένου παρά των αρμοδίων Αρχών, θεωρούνται εγκαταλελειμμένα έστω κι αν διαχειρίζονται ταύτα συγγενείς, αντιπρόσωποι ή μισθωτοί του ιδιοκτήτου.

2. Μετά πάροδον τριετίας από της μεταναστεύσεως του ιδιοκτήτου, βεβαιούμενης υπό της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής (Αλλοδαπών), θεωρείται αποσβεσθέν παν δικαίωμα αυτού επί του ακινήτου, περιερχομένου αυτοδικαίως και άνευ τινός διαδικασίας ή μεταγραφής, εις το Δημόσιον κατά πλήρη κυριότητα και νσμήν. Ο ιδιοκτήτης εμφανιζόμενος ουδέν δικαίωμα ανακτά επί του εγκαταλελειμμένου ακινήτου...

3. Οιαδήποτε κατάστασις κατοχής ή καρπώσεως υπό τρίτου των ως άνω ακινήτων ουδέν παρέχει δικαίωμα ενδίκου ή άλλης προστασίας, ουδεμίας αξιώσεως λόγω κατοχής, νομής ή μισθώσεως ή άλλης σχέσεως αναγνωριζομένης, του Δημοσίου άμα δικαιουμένου εις διοικητικήν αποβολήν παντός κατόχου.

 4. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και επί κλήρων ων η κυριότης περιήλθεν εις τους κληρούχους".

Είναι φανερό, ότι στο στόχαστρο του νόμου βρίσκεται όχι μόνο ο πολιτικός πρόσφυγας, αλλά και η οικογένεια του, που έτυχε να παραμείνει στην Ελλάδα, αφού το αστικό κράτος δημεύει την περιουσία του όχι μόνο στην περίπτωση που τη διαχειρίζεται η οικογένεια του, αλλά ακόμη κι αν έχει μεταβιβαστεί στους κληρονόμους του. Ταυτόχρονα, τους αφαιρεί κάθε δικαίωμα να υπερασπίσουν την ιδιοκτησία τους ή να διεκδικήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την επανάκτηση της στο μέλλον. Πρόκειται, όπως είναι ολοφάνερο, για κατάφωρη παραβίαση του ίδιου του αστικού συντάγματος, του "ιερού και απαραβίαστου" της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή ήταν και η άποψη της αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση του νόμου στη Βουλή, παρόλο που συμφωνούσε με τους στόχους του.

Ο Σ. Αλλαμανής έλεγε: "Πλην όμως το σχέδιον το χαρακτηρίζει περισσή σκληρότης και καταφανής αντισυνταγματικότης". Και ο Ν. Ζορμπάς: "Πρέπει λοιπόν να μελετηθεί καλύτερον και να προσαρμοσθεί προς το Σύνταγμα δια να μη θεωρηθεί ότι το Δημόσιον προβαίνει εις την δήμευσιν της περιουσίας των ανθρώπων αυτών. Από ουσιαστικής απόψεως η αρχή του σχεδίου αφαιρεί τας εκτάσεις από αυτούς οι οποίοι έφυγαν και τα δίδει εις αλλάς εθνικωτέρας, ως υποστηρίζει, χείρας. Αλλά τι θα συμβή εάν οι άνθρωποι αυτοί επανέλθουν εις την Ελλάδα δια διεθνών συμφωνιών;".

 Η ίδια τύχη περιμένει και τους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους, που κυνηγημένοι εγκατέλειψαν τα χωριά τους και κατέφυγαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Το άρθρο 8, που έχει αναδρομική ισχύ, καθορίζει: "Κληρούχοι κατά την εποικιστικήν Νομοθεσίαν, εγκατελείποντες μετά των μελών της οικογενείας των, τον συνοικισμών των και την αυτοπρόσωπον εκμετάλλευσιν του κλήρου των, κηρύσσονται έκπτωτοι των επί του κλήρου και οικοπέδου δικαιωμάτων των δι' αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, εκδιδομένης και καθισταμένης οριστικής και αμετακλήτου κατά τα εν άρθρω 7 οριζόμενα".

Ανάμεσα στα τεκμήρια με βάση τα οποία κρίνεται οριστική η εγκατάλειψη του κλήρου είναι:

"α) Η πέραν της διετίας συνεχής απουσία του κληρούχου και της ομογένειας του εκ του συνοικισμού β) Η συστηματική εκμίσθωσις του κλήρου εις τρίτους" κλπ.

Αποκαλυπτικός των στόχων του μοναρχοφασισμού είναι ο διάλογος που έγινε στη βουλή κατά τη συζήτηση του άρθρου 8, ανάμεσα στο βουλευτή Τ. Μιχαηλίδη και τον υπουργό Β. Ελλάδος Α. Στράτο. Στην πρόταση του πρώτου να δοθεί πριν την εφαρμογή του νόμου μια προθεσμία "δυο ή τριών μηνών δια να δυνηθούν να επανέλθουν όσοι θέλουν", ο Α. Στράτος απάντησε: "Εχω υπ' όψει μου πλείστος περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίοι δεν πρέπει να επανέλθουν".

"Ελεος" και "μεγαλοψυχία" δείχνει η αστική τάξη μόνο για τις γυναίκες και τα παιδιά των αγωνιστών, που προσκυνούν και γίνονται γενίτσαροι. Το άρθρο 11 του νόμου 2536/53 ορίζει:

"Και εκτίμησιν των κατά τόπους ειδικών συνθηκών, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δύναται κατά την κρίσιν της να αποκαταστήση τους παρόντος σύζυγον και κατιόντος του ιδιοκτήτου ή κληρούχου εις τα παρά τούτων εγκαταληφθέντα ακίνητα και εις έκτασιν μη υπερβαίνουσα τον τοπικώς καθορισθέντα ή νυν καθοριζόμενον υπ' αυτής γεωργικόν κλήρον".

Και με το άρθρο 16, το οποίο επικυρώνει μεταξύ άλλων την 253/1951 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, διευκρινίζεται: "Η απόφασις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων θα είναι απολύτως άκυρος εάν δεν μνημονεύεται εν αυτή δια τα αποκαθιστάμενα πρόσωπα, βεβαίωσις του Γενικού Επιτελείου Στρατού ή της υπ' αυτού εξουσιοδοτημένης Στρατιωτικής ή Αστυνομικής Αρχής ότι δεν υπάρχει δια την αποκατάστασιν τούτων αντίρρησις υπαγορευόμενη εκ λόγων εθνικής του τόπου ασφαλείας".

 Στις παραμεθόριες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας είναι ευπρόσδεκτοι μόνο το φασιστικό σκυλολόι και οι γενίτσαροι. Σύμφωνα με το άρθρο 16:

"Αποκαθίστανται εις τας άνω περιοχάς επί εγκαταλελειμένων κλήρων και ιδιοκτησιών και απόστρατοι οπλίται, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί ιης Χωροφυλακής και του Στρατού, ως επίσης θύματα και ανάπηροι πολέμου των αυτών ή και άλλων περιοχών, προερχόμενοι εξ αγροτικών οικογενειών, ανεξαριήτωνς ακτημοσύνης, σημερινής ιδιότητας αγρότου και ποσού λαμβανομένης συντάξεως".

Κι όλο αυτό το χαφιεδολόι και το φασιστολόι έχει την αμέριστη υλική υποστήριξη των κυβερνήσεων του μοναρχοφασισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 του νόμου:

"Δικαιούνται στεγάσεως εις τον τόπον της εγκαταστάσεως των εις παλαιά οικήματα επισκευαζόμενα ή νέα ανεγειρόμενα, επιμελεία και δαπάναις της αρμοδίας Υπηρεσίας, πλήρους γεωργικού εξοπλισμού και εξόδων διατροφής αυτών και των οικογενειών των μέχρι της πρώτης συγκομιδής της ιδίας αυτών εσοδείας. Η μετακίνησις των εξ άλλων περιφερειών προερχομένων ενεργείται δαπάναις του Κράτους και επιμέλεια της Αγροτικής Τραπέζης".

Ο νόμος 2536/1953 είναι αδιάψευστη απόδειξη των εγκλημάτων που διέπραξε η ελληνική αστική τάξη ενάντια στη σλαβομακεδονική εθνότητα, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της συστηματικής εξόντωσης στην οποία αυτή υποβλήθηκε.

Το Τιτικό καθεστώς συνεργάτης και συνένοχος

Ο Τίτο και η συμμορία του είναι όχι μόνο κατάπτυστα προδότες του ελληνικού λάικοδημοκρατικού κινήματος, αλλά συνεργάτες και συνένοχοι με την ελληνική αστική τάξη στην επιχείρηση εξόντωσης των Σλαβομακεδόνων, που αρνούνταν να υποταχθούν στην πολιτική του και στέκονταν σε διεθνιστικές θέσεις.

Για να γίνει κατανοητή η στάση της Τιτικής σπείρας είναι χρήσιμη μια πολύ σύντομη αναφορά, κύρια με το "μάτι" του αστικού τύπου της εποχής, στην ανάπτυξη της Τιτο-μοναρχοφασιστικής πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας και συμμαχίας από το 1949, καθ' υπαγόρευση των Αγγλο-αμερικάνων ιμπεριαλιστών. Γιατί αυτά τα γεγονότα είναι γνωστά μεν στους παλιότερους αγωνιστές του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά σχεδόν άγνωστα στους νεότερους, ιδιαίτερα από τότε που ο Χρουστσιόφ και οι Ελληνες αναθεωρητές ηγέτες με τη σειρά τους έδωσαν "άφεση αμαρτιών" στον Τίτο και τον ξαναγκάλιασαν.

Οι υπονομεύσεις, τα σαμποτάζ, oi προβοκάτσιες και οι ραδιουργίες του Τίτο ενάντια στο λαϊκοδημοκρατικό κίνημα της Ελλάδας αρχίζουν από το 1943. Ομως από το 1949 περνά ανοιχτά στο στρατόπεδο των Αγγλο - αμερικάνων ιμπεριαλιστών και μετατρέπεται σε στενό σύμμαχο του ματωβαμμένου ελληνικού μοναρχοφασιστικού καθεστώτος.

Η ανοιχτή συνεργασία του Τίτο με τους μοναρχοφασίστες άρχισε την άνοιξη του 1949 στο Κάιμάκτσαλαν, όταν λίγες μέρες ύστερα από τη συνάντηση Γιουγκοσλάβων και Ελλήνων αξιωματικών, κάτω από την εποπτεία Αμερικάνων και Αγγλων στρατιωτικών, χρησιμοποιήθηκε το γιουγκοσλάβικο έδαφος από το μοναρχοφασιστικό στρατό για να υπερφαλαγγίσει τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού στο Κάιμάκτσαλαν. Επακολούθησε το πισώπλατο χτύπημα από τον τιτικό στρατό των τμημάτων του ΔΣΕ που πολεμούσαν στο Βίτα - Γράμμο.

Αυτό που οι Αγγλοαμερικάνοι ιμπεριαλιστές δεν είχαν κατορθώσει σε τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα, παρά την ανοιχτή ένοπλη επέμβαση τους, το πέτυχαν με τη βοήθεια του Τίτο: Η στάση της τιτικής συμμορίας ήταν καθοριστικός παράγοντας της στρατιωτικής ήττας του ΔΣΕ, γεγονός που αναγνωρίζει και ο αστικός τύπος της εποχής.

 Ενδεικτικά παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από το "Βήμα" (13/2/49): "Η λιποταξία της Γιουγκοσλαβίας υπήρξεν η κυριωτέρα αιτία της ήττης των ανταρτών κατά το τρέχον έτος. Από των αρχών του θέρους ημποδίσθη εις αυτούς η χρησιμοποίησις του γιουγκοσλαβικού εδάφους ή των γιουγκοσλαβικών εφοδίων. Τούτο ήγαγεν απ' ευθείας εις την απροσδόκητον κατάρευσιν των εις το Βίτσι τον παρελθόντα Ιούλιον".

Οι Αμερικάνοι θέτουν υπό την "προστασίαν" τους την τιτική κλίκα και της παρέχουν αφειδώς δάνεια και βοήθεια σε τρόφιμα για να αποτρέψουν την ανατροπή της. Ταυτόχρονα ασκούν ασφυκτική πίεση και στις δυο πλευρές, στην Ελληνική και Γιουγκοσλαβική, να παρακάμψουν τις διαφορές τους και να προχωρήσουν στη δημιουργία ενός στρατιωτικού άξονα, ο οποίος θα διευρυνθεί με τη συμμετοχή της Τουρκίας και της Ιταλίας και θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος τους κατ' αρχήν ενάντια στην Αλβανία και τη Βουλγαρία, αλλά και ενάντια στη Σοβιετική Ενωση και τις υπόλοιπες Λαϊκές Δημοκρατίες.

Τη στενή αμερικανο-τιτική συνεργασία, αρκετό καιρό πριν από την ήττα του ΔΣΕ, αποκαλύπτει το "Βήμα" (25/12/1949), επιβεβαιώνοντας τις καταγγελίες του ΚΚΕ. Σε άρθρο, με τίτλο "Η Αμερικάνικη πολιτική έναντι της συγκρούσεως Τίτο - Σοβιετ. Ρωσσίας", επισημαίνει: "Κατά την έξοδόν του εκ του Λευκού Οίκου ο κ. Αλλεν (σ.σ. νέο· διορισθείς πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Βελιγράδι) εδήλωσεν εις δημοσιογράφους ότι οι Ηνωμένοι Πολιτείαι αντιτίθενται εις πάσαν επίθεσιν εναντίον της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της Γιουγκοσλαβίας. Την δήλωσιν ταύτην επιβεβαίωσε βραδύτερον και ο πρόεδρος Τρούμαν. Και η πολιτική μεν αύτη των Ηνωμένων Πολιτειών είναι από πολλού τώρα καιρόν γνωστή. Αφ' ης στιγμής ο Τίτο ήλθεν εις ρήξιν με την Κομινφόρμ και εφόσον το μεταξύ των χάσμα ηυρύνετο και η έρις των ωξύνετο, το αμερικανικόν ενδιαφέρον δια την Γιουγκοσλαβίαν καθίστατο αντιστοίχως όλονέν ζωηρότερον και εξεδηλώνετο υπό τον τύπον παροχής μεγαλύτερος, συν τω χρόνω, βοηθείας και ενισχύσεως εις τον Γιουγκοσλάβον δικτάτορα. Το χορηγηθέν κατά τον παρελθόντα Ιούλιον δάνειον εις την Γιουγκοσλαβίαν (σ.σ. πρόκειται για την κρίσιμη περίοδος των τελευταίων μαχών ΔΣΕ - μοναρχοφαστικού στρατού, οπότε ο υποτιθέμενος σύμμαχος του ΔΣΕ Τίτο παίρνει δάνειο από τις ΗΠΑ!), η είσοδος αυτής, τη υποστηρίξει της Αμερικής, εις το Συμβούλιον Ασφαλείας, τα από τίνων μηνών αποστελλόμενα εις αυτήν πολυάριθμα τζιπ εκ Γερμανίας, τα "εμπορικά" αεροπλάνα, αμφότερα αποτελούντα ουσιαστικώς υλικόν πολέμου κ.λπ δεν αφήνουν καμμίαν αμφιβολίαν περί της προθέσεως της αμερικανικής κυβερνήσεως όπως όχι μόνον βσηθήση οικονομικώς την γειτονικήν χωράν αλλά και την καταστήσει βαθμηδόν ισχυροτέραν, εν ω μετρώ αποκτά την πεποίθησιν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να στραφή αύτη ενδεχομένως εναντίον της".

 Οι στόχοι της Αμερικάνικης πολιτικής αποτυπώνονται ανάγλυφα στον αστικό τύπο της εποχής. Από την πληθώρα της σχετικής αρθρογραφίας παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

"Η αποκατάσταοις κανονικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας, δια της ανταλλαγής πρεσβευτών - διαβεβαίωνε από τον Αύγουστο ακόμη του 1950 ο Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στο Λονδίνο Γιοζέ Μπριλέι τον Αγγλο υπουργό Κένεθ Γιάγκερ - θα ηδύνατο να οδηγήσει εις στενωτέραν στρατιωτικήν συνεργασίαν μεταξύ των δύο χωρών. Τούτο δε θα ήτο προς μέγα όφελος των δυτικών δυνάμεων" ("Καθημερινή", 23/8/1950).

 "Τϊ σημαίνει από διεθνούς πλευράς και αγώνος Ανατολής - Δύσεως η ελληνο-γιουγκοσλαβική συνεργασία; Πλήρη αποκοπήν της Αλβανίας του Εμβέρ Χότζα. Σύσφιξιν της Βουλγαρίας από νότου και δυσμών" ("Ελλάς", 29/11/1950).

Ο Σ. Βενιζέλος, σε συνέντευξη του στη "Ντέιλι Μέιλ" (19/2/1951), δηλώνει: "θα δυνάμεθα να προελάσωμεν προς τον Δούναβιν... θα μετάβάλωμεν την χωράν μας εις ορμητήριον από το οποίον θα καταφερθεί πλήγμα εις την καρδίαν της Ρωσίας. ... Η Ουάσιγκτον θέλει να καταστήση την Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβίαν συμπαγές φράγμα κατά του επεκτατισμού της Ρωσίας και δι' αυτό ενδιαφέρεται δια την Ελληνογιουγκοσλαβικήν προσέγγισιν, ως και δια την μείωσιν της εντάσεως μεταξύ Γιουγκοσλαβίας κω Αυστρίας" ("Βήμα", 20/2/51).

Για να προωθήσει την ελληνο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση ο Λευκός Οίκος επιβάλλει στην Ελλάδα κυβέρνηση υπό τον Πλαστήρα, που είχε κατέβει στις εκλογές του Μάρτη του 1950 με τη μάσκα του δημοκράτη και του ειρηνοποιού. Ο Τσαλδάρης, που είχε βάψει τα χέρια του με το αίμα των αγωνιστών, δεν ήταν αποδεχτός από τον Τίτο, που αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα και στο εσωτερικό και διεθνώς εξαιτίας της αποστασίας και της προδοσίας του. Ο τύπος της εποχής αποκαλύπτει και πάλι, από τη μια, το μέγεθος της ξενοδουλίας της ελληνικής αστικής τάξης και, από την άλλη, ότι ο Τίτο έχει γίνει το "χαϊδεμένο παιδί" της Ουάσιγκτον.

Στις 9/4/1950, το "Βήμα", σε άρθρο σχετικό με τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις επισημαίνει: "Κατά τας ιδίας πληροφορίας, οι Γιουγκοσλάβοι επιμένουν ότι η εμφάνιοις της Ελλάδος υπό άλλην πολιτικήν όψιν είναι αναγκαία δια λόγους και εσωτερικής και διεθνούς γιουγκοσλαβικής σκοπιμότητας. Επ' αυτού οι Γιουγκοσλάβα ιθύνοντες ευρίσκουν ευήκοον ους μεταξύ των Δυτικών, καθ' όσον αϊ απόψεις τας οποίας υποστηρίζουν σχετικώς με την διαμόρφωσιν και εμφάνισιν ιης κυβερνητικής καταστάσεως εις την Ελλάδα είναι ταυτόσημοι προς τας υποστηριζόμενος υπό του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον. Οπως οι Δυτικοί, ούτω και οι Γιουγκοσλάβοι εκφράζουν την βεβαιότητα ότι οσονούπω θα επέλθη εις την Ελλάδα μεταβολή κυβερνήσεως, η οποία θα εμφάνιση την χωράν "δημοκρατικήν" και θα επιτρέψη εις την γιουγκοσλαβικήν πολιτικήν να κινηθή ευκολότερα".

 Αλλά και ο ίδιος ο Τίτο σε δηλώσεις ξεκαθαρίζει ότι: "Η δυνατότης συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας εξαρτάται σήμερον εκ των εσωτερικών εξελίξεων εν Ελλάδι. Μέχρι τούδε δεν παρεσχέθη εις την Γιουγκοσλαβίαν η ευκαιρία δια μίαν μεταβολήν της καταστάσεως. Παρά ταύτα - πρόσθεσε ο Τίτο - η εσωτερική κατάστασις της Ελλάδος θα σημειώσει πιθανώς στροφήν επί τα βελτίω ταχέως, ούτως ώστε ω σχέσεις μας θα βελτιωθούν και θα αποκατασταθεί η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών".

Και συνεχίζει το "Βήμα": "Οι Αμερικανοί, έχοντες υπ' όψιν ακριβώς την θέσιν αυτήν του Τίτο, σημειώνουν ότι θα απετέλει από ελληνικής πλευράς ακατανόητην στενοκεφαλιάν να μη διευκολύνουν τα πράγματα δια του σχηματισμού δηλαδή μιας κυβερνήσεως προοδευτικής, όπως θα ήτο η κυβέρνησις του Κέντρου υπό την προεδρίαν του στρατηγού Πλαστήρα".

Ακόμη πιο σαφείς γίνονται οι στόχοι της αμερικάνικης πολιτικής σε επιστολή του Αμερικάνου προέδρου Τρούμαν προς τη Βουλή και τη Γερουσία, με την οποία ζητά επειγόντως την έγκριση επαρκούς "βοήθειας" για τη Γιουγκοσλαβία.

 Να μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα απ' αυτή, όπως δημοσιεύτηκαν στο "Βήμα" στις 19/11/1950: "Ο Τίτο έχει υπό τον έλεγχο του την μεγαλύτερην στρατιωτικήν δύναμιν εν Ευρώπη εξαιρέσει της δυνάμεως της Σοβιετικής Ενώσεως και η δύναμις αυτή αποτελεί σήμαντικόν παράγοντα δια την άμυναν της δυτικής Ευρώπης εναντίον της σοβιετικής επιθέσεως... Αν τα μέτρα αυτά δεν ληφθούν (σ.σ. η έγκριση της "βοήθειας") η δύναμις ελέγχου την οποίαν ασκεί ο Τίτο επί των ανατρεπτικών στοιχείων εν Γιουγκοσλαβία θα υπονομευθεί σοβαρώς και ίσως ανεπανορθώτως, και η ικανότης των γιουγκοσλαβικών στρατιωτικών δυνάμεων να αντιστούν κατά επιθέσεως εκ μέρους της Ρωσσίας ή δορυφόρων της ή και των δυο θα εξασθένηση επικινδύνως. Ενδιαφερόμεθα πολύ και από στρατιωτικής απόψεως δια την κατάστασιν αυτήν και προσπαθούμεν να εύρωμεν μέσα όπως παράσχωμεν άνευ αναβολής την αναγκαίαν βοήθειαν εις τον Τίτο".

Και συνεχίζει το σχόλιο του "Βήματος" για την επιστολή Τρούμαν: "Ολοι γενικώς οι παρατηρηταί συμφωνούν επί του γεγονότος ότι η Γιουγκοσλαβία σήμερον αποτελεί ακρογωνιαίον λίθον της αμύνης έναντι του ρωσικού επεκτατισμού και παραδέχονται τον προεδρικών ισχυρισμών ότι αϊ ένοπλοι δυνάμεις του στρατάρχου Τίτο καταλλήλως ενισχυώμεναι εις ώπλα και υλικών δύναται να αποβούν η μεγαλύτερα στρατιωτική δύναμις εις την Ευρώ-πην μετά την Σοβιετικήν Ενωσιν. Το αμερικανικών Υπουργείον Αμύνης συμμερίζεται απολύτως την άποφιν του Προέδρου, διότι φρονεί ότι εις περίπτωσιν ρωσσικής επιθέσεως αϊ γιουγκοσλαβικοί δυνάμεις θα αποτελέσουν σοβαρών αμυντικόν φράγμα. Το Υπουργείον Εξωτερικών επίσης συμμερίζεται την ιδίαν άποψιν, ευρίσκει δε ότι η θέσις του στρατάρχου Τίτο εξυπηρετεί τα μέγιστα την αμερικανικήν διπλωματικήν μάχην προς αντιμετώπισιν του ρωσσικού κομμουνισμού".

 Ο Τίτο όμως δεν κρύβει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος (και) της Ελλάδας. Η Θεσσαλονίκη αποτελεί όνειρο της επεκτατικής του πολιτικής. Το προβάλλει μάλιστα τόσο φανερά, που ξεσηκώνει ακόμη και ορισμένες εθνικιστικές φωνές στην Ελλάδα, που βλέπουν ότι οι "μεγάλοι προστάτες" δεν συμπεριφέρονται τόσο "φιλελληνικά" όσο "φιλογιουγκοσλαβικά" (κάτι αντίστοιχο με τις διαμαρτυρίες ορισμένων από τους πιο φανατικούς σημερινούς "μακεδονομάχους").

 Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα, από άρθρο "διπλωματικής προσωπικότητας", στην "Καθημερινή" (6/8/1950), με τίτλο "Διατί καθυστερεί η αποκατάστασις των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας". "Ο Τίτο δεν απέκλεισεν την εκδοχήν ότι η αμερικανική διπλωματία θα ήτο πρόθυμος να θυσιάση το καθαρώς ελληνικών έδαφος για να επιτύχει την πολυπόθητον συμμαχίαν. Ο Τίτο εζήτησεν από την Ελλάδα την ελεύθερον ζώνην της θεσσαλονίκης, την οποίαν θέλει να επανδρώσει δια πολυαρίθμων επίλεκτων κομμουνιστών εκ των πλέον ορθοδόξων του κόμματος του. Συγχρόνως ζητεί πολλά προνόμια και περισσότερος ακόμη ελευθερίας δια τας συγκοινωνίας του και δι' όλα τα μεταφορικά μέσα, που θα διαθέτουν από την Θεσσαλονίκην μέχρι των συνόρων. Είναι αναμφισβήτητον ότι δια την εφαρμογήν των κατακτητικών του σχεδίων αϊ ευκολίαι αυταί θα του παρείχον μίαν βοήθειαν άνευ προηγουμένου, ενώ θα εξέθεταν την ελληνικήν ασφάλειαν εις ανυπολόγιστους κινδύνους".

Ο Τίτο καθόλου δεν ενδιαφέρεται για την "αποκατάσταση των Μακεδόνων", όπως παρουσιάζει τα πράγματα η σημερινή ελληνική ψευδο-ιστορική φιλολογία των αστών. Βλέπετε καθαρά, ότι στον ελληνικό τύπο της εποχής πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο Μακεδόνικο. Αλλωστε, αν ο Τίτο χρησιμοποιούσε σαν βασικό μοχλό το Μακεδόνικο, θα έπρεπε να αναγνωρίσει τα εθνικά δίκαια συνολικά του Σλαβομακεδονικού λαού και να του αναγνωρίσει το δικαίωμα να δημιουργήσει το δικό του ανεξάρτητο κράτος, που θα περιλάμβανε και τα εδάφη της Γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας. Τότε όμως θα έτριζε επικίνδυνα το καθεστώς του, γιατί οι Σλαβομακεδόνες της Γιουγκοσλαβίας είχαν σαν μέτρο σύγκρισης τους ομοεθνείς τους του Πιρίν (Βουλγαρία), που είχαν όλα τα εθνικά τους δικαιώματα στο καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας (ακόμη και Ελληνες αστοί ιστορικοί και δημοσιολόγοι παραδέχονται, ότι η εθνική καταπίεση και ο εκβουλγαρισμός των Σλαβομακεδόνων του Πιρίν άρχισε επί Ζβκοφ).

Ο Τίτο χρησιμοποιούσε το Μακεδόνικο μόνο στο βαθμό που ήθελε να επηρεάσει τους Σλαβομακεδόνες και να τους στρέψει ενάντια στην πολιτική του ΚΚΕ και της Σοβιετικής Ενωσης (εκμεταλλευόμενος και μεγαλόιδεάτικα λάθη στελεχών του ΚΚΕ, που πάντα κριτίκαρε και χτυπούσε αποφασιστικά το Κόμμα). Απέναντι στο ελληνικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς χρησιμοποιούσε σαν μοχλό πίεσης όχι το Μακεδόνικο, αλλά τις προνομιακές σχέσεις του με τους Αμερικάνους, που τον είχαν ανάγκη σαν προγεφύρωμα ενάντια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και την ΕΣΣΔ.

Η ελληνική αστική τάξη αντιλαμβανόταν αυτά τα σχέδια του Τίτο (αυτό αποκαλύπτει το άρθρο της "διπλωματικής προσωπικότητας" στην "Καθημερινή"), προσπαθούσε να κρατήσει "άμυνα", αλλά εκείνο που πρωταρχικά την καθόριζε ήταν η ξενοδουλεία της και ο λακεδισμός απέναντι στους "μεγάλους συμμάχους", που πολύ πρόσφατα της είχαν επιτρέψει να κρατήσει την εξουσία της. Γι' αυτό και έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια, υπακούοντας στη μπαγκέτα του υπερατλαντικού μαέστρου. Κατάπιε τις επεκτατικές προκλήσεις του Τίτο, πράγμα που τώρα αναγνωρίζουν και κάποιοι εθνικιστές, ξεχνώντας όμως να πουν ότι στον ελληνικό λαό, ότι και τότε και τώρα η δική τους φάρα ήταν στην εξουσία.

 Τελικά, ύστερα από μακρές διαβουλεύσεις, υπό τον άμεσο έλεγχο και την καθοδήγηση των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών, η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα και η Τουρκία υπογράφουν στις 6 Φλεβάρη του 1953, στο νησί των δαλματικών ακτών Μπριόνι, το Τριμερές Σύμφωνο για "την οργάνωση της Ασφάλειας και της Αμυνας της Βαλκανικής".

Ιδού πως σχολιάζει πανηγυρίζοντας το γεγονός ο Ν. Ζαρίφης, σε άρθρο του στο "Βήμα", στις 19/2/1953: "Δια της συμπράξεως μετά της Γιουγκοσλαβίας η Ελλάς και η Τουρκία προσφέρουν εις το ΝΑΤΟ μίαν νέαν υπηρεσίαν, που είναι εξαιρετικής σημασίας. Οτι εις το κοινόν μέτωπον του ελευθέρου κόσμου προσθέτουν και νέον σημαντικών παράγοντα εν περιπτώσει ρωσσικής επιθέσεως, την Γιουγκοσλαβίαν, με τας τριάντα επί του παρόντος μεραρχίας της. Είναι δε αυτονόητον, ότι η συμβολή της Γιουγκοσλαβίας εις την άμυναν της Βαλκανικής, λόγω ακριβώς της σημασίας της ταύτης, και ευπρόσδεκτη είναι και πρέπει να χαιρετισθή από όλους τους ελευθέρους λαούς, διότι δια της συμπληρώσεως των αμυντικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ εις την βαλκανικήν διασφαλίζεται πλήρως η άμυνα της, καλυπτομένου του κενού, που παρουσίαζε μέχρι τούδε το βαλκανικόν μέτωπο των ελευθέρων λαών".

Ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 3/6/1954, ο Τίτο πραγματοποιεί την πρώτη επίσκεψη του στην Ελλάδα μέσα σε πανηγυρικό κλίμα. Στόχος της επίσκεψης η μετατροπή του Τριμερούς Βαλκανικού Συμφώνου σε στρατιωτική συμμαχία.

 Απέναντι στους Σλαβομακεδόνες ο Τίτο ακολουθούσε πολιτική εκσερβισμού Ακόμη και στη μακεδόνικη γλώσσα έμπαζε στοιχεία της σερβοκροατικής, στηρίζοντας έτσι εκείνες τις απόψεις που υποστήριζαν, ότι α Σλαβομακεδόνες είναι Σέρβοι. Τα πραγματικά επαναστατικά στοιχεία του Σλαβομακεδονικού λαού υπέστησαν ανηλεή διωγμό.

Τις καταγγελίες του ΚΚΕ και της Κομινφόρμ επιβεβαιώνουν και αστικές πηγές. Γράφει το "Βήμα" (16/12/1949): "Το γεγονός άλλωστε, ότι υπέρ τους εκατόν χιλιάδες μελών του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας σήπονται εις τας φύλακας ή τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, λόγω διαφωνίας προς την τακτικήν του Τίτο, και ότι η αριθμητική δύναμις των διαφόρων τμημάτων του κόμματος εμειώθη αλλού μεν κατά 50 τοις εκατόν και αλλού κατά 30, συνεπεία διαγραφών των αντιφρονούντων, φανερώνει ότι η αντίθεσις προς την ακολουθουμένην υπό του Τίτο πολιτικήν ευρύνεται και επεκτείνεται προϊόντος του χρόνου".

Οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες όμως υπέστησαν ακόμη μεγαλύτερους διωγμούς, λόγω των δεσμών τους με το ΚΚΕ και της εμμονής τους σε διεθνιστικές θέσεις, που ξεσκέπαζαν γενικότερα το βρώμικο ρόλο του τιτισμού στα Βαλκάνια, σαν προκεχωρημένου φυλακίου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ

Ο Τίτο εξαρχής έπαιξε με πολλούς τρόπους υπονομευτικό και διαλυτικό ρόλο στον αγώνα των Σλαβομακεδόνων για εθνική αυτοδιάθεση και κοινωνική απελευθέρωση. Προσπάθησε να δημιουργήσει εθνικιστικές αντιθέσεις ανάμεσα σε Ελληνες και Σλαβομακεδόνες και να θέσει το Σλαβομακεδονικό κίνημα υπό τον έλεγχο του, για να προωθήσει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης. Οταν όμως προχώρησε η Τιτο-μοναρχοφασιστική συνεργασία, ο υποτιθέμενος "προστάτης των Μακεδόνων" παραιτήθηκε από τη δημαγωγία για το Μακεδόνικο και άναψε το πράσινο φως στο ελληνικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς να συνεχίσει ανενόχλητο το έργο της εξόντωσης των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας.

 "Το ζήτημα των Σλαβομακεδόνων του Αιγαίου είναι ζήτημα της κυβέρνησης της Αθήνας", , δήλωσε ο Μόσα Πιάντε, όταν μαζί με τον Τέμπο επισκέφτηκαν την Ελλάδα, τον Αύγουστο του 1952. Δήλωση που σήμαινε έγκριση των εξοντωτικών μέτρων που έπαιρνε ο μοναρχοφασισμός εναντίον τους. Και δεν ήταν μόνο αυτή η πανηγυρική αποδοχή της μοναρχοφασισπκής πολιτικής ενάντια στους Σλαβομακεδόνες που έμειναν στην .Ελλάδα. Οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες, που κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία, έπρεπε να αποδεχτούν την πολιτική του Τίτο και των υποτακτικών του στη γιουγκοσλάβικη Μακεδονία, αλλιώς τους περίμεναν διωγμοί και μύρια δεινά.

Τους σκορπίζουν στα τέσσερα σημεία της χώρας για να τους διαλύσουν και να τους απομονώσουν, τους πιέζουν να εγκαταλείψουν την ταυτότητα του πολιτικού πρόσφυγα και να γίνουν Γιουγκοσλάβοι υπήκοοι, να ξεχάσουν την πατρίδα τους και να καταταγούν στο γιουγκοσλαβικό στρατό. Τους καταδικάζουν στην ανεργία, την πείνα και την εξαθλίωση και όσοι δεν υποτάσσονται στα τιτικά σχέδια κλείνονται στις φυλακές και στα τιτικά Νταχάου, τα γνωστά Γκόλι Οτοκ.

Εκατοντάδες Σλαβομακεδόνες και Ελληνες, μαχητές και αξιωματικοί του ΔΣΕ, που αρνούνται να υποστείλουν τη σημαία της λευτεριάς και του προλεταριακού διεθνισμού, ρίχνονται στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μαζί με δεκάδες χιλιάδες Γιουγκοσλάβους συντρόφους τους. Τα προσφυγόπουλα που ήταν στη Μπελά Τσέρκβα διδάσκονταν, ότι δεν έχουν γονείς ούτε πατρίδα, ότι πατρίδα τους είναι η Γιουγκοσλαβία. Πολλά απ' αυτά τα παιδιά άρχισαν να τα στέλνουν στην Ελλάδα, για να κλειστούν στα "αναμορφωτήρια" της Φρειδερίκης. Ετσι, το έργο του ελληνικού μοναρχοφασισμού συμπληρωνόταν από το έργο του τιτισμού.

Η Οδύσεια συνεχίζεται

Η Οδύσσεια των Σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων συνεχίζεται και μετά το 1982 και την ψήφιση του περιβόητου νόμου για την "αναγνώριση της εθνικής αντίστασης". Με την υπουργική απόφαση της 29/121 1982, που ορίζει ότι επαναπατρίζονται μόνο οι Ελληνες το γένος πολιτικοί πρόσφυγες, απαγορεύεται ουσιαστικά ο επαναπατρισμός των Σλαβομακεδόνων.

Παράλληλα, η τρομοκρατία και οι απαγορεύσεις σε βάρος των Σλαβομακεδόνων, που έχουν απομείνει στη Δυτική Μακεδονία, συνεχίζονται. Παρεμποδίζονται συστηματικά στην ελεύθερη χρήση της γλώσσας τους και η οργάνωση τοπικών πανηγυριών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπου τα τραγούδια είναι στη σλαβομακεδονική γλώσσα, απαγορεύονται και διαλύονται από άνδρες της ΚΥΠ και της αστυνομίας. Και φτάνουμε στο σημερινό εθνικιστικό παραλήρημα, που ακόμη και η χρήση του όρου Σλαβομακεδόνας θεωρείται εθνική προδοσία και διώκεται δικαστικά.

 Δεν είναι στόχος αυτής της μελέτης να απαντήσει ποιος είναι ο αριθμός των Σλαβομακεδόνων που έχει απομείνει στη Δυτική Μακεδονία, σε ποιο βαθμό έχουν αφομοιωθεί και σε ποιο διατηρούν τα ιδιαίτερα εθνικά τους χαρακτηριστικά. Ενα είναι βέβαιο: η Σλαβομακεδονική μειονότητα, ανεξάρτητα από το αριθμητικό της μέγεθος είναι υπαρκτή. Και οι κομμουνιστές αγωνίζονται και θα εξακολουθήσουν να αγωνίζονται για την πλέρια εθνική της ισοτιμία, για την αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων της.

 Αναφερόμαστε κατ' αρχήν στο ίδιο το δικαίωμα τους να αναγνωρίζονται σαν εθνική μειονότητα και όχι σαν "δίγλωσσοι των συνόρων". Από κει απορρέουν όλα τα άλλα δικαιώματα, που πρέπει και για τους Σλαβομακεδόνες να είναι ίδια με τα δικαιώματα που έχει και ο υπόλοιπος λαός της Ελλάδας. Χωρίς ούτε στιγμή να παραιτούμαστε από τον αγώνα για την αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων μέσα στον καπιταλισμό, δεν τρέφουμε αυταπάτες: η πλέρια εθνική αποκατάσταση της Σλαβομακεδονικής μειονότητας θα έρθει μόνο με τη νίκη της λαίκοδημοκρατικής επανάστασης, για την οποία πρέπει κι αυτή να παλέψει μαζί με την εργατική τάξη, τη φτωχομεσαία αγροτιά και τα υπόλοιπα καταπιεζόμενα στρώματα της Ελλάδας.

Αυτές είναι ορισμένες μόνο πλευρές της γεμάτης διωγμούς ιστορίας του Σλαβομακεδονικού λαού, από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα. Η ιστορία του διωγμού των Σλαβομακεδόνων ξεσκεπάζει και τον ελληνικό μεγαλοίδεάτικο εθνικισμό, αλλά και τον εθνικισμό της κλίκας του Γκλιγκόροφ, που δούλεψε χέρι χέρι με τον τιτισμό ενάντια στους Σλαβομακεδόνες και τους "θύματα" τώρα για να παίξει το βρώμικο παιχνίδι της.
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger