Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χούντα συνταγματαρχών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χούντα συνταγματαρχών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οταν ο ΕΣΑτζής χτυπά την πόρτα

Της Βασιλικής Λάζου - Documento

Ηταν 2.15 το πρωί όταν τα πρώτα άρματα μάχης Μ47 ξεπρόβαλαν μουγκρίζοντας στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας.
Με αφετηρία το Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στο Γουδί προχωρούσαν αργά προς τη Βασιλίσσης Σοφίας περνώντας μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία. Προορισμός τους ο Ραδιοφωνικός Σταθμός στο Ζάππειο, τα Ανάκτορα και η Βουλή των Ελλήνων.

Επικεφαλής της φάλαγγας ήταν ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός. διοικητής δύναμης 2.500 αντρών και 250 αξιωματικών. Ηταν η πρώτη και η κυριότερη από τις 26 συνολικά αποστολές που εκτέλεσε η μονάδα αυτή εκείνο το μοιραίο βράδυ σύμφωνα με το σχέδιο «Προμηθεύς».

Η 21η Απριλίου 1967 υπήρξε όχι μόνο τομή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία αλλά και ένα σοκ για όλο τον δημοκρατικό λαό. Ηταν αποτέλεσμα των αντιφάσεων των μετεμφυλιακών δομών εξουσίας που είχαν οδηγήσει στην αυτονόμηση του στρατού ως κέντρο εξουσίας.
Εμφορούμενος από ακραίες αντικομμουνιστικές - αυταρχικές αντιλήψεις και περιενδυμένος με την όποια αίγλη του νικητή στην εμφύλια αναμέτρηση. ο στρατός ήταν η αιχμή του δόρατος του κράτους.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα αυτός ο θεσμός είχε ταλαντευτεί μεταξύ της προώθησης του αστικού εκσυγχρονισμού και της επιβολής αυταρχικών πρακτικών εξουσίας. Μετά τον Εμφύλιο διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις καθώς αποτελούσε μαζί με το παλάτι και το κοινοβούλιο έναν από τους πόλους εξουσίας στη χώρα

Καταλύτης των εξελίξεων που θα οδηγήσουν στην κατάληψη της εξουσίας από τον στρατό ήταν οι μεγάλες πολιτικές κινητοποιήσεις των ετών 1958-1967. Τα πρωτοφανή εκλογικά ποσοστά της ΕΔΑ του 1958, η πολιτική σύγκλιση της Αριστεράς και του κέντρου στη λαϊκή βάση, η έναρξη του «ανένδοτου», η εξάπλωση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και οι φωνές για νομιμοποίηση του ΚΚΕ σκιαγραφούν την εικόνα της προαπριλιανής περιόδου.

Κύριο αίτημα ήταν ο εκδημοκρατισμός του κράτους, η άρση των έκτακτων μέτρων και των αποκλεισμών, ο περιορισμός των κοινωνικών ανισοτήτων, η διεύρυνση των πολιτικών ελευθεριών και η ομαλοποίηση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Η σαρωτική νίκη των δυνάμεων του κέντρου και η αντοχή της ΕΔΑ στις εκλογές του 1964 σηματοδότησε την καθοριστική παρουσία του λαϊκού παράγοντα, γεγονός που εκλήφθηκε ως απειλή για το μετεμφυλιακό πολιτικό και οικονομικό πλέγμα εξουσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο η στρατιωτική επέμβαση και ανοιχτή στρατιωτική καταστολή στόχευαν στην ανάσχεση των μεταρρυθμίσεων και τον περιορισμό του λαϊκού παράγοντα.

ΧΟΝΔΡΟΕΙΔΗ ΨΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΗΓΑΓΑΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

Για την επιβολή της δικτατορίας από ομάδα 15 επίορκων συνταγματαρχών και ενός ταξιάρχου κατασκευάστηκε από το κράτος και το παρακράτος μια εικονική πραγματικότητα που βασιζόταν στην κινδυνολογία και στον φόβο.
Πυρήνας της ήταν ότι η «Ελλάς κινδυνεύει». Σύμφωνα με το αφήγημα των πραξικοπηματιών «η επέμβαση του στρατού ήταν επιβεβλημένη καθώς η χώρα όδευε προς τον κομμουνισμό. Οι πολιτικοί αδυνατούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και με τον βασιλιά ενώ στην ελληνική κοινωνία επικρατούσε αναρχία, η οποία θα οδηγούσε σε καταστροφή αν δεν επενέβαινε ο στρατός, η μόνη πολιτικά ουδέτερη δύναμη ικανή να αποτρέψει την καταστροφή». 

Σύμφωνα με τις ελεγχόμενες από τη χούντα εφημερίδες και τις δηλώσεις των πρωταιτίων τις πρώτες ημέρες μετά το πραξικόπημα, βρισκόταν σε εξέλιξη μία συνωμοσία κατά της Ελλάδας η οποία θα κορυφωνόταν στις 23 Απριλίου 1967. Με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη και δράστες «30.000 Λαμπράκηδες και 2.000 πεπειραμένους σαμποτέρ η ανταρσία θα εξαπλωνόταν σ' όλη τη χώρα. Καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας δεν μπορούσαν μόνες τους να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό εχθρό ζήτησαν τη συνδρομή του στρατού, ο οποίος συνέλαβε προληπτικά τους εμπειροπόλεμους σαμποτέρ του Λαϊκού Μετώπου της Ενωσης Κέντρου - κομμουνιστών καθώς και ελάχιστους άλλους πολιτικούς που κινδύνευαν να τους σκοτώσουν οι συνωμότες».

Στα γραφεία μάλιστα της ΕΔΑ «μετά την ανάληψιν της κυβερνήσεως από τον Εθνικόν Στρατόν, ανευρέθησαν πλείστα ως ανεφέρθη στοιχεία, επιβεβαιούντα την προετοιμασίαν της κομμουνιστικής εξεγέρσεως...». Ετσι η Ελλάδα σώθηκε χωρίς να αιματοκυλιστεί ο τόπος. «Ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας διά να προλάβη τον εμφύλιον σπαραγμόν, να αποκαταστήση την τάξιν και να επαναφέρη την ενότητα του Εθνους-..» (Π. Πετρίδης, «Εξουσία και παραεξουσία στην Ελλάδα 1957-1967», εκδόσεις Προσκήνιο, 2000).

Πρωταρχικός στόχος του νέου καθεστώτος ήταν η ανάπλαση της κοινωνίας ώστε να αποβληθεί η αναρχική αντίληψη ενώ για την Αριστερά θα δημιουργούνταν τέτοιες συνθήκες που θα έκαναν τον κομμουνισμό ακίνδυνο, όπως στις μεγάλες χώρες της δυτικής Ευρώπης.
Τέτοια χονδροειδή ψέματα θα ήταν απλά γελοία, αν δεν παρήγαγαν πολιτικό αποτέλεσμα. Η ελευθερία. η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός και πλείστα όσα δικαιώματα των πολιτικών μπήκαν στον γύψο.

Η ΕΣΑ ΧΤΥΠΑ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ

Την ίδια στιγμή που τα τεθωρακισμένα των κινηματιών περικύκλωναν νευραλγικές τοποθεσίες στο κέντρο της Αθήνας εξελισσόταν μια παράλληλη επιχείρηση. Υπό τη διεύθυνση του διοικητή της ΕΑΤ-ΕΣΑ συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά πολυάριθμα μικρά αποσπάσματα της ΕΣΑ και διάφορων στρατιωτικών σχήματισμών εξόρμησαν σύμφωνα με λεπτομερώς κατηρτισμένο σχέδιο για να συλλάβουν πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες με καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.

Πρώτος στόχος ήταν ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Στις 2.45 συνελήφθη ο αρχηγός της Ενωσης Κέντρου Γεώργιος Παπανδρέου -για πέμπτη φορά στην πολιτική του σταδιοδρομία- και ο γιος του Ανδρέας με περιπετειώδη τρόπο.
Ολόκληρη η πολιτική ηγεσία συνελήφθη με καταπληκτική ευκολία.

Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος ήταν από τα πρώτα στελέχη της Αριστεράς που συνελήφθησαν. Ακολούθησαν χιλιάδες αριστεροί και αρκετά στελέχη του κέντρου στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχιακές πόλεις.

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Κάτρης περιέγραψε τη διαδικασία: «...Η ηλικία, το φύλο, η θρησκεία ή η κατάσταση υγείας δεν έπαιζαν κανέναν ανασταλτικό ρόλο. Γέροι 70 και 75 χρονών στοιβάχτηκαν με νέους και κορίτσια 16 και 17 χρονών μέσα σε στρατιωτικά καμιόνια σαν σαρδέλες κονσερβαρισμένες... Ο επικεφαλής αξιωματικός χτυπούσε την πόρτα και, αν δεν άνοιγε αμέσως, την έσπαζαν με τσεκούρια. Συνήθως η οικογένεια ξυπνούσε έντρομη. Τα παιδιά τσίριζαν καθώς έρχονταν αντιμέτωπα με την αγριάδα των νυχτερινών επισκεπτών και τις ξιφολόγχες τους. Τους έδιναν προθεσμία δύο λεπτών για να ντυθούν. Πολλοί σύρθηκαν με τις πιτζάμες και τα εσώρουχα... Οταν υπήρχε εντολή να συλληφθούν και οι δύο γονείς, η μητέρα έπαιρνε μαζί το πιο μωρό...» (Γιάννης Κάτρης, «Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα»).

Από τη 1.00 μέχρι τις 5.00 αλλά και τις επόμενες ημέρες σε ολόκληρη την Ελλάδα συνελήφθησαν από στρατιωτικές δυνάμεις στα σπίτια τους 8.270 άτομα. Καμιόνια μετέφεραν τους συλληφθέντες στον Ιππόδρομο και σε ποδοσφαιρικά γήπεδα. Οι συλληφθέντες στον νομό Θεσσαλονίκης και στην Κεντρική Μακεδονία κρατήθηκαν για πέντε ημέρες στα αστυνομικά τμήματα.
Οταν κάποιος διέφευγε τη σύλληψη, οι ασφαλίτες έπιαναν τη γυναίκα, τα παιδιά ή τους γονείς του για να τον εξαναγκάσουν να παραδοθεί. Αρκετοί ήταν αυτοί που ξυλοκοπήθηκαν άγρια και έπεσαν θύματα βάρβαρης κακοποίησης.

Στις 6.30 το πρωί της 21ης Απριλίου ο ραδιοφωνικός σταθμός των ενόπλων δυνάμεων ανακοίνωσε την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον στρατό «λόγω της εκρύθμου καταστάσεως». Στη συνέχεια διαβάστηκε διάταγμα του βασιλιά Κωνσταντίνου με το οποίο ανέστειλε θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος (5,6,8,10,11,12,14,18, 20,95 και 97) «λόγω εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων», θέτοντας τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας με βάση τον νόμο ΔΞΘ του 1912.

Αυτό σήμαινε ότι ανεστάλησαν οι διατάξεις εκείνες που προέβλεπαν ανάμεσα σε άλλα ότι κανένας δεν συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα, το δικαίωμα της ελεύθερης συγκέντρωσης προσώπων, το δικαίωμα της ίδρυσης και συμμετοχής σε σωματεία, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, το απαραβίαστο της αλληλογραφίας.
Οι πολίτες εφεξής όφειλαν να τελούν μέχρι νεωτέρας σε καθεστώς πειθαρχημένης διαβίωσης καθώς απαγορεύτηκε «η κυκλοφορία εις τας οδούς της πόλεως πάσης φύσεως οχημάτων και πεζών, η ανάληψις καταθέσεων εκ των τραπεζών και των ταμιευτηρίων, η αγορά χρυσών λιρών και γενικώς ξένου συναλλάγματος» και διακόπηκαν τα μαθήματα των σχολείων». 

Το μόνο που επιτράπηκε ήταν η επιβολή θανατικής ποινής σε πολιτικά εγκλήματα, που σήμαινε ότι μπορούσαν να συσταθούν και να λειτουργήσουν χωρίς ειδικό νόμο έκτακτα στρατοδικεία. Ακολούθησε προληπτική λογοκρισία, απαγόρευση κυκλοφορίας αριστερών έντυπων και εφημερίδων, διάλυση συνδικαλιστικών οργανώσεων, αποστράτευση αξιωματικών του στρατού ξηράς, της ηγεσίας του πολεμικού ναυτικού και τα 9/10 των ανώτερων αξιωματικών της αεροπορίας και απολύσεις στην Δημόσια Διοίκηση.

Ο βασιλιάς οδηγήθηκε στο Πεντάγωνο όπου παρά την αντίθετη εισήγηση του κρατούμενου πρωθυπουργού Κανελλόπουλου αποδέχθηκε την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και όρκισε 5μελή «Κυβέρνηση» με «Πρωθυπουργό» τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων. Κάλλια και «αντιπρόεδρο» και «υπουργό Εθνικής Αμύνης» τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατηγό Γρηγόριο Σπαντιδάκη. Αλλα μέλη της ομάδας των πραξικοπηματιών τοποθετήθηκαν ως «γενικοί γραμματείς» στα υπουργεία.

Οκτώ μήνες αργότερα το αντιπραξικόπημα με το οποίο ο βασιλιάς προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο απέτυχε παταγωδώς και ο Κωνσταντίνος διέφυγε στη Ρώμη.

Η χούντα έδειξε εξαρχής τον βάναυσο χαρακτήρα της. Την πρώτη κιόλας μέρα του πραξικοπήματος στον Ιππόδρομο της Αθήνας πυροβολήθηκε εν ψυχρώ το στέλεχος της ΕΔΑ, Μακρονησιώτης αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Παναγιώτης Ελής.

Είχαν προηγηθεί οι δολοφονίες της 24χρονης Μαρία Καλαβρού επί της οδού Πατησίων και του 15άχρονου Βασίλη Πεσλή που βρισκόταν ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος στην πλατεία Αμερικής.
Υστερα από ολιγοήμερη φυλάκιση οι κρατούμενοι δημοκράτες επιβιβάστηκαν σε αρματαγωγά και οδηγήθηκαν στο κλειστό από το1960 στρατόπεδο-φυλακή της Γυάρου. Οι πρώτοι 6.118 κρατούμενοι μεταφέρθηκαν εκεί στις 28 Απριλίου. Τελικά ο αριθμός τους έφτασε τις 7.500. Από αυτούς περίπου 1.000 έμεναν στο κτίριο των φυλακών και οι υπόλοιποι σε σκηνές.

Λίγες ημέρες ύστερα από την επιβολή της η χούντα είχε κατορθώσει ένα πολύ δυνατό πλήγμα στους αντιπάλους της, πιάνοντάς τους κυριολεκτικά στον ύπνο. Παρόλο που το πραξικόπημα συζητιόταν ως πιθανότητα δεν είχαν ληφθεί ουσιαστικά οργανωτικά μέτρα για την αντιμετώπισή του. Κύριο άρθρο της «Αυγής» την ημέρα του πραξικοπήματος τιτλοφορούνταν «Γιατί δεν πρόκειται να γίνει δικτατορία», ενδεχόμενα ως απάντηση στο επιχείρημα ότι ο λαός δεν έπρεπε να διαμαρτύρεται κατά της «καχεκτικής», υπονομευμένης δημοκρατίας για να μην καταλυθεί από μια ανοιχτή χούντα.

Η πολιτική και οργανωτική ήττα των δυνάμεων της Αριστεράς στον Εμφύλιο είχε αποδιαρθρώσει οργανωτικά τις πολιτικές δυνάμεις της. Δεκάδες χιλιάδες πολιτικά στελέχη είχαν εκτελεστεί, φυλακιστεί και εξοριστεί ή βρεθεί στην πολιτική προσφυγιά. Η νέα γενιά που ήρθε στο προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας 1960 υπέστη σκληρή καταστολή από το δικτατορικό καθεστώς.

Ωστόσο παρά τις συλλήψεις και τις ανηλεείς διώξεις ιδρύθηκαν οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις από στελέχη της Αριστεράς και του κέντρου που είχαν διαφύγει τη σύλληψη ενώ ακολούθησαν και αντιδικτατορικές οργανώσεις συντηρητικών αξιωματικών.
Η Δημοκρατική Αμυνα, το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο και από τον Δεκέμβριο η Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Ρήγας Φεραίος έδειξαν ότι υπήρχε εξαρχής η μαγιά της αντίστασης στη χούντα.

Στα μαύρα χρόνια της επταετίας και μέχρι τη μεγαλειώδη εξέγερση του Πολυτεχνείου τουλάχιστον 46 οργανώσεις έδρασαν ενάντια στη χούντα.
{[['']]}

Διότι δεν συνεμορφώθην

Απρίλιος 1967 - Ιούλιος 1974: Τα «πέτρινα χρόνια» της χούντας

Η επίσημη εκδοχή της ιστορίας θεωρεί την επτάχρονη τυραννία ως «θλιβερή παρένθεση που έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα». Δεν είναι όμως αυτή η αλήθεια. Η δικτατορία δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία» ή απλώς «η ανταρσία μιας ομάδας επίορκων αξιωματικών». Αντίθετα, το καθεστώς των νικητών του εμφυλίου πολέμου (Παλάτι-Στρατός) ζέσταινε στον κόρφο του το «αυγό του φιδιού» και λειτούργησε, τελικά, ως εκκολαπτική μηχανή της Χούντας.

Μάλιστα το Σύνταγμα του 1952 προέβλεπε την επιβολή «καταστάσεως πολιορκίας», δηλ. δικτατορίας με κοινοβουλευτικό μανδύα(!). Έτσι, «μετά τα Ιουλιανά του 1965, ο διάχυτος φόβος των κυρίαρχων τάξεων τις έκανε αντικειμενικά πρόθυμες να αποδεχτούν την αντικατάσταση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος από ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης», έγραψε ο Αριστόβουλος Μάνεσης.

Το «πράσινο φως» για το πραξικόπημα άναψε στην Ουάσιγκτον το Φλεβάρη του 1967, καθώς η χώρα μας αποτέλεσε πειραματικό εργαστήρι του «Ψυχρού Πολέμου» και προγεφύρωμα στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο των πετρελαίων της Μ. Ανατολής και την καταστολή των αντιιμπεριαλιστικών αραβικών κινημάτων. Οι ΗΠΑ δεν τηρούσαν απλώς «μια στάση ανοχής προς τους δικτάτορες», όπως, δυστυχώς, γράφει το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου. Ή ότι «αιφνιδιάστηκαν», όπως εξακολουθούν να ισχυρίζονται ορισμένοι της σχολής του ιστορικού αναθεωρητισμού, όταν μόνο στο διάστημα από 19 Ιουνίου 1965 έως 23 Ιανουαρίου 1967 είχαν συνταχθεί από τη CIA τουλάχιστον 15 αναφορές για τη «δεξιά συνωμοτική ομάδα μέσα στο στρατό» - όπως την χαρακτήριζαν - με επώνυμες μάλιστα αναφορές στους πραξικοπηματίες και με την επισήμανση ότι «είχαν επαφή με τα ανάκτορα». Αντίθετα οι τότε κυβερνήσεις των ΗΠΑ συνέβαλαν με κάθε τρόπο στην επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος.

Η Θεσσαλονίκη συνέβαλε σημαντικά στον αγώνα κατά της Χούντας. Με την επικράτηση του πραξικοπήματος άρχισαν να συγκροτούνται και να δρουν οι αντιστασιακές οργανώσεις ΠΑΜ, Ρήγας Φερραίος, Δημοκρατική Άμυνα, Σπουδαστική - Λαϊκή Πάλη, Κίνημα 29ης Μαΐου, Αντι-ΕΦΕΕ, ΚΚΕ-ΚΝΕ, OMΛΕ, ΕΚΚΕ-ΑΑΣΠΕ, ΠΑΚ αλλά και ανένταχτοι αγωνιστές.

Βαρύ το τίμημα: τρεις δολοφονημένοι: ο ΕΔΑίτης αγωνιστής Βασίλης Μπεκροδημήτρης (24-4-1967, στο Αστυνομικό Τμήμα Χαριλάου), το στέλεχος των Λαμπράκηδων Γιάννης Χαλκίδης (5-9-1967, γωνία Φιλελλήνων-Κωνσταντινουπόλεως) ο βουλευτής της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς (9-5-1968, στην ΚΥΠ του Γ΄Σ.Σ., σήμερα Πολεμικό Μουσείο).
Εκατοντάδες οι «προληπτικώς εκτοπισμένοι» στα ξερονήσια, πάνω από 100 οι καταδικασμένοι σε βαριές ποινές, 12 σε ισόβια κάθειρξη.

Ας μην ξεχνάμε ότι η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη στις 22 Μαΐου 1963 ήταν βασικός κρίκος μιας μακριάς αλυσίδας συνωμοσιών και εγκλημάτων με στρατηγικό στόχο την επιβολή δικτατορίας. Γιατί «το τρίκυκλο ήταν της χούντας», όπως έγραψαν χαρακτηριστικά ο Γιώργος Μπέρτσος, ο Γιάννης Βούλτεψης και ο Γιώργος Ρωμαίος, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην διαλεύκανση του στυγερού αυτού πολιτικού εγκλήματος.

Η δικτατορία ποτέ δεν κατάφερε να αποκτήσει λαϊκή βάση, γιατί ήταν ένα βάρβαρο, καταπιεστικό καθεστώς, που δολοφόνησε, βασάνισε, έκλεισε στις φυλακές και τα ξερονήσια χιλιάδες δημοκρατικούς πολίτες.

Όταν άρχισε να στερεύει ο «Πακτωλός» των αμερικάνικων δολαρίων, εξαιτίας της διεθνούς οικονομικής κρίσης το 1971, η Χούντα, για να διατηρήσει την αρπάγη της στην εξουσία, αποπειράθηκε να μεταμφιεστεί, να «πολιτικοποιηθεί» με τη δοτή κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Ήδη, όμως, είχε αρχίσει η ανοιχτή αμφισβήτησή της με την κατάληψη της Νομικής το Φλεβάρη-Μάρτη του 1973 και το Κίνημα του Ναυτικού, με την ανταρσία του αντιτορπιλικού «Βέλος» το Μάιο του 1973, που αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για το δικτατορικό καθεστώς, σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους του.

Εκεί όπου είχαν «σκάψει» οι αντιδικτατορικές οργανώσεις βλάστησε ένα ανατρεπτικό νεολαιίστικο κίνημα που ενσωμάτωνε τις καλύτερες αγωνιστικές παραδόσεις του λαού μας και εμπνεόταν από το διεθνές κίνημα αμφισβήτησης των νέων. Ήταν η γενιά της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πνίγοντας στο αίμα την εξέγερση, η Χούντα δεν απέφυγε το μοιραίο. Αντίθετα επιτάχυνε την πτώση της με την ανατροπή του προέδρου Μακάριου, που οδήγησε στην κατοχή και διχοτόμηση της Κύπρου.

Το κενό εξουσίας που προέκυψε με την πτώση της Χούντας, καλύφθηκε με έναν παρασκηνιακό συμβιβασμό των αμερικανο-ΝΑΤΟικών ηγετικών κύκλων και των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων της χώρας-γεγονός που δεν ικανοποιούσε τη λαϊκή απαίτηση για ριζικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Ακόμα και η λεγόμενη «αποχουντοποίηση» άφησε στο απυρόβλητο πολλούς από τους υπηρέτες της Χούντας που εμφανίζονται σήμερα ως «τιμητές» ή «σωτήρες» στη δημόσια ζωή της χώρας. Έτσι, όχι μόνο δεν «έδωσαν τη Χούντα στο λαό», αλλά και μετέτρεψαν τα διαρκή εγκλήματά της σε «στιγμιαία» παραπτώματα και σε «εκπρόθεσμες» (!) 100 και πλέον εμπρόθεσμες μηνύσεις εναντίον βασανιστών. Γι’ αυτό και οι μεταδικτατορικές δημοκρατικές – κοινωνικές κατακτήσεις δεν αποτελούν παραχωρήσεις των κυβερνήσεων της «μεταπολίτευσης» αλλά είναι καρπός σκληρών κοινωνικών αγώνων.

Εκφράζουμε την ικανοποίησή μας, γιατί μετά από 15 χρόνια επίμονες προσπάθειες των συναγωνιστών / τριών μας και με την υποστήριξη του Δήμου Θεσσαλονίκης αλλά και την ανεκτίμητη συμβολή του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης, η αντιδικτατορική αντίσταση ξαναζωντάνεψε σ’ έναν από τους τόπους όπου έγραψε ιστορία, πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος: στο σημερινό Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, όπου λειτουργούσε το ανακριτικό κολαστήριο των δημίων της χουντικής ΚΥΠ. Εδώ μαρτύρησαν πολλοί και πολλές αγωνιστές και αγωνίστριες, πολίτες, στρατιώτες και στρατιωτικοί που «δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις». Εδώ βασανίστηκε και δολοφονήθηκε ο βουλευτής της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς, από τους πρωτεργάτες της αντιδικτατορικής Αντίστασης. Εδώ από τις 5 Μαΐου 2017, οπότε εγκαινιάστηκε από τον πρ. Πρόεδρο της Βουλής, Ν. Βούτση, λειτουργεί ο Χώρος Μνήμης της Αντιδικτατορικής Αντίστασης «Διότι δεν συνεμορφώθην».

Η άρνηση να αντιμετωπίσει κανείς με ειλικρίνεια τη σκοτεινή πλευρά της δικής του ιστορίας, στο όνομα της «εθνικής συνοχής» και της «επούλωσης των πληγών», επιτείνουν τον ιστορικό αναλφαβητισμό ιδιαίτερα της νέας γενιάς. Καθώς δίνει τη μάχη για το μέλλον, είναι υποχρεωμένη να «πατάει» στο έδαφος της ιστορικής αλήθειας και όχι σ’ αυτή που της σερβίρουν οι οπαδοί του ιστορικού αναθεωρητισμού και οι γκαιμπελίσκοι του ναζιστικού καρκινώματος της Χρυσής Αυγής - σάρκα από τη σάρκα της χούντας και των δωσιλόγων - καθώς και όλα τα ακροδεξιά μορφώματα που υποδαυλίζουν τον εθνικισμό, την ξενοφοβία, το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία.

«Φτάνει πια ο κακός ο λύκος! Πρέπει να λέμε όλη την αλήθεια στα παιδιά», έλεγε ο αείμνηστος Μ. Αναγνωστάκης.

Αν «ο αγώνας της μνήμης εναντίον της λήθης δεν είναι παρά ο αγώνας της ελευθερίας εναντίον της τυραννίας», τότε οποιαδήποτε αναφορά στον Αντιδικτατορικό Αγώνα αποκτά νόημα στο βαθμό που αναδεικνύει την αντίσταση, την αγωνιστική-συνειδητή στάση ζωής, σε κινητήρια δύναμη της Ιστορίας.

Τρ. Μηταφίδης, μέλος ΣΦΕΑ 1967-1974 -left,gr
{[['']]}

Από τα Τάγματα στους συνταγματάρχες

Το «στρογγυλό τραπέζι» της πρώτης ημέρας του συνεδρίου του ΙΔΙΣ (16/6). Από αριστερά: Στάθης Καλύβας, Θανάσης Βαλτινός, Αλέξης Παπαχελάς, Δημήτρης Καιρίδης, Χρήστος Ροζάκης. Κενή η θέση του καθηγητή Θεόδωρου Κουλουμπή. | Τ. Κωστόπουλος
«Οφείλετε, απαλλασσόμενοι από οιανδήποτε προκατάληψιν, να δώσετε τον εαυτόν σας διά την σωτηρίαν της Πατρίδος»
Γεώργιος Παπαδόπουλος, προς τους εκπαιδευτικούς (21/3/1968)
Κάποιες φορές, η πραγματικότητα δικαιώνει ακόμη και τις πιο ακραίες προβλέψεις.
Οταν πριν από 14 χρόνια ασχοληθήκαμε για πρώτη φορά από τις στήλες του «Ιού» με το εγχείρημα πολιτικής αποκατάστασης των ταγματασφαλιτών από τον καθηγητή Στάθη Καλύβα («Ελευθεροτυπία», 26/10/2003), δεν παραλείψαμε να σχολιάσουμε ειρωνικά το επιχείρημά του, ότι κάποιοι πρώην ταγματασφαλίτες χρησιμοποιούσαν τη λέξη «επανάσταση» για να περιγράψουν «τον ξεσηκωμό τους εναντίον του ΕΑΜ» στο πλευρό της Βέρμαχτ.
«Υποθέτουμε», γράφαμε, «ότι οι ερωτήσεις του κ. Καλύβα προς τους εν λόγω “πληροφορητές” του δεν επεκτάθηκαν και στα μεταπολεμικά χρόνια.
Γιατί τότε, με αφορμή την 21η Απριλίου, κατά πάσα πιθανότητα θα ξανάκουγε να μιλούν για “την Επανάσταση”...».
Μιάμιση δεκαετία μετά, κι αφού πολύ νερό κύλησε έκτοτε στο αυλάκι, ο ίδιος καθηγητής μ’ ένα πολυσυζητημένο άρθρο του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής προχώρησε σε μια πρώτη, δειλή αποκατάσταση (και) της χούντας, μέσω -κυρίως- της σχετικοποίησης: η δικτατορία, υποστηρίζει, λειτούργησε ως βραχύβιος θετικός καταλύτης για τον «πλήρη εκδημοκρατισμό της Δεξιάς και διαμέσου αυτής και της χώρας», ενώ ταυτόχρονα «συνέβαλε με έμμεσο τρόπο στον ραγδαίο αξιακό και πολιτισμικό εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας· ο Καλύβας της αναγνωρίζει επίσης «πλατιά αποδοχή» από τον πληθυσμό, χάρη στην «ταύτισή» της με «την κορύφωση ουσιαστικά του μεταπολεμικού ελληνικού οικονομικού θαύματος».
Οπως ήταν αναμενόμενο, τη δημοσίευση του άρθρου ακολούθησαν έντονες (και ως επί το πλείστον αρνητικές) αντιδράσεις.
Παντελώς απαρατήρητη πέρασε, αντίθετα, η διοργάνωση που παρείχε το σχετικό έναυσμα.
Αναφερόμαστε στο συνέδριο που οργάνωσε το περασμένο Παρασκευοσαββατοκύριακο (16-18/6) το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) του Παντείου, με θέμα «Η δικτατορία των συνταγματαρχών. Εσωτερικές και διεθνείς διαστάσεις».
Κι όμως, όσα ειπώθηκαν εκεί φωτίζουν πολύ καλύτερα το επίμαχο κείμενο (που ξεκινά, άλλωστε, με ρητή αναφορά στο συνέδριο).
Το ΙΔΙΣ οργάνωσε επίσης ένα 8ωρο σεμινάριο «διά βίου μάθησης», με διδάσκοντα τον Καλύβα, δίδακτρα 60 ευρώ και αντικείμενο τη «συγκριτική μελέτη των εμφυλίων πολέμων και της πολιτικής βίας».
Για να το πούμε όσο γίνεται πιο απλά: η έμμεση και διακριτική (προς το παρόν) πολιτική αποκατάσταση της χούντας δεν αποτελεί ατομική πρωτοβουλία του καθηγητή του Γέιλ, αλλά συλλογικότερο εγχείρημα, σαφώς και πανηγυρικά διατυπωμένο.
Εκλαμβάνεται δε ως οργανικό τμήμα ενός ευρύτερου ερμηνευτικού σχήματος της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το οποίο θα νομιμοποιεί τις στρατηγικές επιλογές της τελευταίας επταετίας, θ’ ανταποκρίνεται στην αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού που επέφερε η επιβολή των μνημονίων και θ’ αντικαταστήσει τα παλαιότερα «εθνικοενωτικά» δημοκρατικά αφηγήματα, τα οποία έχουν πλέον καταστεί αλυσιτελή ως μηχανισμός αναπαραγωγής της κοινωνικής συναίνεσης.
Για τη διαπίστωση αυτής της εξέλιξης, αλλά και των δυσκολιών που συναντά στην πράξη το όλο εγχείρημα, η παρακολούθηση του συνεδρίου της περασμένης εβδομάδας αποδείχθηκε άκρως διαφωτιστική.

Από τον Εμφύλιο στη χούντα

Πατροπαράδοτες φιλελεύθερες αξίεςΠατροπαράδοτες φιλελεύθερες αξίες | ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ TOY ΡΗΓΑ (1974)
Το συνέδριο άνοιξε ο καθηγητής Δημήτρης Καιρίδης, αναπληρωτής διευθυντής του ΙΔΙΣ, επιστημονικός σύμβουλος του Ιδρύματος Κ. Καραμανλής, διευθυντής του «Δικτύου Ναβαρίνο», επιστημονικός διευθυντής παλαιότερα του Ιδρύματος Κόκκαλη και γνωστός στο ευρύ κοινό από τις καθημερινές τηλεοπτικές εμφανίσεις του.
Υποστηρίζοντας πως «η εθνική μελέτη του πραξικοπήματος κατατρύχεται από μια αφόρητη εσωστρέφεια, αυτοαναφορικότητα και έλλειψη θεωρίας», ο εισηγητής παρέπεμψε επανειλημμένα στη μελέτη των σχέσεων πολιτικής-στρατιωτικής εξουσίας «όπως κυρίως αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον παλιό μου καθηγητή, πρωτοπόρο Σάμουελ Χάντινγκτον».
Αποσιώπησε όμως το εμβληματικό έργο αυτού του τελευταίου («Political Order in Changing Society», 1968), με το οποίο οι στρατιωτικές δικτατορίες νομιμοποιήθηκαν στην αμερικανική πολιτική σκέψη σαν το απαραίτητο όχημα για την οικονομική ανάπτυξη των «περιφερειακών» κοινωνιών.
Υπερβολική διακριτικότητα ή απλή άγνοια;
Επίκεντρο της εισήγησης Καιρίδη αποτέλεσε «το αισιόδοξο μήνυμα» της διεύρυνσης του ιστορικού «μεταναθεωρητισμού» της δεκαετίας του 1940, ώστε να περιλάβει και την καυτή πατάτα της εθνοσωτηρίου.
Με οδηγό και υπόδειγμα -τι άλλο;- τον Καλύβα και το έργο του:
«Να μπορέσουμε να κάνουμε με τη μελέτη του πραξικοπήματος αυτό που καταφέραμε με τη μελέτη μιας άλλης περίπτωσης πολιτικής βίας, που είναι οι εμφύλιοι πόλεμοι.
Οπως στην περίπτωση των εμφύλιων πολέμων υπήρξε μια έκρηξη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, και δημιουργήθηκε ένα υποπεδίο στην πολιτική επιστήμη εκεί που δεν υπήρχε, έτσι ελπίζω και τα πραξικοπήματα θα πάρουν τη θέση που τους αξίζει στη διεθνή βιβλιογραφία, ενδεχομένως και με αφορμή την ελληνική περίπτωση.
Και επειδή σε λίγο θα φιλοξενήσουμε στη στρογγυλή τράπεζα έναν συνάδελφο Ελληνα από το εξωτερικό, ο οποίος πρωτοπόρησε στη μελέτη της εμφύλιας βίας (και υπό μίαν έννοια είναι ο θεμελιωτής διεθνώς του υποπεδίου, ο Στάθης Καλύβας), ελπίζω το συνέδριο ν’ αποτελέσει αφορμή, να γεννήσει τέτοιου τύπου διανοητές παγκοσμίου βεληνεκούς ως προς τα πραξικοπήματα».
Για να μην υπάρξει καμιά αμφιβολία, η εξαγγελία επαναλήφθηκε (κι εξειδικεύτηκε) στο κλείσιμο της εναρκτήριας αυτής ομιλίας:
«Οπως ξεκινήσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να μελετούμε την εμφύλια βία, και η ελληνική περίπτωση του εμφύλιου πολέμου 1946-49 έγινε εμβληματική χάρη στο εμβληματικό έργο του Στάθη Καλύβα περί της λογικής της εμφύλιας βίας (2006), έτσι ελπίζω και το συνέδριό μας να γίνει αφορμή για την πυροδότηση αντίστοιχης μελέτης σε παγκόσμιο επίπεδο, με την ελληνική περίπτωση εμβληματική, και να γεννηθούνε οι επίγονοι του Στάθη από τη νέα γενιά πολιτικών επιστημόνων και αναλυτών, πέρα από το αναμάσημα, ξανά και ξανά, τι έκανε ο βασιλιάς, τι έκανε η CIA, ποιος ήταν ο ΙΔΕΑ, τι έγινε ο Παπαδόπουλος κ.λπ., τα οποία τα ’χουμε πει, τα ’χουμε ξαναπεί, θα τ’ ακούσουμε βεβαίως και εδώ».
Εξαιρετικά εύγλωττο υπήρξε και το κάλεσμά του προς το κοινό, να εγγραφεί στο σεμινάριο του Καλύβα για την εμφύλια βία:
«Είναι μοναδική ευκαιρία για όλους εμάς εδώ στην ακαδημαϊκή επαρχία, για να μην πω έρημο, να συνομιλήσουμε με το κέντρο, με την Αμερική».
Λιγότερο προφανή για τους αμύητους αποδείχθηκαν, αντίθετα, τα συμφραζόμενα μιας άλλης παρατήρησής του, με στόχο το εγχώριο alter ego τού εξ Εσπερίας διανοητή:
«Θα διαφοροποιήσω τον Νίκο τον Μαραντζίδη, τον παλιό μου συνάδελφο, όσο σημαντικός κι αν είναι, από το έργο του Στάθη του Καλύβα, που πραγματικά είναι διεθνές και υπό αυτήν την έννοια ανοίγει έναν δρόμο για την ευρύτερη μελέτη του φαινομένου.
Θεωρώ ότι συχνά υποτιμούμε αυτή τη συνεισφορά και υποτιμά και ο ίδιος αυτή τη συνεισφορά, μπλέκοντας μέσα στα -πώς να το πούμε;- πίτουρα. Αλλά ας μην επεκταθώ σε αυτό τώρα...».
Ως συντονιστής του στρογγυλού τραπεζιού της πρώτης ημέρας, ο κ. Καιρίδης δεν απέφυγε, τέλος, τον πειρασμό ν’ αποδώσει στη χούντα τον «λαϊκισμό» της δεκαετίας του ’80 αλλά και της σήμερον -καλώντας τον συγγραφέα Θανάση Βαλτινό να εξηγήσει «κατά πόσον η δεκαετία του ’80 συνδέεται με αυτό που λέγεται “η κληρονομιά της χούντας”» και, πιο συγκεκριμένα, «κατά πόσον η χούντα, ως αποθέωση ενός λαϊκίστικου μικροαστισμού, να πούμε, μπέρδεψε το πράγμα και δημιούργησε εκείνες τις συνθήκες, δηλητηριάζοντας τη μεταπολίτευση με μια σειρά παθογένειες και καταχρήσεις τις οποίες τις είδαμε έτσι πολύ μπροστά μας στις επόμενες δεκαετίες».

Ενας παρεξηγημένος φιλελεύθερος

Το πρώτο πάνελ του συνεδρίουΤο πρώτο πάνελ του συνεδρίου | Τ. Κωστόπουλος
Αν ο Καιρίδης επικεντρώθηκε σε ύμνους στον Καλύβα και στη γενικόλογη καταγγελία των «ανεπαρκειών» της υφιστάμενης βιβλιογραφίας, υπαινισσόμενος απλώς τι δεν του αρέσει σ’ αυτή την τελευταία, ο επόμενος ομιλητής μπήκε στην ουσία του ζητήματος.
Σπονδυλική στήλη της εισήγησης του Θανάση Διαμαντόπουλου, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο, αποτέλεσε η διάκριση ανάμεσα στον μετριοπαθή Παπαδόπουλο και τους σκληρούς «συνεπαναστάτες» του:
«Εντός του καθεστώτος της 21ης Απριλίου», υποστήριξε, «από την πρώτη στιγμή, φαίνονται απόλυτα καθαρά δύο τάσεις.
Η, αν μπορώ να πω έτσι, τάση των “περιστερών”, που -όσο κι αν φαίνεται απίθανο- την ενσάρκωνε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, και η τάση των “ιεράκων”, που ενσάρκωνε η συλλογική διοίκηση του επαναστατικού συμβουλίου.
Ο Παπαδόπουλος κράτησε από την πρώτη στιγμή διαύλους επικοινωνίας με τον μονάρχη, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα.
Απεκαλύφθη πρόσφατα πως αξιωματικοί με την άδειά του επικοινωνούσαν με τον Ράλλη και τον Γεώργιο [εννοεί: Κωνσταντίνο] Παπακωνσταντίνου, κρατώντας μια επικοινωνία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, δηλαδή με την εθνικόφρονα πλευρά της πολιτικής ηγεσίας του τόπου».
Οι «πρόσφατες αποκαλύψεις» που δεν κατονομάζονται είναι, φυσικά, το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά «Το μυστικό του εθνάρχη», που διένειμε τον Απρίλιο η «Εφ.Συν.».
Εκτός όμως από τις επαφές με τον αυτοεξόριστο εθνάρχη, ο δικτάτορας πιστώθηκε από τον ομιλητή και με μια ατέρμονη προσπάθεια δημοκρατικής μετεξέλιξης του καθεστώτος, που προσέκρουσε στην αντίθεση των υπόλοιπων μελών του «επαναστατικού συμβουλίου».
Ο Παπαδόπουλος «αμνήστευσε τον ΑΣΠΙΔΑ, αμνήστευσε το βασιλικό πραξικόπημα, το 1968 απελευθέρωσε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους [...].
Οταν αργότερα προσπάθησε να άρει -κάνοντας υπουργό Εξωτερικών τον Πιπινέλη- τον στρατιωτικό νόμο, αντέδρασαν οι αξιωματικοί, δεν το πέτυχε αυτό, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να εκδιωχθεί τότε από το Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά στην προσπάθεια πολιτικοποίησης του καθεστώτος η εσωκαθεστωτική πόλωση κορυφώθηκε.
Η αντίδραση του Παπαδόπουλου ήταν η απειλή για άμεση λειτουργία του Συντάγματος, δηλαδή πλήρη λειτουργία του Συντάγματος του ’68, λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, και τόνισε ότι αν επιχειρούσαν να μετατρέψουν την επανάσταση σε καθεστώς, θα επαναεισήγε τη χώρα σε κοινοβουλευτικό καθεστώς.
Κι εκείνη την εποχή η σύγκρουση ήταν τόσο βίαιη, που τη λύση την έδωσε το μόνο στέλεχος της επαναστατικής επιτροπής ο οποίος ήταν ακόμη εντός των ενόπλων δυνάμεων και είχε ακόμη ισχυρή στρατιωτική δύναμη, ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, ο οποίος είπε πως μόνο τον Παπαδόπουλο αποδέχονται ως ηγέτη εκείνη τη στιγμή τα κατώτερα στρώματα.
Από εκείνη τη στιγμή ο Παπαδόπουλος επιταχύνει και ένα-δύο βήματα πολύ σημαντικά της νίκης του επί των συνεπαναστατών του -τρία μπορώ να πω- είναι ότι στις 31/12/1971 αίρει τον στρατιωτικό νόμο, στις 6/10/1971 έχει καταργήσει τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, κάτι που δεν το έκανε μήτε η κυβέρνηση Πλαστήρα (1950-52), όταν ο Εμφύλιος ήταν πρόσφατος, αλλά μήτε οι κυβερνήσεις Γεωργίου Παπανδρέου το 1963-65.
Ταυτόχρονα, διά της προαγωγής, κάνοντας υφυπουργούς σε περιφερειακές διοικήσεις τούς παλιούς συμπραξικοπηματίες του, τους αποδυνάμωσε ολοσχερώς και πλήρως».
Οι εσωτερικές αντιθέσεις της χούντας υπήρξαν, βέβαια, γεγονός.
Η ευθύγραμμη μεταγραφή τους όμως σε αναμέτρηση μεταξύ οπαδών του εκδημοκρατισμού και του ολοκληρωτισμού είναι εντελώς παραπλανητική.
 Κατ’ αρχάς, αποσιωπά το γεγονός πως οι οξύτερες απ’ αυτές τις κρίσεις προέκυψαν όχι από κάποιες διαφορές στρατηγικής, αλλά ως παράπλευρο αποτέλεσμα της εξυπηρέτησης αντιτιθέμενων επιχειρηματικών συμφερόντων από τα ηγετικά στελέχη του καθεστώτος.
Η ανοιχτή αντιπαράθεση Παπαδόπουλου - Μακαρέζου το 1970, που παραλίγο να καταλήξει σε νέο πραξικόπημα, αποδίδεται λ.χ. ρητά από τις πηγές της εποχής στον τότε ανταγωνισμό Ωνάση - Νιάρχου για το τρίτο διυλιστήριο.
 Επιπλέον, όπως έσπευσε να επισημάνει κατά τη σχετική συζήτηση ο καθηγητής Σωτήρης Βαλντέν, η σκιαγράφηση της παπαδοπουλικής «φιλελευθεροποίησης» από τον ομιλητή εμπεριείχε πολλά στοιχεία παραπλανητικού εξωραϊσμού.
Ο στρατιωτικός νόμος άρθηκε λ.χ. το 1972 μόνο στην επαρχία (όπου, μακριά από τα μάτια της διεθνούς κοινότητας, αρκούσαν άλλες μέθοδοι καταναγκασμού) και όχι στην πρωτεύουσα, όπου παρέμεινε σε ισχύ ώς τον σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη -και το Πολυτεχνείο.
Το 1968 δεν απελευθερώθηκαν «όλοι» οι πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά μόνο ένα μέρος τους.
Αλλά και η πομπώδης «κατάργηση» του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων κάθε άλλο παρά εφαρμόστηκε στην πράξη, αφού αυτά παρέμειναν σε ισχύ μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, για να καταργηθούν ολοσχερώς (όσον αφορά την εισαγωγή στις στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές) μόλις το 1982.

«Ευμάρεια και αισιοδοξία»

Η κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, που μετατράπηκε σε αντιδικτατορικό συλλαλητήριο (3/11/1968) - Δεξιά, στιγμιότυπο από συνάντηση των δικτατόρων με την ηγεσία του ΣΕΒ (3/5/1969)ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (1982) / ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
↳ Το θεώρημα περί «πλατιάς αποδοχής» της χούντας αγνοεί εκδηλώσεις όπως η μαζική συμμετοχή στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, που μετατράπηκε σε αντιδικτατορικό συλλαλητήριο (3/11/1968). Η ίδια απροθυμία επιδεικνύεται, άλλωστε, για την αναζήτηση των (πραγματικών) ερεισμάτων του καθεστώτος μεταξύ των «παραγωγικών τάξεων» –δεξιά, στιγμιότυπο από συνάντηση των δικτατόρων με την ηγεσία του ΣΕΒ (3/5/1969)
Τι είπε όμως ο ίδιος ο Καλύβας στο συνέδριο;
Τα ίδια πάνω-κάτω με όσα υποστήριξε στο άρθρο του στην «Καθημερινή», αν και με κάπως λιγότερο κατηγορηματικές διατυπώσεις, όπως επιβάλλει άλλωστε συνήθως η προφορικότητα.
Δήλωσε εξαρχής «μη ειδικός σε θέματα που αφορούν τη δικτατορία», για να επιδοθεί κατόπιν σε μια δικανικού τύπου έμμεση απόδοση σε αυτήν μιας πλειάδας θετικών κοινωνικών εξελίξεων (εξηλεκτρισμός, «μεγάλες οικονομικές επενδύσεις», επέκταση οδικού δικτύου, «πολλές οικογένειες απέκτησαν ιδιωτικό αυτοκίνητο, τηλεόραση, άρχισαν δηλαδή να ζουν με τον τρόπο που χαρακτηρίζει τις μεσαίες ευρωπαϊκές τάξεις»).
Με τελική κατάληξη, φυσικά, το επιθυμητό πολιτικό συμπέρασμα:
«Ουσιαστικά είχαμε μία περίοδο ευμάρειας και αισιοδοξίας, παρά τα προβλήματα, παρά τις αντιξοότητες.
Πράγμα που, πιστεύω, σε μεγάλο βαθμό εξηγεί και τις πολλές παρατηρήσεις που διαθέτουμε από παρατηρητές της εποχής, διαπιστώσεις ότι υπήρχε σε μεγάλο βαθμό μια αίσθηση ανοχής, αν όχι αποδοχής σιωπηλής, επιφανειακής βέβαια, του καθεστώτος από τον πληθυσμό».
Στη συζήτηση που ακολούθησε, του επαναλάβαμε το ερώτημα που υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1969 ο Γεώργιος Ράλλης προς τον τότε σταθμάρχη της CIA, Στέισι Ποτς, όταν αυτός ισχυρίστηκε κάτι παρόμοιο: «Αν η κυβέρνηση έχει τη λαϊκή υποστήριξη, γιατί τους πιάνει ρίγος μόλις αναφερθεί η λέξη ''εκλογές'';».
Η απάντησή του δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνείας:
«Μα στα σχέδια της χούντας ήταν η λύση Μαρκεζίνη. Βεβαίως, όταν θεώρησαν ότι ήταν έτοιμοι να το κάνουν, όταν είχαν δει ότι οι άλλες επιλογές είχαν εξαντληθεί.
Είναι ένα θέμα το οποίο έχει μελετηθεί, πώς διαχειρίζονται την επόμενη μέρα τα στρατιωτικά καθεστώτα, και υπάρχουν και πιο εν πολλοίς ψευδεπίγραφα -πιστεύω- ερωτήματα.
Δηλαδή, είναι γεγονός ότι ο κόσμος δεν αντιστέκεται δεν σημαίνει ότι ο κόσμος αποδέχεται, όπως και το γεγονός ότι οι δικτατορίες δεν κάνουν εκλογές δεν σημαίνει ότι ο κόσμος τους απορρίπτει».
Κατά τα άλλα, η τοποθέτησή του χαρακτηρίστηκε από αλλεπάλληλες εννοιολογικές συγχύσεις.
Σύγχυση μεταξύ δύο παράλληλων στόχων της χούντας (πολιτικοϊδεολογική οπισθοδρόμηση και οικονομική ανάπτυξη), που εκλαμβάνονται απ' αυτόν ως αντίθετα και όχι ως συμπληρωματικές επιδιώξεις, αλλά και μεταξύ «καθεστώτων» και απλών κυβερνήσεων:
«Τα πραξικοπήματα», τόνισε, «είναι μια μέθοδος εγκαθίδρυσης ενός πολιτικού καθεστώτος που φαίνεται να έχει περάσει πλέον αργά αλλά με σταθερό τρόπο στα αζήτητα της Ιστορίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία είναι στο απυρόβλητο. Αντιθέτως, πλέον, με πολύ πιο συχνό τρόπο καταρρέουν δημοκρατικά καθεστώτα μέσω άλλων μηχανισμών -κυρίως εκλογών, κι όχι μέσω πραξικοπημάτων» (!).
Το πιο ενδιαφέρον σημείο της παρέμβασής του αφορούσε πάντως τη θέση εκείνου του επτάχρονου «μικρού διαλείμματος» στη σημερινή συλλογική μνήμη:
«Η κοινωνία που ζούμε σήμερα μπορεί να σφραγίστηκε μεταπολιτευτικά από τη διαδικασία της Μεταπολίτευσης, αλλά κοινωνικά και οικονομικά ουσιαστικά διαμορφώθηκε την εποχή της δικτατορίας.
Και ίσως αυτό να εξηγεί, θα έλεγα, το μεγάλο, κατά τη γνώμη μου, ερώτημα, πόσο εύκολα φαίνεται να ξεπέρασε η ελληνική κοινωνία αυτή την περίοδο.
Πόσο έπαψε να ασχολείται με ουσιαστικά θέματα που είχαν προκύψει στο διάστημα εκείνο, βάζοντας αυτή την εμπειρία πίσω της, διακωμωδώντας την ενδεχομένως, αλλά μη ασχολούμενη με τρόπο συστηματικό.
Δεν παρατηρείται στην Ελλάδα αυτό που παρατηρείται σε άλλες κοινωνίες που έχουν περάσει αντίστοιχες εμπειρίες αυταρχικών καθεστώτων, όπου για πολλά χρόνια υπάρχει μια έντονη συζήτηση για το τι έγινε, ποιοι ευθύνονταν, πώς λειτούργησαν τα πράγματα την εποχή εκείνη.
Αντίστοιχα, έχω την αίσθηση ότι στην Ελλάδα, μετά από μια πρώτη περίοδο, σιγά σιγά η κοινωνία προχωράει, ξεπερνάμε αυτή την περίοδο και δεν τη θυμόμαστε ούτε τη συζητάμε πια, κι αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανένας πολύ έντονα είτε στον επιφανειακό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε δημοσιογραφικά η περίοδος εκείνη (ως μία σακούλα στην οποία μπορούσαν να χωθούν όλες οι αμαρτίες, πραγματικές ή όχι, αλλά χωρίς ουσιαστική αυτογνωσία), κι από την άλλη με την -θα έλεγε κανένας- αμνησία που επικράτησε για πολύ κόσμο: πρόκειται για μια περίοδο, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους εκείνους που δεν έχουν άμεσα προσωπικά βιώματα, που δεν αντιστοιχεί σε κάτι, πέρα από τα σύμβολα τα οποία...».
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να υποτιμήσει τη σημασία αυτής της πολλαπλής παραδοχής.
Οχι μόνο για την εμφανή ενόχληση του ομιλητή από τη «δημοσιογραφική αντιμετώπιση της περιόδου εκείνης» ή την ανακούφιση που προδίδει η εκτίμηση πως «η κοινωνία προχωράει, ξεπερνάμε αυτή την περίοδο».
Η κραυγαλέα παραγνώριση της καθοριστικής θέσης που οι αναφορές στη δικτατορία εξακολουθούν να κατέχουν στον δημόσιο λόγο (κυρίως διά της πάνδημης αναγωγής της σε μέτρο σύγκρισης κάθε αυταρχικής πρακτικής: «χουντικά» μέτρα, «ούτε η χούντα...» κ.ο.κ.), παραγνώριση αδιανόητη για έναν πολιτικό επιστήμονα, μπορεί να ερμηνευθεί μ’ έναν μονάχα τρόπο: ως ενδοσκόπηση της συλλογικότητας από την οποία προέρχεται και στην οποία όντως αναφέρεται ο ομιλητής.
Το πραγματικό νόημα της παρέμβασής του γίνεται αντιληπτό μόνο αν αντικαταστήσουμε τη λέξη «κοινωνία» με τη λέξη «Δεξιά» ή «εθνικοφροσύνη».
Δοκιμάστε το και θα δείτε να ξετυλίγεται μια πολύ διαφορετική (και αρκετά ρεαλιστική) εικόνα.

Πήλινα πόδια;

Κατά τα άλλα, γενική εντύπωση από το συνέδριο του περασμένου Σαββατοκύριακου ήταν ότι το εγχείρημα που εξαγγέλθηκε τόσο πανηγυρικά αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες υλοποίησης.
Το πιστοποιούν, κατ’ αρχάς, οι αντιδράσεις και οι ερωτήσεις του κοινού στις διάφορες τοποθετήσεις.
Αλλά κι αυτές οι τελευταίες, κάθε άλλο παρά καθολικά εναρμονισμένες με το επιθυμητό σχήμα υπήρξαν: μολονότι η μεγάλη πλειονότητα των ομιλητών προερχόταν από τον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς, οι περισσότεροι δεν απέκλιναν από τις συντεταγμένες της μεταπολιτευτικής συναίνεσης.
Ως ιδεοτυπικές φυσιογνωμίες τής τότε Δεξιάς προβλήθηκαν έτσι κυρίως μορφές με αντιστασιακή δράση, όπως η Ελένη Βλάχου ή ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ενώ εξίσου χαρακτηριστική ήταν η απροθυμία να θιγούν οι σχέσεις του δικτατορικού καθεστώτος με επιμέρους μερίδες της αστικής τάξης και της «κοινωνικής» Δεξιάς.
Δίχως όμως μια τέτοια ενασχόληση, επικίνδυνη εκ των πραγμάτων για την καλή εικόνα της παράταξης, οποιαδήποτε «αποδοχή» της χούντας είναι αδύνατο να τεκμηριωθεί.
Κάποιες άλλες αδυναμίες οφείλονται σε εμφανή ποιοτικά ελλείμματα του καθοδηγητικού επιτελείου.
Η βεβαιότητα λ.χ. κάποιων από τους διοργανωτές ότι ο Αλέξης Παπαχελάς απέδειξε την ανυπαρξία αμερικανικού δαχτύλου στο πραξικόπημα μαρτυρά, αν μη τι άλλο, πλημμελή ανάγνωση του βιβλίου του που κυκλοφόρησε εδώ και δυο δεκαετίες.
Οι δυσχέρειες της μετάστασης του ιστοριογραφικού «νέου ρεύματος» από το 1943-1949 στο 1967-1974 δεν οφείλονται όμως μόνο σε υποκειμενικά όρια.
Ακόμη πιο καθοριστικοί αποδεικνύονται, κατά τη γνώμη μας, κάποιοι άλλοι παράγοντες:
⚫ Η απουσία προϋπάρχοντος σχήματος, το οποίο θα μπορούσε να εκσυγχρονιστεί μ’ ένα γρήγορα λίφτινγκ, όπως έγινε με την ανάλυση των Καλύβα - Μαραντζίδη για την Κατοχή και τον Εμφύλιο (που αναπαράγει απλώς, με πιο μοντέρνο λεξιλόγιο, την κυρίαρχη ιστοριογραφική ορθοδοξία του 1949-1974).
Στην περίπτωση της χούντας, ο μόνος αντίλογος στο κυρίαρχο μεταπολιτευτικά ερμηνευτικό σχήμα προέρχεται από τους ίδιους τους χουντικούς και δύσκολα μπορεί να εξευγενιστεί, ώστε να γίνει ευρύτερα αποδεκτός.
Μια αυθεντική δε αναθεώρηση απαιτεί πολύ μεγαλύτερα επιστημονικά κότσια απ’ ό,τι ένας απλός «μεταναθεωρητισμός», που ισοδυναμεί με απλή επαναφορά στη μόδα κάποιων παλαιότερων στερεοτύπων.
⚫ Η ισχνότητα του αντίπαλου δέους της αντιδικτατορικής «βίας», που θα μπορούσε οριακά να υποβοηθήσει μια κάποια σχετικοποίηση.
Η κραυγαλέα ανισομέρεια των εκατέρωθεν οπλοστασίων (σποραδικές «κροτίδες», προπαγανδιστικές εξορμήσεις και απόπειρες διαδήλωσης έναντι ασφυκτικής λογοκρισίας και συστηματικών βασανιστηρίων) θα γελοιοποιούσε κάθε απόπειρα μεταφοράς του σχήματος της δεκαετίας του ’40 στις συνθήκες της εθνοσωτηρίου.
Το δε γεγονός ότι βόμβες έβαζαν όχι μόνον αριστερές οργανώσεις αλλά και αμιγώς κεντρώες ή αναφανδόν δεξιές, εμποδίζει την αξιοποίηση της σχετικής «αντιτρομοκρατικής» φιλολογίας του 2002 για ευρύτερη νομιμοποίηση των χουντικών κατασταλτικών μηχανισμών.
⚫ Η εγγενής πολυμορφία που χαρακτηρίζει συνήθως τα αφηγήματα των ηττημένων -απόρροια των διαφορετικών ρυθμών και τρόπων με τον οποίο βιώθηκε από τις επιμέρους πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες τους η ήττα.
Αν η εκδοχή της νικηφόρας εθνικοφροσύνης για τη δεκαετία του 1940 παρέμεινε λίγο-πολύ απαράλλακτη στον χρόνο, ενώ εκείνες της ηττημένης Αριστεράς δεν έπαψαν ποτέ να κονταροχτυπιούνται, το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με τις αφηγήσεις των πάσης φύσης εθνικοφρόνων για τη χούντα.
Εξ ου και οι αρχιτέκτονες του τρέχοντος εγχειρήματος δείχνουν να διστάζουν μπροστά στην επιλογή ερμηνευτικού σχήματος: η χούντα ήταν ένα «αντιιμπεριαλιστικό», «ριζοσπαστικό» μόρφωμα που δεν είχε καμιά σχέση με τη μετεμφυλιακή Δεξιά (όπως ισχυρίζεται από το 2014 ο καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου) ή αντίθετα «ανανέωσε» άθελά της «τη Δεξιά και τη χώρα», όπως θέλει ο Καλύβας;
Ή μήπως πάλι θα πρέπει ν’ αναδειχθεί το παραδοσιακό φιλοπαπαδοπουλικό/μαρκεζινικό σχήμα που φορτώνει όλα τα κακά στους «σκληρούς» του Ιωαννίδη;
Σε κάθε περίπτωση, η συνέχεια αναμένεται αρκετά ενδιαφέρουσα.

Η «πλατιά αποδοχή» του 10-15%

Η εικόνα «πλατιάς αποδοχής» που το καθεστώς κατασκεύαζε για τον εαυτό του, στα πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού ΤύπουΗ εικόνα «πλατιάς αποδοχής» που το καθεστώς κατασκεύαζε για τον εαυτό του, στα πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού Τύπου | 
Οχι μόνο ο Στάθης Καλύβας αλλά και κάμποσοι ακόμη συντηρητικοί πανεπιστημιακοί (όπως οι καθηγητές Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος) επικαλούνται την απουσία μαζικών εκδηλώσεων αντίστασης μέχρι το 1972 ως ένδειξη «ανοχής» ή και «πλατιάς αποδοχής» του δικτατορικού καθεστώτος από τον ελληνικό λαό.
Η «ένδειξη» αυτή σχετικοποιείται, βέβαια, από δύο δεδομένα.
Το πρώτο είναι η μετατροπή σε μαζικότατη αντικαθεστωτική διαδήλωση της μοναδικής συνάθροισης πολιτικού χαρακτήρα που επέτρεψε, μέχρι την άρση του στρατιωτικού νόμου το 1973, η χούντα: της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου (3/11/1968).
Το δεύτερο είναι η άγρια καταστολή των αντιφρονούντων και η πανηγυρική πάταξη ακόμη και της παραμικρής εκδήλωσης δυσφορίας για τα έργα της «επαναστάσεως».
Ενα τυπικό μικροσυμβάν, που δημοσιεύτηκε (με πανομοιότυπο κείμενο) στις εφημερίδες της 17/11/1967, είναι αποκαλυπτικό για την έκταση αυτής της τρομοκρατικής πρακτικής.
Κάποιος ταξιτζής από τον Βύρωνα «κατεφέρετο» το φθινόπωρο του 1967 κατά της επέκτασης της περιμετρικής ζώνης, λέγοντας ότι μείωσε τις εισπράξεις του· κάποιος καλοθελητής ενημέρωσε σχετικά την Ασφάλεια και αυτή τον Παττακό, που διέταξε να τον συλλάβουν και να του τον φέρουν, με την κατηγορία ότι παρόμοια γκρίνια συνιστά οργανωμένη «αντίδρασιν κατά της κυβερνήσεως», βάσει «γραμμής που είχε δοθεί από τον ραδιοσταθμόν του ΚΚΕ».
Μετά τη συνομιλία τους, διαβάζουμε στο άρθρο, ο προσαχθείς «παρεδέχθη την ορθότητα των ληφθέντων μέτρων, όπως την παραδέχονται όλοι οι επαγγελματίαι οδηγοί», με εξαίρεση «τους κομμουνιστάς φανατισμένους επαγγελματίας της αντιδράσεως, της αναταραχής».
Ο δε Παττακός τον άφησε ελεύθερο, στέλνοντας το σχετικό «ρεπορτάζ» (και φωτογραφία του μεταξύ τους «διαλόγου») στον Τύπο, προς γενικό παραδειγματισμό.
Ο γκρινιάρης ταξιτζής ενώπιον του ΠαττακούΟ γκρινιάρης ταξιτζής ενώπιον του Παττακού | ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο προσαχθείς, διαβάζουμε εκεί, «εγλύτωσε χάριν εις την μεγαλοφροσύνην του κ. Παττακού. Διά τους κομμουνιστάς, όμως, και τους αφελείς συνοδοιπόρους των υπάρχουν οι νόμοι, οι οποίοι θα εφαρμοσθούν εις εκάστην περίπτωσιν με την δέουσαν αυστηρότητα».
Οποιος τολμά, ας ξανακατακρίνει κυβερνητικό μέτρο...
Η αποτίμηση των λαϊκών διαθέσεων σε συνθήκες κρατικής τρομοκρατίας, κατάργησης των αντιπροσωπευτικών θεσμών και ασφυκτικής λογοκρισίας δεν είναι βέβαια καθόλου εύκολη υπόθεση.
Τον ασφαλέστερο ίσως δείκτη αποτελούν οι κατ’ ιδίαν τότε εκτιμήσεις ηγετικών στελεχών της Δεξιάς, που εκ των πραγμάτων είχαν μια καλύτερη (και εκ των ένδον) εικόνα των διαθέσεων της εθνικόφρονος μαζικής βάσης –της μερίδας, δηλαδή, του πληθυσμού που αποτελούσε και το προνομιακό ακροατήριο της εθνοσωτηρίου.
«Οι οπαδοί του Κέντρου είναι όλοι αντίθετοι προς την σημερινήν κατάστασιν», ενημέρωνε εμπιστευτικά τον αυτοεξόριστο Καραμανλή ο Γεώργιος Ράλλης τον Μάιο του 1970, όταν η χούντα βρισκόταν στο αποκορύφωμα της ισχύος της.
«Επίσης, ένα μεγάλο μέρος της ΕΡΕ. Οι υπόλοιποι της ΕΡΕ (εκτός των ολίγων που κάνουν τις δουλειές του) ανέχονται τον Παπαδόπουλο διότι τον προτιμούν από την περίοδο 1964-1967. Το συναίσθημα αυτό γίνεται εντονώτερο κατά περιόδους, λ.χ. η τελευταία δήλωσις Ανδρέα περί ενοποιήσεως του αγώνος με τον Θεοδωράκην είχε ως αποτέλεσμα την τρομοκράτησιν της συντηρητικής αυτής μερίδος, που δεν θέλει διάδοχος της σημερινής καταστάσεως να είναι ένα είδος λαϊκού μετώπου» («Αρχείο Καραμανλή», Φ. 40Β, φ. 1102).
Ενάμιση χρόνο μετά, ο ίδιος διευκρινίζει ότι «ελάχιστοι πρώην οπαδοί μας -περίπου 10-15% του συνόλου του πληθυσμού- έχουν προσχωρήσει» στο καθεστώς (επιστολή της 25/10/1971 προς τον Καραμανλή, «Αρχείο Καραμανλή», τ. 7ος, σ. 293).
Οσο κι αν ένα τέτοιο ποσοστό αντιπροσώπευε μια καθόλου αμελητέα μερίδα των τότε ψηφοφόρων της Δεξιάς, η συνολική εκλογική εμβέλεια της οποίας υπολογιζόταν τον Απρίλιο του 1967 γύρω στο 40%, απέχει έτη φωτός από την εικόνα «πλατιάς αποδοχής» που προβάλλουν οι όψιμοι εξωραϊστές της δικτατορίας.
Παρόμοιες εκτιμήσεις διαβίβαζε στον Καραμανλή και ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο οποίος -σε αντίθεση με τον Ράλλη- είχε επιλέξει την πολιτική της «γέφυρας» με το καθεστώς.
Τον Φεβρουάριο του 1970 υπολόγιζε πως οι δικτάτορες «πιθανόν να έχουν κάτι μεταξύ 10% και 20%, προς το 10 (ή και κάτω) στις πόλεις, προς το 20 εις την ύπαιθρον».
Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, η εκτίμηση αυτή θα αναθεωρηθεί προς τα κάτω: «γύρω στο 10%» («Αρχείο», όπ.π., σ. 270 & 277).
Τον Σεπτέμβριο, πάλι, ο ίδιος κάνει λόγο στον αυλάρχη του βασιλιά για «μεγάλη δυσαρέσκεια του λαού» στην ύπαιθρο, με την οποία διατηρούσε στενή επαφή, λόγω «της χαμηλής τιμής σίτου, γεωργικών προϊόντων και καπνού», μολονότι ταυτόχρονα διαπιστώνει ένα «αίσθημα τέλειας υποταγής στη σημερινή κατάσταση» (Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ. 275).
Υπήρχαν, φυσικά, και πιο αισιόδοξες -για τους κρατούντες- εκτιμήσεις.
Οταν το 1969 η ΥΠΕΑ ζήτησε από τις τοπικές διοικήσεις της Χωροφυλακής «να αναφέρουν το προβλεπόμενο ποσοστό που θα έπαιρναν οι συνδυασμοί της “εθνικής κυβέρνησης” στην περιφέρεια κάθε υπηρεσίας», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός τότε υπομοιράρχου, όλοι έσπευσαν να δώσουν ποσοστά 75-90% (Ναπολέων Δοκανάρης, «Η μεταπολεμική Ελλάδα», Ιωάννινα 2004, σ. 210-2).
Για την επαγγελματική τους επιβίωση, ως δημοσίων υπαλλήλων, ήταν γαρ ασφαλέστερο να πέσουν έξω στις «προβλέψεις» τους, αν ποτέ αυτές υποβάλλονταν στη βάσανο της έμπρακτης επιβεβαίωσης, παρά να εκτεθούν στα μάτια των προϊσταμένων τους ως ανεπαρκώς εμπνεόμενοι από την «επανάστασιν»...

Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}

Πως τα μνημόσυνα για τα Δεκεμβριανά έθαψαν την δημοκρατία

 Επιμέλεια: Βασιλική Λάζου. Διδάκτορας Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου – HotDoc History

Κυβερνητικό δελτίο πληροφοριών 1961: «Εκδηλώσεις σκοπόν έχουσαι την επαναφοράν εις την μνήμην των δραματικών γεγονότων των Δεκεμβριανών».

Τεκμήριο 1 Ακρως απόρρητο μνημόνιο του Αμερικανού πρεσβευτή στην Ελλάδα Χένρι Λαμπουίς προς τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ντιν Ρασκ για την πιθανότητα πραξικοπήματος στην Ελλάδα 4 χρόνια πριν από την εκδήλωσή του (5 Απριλίου 1963)

Tο άκρως απόρρητο μνημόνιο του Αμερικανού πρεσβευτή στην Ελλάδα (1962-65) Χένρι Λαμπουίς (Henry R. Labouisse) με ημερομηνία 5 Απριλίου 1963 (Τεκμήριο 1) ενημερώνει τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ντιν Ρασκ (Dean Rusk) σχετικά με την πιθανότητα πραξικοπήματος στην Ελλάδα Παραθέτουμε αποσπάσματα από την πρώτη και την τελευταία σελίδα:

Εχουμε λάβει ανησυχητικές πληροφορίες αυτή την εβδομάδα σχετικά με την οργάνωση ενός πραξικοπήματος ενάντια στην ελληνική κυβέρνηση. Ενώ οι ενδείξεις είναι ότι το πραξικόπημα δεν σχεδιάζεται για το άμεσο μέλλον, οι πληροφορίες, οι οποίες προέρχονται από τον στρατηγό Καρδαμάκη, τον πρόσφατα αποστρατευθέντα αρχηγό του Επιτελείου του Ελληνικού Στρατού, είναι τόσο αυθεντικές ώστε πιστεύω ότι τόσο εσείς όσο και ο πρόεδρος θα πρέπει να ενημερωθείτε για την πιθανότητα μιας ανατροπής στην Ελλάδα κάποια στιγμή μέσα στους επόμενους μήνες.

Η τελευταία παράγραφος του μνημονίου αναφέρεται στο αν πρέπει ή όχι να ενημερωθούν ο βασιλιάς και ο Ελληνας πρωθυπουργός.

Δεν διαγνώσκω επί του παρόντος καμία χρησιμότητα στο να ειδοποιήσουμε είτε τον βασιλιά είτε τον πρωθυπουργό για αυτή την πιθανότητα (σ.σ: του πραξικοπήματος). Εν τω μεταξύ θα πρέπει να σκεφτούμε ποια περαιτέρω δράση μπορούμε να λάβουμε για να αποτρέψουμε μια εξέλιξη η οποία πιστεύω ακράδαντα ότι θα είναι τραγική για την Ελλάδα σε αυτήν τη φάση της ιστορίας της. Φυσικά, θα εκτιμούσαμε ιδιαίτερα προτάσεις ή καθοδήγηση εκ μέρους σας.

Προπαγάνδα «δι’ όλων των διαθεσίμων μέσων» 

Ο δημόσιος αντικομμουνιστικός λόγος στην πολιτική αλλά και σε άλλους τομείς της δημόσιας σφαίρας, όπως στην εκπαίδευση και στον Τύπο, αποτέλεσε δομικό στοιχείο της κυρίαρχης μετεμφυλιακής ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης. Ακρως απόρρητο έγγραφο της Υπηρεσίας Πληροφοριών του υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως με ημερομηνία 20 Νοεμβρίου 1961 (Τεκμήριο 2) καθορίζει με λεπτομέρεια το πρόγραμμα των εκδηλώσεων για τον εορτασμό της 17ης επετείου των Δεκεμβριανών, από τις 3 έως τις 11 Δεκεμβρίου 1961. Το έγγραφο φέρει την υπογραφή του Αχιλλέα Γεροκωστόπουλου, υφυπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή το 1961 και υφυπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου το 1967.

Καταδεικνύει δε μια κεντρικά οργανωμένη και κατευθύνόμενη προπαγανδιστική εκστρατεία με στόχο τη διαμόρφωση συγκεκριμένης πολιτικής συνείδησης και συμπεριφοράς.

Τεκμήριο 2 Απόρρητο έγγραφο του υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως (20 Νοεμβρίου 1961) σχεδιάζει προπαγανδιστική εκστρατεία με «τηρητέα γραμμή: Την επαναφοράν εις την μνήμην ίων δραματικών γεγονότων των Δεκεμβριανών, δι' άτινα εσχάτως καταβάλλεται ιδιαιτέρα προσπάθεια των Κομμουνιστών, είτε να λησμονηθούν τελείως, είτε να μεταβιβασθούν εις τας επερχομένας γεννεάς τελείως διαστρεβλωμένα»

Τηρητέα γραμμή: Ηρεμοι εκδηλώσεις σκοπόν έχουσαι: α/ Την επαναφοράν εις την μνήμην των δραματικών γεγονότων των Δεκεμβριανών, δι’ άτινα εσχάτως καταβάλλεται ιδιαιτέρα προσπάθεια των Κομμουνιστών, είτε να λησμονηθούν τελείως, είτε να μεταβιβασθούν εις τας επερχομένας γεννεάς τελείως διαστρεβλωμένα, β/ την απότισιν φόρου τιμής εις τους σφαγιασθέντας. γ/ την ανάπτυξιν του ύψους των Εθνικών ζημιών εκ των Δεκεμβριανών (απώλειαι - Υλικαί ζημίαι - Καταστροφαί δ/ τη σύγκρισιν των εποχών και την επιτελούμενην σήμερον Εθνικήν αναδημιουργίαν.

Για αυτό τον σκοπό θα γινόταν χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων: Τύπος, ραδιόφωνο, διανομή εντύπων και άλλα. Επιπρόσθετα προβλεπόταν η εκτέλεση μνημοσύνων στις πρωτεύουσες των νομών και των επαρχιών. Στη συνέχεια του εγγράφου εξειδικεύονταν τα καθήκοντα ανά υπουργείο.

Υπουργείο Εθνικής Αμύνης (Γ.Ε.ΕΘ.Α). Α/ Γενικοί εκδηλώσεις. ι/ Ομιλίαι εις στρατιωτικάς μονάδας εν συγκεντρώσει με θέματα, τας καταστροφάς του συμμοριτοπόλεμου, την ύπουλον τακτικήν του κομμουνιστικού συνωμοτισμού, τον ρόλον των Ενόπλων Δυνάμεων δια την αντιμετώπισην του εσωτερικού εχθρού κ.λ.π. ιι/ Επιμνημόσυνοι δεήσεις εις τας μονάδας, δια τους πεσόντας κατά τον αγώνα εναντίον των Κ.Σ. (σ.σ.: Κομμουνιστοσυμμοριτών) ιιι/ Συμμετοχή των Ενόπλων Δυνάμεων εις τους κατά τόπους εορτασμούς. ιν/ Κινητοποίησις των παλαιοπολεμιστικών σωματείων - Εφέδρων αξιωματικών αναπήρων κλπ. Κατάθεσις στεφάνου υπό των προεδρείων εις Μνημείο Αγνώστου Στρατιώτου, ν/ Δημόσιοι συγκεντρώσεις των Τ.Ε.Α με συμμετοχή του πληθυσμού - επιμνημόσυνοι δεήσεις σφαγιασθέντων - ομιλίαι - διανομή εντύπου διαφωτιστικού υλικού. Β/ Ο Στρατιωτικός τύπος να τονίση επικαίρως την σημασίαν της νίκης του Ελληνισμού κατά των Ελληνοφώνων Οργάνων του Κομμουνισμού και να κάνη την σύγκριση των εποχών και την επιτελεσθείσαν πρόοδον. Φωτοεφημερίδες κλπ. Γ/ Ραδιοφωνικοί Σταθμοί. Οι Ραδιοφωνικοί Σταθμοί Ενόπλων Δυνάμεων να οργανώσουν ειδικά προγράμματα, κυρίως εθνικά σκετς και Σχόλια, την πρωίαν να γίνη ολιγόλεπτος ραδιοφωνική θρησκευτική δέησις, δια τους πεσόντας και σφαγιασθέντας. Να ληψθή μέριμνα ώστε να γνωστοποιηθή το πρόγραμμα ραδιοφωνικών εκπομπών.

Σε αυτή την κεντρικά οργανωμένη αντικομμουνιστική εκστρατεία συμμετείχε το «υπουργείο Εθνικής Παιδείας» μέσω της Εκκλησίας και της εκπαίδευσης. Πιο συγκεκριμένα:

Δημιουργία... αυθόρμητων εκδηλώσεων

α/ Εκκλησία. Επιμνημόσυνοι δεήσεις υπέρ πεσόντων και σφαγιασθέντων εις τας εκκλησίας, τόπους σφαγιασμού κλπ. Φόρος τιμής προς τους σφαγιασθέντας κληρικούς. Κηρύγματα εις τας εκκλησίας σχετικώς με την αντιχριστιανικήν θέσιν και δράσιν του Κομμουνισμού. Β/ Παιδεία. Φόρος τιμής προς τους σφαγιασθέντας εκπαιδευτικούς, ι/ Στοιχειώδης και Μέση Εκπαίδευσις. Ομιλίαι προς τους μαθητάς εις τα σχολεία με θέμα την ανασταλτικήν θέσιν και δράσιν του Κομμουνισμού δια την ανάπτυξιν του μορφωτικού και πνευματικού επιπέδου του λαού, ιι/ Πανεπιστημιακή. Ομιλίαι προς τους φοιτητάς. Γ/ Γενική Διεύθυνσις Γραμμάτων και Τεχνών. Να καταβληθή ειδική προσπάθεια δημιουργίας αυθορμήτων εκδηλώσεων, ομιλιών, συγκεντρώσεων κ.λπ. υπό των Καλλιτεχνικών και άλλων συναφών Σωματείων. Να γίνει ενός λεπτού σιγή εις τα Θέατρα, εις μνήμην της σφαγιασθείσης Ηθοποιού Παπαδάκη [...] 

Ομιλίες προς τους αγρότες από γεωπόνους όφειλε να διοργανώσει και το υπουργείο Γεωργίας. Θέματα προς ανάπτυξη ήταν: «Αγρότης και Κομμουνισμός. Κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Καταπίεσις του Αγρότου υπό του Κομμουνισμού». Στο ίδιο μήκος κύματος έπρεπε να κινηθεί και το υπουργείο Εργασίας, με ομιλίες με άξονα «την εκμετάλλευσιν του εργάτου υπό του κομμουνισμού καθώς επίσης την προσπάθειαν εξαφανίσεως του Συνδικαλισμού». Την ενημέρωση και προβολή των εκδηλώσεων αναλάμβανε το υπουργείο Προεδρίας Κυβερνήσεως με τις ακόλουθες δράσεις:

Α/ Να γίνει η κατάλληλος προβολή της επετείου δια του Τύπου του Εσωτερικού (Αθηνών-Επαρχιακού). Β/ Να γίνει ενημέρωσις της Κοινής Γνώμης του Εξωτερικού μερίμνη της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου εν συνεργασία προς την Υπηρεσίαν Πληροφοριών. Γ/ Οι Εθνικοί Ραδιοφωνικοί Σταθμοί (ΕΙΡ) να οργανώσουν ειδικά προγράμματα (ομιλίαι-σκετς-σχόλια) τονίζοντας την σημασίαν της επετείου, μερίμνη της Διευθύνσεως Ραδιοφωνίας Δ/ Να προβληθεί η επέτειος δια του Κινηματογράφου (ει δυνατόν σύνθεσις μικρού ντοκιμανταίρ) καθώς επίσης να ληφθούν άπαντα τα ενδεικνυόμενα μέτρα δια την ανά την χώραν παρακολούθηση των εκδηλώσεων, μερίμνη της Δ/σεως Οπτικών Μέσων. Ε/ Να εκδοθούν διάφορα διαφωτιστικά έντυπα, σχετικό με την επέτειον μερίμνη της Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Τεκμήριο 3. Απόσπασμα του Μηνιαίου Δελτίου Πληροφοριών της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας όπου καταγράφεται ένα από τα πρώτα προσκλητήρια αντίστασης: «Ελληνικέ Λαέ, όρθιος, απτόητος, αλύγιστος, μείνε στις επάλξεις του αγώνος για την Ελευθερία»

Διά τον φόβο των αντιδράσεων της ΕΔΑ

Τα τεκμήρια 3 και 4 είναι σελίδες από το Μηνιαίο Δελτίο Πληροφοριών για τον Απρίλιο 1967. Συντάχθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Η αξία του έγκειται στο ότι παρακολουθεί τη δράση της ΕΔΑ και των κομμουνιστικών οργανώσεων λίγο πριν από το χουντικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αλλά και καταγράφει τις αναμενόμενες αντιδράσεις της Αριστεράς αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος:

Οι διαφυγόντες την σύλληψιν, πρέπει να εξασφαλίσουν την μεταξύ των επικοινωνίαν και να επιδιώξουν την ενθάρρυνση του λαού, με διασπορά προκηρύξεων, αναγραφήν συνθημάτων κ.λ.π. Πρέπει να επιδιωχθή η προσφυγή των “Σοσιαλιστικών Χωρών” εις το Συμβούλιον Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. "για την σωτηρίαν της Ελλάδας".

Εκδηλώσεις. 1) Κατά το από 1 έως 21 Απριλίου χρονικόν διάστημα, υπό της ηγεσίας της ΕΔΑ:

Εδόθη εντολή προς τα στελέχη - υπευθύνους των Κομματικών Οργανώσεών της όπως δραστηριοποιηθούν προς την πλευράν δημιουργίας συχνών κινητοποιήσεων των Μετωπικών Οργανώσεων και των λοιπών επηρεαζομένων υπ’ αυτής, κοινωνικών, επιστημονικών, συνδικαλιστικών κλπ Συλλόγων ή Σωματείων, επί σκοπώ αποκλειστικής προβολής των πολιτικών θέσεων και συνθημάτων του Κόμματος και δημιουργίας ατμόσφαιρας γενικωτέρας αναταραχής.

Απεφασίσθη όπως συνεχισθούν αι πολιτικοί κινητοποιήσεις των δυνάμεών της κατ’ ανιούσαν κλίμακα. Προς τον σκοπόν τούτον κατηρτίσθη πρόγραμμα αιφνιδιαστικών εκδηλώσεων εις το κέντρον των Αθηνών, συγκεντρώσεων εις κλειστούς χώρους, με προέκταση/ διαδηλώσεων μετά το πέρας τούτων, συγκεντρώσεων εν υπαίθρω, πολιτικών απεργιών κλπ. Ειδικώτερον καθωρίσθησαν επακριβώς οι τόποι και αι κομματικοί δυνάμεις, αι οποίοι θα καταλαμβάνουν τούτους κατά τας κινητοποιήσεις, οι υπεύθυνοι καθοδηγηταί, τα συνθήματα και αι εν γένει εκδηλώσεις, ως και ο ρόλος των Μετωπικών Οργανώσεων κατ’ αυτάς. Ως αιχμή των εκδηλώσεων καθωρίσθη η απεργία των Οικοδόμων και η Μαραθώνιος Πορεία Ειρήνης.

Εδόθη και διενεμήθη εις τας Κομματικάς Οργανώσεις της έντυπον, υπό τον τίτλον «Προσανατολισμός της δουλειάς στην πολιτική καμπάνια αυτής της φάσης εις ο ανελύοντο αι πολιτικοί θέσεις του Κόμματος έναντι της σημερινής καταστάσεως και των εκλογών και υπεδεικνύοντο μέτρα δια την αποτελεσματικήν λειτουργίαν των εν λόγω Οργανώσεων.

Απεστάλη προς τας Οργανώσεις του Κόμματος αυτής υπόδειγμα υπομνήματος, στρεφόμενον κατά της προηγουμένης Κυβερνήσεως, δια την συγκέντρωση/ υπογραφών και αποστολήν προς την Βουλήν των Ελλήνων, Αρχηγούς Κομμάτων και εφημερίδας των Αθηνών. Παραλλήλως εξετυπώθησαν και διεσπάρησαν εις διαφόρους πόλεις προκηρύξεις, αναγράφουσαι συνθήματα κατά της Κυβερνήσεως και προβάλλουσαι τας θέσεις του Κόμματος αυτής. Παρόμοια συνθήματα ενεγράφησαν επί τοίχων.

Τεκμήριο 4. Μηνιαίο Δελτίο Πληροφοριών της Γενικής Διεύθυνσης Εθνικής Ασφαλείας για ιη δράση της ΕΔΑ και ίων κομμουνιστικών οργανώσεων λίγο πριν από το χουντικό πραξικόπημα, τον Απρίλιο 1967.

«Οργανώστε Δημοκρατικές Επιτροπές Αντιστάσεως»

Οι πρώτες αντιστασιακές ενέργειες κατά της χούντας εκδηλώθηκαν αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας. Στελέχη της Αριστερός και του κεντρώου χώρου που διέφυγαν τη σύλληψη ιδρύουν τις πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΚΔΑ, ΔΑ, ΠΑΜ) ενώ αντιδικτατορικές προκηρύξεις ρίχνονται στην Αθήνα και σε επαρχιακές πόλεις.

Μετά τον σχηματισμόν της νέας Κυβερνήσεως, υπό των κομμουνιστών διεσπάρησαν εις Αθήνας προκηρύξεις, υπογραφόμεναι ως Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης» το κείμενον των οποίων έχει ως εξής:

Οργανωθείτε σε Δημοκρατικές Επιτροπές Αντιστάσεως. Κάτω το Πραξικόπημα- 114-Δεν θα περάσει ο Φασισμός - Μόνοι σας δημιουργείστε Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης.

Εις ετέρας προκηρύξεις ο παράνομος κομμουνισμός εμφανίζεται ως Σ.Ε. Α.Δ. Α. (Συντονιστική Επιτροπή Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης). Το κείμενον τούτων έχει ως ακολούθως:
ΕΛΛΗΝΙΚΕ ΛΑΕ. Επίορκοι Αξιωματικοί, ανάξιοι της Πατρίδος, εχρησιμοποίησαν τα όπλα που τους ενεπιστεύθης για να σου στερήσουν την Ελευθερία σου και κατέλυσαν το Πολίτευμα της Χώρας. 

Συνέλαβαν και εκκακοποίησαν την Πολιτική ηγεσία του τόπου, κατέπνιξαν τις Πολιτικές Ελευθερίες του Λαού και εκήρυξαν Δικτατορία «ελεεινής μορφής». Ο Λαός κατάπληκτος αλλά όρθιος ευρίσκεται στις επάλξεις. Η Αντίσταση έχει ήδη αρχίσει. Η Ελλάδα και η Δημοκρατία θα σωθή. Οι Αδελφοί μας Μετανάστες Στρατεύονται για την υπόθεση της Δημοκρατίας. Η οργή και η περιφρόνηση των Λαών του Κόσμου ξεχειλίζει και θα καταπνίξη τους αδίστακτους τυχοδιώκτες. 

ΕΛΛΗΝΙΚΕ ΛΑΕ Ορθιος, απτόητος, αλύγιστος, μείνε στις επάλξεις του αγώνος για την Ελευθερία. Ετοιμος να ανταποκριθής στο Εθνεγερτήριο σάλπισμα. Σ.Ε.Α.Δ.Α.

Εις ετέρας προκηρύξεις δακτυλογραφημένας, αναγράφονται οι κάτωθι στίχοι, υπό τον τίτλον “Μας κλέψανε τη λευτεριά”.

Η Χούντα και η Φρειδερίκη
Μας κλέψανε τη λευτεριά
Γίναν διχτάτορες οι λύκοι
 Και μας ξεσχίζουν την καρδιά.

Οι στρατοκράτες μαύροι
Του Κωνσταντίνου οι μπράβοι
Είναι κοντά η ώρα
Που θε να ξεσπάσει η μπόρα
Του λαού η τρομερή

Για να σας αφανίσει 
Κι έτσι να καθαρίσει 
Ο τόπος μας μια μέρα 
Απ’ του φασισμού τη λέρα
 Ω προδότες βρωμεροί.

Σημ: Να το τραγουδάτε, όπως το κορόιδο Μουσολίνι. Διαδώστε το, όσο μπορείτε.
Δι’ άλλων προκηρύξεων, υποδεικνύεται εις τους αναγνώστας, όπως παρακολουθούν τακτικώς τας εκπομπάς του Ρ/Σ του ΚΚΕ.  
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger