Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανοτσολιάδες-Τάγματα Ασφαλείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανοτσολιάδες-Τάγματα Ασφαλείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΑΣΑΔ: Τάγματα Ασφαλείας αλά Θεσσαλικά

Δια την "προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού καθεστώτος από τους καταχθόνιους σκοπούς του κομμουνισμού". 

Ληστρική και εγκληματική η φύση της οργάνωσης

Πηγή: Βασιλική Λάζου, Ιστορικός διδάσκουσα τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ - History

Αγροτικός και αντικομμουνισπκός

Ο Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης (ΕΑΣΑΔ) ήταν ένας από τους ένοπλους σχηματισμούς που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής και τη δωσίλογη κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη με πρόσχημα την «προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού καθεστώτος από τους καταχθόνιους σκοπούς του κομμουνισμού» (ΦΕΚ 260/18.6.1944). Μαζί με τις Εθνικές Αντικομμουνιστικές Ομάδες (ΕΑΟ) και τη Μαχητική Ομάδα Ανω Λεχωνίων συνιστούσαν τη θεσσαλική εκδοχή των Ταγμάτων Ασφαλείας και προορίζονταν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην ΕΑΜική αντίσταση.

Η δημιουργία του ΕΑΣΑΔ και των άλλων δωσιλογικών οργανώσεων στον Βόλο ήταν αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης και πεδίο συνεύρεσης της κατοχικής κυβέρνησης με την ενθάρρυνση και βοήθεια του στρατού κατοχής. Παραδοσιακά πολιτικά αστικά κόμματα, οι Λαϊκοί και κυρίως οι Φιλελεύθεροι, η τοπική οργάνωση του ΕΔΕΣ σε αγαστή συνεργασία με τον προδοτικό ΕΔΕΣ Αθηνών προσπάθησαν να συνδέσουν με τον ΕΑΣΑΔ τον μη ΕΑΜικό πληθυσμό για τον σχηματισμό μιας πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης που θα αντιστρατευόταν τον ΕΛΑΣ. Μετά την αποτυχία συγκρότησης οργανώσεων του ΕΔΕΣ εκτός Ηπείρου στόχος ήταν οι τοπικές ομάδες να μετατραπούν με τη βοήθεια των Γερμανών σε αντιαντάρτικα σώματα τα οποία θα εκτόπιζαν τον ΕΛΑΣ και θα διέλυαν τις αντιστασιακές ΕΑΜικές οργανώσεις.

Παρόλο που ο στόχος της διάλυσης του ΕΛΑΣ δεν επιτεύχθηκε, ο ΕΑΣΑΔ και οι συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ένοπλες οργανώσεις πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στους κατακτητές καθώς, λόγω της εντοπιότητας των μελών τους, ήταν σε θέση να παρέχουν πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα στην περιοχή δράσης τους και να υποδείξουν τοπικές διαδρομές που διευκόλυναν την καταδίωξη του αντάρτικου στρατού. Εξαπολύοντας δε τη φρίκη και τον τρόμο στην ύπαιθρο και στις θεσσαλικές πόλεις λειτούργησαν αποτρεπτικά απέναντι στην ενίσχυση της Αντίστασης, προκαλώντας εκατοντάδες θύματα.

Το προφίλ και η δράση της οργάνωσης παρουσιάζονται σε πληροφοριακό σημείωμα του 2ου γραφείου της Διεύθυνσης Ειδικών Υπηρεσιών Πολέμου με ημερομηνία 2 Αυγούστου 1944 (IIA 146 ΙΙΓ122/212 αρ. πρωί. 426/2-8-44). Στο έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε ενόσω διαρκούσε η Κατοχή, το ακρωνύμιο της οργάνωσης λανθασμένα αναλύεται ως Εθνικά Αντικομμουνιστικά Σώματα Αγροτικών Δυνάμεων. Επισημαίνεται παράλληλα, παρά τον εμφανή αντιΕΑΜικό προσανατολισμό του συντάκτη του, η συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές και η εγκληματική φύση της οργάνωσης.

Η οργάνωσις ΕΑΣΑΔ ενεφανίσθη κατά Μάρτιον ή Απρίλιον 1944 το πρώτο εν Βόλω, με τον πρώην εαμίτην Μακεδώνα. Ως σκοπόν της εμφανίζει την καταπολέμησα/ του κομμουνισμού, συνεργάζεται όμως μετά των Γερμανών παρά των οποίων ενισχύεται και εξοπλίζεται και παρά των οποίων εξαρτάται. Αριθμεί μέχρι σήμερον τα εξής ένοπλα μέλη:

Α) Εις Καρδίτσαν 150 ενόπλους υπό τον Αντ/ρχην Κυριαζήν Θεοδόσιον 

Β) Εις Βόλον 100 περίπου υπό τον Μακεδόνα

Γ) Εις Λάρισαν 250 περίπου υπό τον ιερέα Παπαγεωργοσόπουλον.

Ασκεί τρομοκρατίαν κατά του Λαού της Θεσσαλίας και εφόνευσε πολλούς. Ενεκεν τούτου πολλοί κάτοικοι διέφυγον προς τας Αθήνας. Η ΕΑΣΑΔ εγκατέστησε εις τας Αθήνας υπηρεσίαν Ασφαλείας εδρεύουσαν εις το ξενοδοχείον Ακρόπολη εις τα Χαυτεία. Οι συλλαμβανόμενοι παρά της Ασφαλείας της ΕΑΣΑΔ Θεσσαλίας οδηγούνται εις το ανωτέρω ξενοδοχείον και εξετάζονται παρά των αδελφών του Μακεδώνος και του Νέστωρος Ξένου.

Ωμότητες της ΕΑΣΑΔ: Τοπικά: Εξετέλεσεν εις Λάρισαν 14 άτομα εις αντίποινα διά τον φόνον ενός Ελληνος αξιωματικού εθνικόφρονος παρά του ΕΑΜ. Εις (Καζακλάρ) Αμπελώνα εξετέλεσε 12 άτομα διότι το ΕΛΑΣ απέκοψε δι’ οργάνων του αμφοτέρας τας χείρας εκ του καρπού και κάτω ενός ετέρου εθνικόφρονος αξιωματικού. Εις Βόλον απηγχόνισε 11, εξετέλεσεν 36.

Πράκτορας 315:

«Εφόνευσαν 19»

Η εγκληματική δράση του ΕΑΣΑΔ στον Βόλο μέχρι τα τέλη Μαΐου 1944 σύμφωνα με τις πληροφορίες του πράκτορα με τον κωδικό 315 παρουσιάζεται στη συνέχεια του εγγράφου:

"Εις Βόλον ομάδες της οργανώσεως εφόνευσαν 19 άτομα τα οποία έρριψαν εις τας οδούς της πόλεως. Μεταξύ των φονευθέντων είναι ο Διευθυντής της Εμπορικής Τραπέζης μετά των δύο υιών του, ο ιατρός Τζάνος κτλ. Οι Εαμίται συνέλαβον τον πατέρα του Μακεδόνος. Ούτος δημοσιεύει συνεχώς διά των εφημερίδων Βόλου ότι εάν μέχρι της 30-4-44 δεν αφεθή ελεύθερος ο πατήρ του, θα προβή εις αντίποινα και εκτελέση όλους τους Εαμίτας Βόλου, τας οικογένειάς των και θα ανατινάξη τας οικίας των. Οι κάτοικοι φεύγουν πανικόβλητοι. Η οργάνωσις έχει έκτασιν και εις τα πεδινά χωρία της Θεσσαλίας".

Πίσω από τους φόνους, την αγριότητα και τα μπλόκα κρυβόταν το πραγματικό κίνητρο του δωσιλογισμού, τα μεγάλα οικονομικά οφέλη όσων συνέδεαν τη δράση τους με τους κατακτητές. Οι ένοπλες δωσίλογες οργανώσεις της Θεσσαλίας επισήμως συντηρούνταν από τους Γερμανούς και από γενναίες εισφορές των ομαδαρχών της φασιστικής πολιτικής οργάνωσης ΕΕΕ (Εθνική Ενωσις η Ελλάς), γνωστότερης ως Τρία Εψιλον, φασιστικού κόμματος με αντισημιτικό προσανατολισμό που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930 με παραρτήματα σε πολλές πόλεις. Η πιο γνωστή του δράση ήταν ο εμπρησμός του εβραϊκού οικισμού Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη το 1932. Η ΕΕΕ επανεμφανίστηκε με αρχηγό τον Κων. Γούλα, συνεργαζόμενη στενά με τους Γερμανούς.

Παρακράτημα σε τρόφιμα και χρήματα

Οι πόροι των «ιδεολόγων αυτών εθνικοσοσιαλιστών» προέρχονταν από εράνους, από επιβολή παρακρατημάτων και από λάφυρα από επιχειρήσεις κατά των αντιπάλων. Το πλήθος των σχετικών ανακοινώσεων από τον ελεγχόμενο από τους Γερμανούς «Τύπο του Βόλου» μαρτυρεί ότι η επιβολή παρακρατήματος σε εισερχόμενα εμπορεύματα και η παρακράτηση τροφίμων ή η εισφορά σε είδος ή χρήμα αποτελούσαν γενικευμένες πρακτικές από τα μέλη του ΕΑΣΑΔ, οι οποίες προκάλεσαν σε τέτοιο βαθμό αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία ώστε οι αρχηγοί τους να δημοσιεύουν ανακοινώσεις, με τις οποίες απαγόρευαν την επιβολή παρακρατήματος και τη διεξαγωγή εράνου χωρίς γραπτή άδεια, ενώ οι πολίτες θα μπορούσαν να διατυπώνουν τις ενστάσεις τους στο γερμανικό φρουραρχείο. 

Σε μια προσπάθεια περιορισμού των αυθαιρεσιών το παρακράτημα υπέρ των ΕΕΕ ορίστηκε σε 10% επί των εξαγόμενων προϊόντων, ενώ οι έμποροι όφειλαν να κατέχουν άδεια εξαγωγής και μεταφοράς των εμπορευμάτων τους από την οργάνωση, διαφορετικά το εμπόρευμα θα κατασχόταν. Φαίνεται ότι υπήρχε άτυπη συμφωνία ανάμεσα στους Γερμανούς και τις «εθνικιστικές» οργανώσεις για τη λεηλασία. Οι «εθνικιστές» δικαιούνταν το 15%, ενώ τα υπόλοιπα έπρεπε να τα δίνουν στους Γερμανούς.

Λήστεψαν μέχρι και τη μάνα του αρχηγού!

Το δημοσίευμα της ΕΑΜικης εφημερίδας «Ο Ρήγας» (στις 7.8.1944) είναι ενδεικτικό:

Ξεγυμνώνανε τους πολίτες πριν τους εκτελέσουν, ρημάζανε μέχρι βελόνι τα μαγαζιά και τα σπίτια τους. Σειρά από διαρρήξεις κάθε βράδυ στο κέντρο της πόλης. Βούτηξαν και τις βενζίνες του Γερμανού πρόξενου και σ’ ένα κατάστημα που μπήκαν νύχτα για να το επιτάξουν, λέει, λάστιχα αυτοκινήτων, πάτησαν και το χρηματοκιβώτιο. Φώναζαν αγαναχτισμένοι οι καταστηματάρχες και οι λωποδυσίες λιγόστεψαν. Κλέβονται και αναμεταξύ τους. Γέλασε με την καρδιά του ο κόσμος όταν οι “εθνικιστές” του Μακεδόνα άνοιξαν το σπίτι της μάνας του και τα σήκωσαν όλα! Είναι όμως και η νομιμοποιημένη ληστεία. Διακόσια δισεκατομμύρια έχουν βάλει ίσαμε σήμερα στο χέρι την αγορά του Βόλου Ε.Α.Σ.Δ.Δ., Ε.Ε.Ε., Ε.Α.Ο. Επιπλέον ο έρανος με το πιστόλι σ' αυτί! 

Μεταπολεμικά δεν έλειψαν οι κατηγορίες προς τους αρχηγούς των δωσιλογικών οργανώσεων για καταχρήσεις χρηματικών ποσών από το Ταμείο Πρόνοιας, ιδιοποίηση εβραϊκών περιουσιών, κατασχέσεις εμπορευμάτων και άσκηση ηθικής βίας για πώληση εμπορευμάτων σε προνομιακή τιμή.

Οι ένοπλες «εθνικιστικές» ομάδες δεν δίστασαν να προχωρήσουν στην εκτέλεση διά απαγχονισμού στα Κάτω Λεχώνια, λίγα χιλιόμετρα από τον Βόλο, μιας εξαιρετικά εύπορης οικογένειας γαιοκτημόνων της περιοχής, μελών προπολεμικά μιας ευρωπαϊκής ανώτερης αστικής τάξης. Πρόκειται για τη Λουκία Τοπάλη και την κόρη της Σοφϊα, που τις κρέμασαν μαζί με τη Φιλίτσα Καλαβρού σας 7 Ιουλίου 1944 ως ευνοϊκά διακείμενες προς το ΕΑΜ

Οπως όμως επισημαίνει η σχετική ανταπόκριση της ΕΑΜικης εφημερίδας «Ο Ρήγας», το πραγματικό κίνητρο ήταν η λεηλασία της οικίας τους από τον ΕΑΣΑΔ και τους Γερμανούς, καθώς εκεί βρίσκονταν εκτός από τα τιμαλφή της οικογένειας, πολύτιμα αντικείμενα και «προίκες κοριτσιών». Στα Κάτω Λεχώνια Πηλίου οι ληστές γερμανοράλληδες, ύστερα από το κρέμασμα των δύο γυναικών Τοηάλη (μητέρας και κόρης) κουβάλησαν από το πλουσιόσπιτο των Τοπάληδων πέντε γεμάτα αυτοκίνητα πλιάτσικα. ··

Εκτός από τις λεηλασίες ο ΕΑΣΑΔ επωφελούνταν οικονομικά από την ξένη βοήθεια που έφτανε στα αστικά κέντρα και την οποία παρεμπόδιζε να μεταφερθεί στα ορεινά και να ενισχύσει με αυτό τον τρόπο τις αντάρτικες ομάδες. Η απαγόρευση αυτή δημιουργούσε σοβαρές δυσχέρειες στον ανεφοδιασμό του ΕΛΑΣ από τις πεδινές περιοχές. Στη «μάχη της σοδειάς» τον Ιούνιο του 1944 ο ΕΑΣΑΔ συνέδραμε την προσπάθεια των Γερμανών να ελέγξουν τους χώρους θερισμού και αλωνισμού στον θεσσαλικό κάμπο εγκαθιστώντας αλωνισηκά συγκροτήματα και ταυτόχρονα καταστρέφοντας τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις του ΕΛΑΣ.

Μεταπολεμικά το «έθνος» χρειάστηκε εκ νέου τις υπηρεσίες όσων στελέχωσαν τον ΕΑΣΑΔ. Τους έντυσε εθνοφύλακες, τους έχρισε απηνείς διώκτες των αγωνιστών της Αντίστασης ως στελέχη παρακρατικών ομάδων και μετά την ευδόκιμο υπηρεσία τους τους τίμησε με δημόσιες θέσεις και τους έδωσε σύνταξη αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης. 

Η «προσφορά» του ΕΑΣΑΔ, όπως και των ένοπλων δωσιλογικών σχηματισμών, στον αγώνα κατά του κομμουνισμού θεωρήθηκε από το κράτος της εθνικοφροσύνης ότι βάραινε περισσότερο από τη συνεργασία με τον κατακτητή.

{[['']]}

Ματωμένα βήματα. Από την Κρήτη ως τον Χωριάτη

Του Γιάννη Σκαλιδάκη, Διδάσκοντος στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης - History

Kατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, και ειδικά από το1943, παραστρατιωτικές ομάδες όπως του Φριτς Σούμπερτ και σχηματισμοί του δωσίλογου ελληνικού κράτους όπως τα Τάγματα Ασφαλείας απέκτησαν ευρύτερη ευχέρεια κινήσεων από τις κατά τόπους γερμανικές μονάδες, δηλαδή άδεια για ανεξέλεγκτες σφαγές και πλιάτσικο.

Αμαχοι και γυναικόπαιδα ήταν θεμιτοί στόχοι

Η χώρα είχε κηρυχτεί εμπόλεμη ζώνη και επομένως με τη ναζιστική λογική όλοι οι κάτοικοι, άμαχοι και γυναικόπαιδα, ήταν θεμιτός στόχος αφού καταγράφονταν ως «ληστές» και τα χωριά τους ως «ληστοχώρια»

Σύμφωνα με γερμανικά στοιχεία, κατά την περίοδο Ιουνίου 1943 - Σεπτεμβρίου 1944 καταγράφηκαν 25.435 εκτελέσεις πολιτών και 25.728 κρατουμένων, αν και οι αριθμοί αυτοί δεν ήταν πλήρεις. Μόνο κατά το τελευταίο τετράμηνο της Κατοχής υπολογίζεται ότι εκτελούνταν καθημερινά 91 άνθρωποι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και ως μέσο προστασίας των υποχωρούντων Γερμανών, οι τελευταίοι εξαπέλυσαν τους πλέον κτηνώδεις βοηθούς τους και διαπράχτηκαν φρικτές σφαγές, όπως στον Χορτιάτη

Μέχρι το 1944 ειδικά η βόρεια Ελλάδα είχε καταστεί το βασίλειο πολλών ένοπλων ομάδων συνεργατών των κατακτητών στη Μακεδονία, της ΠΑΟ, του Κυριάκου Παπαδόπουλου (Κισά Μπατζάκ), του Γεώργιου Πούλου, του Δάγγουλα, του Βήχου κ.ά. Στον τελικό απολογισμό του ο Βάλτερ Σιμάνα καταγράφει συνολικά δέκα τέτοια «εθελοντικά τάγματα» στην ελληνική Μακεδονία. 

Τον Ιούλιο του 1944 η αριθμητική τους δύναμη υπολογίζεται από τον μεν γενικό επιθεωρητή νομαρχιών Μακεδονίας Αθανάσιο Χρυσοχόου σε 8.000-8.500 ενόπλους, από τη δε Παμμακεδονική Επιτροπή του ΕΑΜ περίπου σε 4.000.

«Εξοικονόμηση γερμανικού αίματος»

Στην ουσία επρόκειτο για ιδιωτικούς στρατούς που συγκρότησε το 1944 η Βέρμαχτ για ν’ αντιμετωπίσει το αντάρτικο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στόχος της γερμανικής πολιτικής, σύμφωνα με τον στρατηγό Λερ, ήταν η υπόθαλψη ενός ενδοελληνικού εμφυλίου μεταξύ «αντικομμουνιστικής» και «κομμουνιστικής μερίδος» και η συνακόλουθη «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος». 

Ενοπλα σώματα «αντικομμουνιστών» λοιπόν, όπως αρέσκονταν να αυτοαποκαλούνται και περιγράφονται ακόμη και σήμερα δυστυχώς από διάφορους απολογητές της δράσης τους, ανέλαβαν τη βρόμικη δουλειά χωρίς κανέναν ενδοιασμό στη σφαγή αμάχων, στους βιασμούς και στο πλιάτσικο, μετατρέποντας τη χώρα σε σφαγείο ενώ οι προστάτες τους προετοίμαζαν την υποχώρησή τους. 

Συμμορίες όπως του Κολλάρα, του Πούλου, του Δάγκουλα, του Κισά Μπατζάκ μπορούσαν ανεμπόδιστες να αιματοκυλίσουν τον ελληνικό λαό. Ανάμεσά τους το Σώμα Κυνηγών του Φριτς Σούμπερτ με δράση στην Κρήτη και τη Μακεδονία, το Τάγμα Παπαγιαννάκη στην Κρήτη και το Τάγμα Ασφαλείας στην Εύβοια.

Σώμα Κυνηγών Σούμπερτ.

Ο ανεξέλεγκτος ετπλοχίας

Μέσα στο κλίμα της συνολικότερης συγκρότησης ένοπλων αντικομμουνιστικών σωμάτων στην Ελλάδα ο νέος στρατιωτικός διοικητής Κρήτης Μπρούνο Μπρόιερ προχώρησε στη συγκρότηση του Σώματος Κυνηγών του διαβόητου Φριτς Σούμπερτ τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο του 1943. Η διαταγή του Μπρόιερ τόνιζε την ελευθερία κινήσεως του σώματος και απαιτούσε από όλα τα άλλα σώματα και μονάδες να παρέχουν κάθε βοήθεια στον Σούμπερτ, κατά παράβαση της ιεραρχίας όχι μόνο των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας αλλά και των γερμανικών μονάδων: 

«Ιδρύεται εν Κρήτη σώμα υπό την επωνυμίαν “Κυνηγοί Σούμπερτ”. Την διοίκησιν θα έχη ο Επιλοχίας Φριτς Σούμπερτ. Τα του οπλισμού, ενδυμασίας και τροφοδοσία του ανωτέρω σώματος κανονίσω δι’ ετέρας διαταγής μου.

Σκοπός του σώματος τούτου είναι η εμπέδωσις της τάξεως και η πάταξις των κακοποιών, κομμουνιστών κ.λπ. της υπαίθρου, δι’ ων μέσων ήθελε κρίνει κατάλληλα ο διοικητής του σώματος Επιλοχίας Σούμπερτ, έχων από τούδε όλην την δικαιοδοσίαν και ελευθερίαν ενεργείας.

Πάντα τα σώματα και αι μονάδες δεν έχουν το δικαίωμα να φέρουν προσκόμματα εις την εκτέλεση της ως άνω υπηρεσίας του σώματός του. Τουναντίον διά την παρούσης υποχρεούνται να παρέχουν πάντα τα μέσα άτινα ήθελον ζητηθή παρά του Επιλοχίου Σοΰμπερτ διά την επίτευξη/ του σκοπού του».

Ο διαβόητος Φριτς Σούμπερτ υπήρξε από τους ελάχιστους Γερμανούς εγκληματίες πολέμου που δικάστηκαν και εκτελέστηκαν στην Ελλάδα για τα αποτρόπαια εγκλήματα της ομάδας του τόσο στην Κρήτη όσο και αργότερα στη Μακεδονία.

Στο πλαίσιο των εκτελέσεων συνεργατών του κατακτητή την άνοιξη του 1942 οι αντάρτες στην περιοχή του Ψηλορείτη εκτέλεσαν δύο μέλη της οικογένειας δωσιλόγων Τζουλιά. πυροδοτώντας περαιτέρω αντίποινα, κάψιμο σπιτιών στο χωριό Κρουσώνας στις 24 Μάϊου 1942. εκτελέσεις και φυλακίσεις Περίπου 12 με 15 Κρουσανιώτες εντάχτηκαν στο σώμα Σούμπερτ, που ύστερα από περίπου έναν χρόνο θα αρχίσει την αιματηρή δράση του ως Σώμα Κυνηγών.

Επειτα από αναδιοργάνωση και αύξηση της υπάρχουσας μικρής ομάδας Κρουσανκοτών. η mo συχνά αναφερόμενη δύναμη του σώματος είναι περί τους 100 άντρες ντυμένοι με γερμανικές στολές Από τον Αύγουστο του 1943 ο Σούμπερτ έχοντας ευρεία δικαιοδοσία από τον ίδιο τον διοικητή Κρήτης ακολούθησε τακτική τρομοκράτησης απομακρυσμένων χωριών με ιδιαίτερα εγκληματικές μεθόδους χώρισε μάλιστα το σώμα σε μικρότερες ομάδες για να επιτύχει τη μεγαλύτερη δυνατή δράση. με επικεφαλής των αποσπασμάτων ντόπιους όπως ο Γ. Τζουλιάς. ο Δ. Χριστοδουλάκης και ο Μ Κουράκης.

Καίνε σπίτια, ανθρώπους και λεηλατούν

Το πρωί της 6ης Οκτωβρίου 1943 οι Γερμανοί μαζί με τον Σούμπερτ και 30 άντρες του έφτασαν στο χωριό Καλή Συκιά. Ενώ οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους προς τα ορεινά. οι σουμπερίτες παρέμειναν στο χωριό. Αυτό που επακολούθησε ήταν ένα από τα mo φρικιά εγκλήματα τους. Αφού συγκέντρωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά στην άκρη του χωριού. άρχισαν να πυρπολούν τα σπίτια και να πετάνε μέσα τις γυναίκες για να καούν ζωντανές. Οταν τελείωσαν το έργο τους είχαν κάψει ζωντανές δώδεκα γυναίκες, ανάμεσά τους την έγκυο Ευαγγελία Γρυντάκη με το δύο ετών παιδί της και έναν άντρα. Οπως συνήθως, άφησαν ορισμένα σπίτια ανέπαφα προ κειμένου να τα λεηλατήσουν με την ησυχία τους.

Την επόμενη μέρα 7 Οκτωβρίου, οι σουμπερίτες ακολουθώντας τον γερμανικό στρατό βρέθηκαν στην επαρχία Σφακίων, στο χωριό Καλλικράτης. Το χωριό είχε στοχοποιηθεί καθώς θεωρήθηκε ότι είχε περάσει η ομάδα Μπαντουβά χωρίς να ειδοποιηθούν οι αρχές. Επειτα από διαβεβαιώσεις των Γερμανών ότι αναζητούσαν τους αντάρτες και ότι όσοι κάτοικοι λείπουν θα θεωρηθούν αντάρτες επίσης, ορισμένοι άντρες του χωριού επέστρεψαν. Την επόμενη μέρα το χωριό περικυκλώθηκε και πάλι και αφέθηκε από τους Γερμανούς στο έλεος των συνεργατών τους. Παρά τις γερμανικές στολές τους αναγνωρΐστηκαν από τους ντόπιους. Το όργιο των σουμπεριτών στον Καλλικράτη άφησε πίσω τους νεκρούς 20 άντρες και οκτώ γυναίκες, στην πλειονότητά τους ηλικιωμένοι' πολλοί εκτελέστηκαν μέσα στο σπίτι τους προτού το κάψουν. Εκαψαν περίπου 80 σπίτια αφού φυσικά τα λεηλάτησαν. Ακολουθώντας τα χνάρια της ομάδας Μπαντουβά. το Σώμα Κυνηγών του Σούμπερτ λεηλάτησε επίσης τον οικισμό Καλοί Λάκκοι, ενώ στο χωριό Μουρί εκτέλεσε πέντε άντρες έπειτα από φρικτά βασανιστήρια

Εξ ευτελισμός από τον ΕΛΑΣ και... μετάθεση 

Η Πρωτοχρονιά του 1944 ήταν και η αρχή του τέλους του Σώματος Κυνηγών του Φριτς Σούμπερτ στην Κρήτη. Μια ομάδα του σώματος, ενθαρρυμένη από τις ως τότε «επιτυχίες». αποφάσισε να επιχειρήσει εναντίον του «σεσημασμένου» χωριού Μεσκλά στα Λευκά Ορη. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης εξόντωση των σουμπεριτών στα Μεσκλά από τον ΕΛΑΣ και η απαξίωση του σώματος στα μάτια των γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Τρεις μέρες μετά, με διαταγή του διοικητή Μπρόιερ ο Σούμπερτ και η ομάδα του αποχώρησαν από την Κρήτη.

Συνέχισε την αιματηρή δράση του στην περιοχή της Μακεδονίας με αποκορύφωμα το ολοκαύτωμα στο χωριό Χορτιάτης στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 με τουλάχιστον 146 θύματα βιασμούς και λεηλασία του χωριού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιωάννη Γαλιτσάνου στη δίκη του Σούμπερτ:

«Ο Σούμπερτ ήρθε στο Χορτιάτη στας 2 Σεπτεμβρίου του 1944 Ηταν εξαγριωμένος, γιατί όπως είχε γνωσθή. οι αντάρτες είχαν σκοτώσει κάποιον Γερμανό γιατρό. Μάζεψε όλους τους κατοίκους, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας. Αντρες, γυναίκες. παιδιά, γέροντες ωδηγήθησαν με βρισιές στο φούρνο του Γκουραμόνη. Εκεί χώρισαν εβδομήντα. Αλλους 80 έκλεισε στο μεγάλο σπίτι του Ευάγγελου Ταμπάδη. Τοποθέτησε φρουρούς απ’ έξω και όποιος τολμούσε να ξεμυτίση εξετελείτο επί τόπου χωρίς καμμιά διαδικασία

«Ενα κοπάδι από κακούργους»

Πρόεδρος: Ποιος διέτασσε:

Μάρτυς: Ο Σούμπερτ Ολο το κοπάδι που είχε μαζί του από κακούργους τους οποίους είχε βγάλει απ' τις φυλακές και τους είχε ντύσει με στρατιωτικές γερμανικές στολές σ' αυτόν υπήκουε. Τους έλεγε: "Κλείστε τους και μην αφήνετε κανένας να φύγη! θα τους κάψουμε όλους, Πραγματικά ύστερα από λίγο έδωκε τη διαταγή. Ρίξανε μια εμπρηστική σκόνη στο φούρνο και στο σπίτι του Ταμπόδη. Μεγάλες φλόγες πετάχτηκαν από παντού Ούρλιαζαν τα γυναικόπαιδα που εκαίγοντο. Αυτός όμως ανάλγητος παρακολουθούσε την τραγωδία τους. Δυο τρεις μισοκαμένοι άνθρωποι που θέλησαν να πηδήσουν απ’ τα παράθυρα πυροβολήθηκαν και έπεσαν νεκροί Εκατόν σαράντα επτά άνδρες. γυναίκες και παιδιά βρήκαν ανατριχιαστικό θάνατο μέσα στις φλόγες.

Πρόεδρος: Κατόπιν;

Μάρτυς: Ο Σούμπερτ κι άνδρες του λήστεψαν και έκαψαν τα υπόλοιπα σπίτια φόρτωσαν με τα κλεμένα πράγματα τ' αυτοκίνητά τους και φύγανε. Τράβηξαν κατά τα Γιαννιτσά».

Τα «απόνερα» των Τζουλιάδων και το Τάγμα Παπαγιαννάκη


Μέλη της ομάδας Σούμπερτ όμως παρέμειναν στην Κρήτη και συνέχισαν να δραστηριοποιούνιαι με παντοειδή καθήκοντα στην υπηρεσία των κατακτητών. Πυρήνας φαίνεται πως παρέμεινε η ομάδα του Κρουσώνα γύρω από την οικογένεια Τζουλιά. Η ένοπλη συνεργασία είχε φυσικά και το οικονομικό της αντίτιμο. Στις 18 Φεβρουάριου 1944 ο νομάρχης Ηρακλείου Εμμανουήλ Ξανθάκης απέστειλε έγγραφο στα γερμανικά προς «τα ελληνικά εθελοντικά σώματα» (frelwilUge Kompanle) ανακοινώνοντας πως την επομένη θα ήταν έτοιμα προς παραλαβή από τη νομαρχία δελτία τροφίμων και τσιγάρων για «τους άνδρες του σώματος και τα μέλη των οικογένειών τους».

Επίσης είχε δοθεί εντολή για τη διάθεση 360 οκάδων ελαιόλαδου, πέντε οκάδες για κάθε άντρα Την ίδια ημέρα κατόπιν εγγράφου του Γερμανικού Φρουραρχείου Ηρακλείου, ο νομάρχης Ηρακλείου Εμμ. Ξανθάκης απέστειλε σημείωμα προς τον πρόεδρο της κοινότητας Κρουσώνα για τη χορήγηση στον Νικόλαο Τζουλιά «εκ των σιτηρών της συγκεντρώσεως» 30 οκάδων σποριού προς 12.000 δραχμές κατ' οκά και 20 οκάδων κριθάρι προς9.000δραχμές κατ' οκά. Και την επομένη, 19 Φεβρουάριου, έγγραφο της Kraskonimandatur προς ενημέρωση των δήμων ανακοίνωνε την απαλλαγή των άντρων του εθελοντικού σώματος από την υποχρέωση καταναγκασπκής εργασίας καθώς και των οικογενειών τους για διάστημα τριών μηνών. Σε μεταπολεμικό βούλευμα του Ειδικού Δικαστηρίου Ηρακλείου προκύπτει ότι τέτοιες συναλλαγές ήταν τακτικές και ότι ο ίδιος Ν. Τζουλιάς μαζί με άλλους οκτώ κατηγορούμενους τουλάχιστον δώδεκα φορές το 1944 απέσπασαν ελαιόλαδο από τον τοπικό συνεταιρισμό έναντι ευτελών ποσών κατόπιν διαταγών του νομάρχη Ηρακλείου.

Αλλά η προσπάθεια δημιουργίας ένοπλων δωσιλογικών τμημάτων σημείωσε κάποια επιτυχία αυτήν τη φορά στη δυτική Κρήτη υπό τη μορφή του Τάγματος Χωροφυλακής Χανίων. γνωστότερου ως Τάγμα Παπαγιαννάκη από το όνομα του επικεφαλής, του ταγματάρχη χωροφυλακής Δημήτρη Παπαγιαννάκη. Ως ημερομηνία σχηματισμού του τάγματος αναφέρεται η 17η Φεβρουαρίου 1944. Στις 20 Φεβρουάριου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παρατηρητής» εγκύκλιος του γενικού διοικητή Κρήτης Ιωάννη Πασσαδάκη με τίτλο «Ενέργειαι διά την αποκατάστασιν της νομίμου τάξεως εν τη υπαίθρω»

Αφού διεκτραγωδείται η κατάσταση λόγω ζωοκλοπής αλλά και ληστείας, αναφέρεται πως, «κατόπιν της ευμενούς χορηγησεως όπλων υπό του Φρουρίου Κρήτης εις την Χωροφυλακήν μας κατηρτίσθησαν εν τω Νομώ Χανίων μεγάλα αποσπάσματα» υπό τη διοίκηση του Δ. Παπαγιαννάκη. Ο διοικητής είχε «δικαιώματα ευρείας μορφής» για να καθαρίσει την ύπαιθρο από τα «κακοποιό στοιχεία».

 Ο Παπαγιαννάκης, που ήταν επικεφαλής της χωροφυλακής στα Χανιά στις αρχές της Κατοχής, είχε λάβει άδεια το 1943, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες που έφταναν στους Βρετανούς «είχε πλουτίσει τόσο στη μαύρη αγορά που ήθελε να απολαύσει τα κέρδη του όσο μπορούσε».

Στον σχηματισμό του τάγματος κλήθηκαν περίπου 200 άντρες. Μονάχα οι αξιωματικοί της μονάδας ανήκαν στην πραγματικότητα στη χωροφυλακή, ενώ ορισμένοι άντρες ήταν στρατολογημένοι από κακοποιά στοιχεία έως και κατάδικοι που αποφυλακίστηκαν για τον σκοπό αυτό, αν και όχι όλοι. Ο Παπαγιαννάκης παρουσίαζε την κατάταξη στο τάγμα ως λύτρωση των μελών του από τις γερμανικές διώξεις: «απήλλαξα διά χορηγηθείσης αμνηστείας εκ των Γερμανικών Αρχών όλους τους καταδιωκομένους υπ’ αυτών και κατατασσομένους εις το Τάγμα». Ο εξοπλισμός του έγινε φυσικά από τις αρχές κατοχής.

Ο επίσημος σκοπός «πάταξις της ζωοκλοπής».

Το ΕΑΜ κράτησε εξαρχής εχθρική στάση απέναντι στο τάγμα, όχι όμως και η Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ), που συμμεριζόταν την αντι-κομμουνιστική του κατεύθυνση όπως και ο Βρετανός υπεύθυνος δυτικής Κρήτης Διονύσης (Ντένις) Τσικλητήρας. Για τους Βρετανούς η ΕΟΚ υποστήριζε τον Παπαγιαννάκη διότι είχε όπλα που μπορούσαν να στραφούν εναντίον των κομμουνιστών. 

Ο Παπαγιαννάκης προσπάθησε εξαρχής να παίξει διπλό παιχνίδι, θέτοντας τα γερμανικά όπλα του στη διάθεση των Βρετανών και εξυπηρετώντας τους Βρετανούς πράκτορες, διαθέτοντάς τους π.χ. στολές χωροφυλακής. Οι διαπιστώσεις του Τσικλητήρα στις εκθέσεις του είναι διαφωτιστικές:

8 εκατ. τον μήνα, στολή, άρβυλα για 400 πλιατσικολόγους

Ο μισθός διαφημίστηκε ως 8 εκατομμύρια τον μήνα, μια πλήρης στολή, άρβυλα κ,λπ. και ένα ντουφέκι. Μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκαν οι απαραίτητοι 400' οι περισσότεροι ήταν πλιατσικολόγοι και ζωοκλέφτες της περιοχής.

Η σύνθεση του τάγματος δημιουργούσε ανησυχίες και στα τοπικά στελέχη της ΕΟΚ, όπως ο γιατρός Μ. Αναστασάκης από την Κίσσαμο: «18 Απριλίου σήμερον διήλθε εκ Σπηλιάς μεταβαίνον εις Δελιανά εν απόσπασμα Ασφαλείας. Οι αποτελούντες αυτό είναι όλοι αμνηστευθέντες φυγόδικοι και ταραξίαι. Ως εκ της προελεύσεως αυτών αμφιβάλλομεν, εάν θα ωφελήσει. Συνέλαβαν ένα νέον, Σολανάκη, εις Δρακώνα και τον ετουφέκισαν». 

Το παραπέτασμα της πάταξης της ζωοκλοπής δεν διήρκεσε πολύ. Στις 25 Μαρτίου το τάγμα συγκρούστηκε στο Σαμωνά (ΤσακΙστρα Κάμπων) με ομάδα του ΕΛΑΣ υπό τον Ιλαρχο Κυανίδη (Φλωριά) και διαλύθηκε. Οι ΕΛΑΣίτες αιχμαλώτισαν 41 μέλη του τάγματος τα οποία και απέλυσαν, αφού τους έγινε κατήχηση, εκτός από τον χωροφύλακα Γ. Λιονάκη που εκτελέστηκε έπειτα από καταδίκη αντάρτικου στρατοδικείου για φόνους, βιασμούς και άλλα κακουργήματα. Αναφέρεται πως τρία μέλη του τάγματος προσχώρησαν στη συνέχεια στο αντάρτικο και άλλα δεκαέξι εγκατέλειψαν το τάγμα.

Προφανώς λοιπόν η διάλυση του δωσιλογικού Τάγματος Παπαγιαννάκη -όπως και της μονάδας του Σούμπερτ προηγουμένως- ήταν αποκλειστικό έργο του ΕΛΑΣ. Στις 5 Αυγούστου το 3ο Τάγμα Κισσάμου του ΕΛΑΣ διέλυσε τη βάση του τάγματος στο χωριό Κρύα Βρύση στην Κίσσαμο και το σπίτι του ίδιου του Παπαγιαννάκη όπου αποθησαύρισε τα λάφυρα των επιχειρήσεων του. Κατασχέθηκε μεγάλη ποσότητα όπλων, πυρομαχικών και τροφίμων. Υστερα από αυτό ο Παπαγιαννάκης, φοβούμενος για τη ζωή του, παρέμενε στα Χανιά.

Στις 26 Αυγούστου ο Παπαγιαννάκης δημοσίευσε ανακοίνωση πως για την εκτέλεση του Γεωργουσάκη «θα πέσουν πεντήκοντα (50) κεφαλαί κομμουνιστών και άλλων συνεργατών των». Ενώ για τη δολοφονία ενός άλλου συνεργάτη των Γερμανών, του ενωμοτάρχη Δημήτρη Τζεϊράνη (υπεύθυνου για τη σύλληψη του στελέχους του ΚΚΕ Βαγγέλη Κτιστάκη), εκτελέστηκαν άλλοι 25 άνθρωποι ως «ιθύνοντες» ή «δρώντες κομμουνιστές», μεταξύ των οποίων και ο Ρούσος Κούνδουρος, επιφανής πολιτική προσωπικότητα των Φιλελευθέρων του Λασιθίου και της τοπικής νομαρχιακής επιτροπής ΕΑΜ.

Ο ίδιος ο Παπαγιαννάκης δικάστηκε μεταπολεμικά ως δωσίλογος, αθωώθηκε και φυγαδεύτηκε στον Πειραιά Η απόφασή του όμως να επιστρέφει στα Χανιά οδήγησε στην εκτέλεσή του σε κεντρικό σημείο της πόλης.

Τάγματα Ασφαλείας Εύβοιας και ο ΕΔΕΣ Αθηνών

Οι συνταγματάρχες Απόστολος Παπαγεωργίου και Χαράλαμπος Παπαθανασόπουλος του ΕΔΕΣ πέρασαν ένα διάστημα κρατούμενοι των κατοχικών δυνάμεων το 1943 και μετά την αποφυλάκισή τους τάχτηκαν οριστικά ενάντια στην αντιστασιακή δράση του κομμουνισμού ως κύριου κινδύνου ενόψει των μεταπολεμικών εξελίξεων. Συνεργάζονταν πλέον ανοικτά με την κατοχική κυβέρνηση και τους Πάγκαλο - Γόνατά για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. 

Επειτα από συγκρούσεις, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1943 ο Παπαγεωργίου αυτοανακηρύχτηκε αρχηγός του ΕΔΕΣ Αθηνών και η συγκεκριμένη οργάνωση πήρε ανοιχτά πλέον τον δρόμο της συνεργασίας και προσπάθησε να πάρει με το μέρος της τα στελέχη του ΕΔΕΣ, αποκρύπτοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τη διάστασή της από τον Ζέρβα, ενώ και ο τελευταίος άργησε να πάρει αποστάσεις

Σύμφωνα με την κατάθεση του Διονυσίου Παρασκευόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων Χαλκίδος, ο Παπαθανασόπουλος από τις 2 Οκτωβρίου 1943 και για τρεισήμισι μήνες φιλοξενήθηκε στο σπίτι του στην οδό Πραξιτέλους 8. Σε αυτόν παρουσιάστηκε ως αρχηγός του ΕΔΕΣ και δεχόταν στο σπίτι διάφορους αξιωματικούς και ιδιώτες όπως ο Χαρ. Βουζουναράς, ο δικηγόρος Μαυρίκος Μαυρίκης, ο ανώτερος αξιωματικός Διάμεσης, ο στρατηγός Διάκος κ.ά Κάθε Τετάρτη δειπνούσε με τον Ιωάννη Βουλπιώτη και Γερμανούς αξιωματικούς, όπως του έλεγε ο ίδιος. Είχε δε σχέσεις με τον Ιωάννη Ράλλη με σύνδεσμο τον Βουζουναρά. Μέσω αυτού συγκέντρωσε 500 εκατ. δραχμές από τον Ράλλη στα τέλη Νοεμβρίου του 1943.

Ανάλογη δράση φαίνεται ότι ανέπτυξε ο δικηγόρος Μαυρίκος Μαυρίκης. Σε επιστολή του προς τον Ηρακλή Πετιμεζά του ΕΔΕΣ στις 27.10.1944 ο Γεώργιος Φαφούτης του απαντά:

«Μου εζητήσατε να σας πω τι γνωρίζω περί του Δικηγόρου Μαυρίκη [...]. Κατά την συνάντησιν μας αυτήν ο Μαυρίκης με παρεκάλεσε να τον βοηθήσω εις το να φύγει ο υιός του στην Σμύρνη διά να συναντήσει τους Αγγλους διά να τους πείσει να του στείλουν χρήματα, ιματισμόν και πολεμοφόδια διότι ετοιμάζει εδώ σώματα προς καταπολέμησιν των Κομμουνιστών και των Γερμανών. Του απήντησα ότι μπορώ μόνον να βοηθήσω τον υιόν του να φύγει, αλλά είχα αμφιβολίας αν ο υιός του θα κατώρθωνε να πείσει τους Αγγλους να τον βοηθήσουν. [...] Εις την συνάντησίν μας στου Ζαχαράτου μου είπε μεταξύ άλλων να του βρω μερικά παιδιά διά τα σώματα τα οποία ετοίμαζε. Πράγματι του ευρήκα 18 παιδιά διά τα οποία έλεγε ότι θα τα εγγράψη στα σώματα και με παρεκάλεσε να φροντίσω διά την τροφοδοσίαν των, πράγμα το οποίον έκαμα, αλλά τον λογαριασμόν του εστιατορίου δεν τον επλήρωσε ποτέ, οπότε τα παιδιά διέρευσαν και κατετάγησαν μόνα των εις τα τάγματα ασφαλείας».

Η αρχική ιδέα ήταν η στρατολόγηση πολιτοφυλάκων από τη γύρω περιοχή, Χαλκίδα και περίχωρα από Ψαχνά έως Βάθεια (Αμάρυνθο) λόγω οικονομικής αδυναμίας στρατολόγησης Αθηναίων. Μέχρι όμως να επιτευχθεί ο στόχος αυτός χρειάστηκε δύο φορές να σταλεί δύναμη από Αθήνα. Οι πολιτοφύλακες αυτοί εμφανίζονταν σαν Ελληνικός Στρατός με ανάλογο ειδικό σήμα. Αποστολή τους η εκκαθάριση της νήσου από τα αναρχικά στοιχεία και η επαναφορά των νομίμων, δηλαδή των κατοχικών ή στην καλύτερη περίπτωση των μεταξικών, κοινοτικών και δημοτικών αρχών.

Κατέφτασε λοιπόν ως νέος νομάρχης Εύβοιας, διορισμένος από την κυβέρνηση Ράλλη, ο στρατηγός Δ. Διάκος μαζί με απόσπασμα 70 περίπου χωροφυλάκων από την Αθήνα. Μαζί του κατέφτασε και ο Α. Οικονομίδης, ως σύμβουλος και διερμηνέας. 

Τον Ιανουάριο του 1944 ο Λιάκος συγκρότησε «Εθνική Πολιτοφυλακή» με λόχους στα Ψαχνά, στην Αρτάκη, στο Δοκό και το Βασιλικό. Για τη συντήρηση των σωμάτων αυτών ο Διάκος επίταξε τρόφιμα από την επιτροπή συσσιτίων, την ένωση συνεταιρισμών, την Αγροτική Τράπεζα και φορολόγησε τα πάντα, από τρόφιμα έως εισιτήρια. Επίσης διενεργήθηκε και η πρώτη τοπική επιστράτευση της κλάσης του 32 και συγκροτήθηκαν λόχοι στη Χαλκίδα.

Με τη δύναμη που συγκέντρωσε ο Διάκος στη Χαλκίδα άρχισε τις επιδρομές στην υπόλοιπη Εύβοια με σκοπό τη διάλυση των ΕΑΜικών οργανώσεων και του αντάρτικου και την εγκατάσταση σταθμών σε σημαντικά κέντρα όπως σε Βάθεια, Ερέτρια, Αλιβέρι και Κύμη. Με αναφορές του προς το υπουργείο Εσωτερικών ο Διάκος δήλωνε ότι είχε εκκαθαρίσει την ευρύτερη περιοχή της Χαλκίδας μέσα στον Ιανουάριο, αλλά ζητούσε την ίδρυση έκτακτου στρατοδικείου καθώς πολλοί συλληφθέντες απολύονταν, πράγμα αντίθετο «προς την εθνικήν συνείδησιν του λαού».

Στις αρχές Φεβρουάριου οι νεο-σχηματισμένοι λόχοι των ταγμάτων στη Χαλκίδα τέθηκαν στη διάθεση των Γερμανών στις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις στην κεντρική Εύβοια. Με τις δυνάμεις που εγκαθίσταντο στις φρουρές οι Γερμανοί έλεγχαν τον άξονα Χαλκίδας - Κύμης και την περιοχή των Ψαχνών. Στις 25 Φεβρουάριου ο Διάκος διενήργησε στρατολογία σε πέντε κλάσεις μέρους του τέως Δήμου Μεσαπίων. Τυχόν ανυπότακτοι θεωρούνταν μέλη ανατρεπτικών ομάδων και υποψήφιοι προς εκτόπιση μαζί με τις οικογένειές τους. Παρ’ όλα αυτά, η επιστράτευση παρουσίαζε προβλήματα. Από την Αρτάκη μέχρι τα μέσα Μαρτίου παρουσιάστηκαν μονάχα τρεις από τους 44 κληθέντες. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και έπειτα από αίτηση του Λιάκου η κυβέρνηση Ράλλη έστειλε για ενίσχυση το 2ο Τάγμα Ευζώνων Αθηνών, αλλά και οι Γερμανοί έστειλαν έναν λόχο και έθεσαν όλες τις δυνάμεις υπό τις διαταγές του λοχαγού Μπάγερ

Δύο μέρες πριν είχε φτάσει στην Εύβοια και ο Παπαθανασόπουλος. Με μια σειρά επιδρομών-χτένισμα της Εύβοιας τα σώματα αυτά προκάλεσαν μεγάλες δυσκολίες στο όχι πολύ ισχυρό αντάρτικο της περιοχής, ενώ επιστρατεύονταν και ντόπιοι, ειδικά σε Αγία Αννα, Ερέτρια και Βάθεια. Οι τελευταίοι άρχισαν να εξοπλίζονται από τις 25 Ιανουάριου και αργότερα συγκρότησαν τον 6ο λόχο του 2ου ανεξάρτητου Τάγματος Ευζώνων και συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιδρομής των ταγματασφαλιτών, ντόπιων και άλλων μαζί με Γερμανούς ήταν και η επιδρομή στις 24 Ιουλίου 1944 στη Λίμνη Εύβοιας. Η δύναμη υπό τον Παπαθανασόπουλο ξεπερνούσε τους 500 Γερμανούς, ταγματασφαλίτες από Χαλκίδα, Βάθεια, Ψαχνά καθώς και άντρες της Ειδικής Ασφάλειας. Επρόκειτο για κανονική πειρατική επιχείρηση που διήρκεσε ως τις 8 Αυγούστου για να λεηλατηθούν πάνω από 500 σπίτια και να φορτωθούν τα κλοπιμαία σε καΐκια και από κει κατέφυγαν στη Χαλκίδα και τη Βάθεια.

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των Διάκου - Παπαθανασόπουλου προς τη βόρεια Εύβοια η νομαρχιακή επιτροπή του ΕΑΜ αποφάσισε να αντιδράσει και να οργανώσει επίθεση στο Ξηροχώρι (Ιστιαία). Η επίθεση εκδηλώθηκε την 1η Απριλίου 1944 αλλά απέτυχε καθώς δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την άφιξη γερμανικής δύναμης από την κοντινή οχυρή θέση Γούβες. Στη μάχη σκοτώθηκε ο Λιάκος από Ιταλό αυτόμολο, ενώ ως αντίποινα ο λοχαγός Μπουρλίδης εκτέλεσε επιτόπου με το περίστροφό του 18 ντόπιους νέους. Τρεις μέρες αργότερα, στις 4 του μηνός, έγινε η μάχη στον Θεολόγο, απ’ όπου σώζεται και το περίφημο τηλεγράφημα του συνταγματάρχη Χρήστου Γερα-κίνη: «απώλειαι εκ των ημετέρων, εις Γερμανός τραυματίας».

Μισθός καλός, γιατρός, άδεια μετ’ αποδοχών, διορισμός

Την 1η Μαΐου 1944 ο Παπαθανασόπουλος με δυο προκηρύξεις διενήργησε τόσο στρατολόγηση με βάση τον στρατολογικό νόμο όσο και πρόσκληση για εθελοντική κατάταξη. Κάλεσε τους στρατεύσιμους της κλάσης 1940 που διέμεναν στον Δήμο Χαλκιδέων να παρουσιαστούν από 2 έως 4 Μαΐου για τη συγκρότηση ανεξάρτητου Τάγματος Ευζώνων. Οσοι δεν παρουσιάζονταν θεωρούνταν όχι απλώς ανυπότακτοι αλλά «ως ανήκοντες εις ανατρεπτικάς οργανώσεις» και ως τέτοιοι θα «διωχθώσιν αυτοί τε και τα μέλη των οικογενειών των». Επίσης προσκάλεσε εθελοντές για ετήσια στρατιωτική υποχρέωση ως υπαξιωματικοϋς ή στρατιώτες με δέλεαρ μισθό «λίαν ικανοποιητικό» «ανάλογα με την διακύμανσιν του τιμαρίθμου της ζωής», δωρεάν οικογενειακή ιατρική εξέταση, μηνιαία άδεια μετ’ αποδοχών και μετά το τέλος των υποχρεώσεών τους κατάληψη κατά προτίμηση κενών δημόσιων θέσεων «άνευ διαγωνισμού».

Ο ένοπλος δωσιλογισμός πρόσφερε λοιπόν ως αντίτιμο μισθό και τρόφιμα, ευκαιρίες για πλιάτσικο, ρουχισμό και τσιγάρα ακόμη και υποσχέσεις για διορισμό στο δημόσιο. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα απέδωσε μέχρι και συντάξεις για αντιστασιακή δράση.

{[['']]}

Ταγματασφαλίτες, μισθός, εξουσία, θηριωδία

 Πηγή:  Tου Σταύρου Παναγιωτίδη, υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας - History

Ενα γραμμάριο δράσης, ένας τόνος θεωρίας

Αυτό εξοικείωσε τον κόσμο με το ΕΑΜ, έσπασε τις προκαταλήψεις και τα στεγανά που δημιουργούσε στους λαϊκούς ανθρώπους η κρατική προπαγάνδα περί του κομμουνιστικού κινδύνου και του επέτρεψε να βαδίσει μαζί του στον δρόμο της αντίστασης. Η φράση του Ενγκελς «ένα γραμμάριο δράσης ισούται με έναν τόνο θεωρίας» είχε βρει την εφαρμογή και τη δικαίωση της.

Η πρώτη οργάνωση που δημιουργήθηκε από αυτό τον χώρο, πριν ακόμη από την Ιδρυση του ίδιου του ΕΑΜ, ήταν η Εθνική Αλληλεγγύη. Αξιοποίησε την πείρα των κομμουνιστών του μεσοπολέμου, οι οποίοι γνώριζαν πώς να δρουν σε συνθήκες παρανομίας. 

Πολύ σύντομα δημιουργήθηκαν πάρα πολλά επιμέρους δίκτυα από ανθρώπους που κυκλοφορούσαν αγαθά πρώτης ανάγκης, τα οποία συνδέθηκαν με την Αλληλεγγύη. Επίσης, το 1941 δημιουργήθηκε μια δομή κοινωνικού ιατρείου, το Καταφύγιο Επειγούσης Περιθάλψεως στη Νέα Σμύρνη, από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και με πρωτοβουλία γιατρών που ήταν ήδη οργανωμένοι στην Εθνική Αλληλεγγύη. Γενικώς, η οργάνωση λειτουργούσε ως κόμβος που συνέδεε τις δράσεις πολλών τυπικών και άτυπων συλλογικοτήτων, από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και τους προσκόπους μέχρι τοπικά δίκτυα, αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους.

Αντίστοιχες δράσεις οργανώθηκαν και στα πανεπιστήμια από το ΕΑΜ Νέων και την Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας, τους φοιτητές που είχαν άμεση ανάγκη, ειδικά όσους προέρχονταν από την επαρχία και δεν είχαν συγγενείς στην Αθήνα. Και πάλι η δράση αυτή διοχετεύτηκε μέσα από ήδη υπάρχοντες μηχανισμούς, όπως ο Εκπολιτιστικός Ομιλος του Πανεπιστημίου (ΕΟΠ), ο Σύλλογος Επαρχιωτών Φοιτητών (ΣΕΦ), το Ταμείο Απόρων Φοιτητών (ΤΑΦ) και άλλους. Σε αυτούς δραστηριοποιήθηκαν συνολικά 4.700 φοιτητές και φοιτήτριες. Ακόμη το ΕΑΜ δημιούργησε προμηθευτικούς συνεταιρισμούς, με στόχο την πρόσβαση σε διατροφικά και άλλα προϊόντα, σώζοντας κόσμο και χτυπώντας τα συμφέροντα των μαυραγοριτών.


Από το δεύτερο εξάμηνο του 1942 και συστηματικότερα το επόμενο έτος το ΕΑΜ αναβάθμισε τη δράση του με τη δημιουργία λαϊκών επιτροπών, οργανωμένων σε γειτονιές, εργασιακούς χώρους και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι επιτροπές αυτές κατέγραφαν τις ανάγκες των πολιτών, διατροφικές και υγειονομικές -όπως το καθάρισμα των βόθρων, την παροχή καθαρού νερού, τον εφοδιασμό των γειτονιών με κλιβάνους για την απολύμανση των ρούχων- ή απαιτούσαν οργανωμένα από την κυβέρνηση και τους δήμους την ικανοποίησή τους.

Ενας αμφίδρομος μετασχηματισμός

Κεντρικό ρόλο σας λαϊκές επίτροπός το ΕΑΜ έδωσε σε ανθρώπους που είχαν ήδη κοινωνικό κύρος και δεν υπήρχε επάνω τους καμία υποψία για συμπόρευση με τους κομμουνιστές. Αστυνομικός ιερείς, ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι και γιατροί μπήκαν μπροστά δίνοντας ουσιαστικά κάλυψη στη δράση του ΕΑΜ και ταυτόχρονα το ΕΑΜ πετύχαινε να τους φέρει σε επαφή μαζί του, οδηγώντας σημαντικό κομμάτι του κόσμου των πόλεων στην εκτίμηση του ρόλου και της δράσης της Αριστεράς για τη σωτηρία του λαού αλλά και στην εξοικείωση με τη μαζική συλλογική δράση ως ουσία της πολιτικής. 

Αλλά όλη αυτή η διαδικασία μετασχημάτιζε και το ίδιο το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, οδηγώντας τα ακόμη πιο βαθιά στη συνειδητοποίηση της πολιτικής ως διαδικασίας που για να είναι πραγματικά αποτελεσματική και να εκπροσωπεί με γνήσιο τρόπο τα λαϊκά συμφέροντα δεν μπορεί παρά να είναι συμπεριληπτική σε προσωπικές και συλλογικές στάσεις, ιδέες και αναπαραστάσεις.

Οταν λίγο αργότερα ο ΕΛΑΣ εξοπλίστηκε καλύτερα χάρη στην άτακτη διάλυση των ιταλικών μονάδων, κλιμάκωσε τη δράση του και πέρασε σε ένοπλες επιθέσεις κατά των μαυραγοριτών. Μέσα από τις ανακοινώσεις του το ΕΑΜ κατάφερνε να διασαφηνίσει αυτό που ήδη έδειχνε η δράση του. Οι μαυραγορίτες ήταν εχθροί του έθνους γιατί συνεργάζονταν με τον κατακτητή, αλλά ταυτόχρονα ήταν και εχθροί ειδικότερα των λαϊκών στρωμάτων γιατί τα οδηγούσαν στην πείνα και την εξαθλίωση. Ετσι, μέσω του εθνικού αγώνα το ΕΑΜ και το ΚΚΕ εξοικείωναν τους ανθρώπους με την ταξική θέαση της κοινωνίας.

Τον Οκτώβριο του 1943 ο ΕΛΑΣ προχώρησε σε μια γενική επιχείρηση εντοπισμού και ανοίγματος όλων των αποθηκών της Αθήνας όπου οι μαυραγορίτες έκρυβαν τα προϊόντα τους. Σκοπός των τελευταίων ήταν να προκαλέσουν τεχνητή έλλειψη στην αγορά ώστε να ανεβάσουν ακόμη περισσότερο τις τιμές και τα κέρδη τους. Μάλιστα μετά το άνοιγμα των αποθηκών ο ΕΑΑΣ δεν έδωσε τα προϊόντα στον κόσμο δωρεάν αλλά με την καταβολή ενός λογικού τιμήματος, ώστε να δοθεί εικόνα τάξης και πειθαρχίας και να μην επιτραπεί να γίνει λόγος για αναρχία και αταξία. Με όλα αυτά ο ΕΛΑΣ δεν είχε μόνο την εικόνα του εκδικητή. Γινόταν η προϋπόθεση της επαναθεμελϊωσης της ηθικής υπόστασης της κοινωνίας. 

Σε μια από τις προκηρύξεις του, απευθυνόμενος στους μαυραγορίτες, έλεγε:

ΕΑΜ προειδοποιεί μαυραγορίτες

«Από καιρό παρακολουθούμε τα εγκλήματά σας αυτά. Μα ελπίζαμε πως ο ηρωικός αγώνας που διεξάγει ολόκληρος ο Ελληνικός Λαός [...] για την Λευτεριά της Πατρίδας [...] θα σας συγκινούσε. Αντίθετα όχι μόνον μείνατε ασυγκίνητοι αλλά κάτω από την αδηφάγο μανία του κέρδους, αδικαιολόγητα τις τελευταίες μέρες ανυψώσατε τις τιμές των ειδών σε δυσθεώρητα ύψη και εξαφανίσατε από την αγορά είδη στοιχειωδώς απαραίτητα για την διατροφή του λαού μας [...] 

Σας προειδοποιούμε γι΄αυτό και σας καλούμε: Ν’ ανοίξετε τις αποθήκες σας και να θέσετε στη διάθεση του Λαού τα είδη διατροφής που κρύβετε. Να καθορίσετε τιμές τέτοιες [...] που να είναι προσιτές στο Λαό μας που υποφέρει».

Κάπως έτσι, το ΕΑΜ δημιούργησε πολύ ισχυρά ερείσματα στις γειτονιές της Αθήνας, κάτι που του επέτρεψε να βρίσκει καταφύγια και ενισχύσεις στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, όταν οι μάχες με τους ναζί εντείνονταν και οι άνθρωποι αναγνώριζαν στα πρόσωπα των μαχητών αυτούς που τους βοηθούσαν τα προηγούμενα χρόνια. 

Κατά μία έννοια οι γειτονιές «ανταπέδωσαν» στο ΕΑΜ τη βοήθειά του, αλλά ακόμη περισσότερο η στάση τους αυτή ήταν η φυσιολογική συνέπεια του ότι και οι ίδιοι οι άνθρωποί τους συμμετείχαν συχνά στις δράσεις του ΕΑΜ. Αυτό ίσχυε ακόμη περισσότερο στις προσφυγικές συνοικίες, όπου οι κάτοικοι μέσα από τη δύσκολη εμπειρία της εγκατάστασης σε έναν ξένο τόπο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχαν ήδη διαμορφώσει γνώσεις και δομές για την αλληλεγγύη και την επίλυση προβλημάτων. Ετσι, εκεί το ΕΑΜ συχνά δεν χρειάστηκε να διαμορφώσει πολλά νέα δίκτυα αλλά συνδέθηκε με τα ήδη υπάρχοντα, των οποίων οι μνήμες έγιναν ξανά δράση και πολιτική εμπλοκή. 

Σε πολλές περιπτώσεις το να μπει ένας άνθρωπος από αυτές τις γειτονιές στο ΕΑΜ σήμαινε ότι συστηνόταν με το ΕΑΜ απευθείας όλος ο περίγυρός του, η γειτονιά του, τα συγγενικά, επαγγελματικά και φιλικά δίκτυά του, γιατί οι άνθρωποι των περιοχών αυτών διαμόρφωναν σχέσεις υψηλού βαθμού συνοχής. Αυτό μαζί με άλλα στοιχεία, όπως ο αντι-βασιλικός και -θα λέγαμε- «αντιδεξιός» πολιτικός χαρακτήρας πολλών προσφύγων, εξηγεί και γιατί το ΕΑΜ εμφανίστηκε πολύ ισχυρό στις συνοικίες τους.

Η ανοιχτή σύγκρουση με τους ναζί στην Αθήνα έφερε και τη μαζική πια ένταξη στο ΕΑΜ. Η κλιμάκωση της σύγκρουσης ώθησε ακόμη πιο πολύ τους πολίτες στον αγώνα για την ελευθερία. Το ΕΑΜ γινόταν πια ο ένοπλος απελευθερωτής αλλά και ο χώρος που έδινε στους πολίτες και ειδικά στα κατώτερα στρώματα ελπίδα για το μέλλον μετά τον πόλεμο, την προοπτική μιας άνοιξης για την Ελλάδα, μιας νέας ζωής που τους περίμενε να χτιστεί από τα χέρια τους, όπως από τα χέρια τους έμεινε όρθια η Ελλάδα στην Κατοχή. Αυτός ο κόσμος ήταν πολύ περισσότερος από τον κόσμο της συνενοχής, της προδοτικής «εθνικοφροσύνης», που όμως τελικά βγήκε κερδισμένος μετά τον Εμφύλιο.

Εκ των υστέρων επιχειρήθηκε οι προδοτικές οργανώσεις τους να αποκατασταθούν νομικά και ιστοριογραφικά. Χαρακτηριστικές είναι οι εκθέσεις που έδωσαν πρώην μέλη των ταγμάτων στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, όπου ελαχιστοποιούνταν οι βίαιες δράσεις τους και παρουσιαζόταν μια «επιθετικά απολογητική» υποστήριξη της συμμετοχής τους στα τάγματα, βάζοντας τους ίδιους στο επίκεντρο της σύγκρουσης με το «κομμουνιστικό ΕΑΜ», σαν οι Γερμανοί απλώς να παρίστανται και οι επιθέσεις τους προς το ΕΑΜ να μην επηρέαζαν την έκβαση του εθνικού αγώνα.

Βέβαια, οι προσπάθειες αυτές δεν ήταν πάντα επιτυχείς. Ειδικά στην αρχή η εικόνα των ταγμάτων ήταν ακόμη πρόσφατη και οι εθνικόφρονες πραγματικοί αντιστασιακοί ήθελαν να αποφύγουν την ταύτισή τους με τα τάγματα, οπότε είτε απέφευγαν να αναφερθούν σε αυτά είτε τα καταδίκαζαν χωρίς πολλές περιστροφές. Ασφαλώς υπήρχαν και φωνές υποστήριξής τους, όπως ο κατοχικός πρωθυπουργός Ράλλης. Σχεδόν όλοι, πάντως, απέδιδαν τη συγκρότηση των ταγμάτων στην «τρομοκρατική» δράση του ΕΑΜ, «ξεχνώντας» πως η βασική σύγκρουση στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο δεν ήταν η εσωτερική αλλά αυτή μεταξύ κατακτητών και κατεκτημένων, άρα κάθε προτεραιοποίηση του αντικομμουνιστικού αγώνα καθίστατο εκ των πραγμάτων προδοτική. 

Αργότερα, η εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το 1958, που την έφερε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προκάλεσε μια προσπάθεια καταπολέμησης της Αριστερός διά της ιστοριογραφίας.

Κοινό χαρακτηριστικό των έργων αυτής της βιβλιοπαραγωγής ήταν η προσπάθεια παρουσίασης των «εγκλημάτων» των κομμουνιστών και η υποστήριξη της -ανοιχτής πλέον- προσπάθειας επίσημης δικαίωσης των ταγμάτων. Τα κυρτότερα από αυτά τα βιβλία γράφτηκαν από γνωστές τότε περιπτώσεις εθνικοφρόνων αξιωματικών. Σε αυτά είτε παρέχεται πλήρης υποστήριξη στη στάση και στις επιλογές των ταγμάτων είτε απλώς δικαιολογούνται, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν χαρακτηρίζονται ως αντεθνικώς δρώντα. Τέλος, στη χούντα η έμμεση αναγνώριση της εθνικής δράσης των ταγμάτων γίνεται στοιχείο της επίσημης κρατικής ιδεολογίας. Τα τάγματα εκθειάζονται, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα χωρίς ούτε τη στοιχειώδη κριτική για τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς. Αντιθέτως, η κατηγορία περί προδοσίας παρουσιάζεται ως χαλκευμένη από «αντεθνικούς κύκλους».

Γενικώς, η υπεράσπιση των ταγμάτων επιχειρούνταν πάντα μέσω μιας σειράς διαχρονικού χαρακτήρα επιχειρημάτων.

Πρώτον, η φιλοσυμμαχική και φιλο-βρετανική στάση τους και η νομιμοφροσύνη τους προς την εξόριστη κυβέρνηση. Η ένοπλη δράση τους στο πλευρό της Βέρμαχτ υποστηριζόταν πως στρεφόταν μόνο κατά των κομμουνιστών. Δεύτερον, η «φαινομενική» και «προσωρινή» συνεργασία τους με τους κατακτητές. Πραγματοποιούσαν μάλιστα έναν κωμικό παραλληλισμό των ταγμάτων με τους αρματολούς της περιόδου της οθωμανοκρατίας, λόγω του ότι και αυτοί είχαν εξοπλιστεί από τους καταχτητές. Συνοδεύονταν από αναφορές στην «ανεξαρτησία» των ταγμάτων έναντι των δυνάμεων κατοχής και τη δήθεν ύπαρξη σχεδίου επίθεσης εναντίον τους σε ενδεχόμενη συμμαχική απόβαση.

Τρίτον, το παρελθόν πολλών από τα στελέχη των ταγμάτων που είχαν συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία και την Αλβανία, το εθνικό φρόνημά τους και η στενή συνεργασία τους με τις κατά τόπους εκκλησιαστικές ιεραρχίες.

Τέταρτον, ο αμυντικός χαρακτήρας τους, αφού υποστήριζαν πως τα τάγματα δρούσαν με αποκλειστικό σκοπό «την υπεράσπιση των αστικών κέντρων και των χωριών από την ΕΑΜική τρομοκρατία».

Πέμπτον, η ιδιότητά τους ως έλασσον κακό, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αύξηση της επιρροής του ΕΑΜ-ΕΑΑΣ.

Η παρουσίαση των ταγμάτων ως αποτέλεσμα της δράσης του ΕΑΜ και η προτίμησή τους έναντι του τελευταίου αποτελούν στην πραγματικότητα την πιο ειλικρινή εκδοχή της περιβόητης θεωρίας των δύο άκρων. Πάντα όποτε υπήρξε ενδεχόμενο ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά η οικονομική ελίτ και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι έπαιζαν το χαρτί της ακροδεξιάς. Στη Γερμανία του μεσοπολέμου, όπου οι σοσιαλδημοκράτες προτίμησαν να δώσουν στον Χίτλερ την καγκελαρία για να σταματήσουν την άνοδο των κομμουνιστών. 

Στην Ελλάδα πριν από τον Εμφύλιο, όπου ο κεντρώος πολιτικός και άμεσος συνεργάτης του Γεώργιου Παπανδρέου Θεμιστοκλής Τσάτσος υποστήριζε πως με βάση το «εσωτερικό κριτήριο» της χώρας, δηλαδή το ενδεχόμενο μιας κομμουνιστικής επανάστασης, τα τάγματα πρόσφεραν πατριωτικές υπηρεσίες. Στον μεταπολεμικό κόσμο, όπου τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη υπέθαλψαν φασιστικές δικτατορίες στις χώρες όπου δυνάμωνε το λαϊκό κίνημα. 

Τελικά στην Ελλάδα της κρίσης, όπου τα μεγάλα ΜΜΕ εξωράιζαν τη Χρυσή Αυγή και τη δράση της για να διοχετεύσουν σε αυτήν την πολιτική οργή του κόσμου και όχι σε ριζοσπαστικές προοδευτικές λύσεις.

Αλλά και στο πεδίο της ιστοριογραφίας λίγα χρόνια πριν, όταν παρουσιάζονταν πομπωδώς σε συνέδρια και στον Τύπο ως «νέος τρόπος θέασης της Ιστορίας» ερμηνευτικά σχήματα που ήθελαν τα Τάγματα Ασφαλείας να δημιουργούνται ως απάντηση στην «κόκκινη βία» του ΕΑΜ, από πανεπιστημιακούς καθηγητές όπως οι κ. Καλύβας και Μαραντζίδης. Ιστορικές προσεγγίσεις απίθανης ανιστορικότητας, τόσο στα επιμέρους στοιχεία τους (όπως η γενική ερμηνεία του φαινομένου του ένοπλου δωσιλογισμού μέσα μόνο από μια έρευνα σε κάποια χωριά και μαρτυρίες παρμένες 60 χρόνια μετά τα γεγονότα) όσο και στην κεντρική τους ιδέα, αυτήν του παραμερισμού από το προσκήνιο της ιστορίας της βασικής σύγκρουσης του Β' Παγκόσμιου Πολέμου μεταξύ φασισμού και ελευθερίας, μεταξύ καταχτητών και κατεκτημένων λαών, και αντικατάστασής της από τη σύγκρουση εθνικιστών και κομμουνιστών. Σαν φωτογραφία που παρουσιάζει τη σύγκρουση αυτή έχοντας υποστεί κακό μοντάζ, όπου δίπλα από τον ταγματασφαλίτη έχει αφαιρεθεί ο ναζί που του έδωσε το όπλο που κρατάει. Αλλά η Ιστορία είναι πεισματάρα.

(Ο τίτλος του άρθρου είναι κατά το πρώτο μέρος του «κλεμμένος» από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα).

{[['']]}

Τυφεκιοφόρος του εχθρού για ένα πιάτο φαϊ

Tου Σταύρου Παναγιωτίδη, υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας - History

H συνεργασία Ελλήνων με τους ναζί ήταν ένα φαινόμενο με πολλές εκφράσεις και επίπεδα. Αρα είχε και πολλά διαφορετικά κίνητρα που συχνά αλληλοδιαπλέκονταν.

Για μεγάλο τμήμα των συνεργατών βασικό στοιχείο ήταν ο αντικομμουνισμός. Ετσι, υπήρχαν αυτοί που εντάχθηκαν στους επίσημους μηχανισμούς δωσιλογισμού, όπως τα Τάγματα Ασφαλείας, βρίσκοντας σ’ αυτά έναν τρόπο εξόντωσης των αντιπάλων τους. Παράλληλα, τα τάγματα πρόσφεραν μισθό και εξουσία, πράγματα που αποτελούσαν θέλγητρο.

Η συνεργασία με τους ναζί πρόσφερε ασφαλώς και την ευκαιρία για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, συχνά κάθε άλλο παρά πολιτικών. Ομως υπήρχαν κι αυτοί που εντάσσονταν σε πιο αφανή δίκτυα συνεργασίας με πολύ πιο ευτελή ανταλλάγματα. Αν και από τον χειμώνα του 1941 και ως το τέλος της Κατοχής το φαγητό δεν μπορούσε πια να θεωρείται ευτελές, όσο λίγο και φτωχό κι αν ήταν. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Τάγματα Ευζωνικά, Ασφαλείας, εθνικιστών, μειονοτικά

Συνήθως χρησιμοποιούμε τον όρο «Τάγματα Ασφαλείας» συνεκδοχικά, εννοώντας τους διάφορους ένοπλους σχηματισμούς που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής για την καταπολέμηση των ομάδων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι σχηματισμοί αυτοί παρουσίαζαν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη στελέχωση, την οργανωτική διάρθρωση, το επίσημο ιδεολογικοπολιτικό τους στίγμα, τις σχέσεις τους με τη δωσιλογικη κυβέρνηση και τη στάση τους απέναντι στον δυτικό συμμαχικό παράγοντα. Ως προς τη σύνδεσή τους με τη δωσίλογη κυβέρνηση, υπήρχαν πρώτον τα «Ευζωνικά Τάγματα», που ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Ράλλη για την προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον κομμουνισμό.

Τα πρώτα θεσπίστηκαν διά νόμου τον Ιούνιο του 1943 και επανδρώθηκαν αρχικά από τη φρουρά του Αγνωστου Στρατιώτη. Τελικά έφτασαν σε συνολική δύναμη 5.725 αντρών.

Δεύτερον, υπήρχαν τα καθαυτά «Τάγματα Ασφαλείας», ένοπλοι σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν «εθελοντικά», με πρωτοβουλία στελεχών του διαλυμένου στρατού και τοπικών εθνικοφρόνων που ζητούσαν όπλα από τους Γερμανούς για να αντιμετωπίσουν το ΕΑΜ. Η αρχή τους έγινε το 1943 στην Πελοπόννησο. Το 1944 ενοποιήθηκαν σε μία δομή (Β' Αρχηγείου Χωροφυλακής Πελοποννήσου) που «τυπικώς» υπαγόταν στο υπουργείο Ασφαλείας. Εδρα της ήταν η Τρίπολη και επικεφαλής της ο αξιωματικός Διονύσιος Παπαδόγκωνας.

Συνολικά συγκροτήθηκαν πέντε τέτοια τάγματα, με έδρα την Τρίπολη, τη Σπάρτη, το Γύθειο, τον Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους.

Τρίτον, υπήρχαν διάφορες «εθελοντικές» αντιΕΑΜικές ένοπλες ομάδες, συγκροτημένες αυτόνομα κυρίως στην Αττική, αλλά και στην περιφέρεια. Συνεργάζονταν με τα Ευζωνικά και τη Γενική Ασφάλεια αλλά δεν υπάγονταν σε κάποια ενιαία δομή.

Τέταρτον, υπήρχαν μονάδες «εθνικιστών» απευθείας υπαγόμενες στους Γερμανούς. Ιδρύθηκαν την άνοιξη του 1943 και τελικά καταγράφηκαν δέκα συνολικά στη Μακεδονία και άλλες τέσσερις στην κεντρική και τη νοτιοανατολική Ελλάδα. Παρουσίαζαν μεταξύ τους μεγάλη ανομοιογένεια ως προς το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα και την ύπαρξη «μαζικής βάσης».

Πέμπτον, υπήρχε μια τελευταία κατηγορία οι μειονοτικές αντιΕΑΜικές ένοπλες ομάδες που σχηματίστηκαν σε εθνική βάση με αποσχιστικό προσανατολισμό. Τέτοιες ήταν οι κομιτατζήδες της Οχράνα και οι Τσάμηδες της KSILIA. Οι ναζί προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τη δυσαρέσκεια που τους είχε προκαλέσει το ελληνικό κράτος και να τη διοχετεύσουν ενάντια στο ΕΑΜ, το οποίο άλλωστε έφερε στον λόγο του στοιχεία για την κοινή παρακαταθήκη του ελληνικού πληθυσμού και μπορούσε στα μάτια των πληθυσμών αυτών να φαίνεται εθνικιστικό και επιθετικό για τα συμφέροντα τους.

Ως προς τη σύσταση αυτών των ομάδων υπήρχαν και πάλι διάφορες πηγές στρατολόγησης. Οι αξιωματούχοι τους συχνά ήταν πρώην και νυν αξιωματικοί του στρατού, κατά βάση μεταξικοί και μοναρχικοί, αλλά μεταξύ τους υπήρχαν ακόμη και βενιζελικοί που είχαν αποταχθεί το ’35 από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση μετά το βενιζελικό κίνημα εκείνου του έτους. Τα απλά μέλη προέρχονταν στην αρχή κυρίως από ήδη υπάρχουσες αντίκομμουνιστικές ομάδες που είχαν συγκροτηθεί τοπικά εναντίον του ΕΑΜ. Η ένταξη γινόταν πρώτα εθελοντικά, αργότερα όμως άρχισαν οι ατομικές προσκλήσεις με απειλές για συλλήψεις σε περίπτωση απείθειας.

Λούμπεν στοιχεία στο κυνήγι της επιβίωσης

Ως προς τους λόγους κατάταξης υπήρχε και πάλι ποικιλία. Πολλά μέλη ανήκαν σε φτωχά στρώματα και επέλεξαν την κατάταξη στα τάγματα ως μέσο επιβίωσης. Το μεγαλύτερο μέρος της στρατολόγησης τέτοιων λούμπεν στοιχείων έγινε στα αστικά κέντρα. Αλλοι ήταν εγκληματικά στοιχεία που έβρισκαν ευκαιρία για ξεκαθάρισμα λογαριασμών αλλά και πλουτισμό. Αλλοι ήταν εθελοντές που μισούσαν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, είτε διότι κάποιος συγγενής τους είχε εκτελεστεί από μέλη του είτε διότι είχαν συλληφθεί ή ενοχληθεί οι ίδιοι από το ΕΑΜ ως ύποπτοι συνεργασίας με τους ναζί. Υπήρχαν επίσης εν ενεργεία αξιωματικοί που είτε θεωρούσαν καθήκον τους την καταπολέμηση του κομμουνισμού είτε είχαν τοποθετηθεί στα τάγματα μέσω των αντικομμουνιστικών οργανώσεων στις οποίες ήδη ανήκαν.

Ακόμη, με τους ναζί συνεργάζονταν μέλη άλλων οργανώσεων που είχαν χτυπηθεί από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, κάτοικοι χωριών που είχαν στρατολογηθεί μέσω συγγενικών δικτύων, για βιοποριστικούς λόγους ή που φοβούνταν τα γερμανικά αντίποινα, πρώην μέλη του ΕΑΜ-ΕΑΑΣ που άλλαξαν στρατόπεδο είτε λόγω προσωπικών διαφορών είτε για να επιβιώσουν, κάποιοι που κινητοποιήθηκαν για την υπεράσπιση των ειδικών συμφερόντων τους, όπως οι κτηνοτρόφοι στην περιοχή του Βαλτετσίου που είχαν προστριβές με τον ΕΛΑΣ, και, τέλος, όπως είδαμε, μέλη άλλων εθνοτικών ομάδων.

Τα κοινά χαρακτηριστικά που είχαν αυτές οι ομάδες δεν ήταν λίγα. Ολες οι μονάδες αποτελούσαν τμήμα των κατοχικών στρατευμάτων. Γενικοί διοικητές τους ήταν οι ανώτεροι αρχηγοί των SS στην Ελλάδα. Εκαναν δημόσιες διακηρύξεις στράτευσης και πίστης στο Ράιχ. Συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ, προχωρώντας σε καταδόσεις ομήρων προς εκτέλεση, χωριών που θα καίγονταν, ακόμη και σε συνεργασία στη βόρεια Ελλάδα με τον βουλγαρικό στρατό για την καταπολέμηση των ανταρτών, παρότι πριν και μετά τον πόλεμο επικαλούνταν διαρκώς, στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής ρητορικής, τον «βουλγαρικό κίνδυνο». 

Επιδείκνυαν τεράστια αγριότητα, πολύ συχνά και λόγω τοπικότητας, αφενός επειδή υπήρχαν ανοιχτοί παλιότεροι λογαριασμοί πολλών τύπων, αφετέρου για να διασφαλιστεί πως δεν θα έμενε κανένας πίσω για να εκδικηθεί.

«Ημέτεροι απώλειαι, εις Γερμανός τραυματίας»

Τέλος, όλες αυτές οι ομάδες θεωρούνταν τμήμα των γερμανικών δυνάμεων, γι' αυτό και όταν σκοτώνονταν μέλη τους, η Βέρμαχτ τους καταμετρούσε μαζί με τα θύματα των γερμανικών μονάδων. Ισχυε, όμως, και το αντίστροφο, αφού περίφημη έχει μείνει η καταγραφή ενός αξιωματικού των ταγμάτων: «Απώλειαΐ: Εκ των ημετέρων εις Γερμανός βαρέως τραυματίας».

Πέρα από τις δυνάμεις που εντάσσονταν απευθείας υπό τα όπλα των ναζί, υπήρχαν και διάφορες αντιΕΑΜικές αντάρτικες δυνάμεις για τις οποίες η αντιμετώπιση του εσωτερικού εχθρού αποτελούσε πρώτη προτεραιότητα από νωρίς. Κάποιες από αυτές (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση - ΠΑΟ, Ελληνικός Στρατός - ΕΣ. Στρατιωτική Ιεραρχία) καταστατικά όριζαν ως σκοπό τους την καταστολή της «αναρχίας» και την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος. Πολλές φορές χρηματοδοτούνταν από «εγχώριους κεφαλαιούχους», αλλά συχνά και από τους Βρετανούς, οι οποίοι από το 1943 προσπαθούσαν να συγκροτηθούν αντι-ΕΑΜικές ανταρτοομάδες για να μην αποκτήσει την ηγεμονία στο βουνό και στην Ελεύθερη Ελλάδα ο ΕΛΑΣ.

Μάλιστα επτά από αυτές τις ομάδες, όπως η φασιστική X του Γρίβα, υπέγραψαν τον Νοέμβριο του 1943 πρωτόκολλο συνεργασίας υπό την αιγίδα του Νεοζηλανδοϋ αξιωματικού Ντον Στοτ, προσώπου θολού που ελεγχόταν για «διπλό παιχνίδι» και τελικά ανακλήθηκε από τους Βρετανούς. Η στάση των περισσότερων από αυτές τις οργανώσεις απέναντι στα τάγματα ήταν στάση συνεργασίας.

Τέλος, ειδικό δωσιλογικό ρόλο ανέλαβαν και προϋπάρχοντες κρατικοί θεσμοί, συγκεκριμένα η Χωροφυλακή και κυρίως η Ειδική Ασφάλεια. Μάλιστα, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στον νέο ρόλο τους έπρεπε να στρατολογήσουν νέα μέλη, χωρίς τον επαγγελματισμό, άρα και τους δισταγμούς, των ως τότε μελών τους. Αυτό έγινε με στρατολόγηση τύπων του περιθωρίου, συχνά εγκληματικών στοιχείων του ποινικού δικαίου και ασφαλώς κατά παράβαση του πλαισίου λειτουργίας των οργανισμών αυτών. Ετσι, στρατολογήθηκαν πρόσωπα αδίστακτα σε κάθε ενέργεια, ακόμη και βασανισμού όσων ήταν ύποπτοι κομμουνιστικών φρονημάτων.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του αρμόδιου υπουργού, όπως τα μεταφέρει ο συνταγματάρχης και διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής Ποθητός Ποδότας: «Ο Υπουργός μου είπεν “τι να σας κάνω των μονίμων που δεν θέλατε να στραπατσάρετε την γραβάτα του κομουνιστού”». Οι νέοι στρατολογημένοι δημιούργησαν γρήγορα ομάδες κρούσης που αναλάμβαναν κατά παραγγελία της Ειδικής Ασφάλειας όλες τις παρακρατικές ενέργειες που δεν μπορούσε να κάνει η ίδια, δηλαδή συλλήψεις χωρίς εντάλματα, βασανισμούς, εκτελέσεις. Ετσι, οι ήδη υπάρχουσες κρατικές υπηρεσίες μετασχηματίστηκαν και οι ίδιες σε παρακρατικούς μηχανισμούς που ασκούσαν βία και τρομοκρατία εναντίον των αντιστασιακών οργανώσεων.

Αυτονόητο ήταν πως αυτός ο εσμός των «εθνικοφρόνων» θα αξιοποιούσε τα νέα του καθήκοντα για τον προσωπικό του πλουτισμό. Αυτό έφτασε μέχρι το σημείο να συλλαμβάνουν κόσμο κατά το δοκούν και μετά να εκβιάζουν τις οικογένειές τους ζητώντας λύτρα για να τους απελευθερώσουν. Οπως κατέθεσε ο ταγματάρχης της Χωροφυλακής και υπασπιστής του διευθυντή της Ειδικής Ασφάλειας Γ. Γεωργίου στο ειδικό δικαστήριο: «Εγίνοντο πολλά παζαρέματα και εκβιάσεις υπό οργάνων της Ειδικής Ασφαλείας και δι’ αυτό απηγορεύθησαν αι συλλήψεις, ειμή μόνον κατόπιν διαταγών. [...] Εγένετο εμπόριον συλλήψεων και αποφυλακίσεων».

Ασφαλώς, παράλληλα με όλα αυτά υφάνθηκε και ένα δίκτυο καταδοτών και συνεργατών όλων αυτών των μηχανισμών, από κάποιους που εξαγοράζονταν με ανταλλάγματα που συχνά έπεφταν μέχρι ένα πιάτο φαγητό. Επρόκειτο κυριολεκτικά για στρατηγική επιβίωσης από τους ανθρώπους αυτούς, που για την επιτυχία της αντάλλασσαν τον πατριωτισμό και την αξιοπρέπειά τους. Ξέρουμε πως η πείνα, η βαθιά, πραγματική πείνα, είναι κατάσταση συντριπτική.

Οδηγεί τον άνθρωπο στην αναίρεση πολλών πολιτισμικών του στοιχείων, του αναστέλλει πολλές αρχές και θέτει σε πρώτο πλάνο την ανάγκη της επιβίωσης.

Αυτή την αποκτήνωση, την απελπισία και τον θάνατο που έφερνε η πείνα και έκαναν την αντίσταση να μοιάζει ονειροφαντασία κατάλαβε το ΚΚΕ πως θα έπρεπε να τη σταματήσει, όχι μόνο για να αποδιοργανώσει αυτά τα δίκτυα συνεργατών αλλά και για να μπορέσει να οργανώσει συνολικά την άμυνα του λαού και να προχωρήσει μετά στην οργάνωση της ένοπλης αντίστασης. Αυτό είναι που εξηγεί και τη σειρά των στίχων στον ύμνο του ΕΑΜ: «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα, θα μας σώσει κι από τη σκλαβιά». Ετσι, το ΕΑΜ μπήκε μέσα στις αυθόρμητες διαδικασίες αλληλοβοήθειας που είχαν δημιουργηθεί από τους πολίτες, τις ενίσχυσε, τις οργάνωσε καλύτερα και σε λίγο καιρό έφτιαξε μαζί τους μεγάλα δίκτυα αλληλεγγύης. Πέτυχε έτσι έναν σπουδαίο πολιτικό στόχο. Απέδειξε τη χρησιμότητά του στην ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του λαού.

{[['']]}

Οι Έλληνες πράκτορες των Ναζί: Μαυραγορίτες και τάγματα εφόδου – Ο ένοπλος δωσιλογισμός



Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 1944. Χιλιάδες Αθηναίοι συρρέουν στο κέντρο της πόλης για τη μεγάλη γιορτή της απελευθέρωσης από τους Ναζί κατακτητές. «Ανεβασμένοι στ’ αυτοκίνητα ρίχνουν οι ΕΑΜίτες τα συνθήματα που τ’ αρπάζει με μια φωνή ο κόσμος και τα κάνει βουή και σάλπισμα για να φτάσουν απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας: Κανένα άσυλο στους προδότες! Λευτεριά- Λαοκρατία!», διαβάζουμε στην ανταπόκριση του Ριζοσπάστη που κυκλοφόρησε στις 13 Οκτωβρίου 1944 ελεύθερα πλέον στο κέντρο της Αθήνας μετά από 8 χρόνια.

Σε αντίθεση με ότι συνέβη σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθ’ όλη τη διάρκεια των πανηγυρισμών επικράτησε τάξη. Η ηγεσία του ΕΑΜ τήρησε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, τιθασεύοντας τη μεγάλη δύναμή του κινήματος και διασκεδάζοντας τους φόβους των πολιτικών της αντιπάλων για «λουτρό αίματος», παρά τη διάχυτη επιθυμία για εκδίκηση απέναντι στους συνεργάτες των κατακτητών.
Την περίοδο 1945-1949, κάποιοι θα οδηγηθούν στα Ειδικά Δικαστήρια. Η συντριπτική πλειοψηφία θα αθωωθεί και πολλοί από τους καταδικασθέντες θα απελευθερωθούν τα επόμενα χρόνια. Αυτή είναι «η πιο μελανή περίοδος της ελληνικής δικαιοσύνης από σύστασης του ελληνικού κράτους».

H «βρώμικη δουλειά» που ανέλαβε η ελληνική Δικαιοσύνη

Την ίδια χρονική περίοδο ήταν συντριπτικές οι καταδίκες σε θάνατο, ισόβια και εξορία από παράλληλα δικαστήρια των ανθρώπων που συμμετείχαν στο αντιστασιακό κίνημα. Είναι εντυπωσιακή η δυσαναλογία και αφορά σε μια βρώμικη δουλειά που ανέλαβε να κάνει η ελληνική δικαιοσύνη, μεταπολεμικά όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανασυγκρότησης επέλεξαν να κλείσουν γρήγορα το θέμα και να περάσουν το συντομότερο δυνατόν σε μια ομαλή κατάσταση.

Αν έμπαιναν σε μια διεξοδική απόδοση δικαιοσύνης θα έπρεπε να έχουμε ειδικά δικαστήρια και εκτελέσεις τουλάχιστον για μια πενταετία μετά τη λήξη του πολέμου, άρα ανοιχτές πληγές. Επέλεξαν λοιπόν να κλείσουν το θέμα εκτελώντας παραδειγματικά κάποιους μεγαλοδωσίλογους.


Στην Ελλάδα βέβαια ούτε καν αυτό δεν έγινε, επειδή αμέσως μετά τη λήξη της Κατοχής ακολουθούν τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Οι δωσίλογοι και αυτοί που ήταν γύρω από τους δωσίλογους θα γίνουν στηρίγματα της μεταπολεμικής αντικομουνιστικής πολιτικής κατάστασης που επικρατεί.

Η έννοια της εθνικοφροσύνης κυριαρχεί τουλάχιστον μέχρι την πτώση της Χούντας το 1974… Οπότε αυτοί οι άνθρωποι που θα είναι οικονομικά και πολιτικά στηρίγματα των μετα-κατοχικών κυβερνήσεων έπρεπε με κάποιο τρόπο να προστατευθούν και αυτό ακριβώς έκανε η Δικαιοσύνη την περίοδο εκείνη, αφήνοντας ένα τεράστιο ερωτηματικό ως προς το λαϊκό αίσθημα δικαιοσύνης απέναντι στους συνεργάτες των Ναζί.


ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΕΣ, ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑΓΜΑΤΑ ΕΦΟΔΟΥ

«Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το 1941-1942, όπου κυριαρχούν απόλυτα οι δυνάμεις του Άξονα σε όλη την Ευρώπη, στην Αθήνα έχει δημιουργηθεί ένα ευρύ δίκτυο Ελλήνων συνεργατών του κατακτητή που έχει κυρίως οικονομικό υπόβαθρο. Μην ξεχνάμε ότι μεσολαβεί ο φονικός κατοχικός λιμός, οπότε έχουμε πολλούς εμπόρους, βιομηχάνους και ανθρώπους που κινούνται γύρω από την αγορά γενικότερα, τη μαύρη αγορά αφού η επίσημη αγορά έχει καταρρεύσει. Στα δίκτυα της μαύρης αγοράς ξεχωρίζουν κάποιοι μεγαλομαυραγορίτες, οι οποίοι συνεργάζονται στενά με τους Γερμανούς.

Είναι οι άνθρωποι που δημιουργούν μεγάλες περιουσίες από αυτή τη συνεργασία, είναι οι άνθρωποι που κρύβουν τρόφιμα σε παράνομε αποθήκες για να δημιουργήσουν τεχνητή άνοδο της τιμής και να αποκομίσουν παράνομα κέρδη παρά το γεγονός ότι συνάνθρωποί τους πεθαίνουν από την πείνα, αυτό δεν τους απασχολεί ιδιαίτερα. Αυτό το ευρύ δίκτυο προσπαθεί να διατηρήσει τα κεκτημένα του όταν πλέον το 1943 και κυρίως το 1944 φαίνεται ότι η αντίσταση και κυρίως το ΕΑΜ ενισχύεται διαρκώς και υπάρχει περίπτωση να παίξει ρόλο στη μεταπολεμική Ελλάδα, καθώς φαίνεται πλέον καθαρά ότι οι Γερμανοί θα χάσουν τον πόλεμο.

Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν προσπαθούν να στρατευθούν πίσω από τον μπαμπούλα του αντικομουνισμού για να αντιμετωπίσουν το ΕΑΜ, καθώς γνωρίζουν παρά πολύ καλά ότι αν μετά τη λήξη του πολέμου κυριαρχήσει πολιτικά το ΕΑΜ στην Ελλάδα, θα χάσουν τις περιουσίες τους και θα λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη. Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν χρηματοδοτούν μέσα από τα παράνομα κέρδη τους τις ποικίλες αντικομουνιστικές ομάδες που εμφανίζονται στην Ελλάδα και βέβαια τους πράκτορες των γερμανικών αρχών ασφαλείας και της γερμανικής αντικατασκοπείας, οι οποίοι πληρώνονται σε μεγάλο βαθμό όχι από το Βερολίνο αλλά από τις παράνομες δράσεις της μαύρης αγοράς. Συνεπώς από το ’43 και μετά αυτό που αρχικά ήταν οικονομική κυρίως συνεργασία λαμβάνει και τη μορφή της πολιτικής και της ένοπλης συνεργασίας».

(Επί της οδού Πατησίων 65, λειτούργησε την περίοδο της Κατοχής μια από τις περίφημες κατοχικές ρουλέτες. Το κτίριο στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από το βιβλίο, Κώστας Μπίρης, Αι Αθήναι, 1830-1966)

Οι ρουλέτες της Κατοχής

Παράνομα καζίνο – τόποι συνάντησης οικονομικού και του ένοπλου δωσιλογισμού

Η σύνδεση της κερδοσκοπίας των μαυραγοριτών με την εξόντωση των μελών της εθνικής αντίστασης αναδεικνύεται μέσα από τη λειτουργία των κατοχικών ρουλετών. Αυτά τα μικρά καζίνο ήταν τόποι συνάντησης των «επιχειρηματιών» της μαύρης αγοράς και των συνεργατών των κατακτητών, ενώ με τα έσοδά τους οι κατακτητές χρηματοδοτούσαν Έλληνες και Γερμανούς πράκτορες των ναζιστικών υπηρεσιών ασφαλείας.

Το μεγαλύτερο παράνομο καζίνο της Αθήνας με 12 ρουλέτες και 3 τραπέζια σεμέν ντε φερ, ήταν η ρουλέτα του «Μαυροκέφαλου». Απασχολούσε περίπου 100 άτομα προσωπικό και τα κέρδη κάθε βραδιάς ξεπερνούσαν το ιλιγγιώδες ποσό των 100 χρυσών λιρών. Συνολικά στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής λειτούργησαν 21 τέτοιες ρουλέτες. γνώρισαν ιδιαίτερη άνθιση στα τέλη του 1943, όταν ο πληθωρισμός, τα έσοδα από τα οχυρωματικά έργα των κατακτητών και η μαύρη αγορά, είχαν δημιουργήσει τεράστιο πλούτο στα χέρια εργολάβων και μαυραγοριτών, οι οποίοι «επένδυαν» τα παράνομα κέρδη τους στις ρουλέτες. Οι κατακτητές χρησιμοποιούσαν τις ρουλέτες για να χρηματοδοτούν τις υπηρεσίες τους, καθώς πουλούσαν πανάκριβα τις άδειες στους Έλληνες «επιχειρηματίες» και είχαν ποσοστά στα κέρδη.

Η μεγαλύτερη ρουλέτα υπό τον έλεγχο των Γερμανών ήταν το Femina στην οδό Βουκουρεστίου, όπου λειτουργούσε και ακριβό εστιατόριο. Παράλληλα στους χώρους αυτούς οι Γερμανοί στρατολογούσαν Έλληνες πληροφοριοδότες που σύχναζαν εκεί ως πελάτες, συγκεντρώνοντας πολύτιμες πληροφορίες.

(Διαφημιστική καταχώρηση στο περιοδικό «Το Ραδιόφωνον» του bar restaurant Kazino Femina, Γενικά Αρχεία του Κράτους – Κεντρική Υπηρεσία)

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του δικηγόρου Γ. Εμμανουήλ. Αφού πρώτα απέκτησε ένα σημαντικό χρηματικό κεφάλαιο κερδοσκοπώντας στο χρηματιστήριο Αθηνων, επένδυσε τα κέρδη του στη μαύρη αγορά τροφίμων. Μέσα από τα δίκτυα της μαύρης αγοράς ήρθε σε επαφή με τους καπνέμπορους αδερφούς Νικολαΐδη από τη Θεσσαλονίκη που ήταν υπεύθυνοι σε δύο από τα καζίνο που έλεγχαν τα S.D., η υπηρεσία ασφαλείας των Ες-Ες. Δουλεύοντας λοιπόν στην υποδοχή του καζίνο Femina γνωρίστηκε με αξιωματικούς των Ες-Ες και στρατολογήθηκε σε αυτά. Ακολούθησε μετάβασή του στο Βερολίνο όπου εκπαιδεύτηκε για μία εβδομάδα σε ειδικό σχολείο πρακτόρων και η επιστροφή του στην Αθήνα για την ανάληψη δράσης.

Δεκάδες άλλοι Έλληνες πράκτορες των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας συγκρότησαν ομάδες εφόδου με στόχο την εξόντωση των μελών της αντίστασης. Οι ομάδες αυτές που συνελάμβαναν, βασάνιζαν και δολοφονούσαν αντιστασιακούς πληρώνονταν από τα κέρδη των ελληνικών καζίνο. Συνδέοντας έτσι με έναν ακόμα τρόπο την κερδοσκοπία των μαυραγοριτών με την εξόντωση των μελών της αντίστασης.

Το Φεβρουάριο του ’46 έγινε η μεγάλη δίκη των πρακτόρων που εργάζονταν στις κατοχικές ρουλέτες. Δικάστηκαν 46 άτομα οι 35 αθωώθηκαν, από τους 11 που καταδικάστηκαν παρόντες ήταν οι 5 οι οποίοι έλαβαν ποινές από 10 μήνες έως 6 χρόνια φυλάκιση.

Ας δούμε αναλυτικά, με τη βοήθεια του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, τις ελληνικές φιλοναζιστικές και αντικομμουνιστικές οργανώσεις και τις ελληνικές ομάδες πρακτόρων των Ναζί.

S.D. Η Υπηρεσία Ασφαλείας των Ες-Ες και οι Έλληνες πράκτορές της

 (Φωτογραφία από το βιβλίο, Μανόλης Μαρμαράς, Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας)

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στο κτίριο της οδού Σανταρόζα 3 ήταν η έδρα της υπηρεσίας Sicherheitsdienst ή S.D., που ήταν η Υπηρεσία Ασφαλείας των ναζιστικών Ες-Ες. Στο ίδιο κτίριο στεγάζονταν και η ομάδα αντικατασκοπίας Dienststelle 3000. Οι υπηρεσίες αυτές είχαν ως στόχο τη διενέργεια αντικατασκοπίας και τη δημιουργία ομάδων Ελλήνων σαμποτέρ, που θα ανατίναζαν βασικές υποδομές της πόλης αμέσως μετά την αποχώρηση των Ναζί από την Αθήνα.

Η ομάδα σαμποτάζ έφτασε να αριθμεί 50-60 Έλληνες πράκτορες. Οι δολιοφθορές που έγιναν μετά την αποχώρηση των Γερμανών για να δημιουργήσουν μια κατάσταση χάους στην πρωτεύουσα ήταν η ανατίναξη του φράγματος του Μαραθώνα, των εγκαταστάσεων ηλεκτρικού ρεύματος σε Αθήνα και Πειραιά, καταστροφές στο λιμάνι του Πειραιά, στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και σε πολλές άλλες υποδομές.

Η αντιστασιακή ομάδα δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1943 υπό τον Έλληνα αξιωματικό Γ. Παντέλογλου, αρχηγό της ΟΕΔΕ (Οργάνωση Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδας), η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του υπό συγκρότηση αντάρτικου -όπως τον ονόμαζαν- στρατού, ο οποίος καταλαμβάνοντας θέση στην ορεινή Ελλάδα θα πολεμούσε ενάντια στους συμμάχους όταν αυτοί θα εισάβελαν στη χώρα. Μέσω της ΟΕΔΕ ο Παντέλογλου στρατολογούσε αντικομμουνιστές και γερμανόφιλους διευρύνοντας τον αρχικό πυρήνα των 70 περίπου ανδρών σε μια ομάδα 2500 περίπου ατόμων. Εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ στην οδό Μάρνης στις 26 Σεπτεμβρίου 1944.

Η οργάνωση 3000 είχε επίσης ομάδα πρακτόρων με αποστολή τον εντοπισμό των ελληνικών δικτύων διαφυγής προς τη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό το λόγο πράκτορες της είχαν μισθώσει βενζινοκίνητα καΐκια όπως το Αγία Μαρίνα, Άγιος Δημήτριος και Ευαγγελίστρια, τα πληρώματα των οποίων αποτελούνταν από Έλληνες ναυτικούς – πράκτορες της 3000. Αυτοί υπόσχονταν σε Εβραίους και αξιωματικούς του ελληνικού στρατού ότι θα τους φυγάδευαν στη Μέση Ανατολή. Λάμβαναν εξαιρετικά υψηλή αμοιβή ανά άτομο συνήθως σε χρυσές λίρες Αγγλίας και στη συνέχεια συνελάμβαναν αυτά τα άτομα και τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.

Το Δεκέμβριο του 1947 έγινε η μεγάλη δίκη της οργάνωσης 3000. Η απόφαση του δικαστηρίου ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων που αποτυπώθηκε ακόμα και σε εφημερίδες της εποχής. Από τους 70 κατηγορούμενους οι 64 αθωώθηκαν. Αλλά και από τους μόλις 6 που δικάστηκαν μόνο ο ένας ήταν παρών. Συνεπώς από τα 70 άτομα που δικάστηκαν ως πράκτορες της ναζιστικής οργάνωσης 3000 καταδικάστηκε μόλις ένα σε ποινή φυλάκισης 9 ετών.

«Μπουντ», «Ένωσις Φίλων Χίτλερ» ή τα «Ελληνικά Ες-Ες»

(Τα κτίρια της οδού Παπαρηγοπούλου σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1960 από τη σελίδα στο Facebook «Η Αθήνα μέσα στο χρόνο»)

Στα κτίρια της οδού Παπαρηγοπούλου 5 και 7 στεγάστηκαν την περίοδο της Κατοχής η ναζιστική οργάνωση αντικατασκοπίας «Μπουντ» και οι Έλληνες πράκτορές της. Στα κτίρια αυτά βασανίστηκαν δεκάδες αντιστασιακοί κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, πριν σταλούν στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία ή στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής προς εκτέλεση.

Η Μπουντ (που σημαίνει σύνδεσμος) ιδρύθηκε πριν τον πόλεμο και ήταν υπηρεσία αντικατασκοπείας. Οι ελληνικές Αρχές γνώριζαν τη δράση της για λογαριασμό της ναζιστικής Γερμανίας αλλά δεν παρεμπόδισαν το έργο της. Όταν κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου αποφάσισαν να συλλάβουν κάποια από τα μέλη της ήταν πλέον αργά. Μετά την είσοδό τους στην Αθήνα, οι Ναζί αποφυλάκισαν τους έμπειρους κατασκόπους τους, οι οποίοι ανέλαβαν την ανασυγκρότηση της οργάνωσης.

Η οργάνωση είχε δικό της δίκτυο κατασκόπων που έδρασε στην Αθήνα και τη Μέση Ανατολή. Το δίκτυο αυτό ήταν υπό τις διαταγές του Γερμανού φρουράρχου Αθηνών Φρίτσε. Έργο τους ήταν να εντοπίζουν τις διαδρομές διαφυγής Ελλήνων πολιτών και στρατιωτικών προς τη Μέση Ανατολή. Δεκάδες από αυτούς πιάστηκαν εν πλω και παραδόθηκαν στους Γερμανούς προς εκτέλεση. Επίσης, μέλη της Μπουντ εντόπιζαν Έλληνες πράκτορες που υπηρετούσαν στις συμμαχικές δυνάμεις. Ήταν άτομα που επιχειρούσαν να φέρουν ασυρμάτους στην κατεχόμενη Ελλάδα με στόχο την επικοινωνία της ελληνικής Αντίστασης με τους Βρετανούς και την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το φθινόπωρο 1943 η δράση της Μπουντ αναβαθμίστηκε με τη συγκρότηση ομάδων κρούσης που έκαναν συλλήψεις και εκτελέσεις. Στο σκέλος της δίωξης των κομμουνιστών πρωτοστάτησε ο Α. Αγήνορας. Ο Αγήνορας είχε εμπλοκή σε τουλάχιστον 25 υποθέσεις που δικάστηκαν μεταπολεμικά και αφορούσαν σε καταδόσεις και δολοφονίες μελών του ΕΑΜ, ληστείες περιουσιών Εβραίων εμπόρων, συλλήψεις ατόμων και αποστολή τους στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία. Η τύχη του Αγήνορα είναι άγνωστη. Κατά μία εκδοχή εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ στη Μακεδονία κατά μια άλλη εκδοχή έφυγε στη Γερμανία.

Οι ομάδες κρούσης της Μπουντ είχαν καθαρά αντικομουνιστική δράση. Συνέλεγαν στοιχεία για τις κινήσεις μελών του ΕΑΜ από διάφορους μυστικούς πληροφοριοδότες που είχαν στις συνοικίες. Προτιμούσαν περιπτεράδες, θυρωρούς, οδηγούς ταξί και ιδιοκτήτες κουρείων. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής και τη Γκεστάπο, πράκτορες της Μπουντ έκαναν εφόδους σε σπίτια και καταστήματα πραγματοποιώντας συλλήψεις. Ακολουθούσαν ανακρίσεις και βασανιστήρια στα γραφεία της Μπουντ στην Παπαρηγοπούλου ή σε αυτά της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν. Οι πληροφορίες που αντλούσαν μετά από σκληρά βασανιστήρια που πολλές φορές οδηγούσαν στο θάνατο των συλληφθέντων τους επέτρεπαν να οργανώνουν ακόμα μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατά μελών του ΕΑΜ και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων όπως τα μπλόκα ολόκληρων συνοικιών. Μεταξύ των θυμάτων της Μπουντ ήταν και η 17χρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

Τα 3 Έψιλον

Η Εθνική Ένωσής Ελλάς, γνωστή ως 3Ε, ήταν μια αντισημιτική και αντικομμουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1927 στην Θεσσαλονίκη και στράφηκε εναντίον της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μέλη της δραστηριοποιήθηκαν και στην Αθήνα καταδίδοντας εβραϊκές οικογένειες και μέλη του ΕΑΜ στους Ναζί. Τα γραφεία της οργάνωσης ήταν στο κτίριο της οδού Σίνα 8.

(Το κτίριο της οδού Σίνα 8 κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης της Αθήνας [Οκτώβριος 1944] όταν ήταν έδρα του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ. Από το βιβλίο του Θανάση Χατζή, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε)

Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ)

Η Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ) ήταν μια ελληνική φιλοναζιστική και αντικομουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1941 με πρωτοβουλία του γιατρού Γ. Βλαβιανού, διορισμένου κατοχικού προέδρου της κοινότητας Κηφισιάς. Χρηματοδοτούνταν από τους Ναζί με στόχο τη στρατολόγηση ατόμων για τη δημιουργία ελληνικού στρατιωτικού σώματος που θα πολεμούσε στις γραμμές της ναζιστικής Βέρμαχτ κατά των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο.
Για να το πετύχει αυτό είχε οργανώσει συσσίτια στα γραφεία της και προπαγανδιστικά μαθήματα σχετικά με τον κίνδυνο του μπολσεβικισμού. Επίσης, η οργάνωση συνέβαλε στην προσπάθεια των Γερμανών να προσελκύσουν Έλληνες εργάτες προς αποστολή στα εργοστάσια της Γερμανίας.

Σε μια περίοδο που ο κατοχικός λιμός αποδεκάτιζε τους Αθηναίους, η ΕΣΠΟ συντάχθηκε με το ελληνικό υπουργείο Εργασίας παρουσιάζοντας την εργασία στα γερμανικά εργοστάσια ως ευκαιρία που έδινε η χιτλερική Γερμανία στους Έλληνες. Όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές οι άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των Ελλήνων -και όχι μόνο- εργατών στη Γερμανία και οι θάνατοί τους από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, το υπουργείο Εργασίας επιδόθηκε σε έναν αγώνα προπαγάνδας προς διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Η εκμετάλλευση του εξαθλιωμένου εργατικού δυναμικού της χώρας από τους Ναζί αλλά και από το ελληνικό υπουργείο Εργασίας ήταν ο λόγος που οδήγησε στην εκτέλεση του υπουργού Εργασίας Νικόλα Χαλύβα από την ΟΠΛΑ στις 27 Ιανουαρίου 1944 στην πλατεία Κολωνακίου.

Στην αρχή της η ΕΣΠΟ αριθμούσε περίπου 2500 άτομα στην πλειοψηφία τους νεαροί πρώην μέλη της μεταξικής νεολαίας. Για να καταστείλουν το αντιστασιακό κίνημα στους χώρους εργασίας, μέλη της ΕΣΠΟ προσλαμβάνονταν ως εργάτες στις επιταγμένες από τους Ναζί μονάδες παραγωγής. Έργο τους ήταν η εξάρθρωση των αντιστασιακών δικτύων μέσα στα εργοστάσια. Ήταν οι άνθρωποι που σε συνεργασία με την εργοδοσία παρέδιδαν στη Γκεστάπο ονομαστικές καταστάσεις οργανωμένων κυρίως του εργατικού ΕΑΜ. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Χαλυβουργίας Σταυριανού στο Κερατσίνι όπου εργάτης μέλος της ΕΣΠΟ κατέδωσε 18 συναδέλφους του ως μέλη του εργατικού ΕΑΜ.

Στις 17 Ιουνίου 1948, στη μεγαλύτερη δίκη μελών της ΕΣΠΟ δικάστηκαν 31 άτομα. Από τους 8 που καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές παρόντες στη δίκη ήταν μόνο οι 3.

(Οδός Πατησίων, 20 Σεπτεμβρίου 1942. Πυροσβεστικά οχήματα προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά που εκδηλώθηκε στα γραφεία της ΕΣΠΟ, μετά την ανατίναξή τους από την αντιστασιακή οργάνωση της ΠΕΑΝ. Από το βιβλίο, Ευάνθης Χατζηβασιλείου, ΠΕΑΝ 1941-1945)

G.F.P. Η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ και η δράση των Ελλήνων πρακτόρων της

Την περίοδο της Κατοχής στο κτίριο στη συμβολή των οδών Πατησίων 32 και Καποδιστρίου ήταν η έδρα της Geheime Feldpolizei (G.F.P.) που ήταν η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ. Στο κτίριο αυτό οδηγήθηκαν, προς ανάκριση, πολλοί αντιστασιακοί που πιάστηκαν από τους Έλληνες πράκτορες της υπηρεσίας κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, απεργιών και άλλων αντιστασιακών ενεργειών.

Η υπηρεσία αυτή ασχολούταν με θέματα κατασκοπείας, αντικατασκοπείας, προπαγάνδας και καταπολέμησης της αντίστασης. Οι Γερμανοί και Έλληνες πράκτορες της G.F.P. κυκλοφορούσαν με πολιτικά, συγκέντρωναν πληροφορίες για τη δράση διάφορων ατόμων και έκαναν αιφνιδιαστικές συλλήψεις. Ακολουθούσε ανάκριση στα γραφεία της και εγκλεισμός στις φυλακές Αβέρωφ.

Ένας από τους φανατικούς πράκτορες της G.F.P. ήταν ο χωροφύλακας ειδικής ασφάλειας Θ. Μπουρτζάλας. Ήταν ένας από τους λίγους Έλληνες εθελοντές που πολέμησαν με τη στολή της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο ενάντια στον Κόκκινο Στρατό. Πολέμησε στο Στάλινγκραντ και κατάφερε όχι μόνο να επιζήσει αλλά και να επιστρέψει στην Αθήνα συνεχίζοντας τον αγώνα του κατά των Κομμουνιστών αυτή τη φορά ως πράκτορας της G.F.P. Αν και καταδικάστηκε σε τρεις φορές ισόβια αποφυλακίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50.


(Ιανουάριος 1945. Το κτίριο της οδού Πατησίων 32 αμέσως μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών με εμφανή τα ίχνη από τις μάχες, αρχείο Γεωργίου Βήχου, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).

Πέρα όμως από την αντικατασκοπεία και τον εντοπισμό των αντιστασιακών η δράση όλων αυτών των οργανώσεων στόχευε στο να πλήξει το ηθικό των Ελλήνων. Εξίσου αν όχι πιο σημαντική με την εξάρθρωση μιας αντιστασιακής ομάδας ήταν η τρομοκράτηση των κατακτημένων. Οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους έδιναν μεγάλη δημοσιότητα στις φρικαλεότητες τους. Οι μαζικές εκτελέσεις στο σκοπευτήριο της Καισαριανής διαφημίζονταν στον ελεγχόμενο Τύπο και οι απαγχονισμένοι αντιστασιακοί σε διάφορα μέρη της Αθήνας παρέμεναν για ώρες κρεμασμένοι από δέντρα για να τους δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι πολίτες. Στο έργο που βασίστηκε στη μελέτη κλινικών περιπτώσεων στα νοσοκομεία της κατοχικής Αθήνας, τέσσερις Έλληνες νευρολόγοι ψυχίατροι αναφέρουν ότι βασική επιδίωξη των κατακτητών ήταν να επιβάλουν ένα καθεστώς τρόμου, να δημιουργήσουν για τον πληθυσμό τέτοιες συνθήκες ώστε κάθε αίσθημα ασφάλειας να εξαφανιζόταν και τη θέση του να έπαιρνε ένας διαρκής αγχώδης φόβος που δεν θα επέτρεπε καμία άλλη σκέψη και κανένα άλλο συναίσθημα. Έτσι θα οδηγούνταν ο λαός σε μια πραγματική ψυχική οπισθοδρόμηση.

Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής

Η αιχμή του αντικομμουνιστικού μετώπου στην Αθήνα

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής υπήρξε ο κύριος οργανωτής των ένοπλων επιχειρήσεων (κατοχικά μπλόκα, έρευνες σε σπίτια) ενάντια στα μέλη του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος. Στα κτίρια της οδού Ελπίδος 3 και 5 βρίσκονταν οι χώροι ανάκρισης και τα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας, τόποι μαρτυρίου για εκατοντάδες αντιστασιακούς. Στα κτίρια αυτά έχασαν τη ζωή τους από τα σκληρά βασανιστήρια τουλάχιστον 28 αντιστασιακοί.

Η Ειδική Ασφάλεια ιδρύθηκε το 1929 από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου με κύριο έργο την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος απέναντι στον κίνδυνο του κομμουνισμού. Από την αρχή η δράση της έλαβε χαρακτήρα παρακρατικής οργάνωσης στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού. Τον Ιούνιο του 1933 ο διοικητής της ταγματάρχης Α. Δικαίος οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον ιδρυτή της Ελευθέριο Βενιζέλο. Την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά κάτω από την πολιτική δ/νση του περιβόητου Κων/νου Μανιαδάκη οι άνδρες της εφάρμοσαν εξαιρετικά σκληρές και παράλληλα πρωτότυπες πρακτικές δίωξης κατά των κομμουνιστών. Την τεχνογνωσία αυτή εκμεταλλεύτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο υπουργός Εσωτερικών Αναστάσιος Ταβουλάρης και ο πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης για να μετατρέψουν την Ειδική Ασφάλεια από κρατική υπηρεσία σε ένοπλη αντικομουνιστική ομάδα κρούσης.

Το 1943 επανάφεραν στην υπηρεσία τον απόστρατο ταγματάρχη Α. Λάμπρου τον οποίον διόρισαν διοικητή της Ειδικής Ασφάλειας. Ο Λάμπρου προσλαμβάνοντας ως χωροφύλακες άνευ θητείας φανατικούς αντικομουνιστές, πράκτορες των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας αλλά και άτομα του υποκόσμου συγκρότησε ομάδες κρούσης σε όλη την Αθήνα.

Συνολικά σε μπλόκα, ενέδρες, βασανιστήρια, εκτελέσεις σε σπίτια και χώρους εργασίας οι άνδρες της ειδικής σκότωσαν οι ίδιοι ή παρέδωσαν στους Ναζί προς εκτέλεση περισσότερα από 300 άτομα.

(Γενική άποψη της πλατείας Κυριακού [Βικτωρίας] το 1928. Από τη σελίδα στο Facebook «Η Αθήνα μέσα στο χρόνο»)

Η πιο πολύτιμη συνεισφορά της ειδικής στον κοινό αγώνα με τους Ναζί ενάντια στον κομμουνισμό ήταν αυτή της οργάνωσης των κατοχικών μπλόκων. Τα μπλόκα σχεδιάζονταν από άνδρες της ειδικής ασφάλειας και υλοποιούνταν από τα τάγματα ασφαλείας με την εποπτεία ολιγάριθμων Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών. Η διαδικασία ήταν η εξής. Πρώτα δυνάμεις των δυνάμεων ασφαλείας αναπτύσσονταν στη συνοικία κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η απαγόρευση κυκλοφορίας τους επέτρεπε να κινηθούν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους κατοίκους.

Μόλις ξημέρωνε καλούσαν με τηλεβόες τους άνδρες ηλικίας 15 έως 65 ετών να συγκεντρωθούν σε κάποιο κεντρικό σημείο προς έλεγχο ταυτοτήτων. Στη συνέχεια κατέφθαναν Γερμανοί και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας συνοδεύοντας τους περίφημους κουκουλοφόρους, άτομα δηλαδή που έχοντας καλυμμένο το πρόσωπό τους κατέδιδαν μέλη των ΕΑΜικών οργανώσεων. Αρχικά ο Γερμανός αξιωματικός καλούσε ονόματα μελών του ΕΑΜ βάση ονομαστικής κατάστασης που του είχαν παραδώσει άνδρες της Eιδικής Aσφάλειας. Αυτές τις πληροφορίες είχαν συλλέξει οι άνδρες της Eιδικής ανακρίνοντας και βασανίζοντας διάφορους αντιστασιακούς. Όσοι εντοπίζονταν οδηγούνταν σε ξεχωριστή ομάδα και στη συνέχεια εκτελούνταν από γερμανικό απόσπασμα αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και από άνδρες των ταγμάτων ασφάλειας. Στη συνέχεια κουκουλοφόροι αναλάμβαναν να εντοπίσουν όσους δεν εμφανίστηκαν οικειοθελώς κατά τη ανάγνωση των ονομάτων αλλά και άλλους που δεν υπήρχαν στην ονομαστική κατάσταση και ήταν μέλη του ΕΑΜ.

Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Τζώρτζη Μαράτου όταν κατά τη διάρκεια μπλόκου στου Ζωγράφου οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στο υπαίθριο κέντρο Γαρδένια στην κεντρική λεωφόρο:

«Οι τσολιάδες μας έβαλαν στη σειρά και δεν έλεγαν κουβέντα. Κατά τις 11 φάνηκε ένα γερμανικό αυτοκίνητο με Γερμανούς και Έλληνες αξιωματικούς και κάποιον που φορούσε στο κεφάλι μια μαύρη κουκούλα. Και άρχισε η επιθεώρηση. Μπροστά πήγαινε αυτός με την κουκούλα για να μην αναγνωρίζεται και με δύο τρύπες στα μάτια για να βλέπει. Νεκρική σιγή. Κάποια στιγμή σηκώνει το δάχτυλο και δείχνει τον Νίκο του κουρέα. Όλοι ξέρουμε ότι ήταν ΕΑΜίτης. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Αμέσως τον πιάνουν δύο και τον πάνε στην άκρη. Πιο πέρα δείχνει τον κύριο Ιωάννου τον δικηγόρο. Έπειτα τον κύριο Αγησίλαο τον δάσκαλο του δημοτικού. Έρχεται κοντά μας και μου φαίνεται ότι αναγνωρίζω τον παραγιό που δούλευε στον φούρνο του Πανταζόπουλου. Σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι μπορεί να του είχα πει καμιά άσχημη κουβέντα όταν μου ζύγιζε το ψωμί…»

Σε Καλογρέζα, Καισαριανή, Βύρωνα, Νέο Κόσμο, Δάφνη, Καλλιθέα, Περιστέρι, Κοκκινιά και Ταμπούρια (αυτά ήταν τα μεγάλα μπλόκα αλλά έγιναν και χιλιάδες μικρότερα) εκτελέστηκαν περίπου 500 άτομα επί τόπου ενώ άλλα 11000 οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι και από εκεί προς εργασία στη Γερμανία ή στις φυλακές Αβέρωφ και Χατζηκώστα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μεταπολεμικές δικές ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν με διαφορά οι περισσότερες από κάθε άλλη δωσιλογική οργάνωση. Αν και δικάστηκαν περισσότερα από 60 μέλη της και κάποια από αυτά καταδικάστηκαν σε θάνατο ή ισόβια κανένα δεν εκτελέστηκε και τα περισσότερα είχαν αποφυλακιστεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο ίδιος ο διοικητής της Α. Λάμπρου. Αν και δικάστηκε 13 φορές, στις 10 δίκες αθωώθηκε. Καταδικάστηκε συνολικά 7 φορές σε θάνατο αλλά αποφυλακίστηκε με απανωτές χάρες του βασιλιά το Φεβρουάριο του 1952.

Η σύνδεση της Ειδικής Ασφάλειας με τον αντικομουνιστικό αγώνα των Ναζί αποτυπώθηκε και στις απώλειες που είχε. Η αστυνομία είχε μόλις 9 θύματα εκτελεσμένα από τη ΟΠΛΑ ή τον ΕΛΑΣ ενώ αντίστοιχα η Χωροφυλακή 177 εκ των οποίων οι 102 ανήκαν στην Eιδική Aσφάλεια.

Πηγή: Πρόλογος
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger