"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Φώτης Κόντογλου)


Εἴπαμε πώς, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχὰ δὲν διαβάζουμε, ἀλλὰ κἄν δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοὶ Πατέρες ποὺ φωτίσανε τὴν Ὀρθοδοξία. Γιὰ τοὺς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μιὰ κούφια λέξη, ἀφοῦ ἡ μυστικὴ οὐσία της τοὺς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι’ ἡ παράδοσή τους. Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τὰ φῶτα ἀπὸ τὴ Δύση, γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη, κ’ ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πίστη, γι’ αὐτούς, δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία. Θὰ μοῦ πῆτε, “θεολογία χωρὶς πίστη, γίνεται;” Μὰ κ’ ἐγὼ σᾶς ρωτῶ, μὲ τὴν ἴδια ἀπορία, “γίνεται θεολογία χωρὶς πίστη;”

Ὡστόσο, στὶς Δυτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀμερική, πολὺς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴ δίψα τῆς ἀληθείας. Στὴν Ἑλλάδα, μοναχὰ λιγοστοὶ ἄνθρωποι καὶ κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τὰ βιβλία τῶν Πατέρων, ἐκτός τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ τοὺς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιὰ ρήτορας καὶ γιὰ φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Migne. Μὰ κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι’ ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλῶσσα.

Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας. Ἔτσι κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει.

Στὸ νὰ στραφοῦνε οἱ Δυτικοὶ κι’ οἱ Προτεστάντες στοὺς Πατέρες τῆς Ὀρθοδοξίας, συντελέσανε πολὺ οἱ Λευκορῶσοι θεολόγοι, ποὺ σκορπίσανε στὶς διάφορες χῶρες καὶ φωτίσανε τὶς ψυχὲς μὲ τὰ σοφὰ κηρύγματά τους, μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ζωῆς τους, καὶ μὲ τὴν τυπικὴ εὐσέβειά τους. Ἐνῷ οἱ κληρικοὶ ποὺ στέλνουμε ἐμεῖς στὶς διάφορες παροικίες, εἶναι οἱ πιὸ ἀνίδεοι στὸ τί θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία, κι’ οἱ ἐκκλησίες μας στὸ ἐξωτερικὸ δὲν ἔχουνε κανέναν θρησκευτικὸ προορισμό, ἀλλὰ ἔχουνε καταντήσει κέντρα κοινωνικῆς συγκεντρώσεως τῶν ὁμογενῶν κάθε Κυριακή.

Ἔτσι, ἡ Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ἡ πρώτη κι’ ἀπαραμόρφωτη μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔγινε πάλι τὸ στήριγμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζητᾶνε λιμάνι σωτηρίας κι’ ὁ κανόνας τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἔχουνε μεταφρασθεῖ, ἕως τώρα, σὲ διάφορες γλῶσσες ἡ Φιλοκαλία, τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ βιβλίο, ποὺ στὴν Ἀθήνα τὸ βρίσκει κανένας μοναχὰ στὶς συλλογὲς τῶν βιβλιοφίλων νὰ κάθεται στὸ ράφι ἄχρηστο, σὰν κανένα ἀρχαιολογικὸ ἀντικείμενο, ὁ Εὐεργετινός, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ κάποιων ἄλλων Πατέρων, οἱ λόγοι Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μαθητοῦ του Νικήτα Στηθάτου, καὶ κάποια ἄλλα. Ἐμεῖς, ἀλλοίμονο, τυρβάζομεν περὶ τοῦ πῶς θὰ φανοῦμε ἐπιστημονικοὶ καὶ εὐρωπαϊκότεροι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Μοναχὰ κανένας “θρησκόληπτος”, καθυστερημένος κατὰ τοὺς νεωτεριστὰς αὐτοὺς παπαγάλους, διαβάζει τέτοια βιβλία.

Οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου εἶναι μεταφρασμένοι στὰ Γαλλικά, στὰ Γερμανικά, στὰ Ἐγγλέζικα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Ρωσικά, ποὺ ἔχουνε μεταφρασθεῖ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πρωτοτυπωθήκανε στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τ’ ἀρχαῖα χειρόγραφα. Στὴν ἁπλὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπάρχει μία θαυμάσια μετάφραση καμωμένη μὲ εὐλάβεια “παρὰ τοῦ πανοσιολογιωτάτου Διονυσίου Ζαγοραίου, τοῦ ἐνασκήσαντος ἐν τῇ ἐρημονήςῳ τῇ καλουμένῃ Πιπέρι, ἀπέναντι τοῦ Ἁγίου Ὄρους”, τυπωμένη στὴ Σύρα στὰ 1886. Ποῦ νὰ καταδεχτοῦμε, ἐμεῖς, νὰ διαβάσουμε τέτοια πράγματα, μεταφρασμένα μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἀγράμματο καλόγερο, ποὺ καθότανε κ’ ἔγραφε ἀπάνω σὲ κάποιον βράχο, στὸ ρημονήσι Πιπέρι, μαζὶ μὲ τοὺς γλάρους; Ἐμεῖς διαβάζουμε τοὺς σοφοὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς καθηγητάδες ποὺ γράφουνε καθισμένοι στὶς πολυθρόνες, στὰ Παρίσια καὶ στὰ Βερολίνα! Δὲν ἀκοῦμε τί λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη “Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;” Ποῦ νὰ ὑποπτευθοῦμε τὸ μυστικὸ πλοῦτο ποὺ κρύβεται μέσα σὲ τέτοιες ἁγίες ψυχές;

Λοιπόν, αὐτὴ ἡ μετάφραση δὲν ξανατυπώθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἑλλάδα, ποὺ τυπώνεται κάθε λογῆς ἀνοησία, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει σὲ τί πνευματικὸ σκοτάδι βρισκόμαστε, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. Ἀπὸ τὴν προκοπὴ ποὺ ἔχουμε, βάλαμε “τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον”, κι’ ἀπάνω στὸ λυχνοστάτη βάζουμε τὶς τυπωμένες βαθυστόχαστες ἀνοησίες ποὺ ἀνάφερα, καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς φωτίσουνε. Τοὺς βαθύτερους μυσταγωγούς, ποὺ φανήκανε στὸν κόσμο, τοὺς ἔχουμε ἄξιους νὰ τοὺς διαβάζει μοναχὰ κανένας ἀγράμματος παλιοημερολογίτης. Ἡμεῖς, οἱ ἔξυπνοι κι’ οἱ συγχρονισμένοι, βάλαμε τὴν ἐξυπνάδα μας καὶ μέσα στὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, κι’ ἀγαπᾶμε τὰ μεγάλα λόγια καὶ τὰ ἐπιστημονικά, τί λέγει ὁ τάδε ἄθεος γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὴ θρησκεία του, ἢ κανένας καμουφλαρισμένος θεομπαίχτης, ἐπειδὴ αὐτὰ δίνουνε τροφὴ στὸν ἐγωισμό μας. Καὶ βουλώνουμε τ’ αὐτιά μας γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ φωνάζει “Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;”

Ἀλλά, κοντὰ στοὺς χαλασμένους αὐτοὺς ποὺ λέγω, ὑπάρχουνε καὶ πλῆθος ἄνθρωποι ποὺ νοιώθουνε βαθειὰ τὴν οὐσία τῆς θρησκείας μας, τὴ μεγάλη σημασία τῆς λατρείας καὶ τῆς ἱερῆς παράδοσής μας. Γιὰ ὅσους ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἔχουνε πατερικὰ βιβλία, σὰν αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω, κ’ εἶναι σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, γιατί ἡ ἀδιαφορία ἐκείνων ποὺ εἶναι βαλμένοι γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά, στέρησε τὸν κόσμο ἀπὸ τέτοια ἄφθαρτη κι’ ἅγια θροφή, θὰ προσπαθήσω μὲ τὶς μικρὲς δυνάμεις μου νὰ τοὺς μεταδώσω ὅ,τι μπορέσω ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους αὐτοὺς προγονικούς μας θησαυρούς. Ἀφοῦ οἱ θεολόγοι γινήκανε φιλόσοφοι κ’ ἐπιστήμονες, ἂς γίνουμε θεολόγοι ἡμεῖς, δίχως ἄλλο ἐφόδιο, παρὰ μοναχὰ τὴν πίστη μας, κατὰ τὰ βαθυστόχαστα λόγια του ἁγίου Νείλου, ποὺ λέγει “Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ”. “Ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι θεολόγος”.

Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Το τρελλό νερό: Η αλήθεια, η ψευτιά, η ζωή και ο θάνατος (Φώτης Κόντογλου)


Η ψευτιά και ο πνευματικός εκφυλισμός απλώνει μέρα με την ημέρα απάνω στους Έλληνες και τους παραμορφώνει. Έναν λαό που ξεχωρίζει ανάμε­σα σ’ όλα τα έθνη και που είναι γεμάτος πνευματική υγεία, πάμε να τον κάνουμε εμείς, οι λογής-λογής κα­λαμαράδες, κ’   οι άλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρίς χαρακτήρα, χωρίς πνευματικό νεύρο, χωρίς πνευματική ανδροπρέπεια, χωρίς χαρακτήρα. Οι διά­φοροι φωστήρες βαστάνε από μια πατέντα στα χέρια, και μέρα-νύχτα δουλεύουνε για να «συγχρονίσουν» την Ελλάδα, ενώ στ’ αληθινά σκάβουνε τον λάκκο της. Αμυαλα νευρόσπαστα! Ποιόν θα συγχρονίσετε; Αυτό που λέτε εσείς «συγχρονισμό» και «εξέλιξη» είναι μια άθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ’ ένα βλακώδες μοντέλλο, οπού κάνανε οι σαρακοστιανοί και κάλπικοι άνθρωποι, που τους λέγει η Γραφή «χλιαρούς», δηλαδή σαχλούς, και για τους οποίους λέγει ο Θεός ότι «μέλ­λει εμέσαι εκ του στόματος αυτού, ει χλιαροί εισι, και ούτε ζεστοί ούτε ψυχροί» (Αποκαλ. γ’ 16). Μέσα σ’ αυτό το καλούπι θέλετε να βάλετε τον λαό, κ’ έτσι να χαθεί από πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι αληθινής ζωής, κάθε χαρακτήρας. Θέλετε, μ’ άλλα λόγια, να επιβάλετε στον κόσμο ένα πνευματικό «εσπεράντο», που να καταργήσει κάθε ζωντανή ουσία κ’ έκφραση μέσα στους ανθρώπους, δηλαδή έναν πνευ­ματικό θάνατο, ή μια πνευματική παραλυσία. Αυτό το λέτε «συγχρονισμό» και «εξέλιξη»! Ανόητοι κι αναί­σθητοι! «Συγχρονισμένο» και «εξελιγμένο» είναι ό,τι είναι ζωντανό, και μοναχά ό,τι είναι πνευματικά πεθα­μένο, όπως είσαστε εσείς, αυτό δε μπορεί νά ‘ναι ούτε συγχρονισμένο ούτε εξελιγμένο, αφού δεν είναι ζωντα­νό. Ο συγχρονισμός ο αληθινός είναι κάποια ενέργεια, που γίνεται μόνη της μέσα σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Λοιπόν, ποιά Ελλάδα και ποιόν λαό θα «συγχρονίσε­τε», αφού η Ελλάδα είναι ολοζώντανη κι ο λαός της είναι αείζωος; Θα ζωντανέψετε εσείς τη ζωή, εσείς οι πεθαμένοι και θαμμένοι; Θαρρείτε, πως με τις υστερι­κές φωνές και με τις θεατρικές σκηνοθεσίες φανερώνε­ται η ζωή; Μα, ίσια-ίσια, εκεί που παίρνει τη θέση τής ζωής η νεκρή και ψεύτικη απομίμησή της, δηλαδή το είδωλό της, με άλλα λόγια κάποια φτιαχτή σκηνοθεσία τής ζωής, εκεί βέβαια δεν υπάρχει αληθινά η Ζωή. Να, αυτή η άψυχη σκηνοθεσία, αυτή είναι η «εξέλιξη» κι ο «συγχρονισμός» σας. Αυτός είναι ο θάνατος της ψυχής, γιατί η ψευτιά είναι θάνατος κ’ η ζωή αλήθεια. Γι’ αυτό κ’ εσείς, με όλες τις φωνές που βάζετε, και μ’ όλες τις δραστηριότητες, και με όλα τα υστερικά ξετινάγματα, έχετε απάνω σας τη μπόχα του θανάτου. Κι αντί να πάτε κοντά στον λαό, που είναι πηγή ζωής, για να πάρετε λίγη ζωή κι αλήθεια, εσείς θέλετε να τον κάνετε ζωντανόν, εκείνον΄ εσείς οι πεθαμένοι να ζωντανέψετε τη ζωή, οι ψεύτες να φανερώσετε την αλή­θεια, οι βρουκολάκοι να δώσετε δύναμη και νεύρα στον αντρειωμένον! Όποιος δεν ζει σύμφωνα με το φυσικό του φτιάξιμο και με τα φυσικά κτίσματα που υπάρχουνε γύρω του, αυτός δεν έχει αληθινή ζωή μέσα του, ούτε φυσική ούτε πνευματική.  Όπως ζούνε οι Έλληνες σήμερα, δεν είναι η αληθινή ζωή τους. Το νοιώθουνε κ’ οι ίδιοι, κι ας μην το λένε. Λαχταράνε να βρούνε τον εαυτό τους που τον έχουν χαμένον (εκτός από κάποιους, που θαρ­ρούνε πως ζωή είναι μοναχά το φαγοπότι και το «κομ­φόρ», δίχως κανέναν βαθύν πόθο, χωρίς κανέναν καϋμό). Και κείνος, ακόμα, που δεν έχει συναίσθηση τι είναι αληθινό, έρχεται στιγμή που καταλαβαίνει, πως η ζωή του είναι ψεύτικη, πως δεν έχει κανέναν αληθινό δεσμό ούτε με τον τόπο του, ούτε με τους προγόνους του, ούτε με τις ντόπιες συνήθειες που βγήκανε από την αγάπη κι από τον πόνο, και πως είναι ορφανός και ξένος μέσα στον ίδιο τον τόπο του, σαν τον άσωτο γυιο, και πως, με όλο που θαρρεί πως τρώγει καλά και νόστιμα φαγητά, στ’ αληθινά μασά ξυλοκέρατα, φερ­μένα από ξένους τόπους, οπού είναι αλλοιώτικοι από τον δικό μας.
*
Πολλοί λένε πως είμαι ένας φανατικός, ένας ζηλω­τής που βρίσκεται «εκτός της πραγματικότητος», ένας μονομανής, που θέλει κάποια πράγματα που δεν γίνουνται και που τα παρακάνει και τα παραλέγει. Έχουνε δίκηο να λένε, πως είμαι φανατικός και ζηλωτής. Μα όποιος είναι ζηλωτής από αγάπη για την αλήθεια, εί­ναι συγχωρημένος. Φωνάζω και στεναχωριέμαι, γιατί η φυλή μας χάνει τα αληθινά πράγματα και παίρνει τα ψεύτικα, κ’ έτσι δεν χαίρεται τα τόσα πνευματικά πλούτη που κληρονόμησε, και δεν θρέφεται από το αντρειωμένο και ζωογόνο ελληνικό γάλα, που έθρεψε κι αγρίμια ακόμα και τά ‘κανε ανθρώπους. Αυτό το γάλα δεν είναι της δικής μου μάνας, μα της μάνας ολονών μας, που τ’ αρνηθήκανε όσοι σας δίνουνε να πιήτε αντί για γάλα το φαρμάκι της ψευτιάς που τη λένε «πρόοδο», «εξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μο­ντερνισμό» κτλ. Εγώ στενοχωριέμαι για σας, όχι για μένα, γιατί εγώ έχω αυτό που δεν έχετε, μα αυτό δεν είναι δικό μου μοναχά, αλλά δικό μας. Και γιατί, τάχα, θα υπόφερνα, αν δεν αγαπούσα τ’ αδέλφια μου, και δεν φοβόμουνα μην χάσουνε τον θησαυρό; Οι γενεές που έρχουνται από πίσω μας, σαν θάλασσες από το πέλα­γο, γιατί να ζήσουνε με την ψευτιά και να μην ζήσουνε αληθινά, γιατί να είναι πεθαμένοι-ζωντανοί, αφού η ζωή με την ψευτιά δεν συνταιριάζουνται; Λένε πως τα παραλέγω. Μακάρι να τα παράλεγα κι ας έβγαινα γελασμένος. Μα βλέπω καθαρά, πως μέρα με τη μέρα το πνευματικό αίμα φεύγει από την όψη της φυλής μας, το βλέπω και πικραίνουμαι, όπως βλέ­πει η μάνα το παιδί της που μαραζώνει. Τί παρακάνω και τί παραλέγω; Δεν βλέπετε πως παραπατάμε, σαν ζαλισμένοι, και δεν ξέρουμε που πάμε; Η ξενομανία μάς έδερνε πάντα, αφού κι ο Παυσανίας γράφει: «Έλ­ληνες αεί εν θαύματι τιθέασι τ’ αλλότρια ή τα οικεία». Μα τώρα σαν να χάσαμε ολότελα τα φρένα μας, λες κ’ ήπιαμε το Τρελλό Νερό, που λέγει ένας μύθος ανατολίτικος, και λέμε το ψεύτικο αληθινό, το νόστιμο άνο­στο, το μαύρο άσπρο. Και με όλο που πάθαμε αυτή την ξενομανιακή τρέλλα, ωστόσο, επειδή αγαπάμε τον τόπο μας, το αίμα μας και τα δικά μας, θέλουμε να συμβιβάσουμε αυτή την αγάπη μας με την τρέλλα μας (δηλαδή με τη ματαιοδοξία μας), και πάμε σαν το καράβι που δεν έχει τιμόνι, μα που θέλει σώνει και καλά να ισάρει όλα τα πανιά του, για να τσακισθεί πιο γλήγορα απάνω στις ξέρες! Είμαστε σαν τους παλιούς Εβραίους, που αρνηθήκανε τον Θεό τους και προσκυ­νούσαν τον Βάαλ, μα που φοβόντανε κιόλας μην τους παιδέψει ο Ιεχωβά, κι ο προφήτης Ηλίας τους μάλω­νε και τους έλεγε: «Έως πότε υμείς χωλανείτε επ’ αμφοτέραις ταις ιγνύαις;» — «ως πότε θα κουτσαίνετε πότε από τό ‘να το ποδάρι και πότε από τ’ άλλο; Αν είναι θεός ο Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, αν είναι ο θεός ο Ιεχωβά πηγαίνετε ξοπίσω απ’ αυτόν». Έτσι κ’ εμείς θέλουμε να τα συμβιβάσουμε τα αταίριαστα και το χάλι μας είναι ελεεινό. Αγαπάμε την Ελλάδα, πονάμε τον τόπο μας, δίνουμε γι’ αυτόν τη ζωή μας, κι από την άλλη μεριά σιχαινόμαστε τα δικά μας πράγματα, τα πράγματα της Ελλάδας, είτε φυσικά είναι είτε τεχνητά, είτε συνήθειες, είτε τραγούδια, εί­τε ψαλμωδίες, είτε εικονίσματα, και θέλουμε τα ξενοφερμένα. Είμαστε, λοιπόν, στα συγκαλά μας; Ρωτώ να μάθω.
*
Έχουμε τέτοιο φως, τέτοιον γαλανόν ουρανό, που τον καυχιόμαστε, και μολαταύτα βάζουμε μαύρα γυα­λιά σαν νά ‘χουμε πονόματο, και καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βλέπουμε ολοένα συννεφιασμένον, σταχτύν ουρανό, τα δέντρα αντί πράσινα να τα βλέπουμε καφετιά, τη γαλανή θάλασσα να τη βλέπουμε θολή και λερωμένη, μόνο και μόνο γιατί τα μαύρα τα γυαλιά είναι μοντέρνα. Οι γυναίκες μας κάνουνε χίλια-δυο για να γίνουνε πιο έμορφα τα μάτια τους, κ’ ύστερα βά­ζουνε μπροστά τους ολόκληρες τζαμαρίες, που φρά­ζουνε όχι μονάχα τα μάτια τους μα και τα μάγουλά τους, σαν νά ‘ναι βουτηχτάδες, κι αντίς έμορφα πρό­σωπα με αγνά και καθαρά μάτια, βλέπεις νεκροκεφα­λές με μαύρες ματότρυπες, μόνο και μόνο γιατί οι νεκροκεφαλές είναι πιο μοντέρνες από τα ζωντανά πρόσωπα με τα έμορφα μάτια. Στο ζαχαροπλαστείο τραβά η όρεξή τους ένα κανταΐφι ή έναν μπακλαβά ή κανένα ριζόγαλο, και μολαταύτα παραγγέλνουνε κά­ποιο γλυκό με ξενικό όνομα, κι όσο πιο ασυνήθιστο είναι τ’ όνομα, τόσο πιο καλά, κι ας μην κατεβαίνει, φτάνει που κοιτάζουνε οι διπλανοί, «οπισθοδρομημένοι» με απορία για το παράξενο γλυκό που τρώνε! Στη μουσική, όχι μοναχά είναι της μόδας τα ξένα τραγού­δια, αλλά και τα τελειοποιούμε. Εδώ τα ιταλιάνικα γίνονται πιο ιταλιάνικα, τα γαλλικά πιο γαλλικά, τα μεξικάνικα, οι χαβάγιες, τα τυρολέζικα ουά-ουά, τα σπανιόλικα. Κι αυτοί που τα τελειοποιούνε είναι κά­ποιοι παπαγάλοι, που «μιμούνται θαυμάσια» το κάθε τι, και ονομάζονται «καλλιτέχναι και καλλιτέχνιδες του άσματος». Μάλιστα, έχουμε και κάποιους βαρυσή­μαντους, που κάνουνε και εισαγωγή σ’ αυτά τα βαθιά και μεγάλα έργα «ενδελεχώς και εμπεριστατωμένως». Κακόμοιρη Ελλάδα! Λέμε κάπου-κάπου και κανένα ελληνικό, ως επί το πλείστον όμως «ενορχηστρωμένον», δηλ. «λεβαντινισμένο» από κάποιον αισθηματίαν ανόητον, που δεν έχει ιδέα ούτε από Ελλάδα, ούτε από λαό, ούτε από χωριό, ούτε από τίποτα! Αυτός ο υστερισμός έχει πιάσει τον κόσμο, κι αν δεν είσαι τέ­τοιος «μοντέρνος», σε βλέπουνε με λύπη και με κατα­φρόνηση. Η δεσποινίδα που λέγει «κάθομαι εις την οδός τάδε» και πως στο σπίτι της έχει «κομφλόρ» και «τελέφωνο» κλπ., χορεύει «σάμπα», μαδά τα φρύ­δια της για να μοιάσει με τη σπανή «σταρ», που βλέ­πει στο «σινεμά», μίλα σαν να μην ξέρει να μιλήσει ελληνικά, κι ο νεαρός Έλλην τρελλαίνεται γι’ αυτά τα μοντέρνα χαρίσματα και περιφρονά την αδερφή του πού ‘ναι το πρόσωπό της σαν της Παναγιάς, και που είναι νοικοκυρούλα, σεμνή, φρόνιμη  Ελληνοπούλα. Πάντα οι Έλληνες προτιμούσανε τα ξένα από τα δικά τους, τώρα όμως τα μισούνε κιόλας τα δικά τους, μισούνε κι όποιον τα αγαπά και τα κρατά. Τυχαίνει να βρεθεί στο τραμ μια μοντέρνα, και κοντά της να κάθε­ται καμμιά χωριατοπούλα με το τσεμπέρι, κ’ η κακο­μοίρα κάθεται φοβισμένη, σταυροχεριασμένη, αυτή που γέννησε τον Θανάση Διάκο και τον Νικηταρά, και κοιτάζει την άλλη που χλιμιντρά και ξετινάζει τα κί­τρινα μαλλιά της, κ’ είναι ένα κανάτι μπογιατισμένο, χωρίς ψυχή, χωρίς πόνο, χωρίς αγνή χαρά, χωρίς τίπο­τα. Ναι, μπροστά σ’ αυτά τα ξόανα κάθεται η Ελλά­δα, η αληθινή κ’ η βασανισμένη, σταυροχεριασμένη, βουβή, σαν νά ‘ναι φταίχτρα! Αλλά πάμε και παραπέρα: Στις εκκλησιές, και κει μοντερνισμός, και μάλιστα πιο σιχαμερός. Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, όλοι κοιτάζουνε ποιος θα ξεπεράσει τον άλλον στον μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθιούς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες και σπανές, αγίους χαμογελαστούς, με κείνο το φαρισαϊκό μειδίαμα που έχουνε οι μοντέρνοι θεατρίνοι, α­διάφοροι για την Ορθοδοξία, νεωτεριστές που δεν θέ­λουνε το ράσο που φορούσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μήτε το καμηλαύχι, μήτε το τυπικό της εκκλη­σίας, μήτε την κατανυκτική ψαλμωδία της, γιατί τους κάνει να νοιώσουνε το χάλι που βρίσκεται η ψυχή τους. Άξεστοι κι αμόρφωτοι από αληθινή θρησκευτική γνώση, μιλάνε ολοένα για νεωτερισμούς, για μεγάφωνα, για «αιθούσας διαλέξεων», για «ορατόρια», για «αλτάρια»  κλπ. Κοντά τους στέκονται και κάποιοι μουσικοσυνθέτες που «ενορχηστρώνουν» τους εκκλη­σιαστικούς ύμνους μας, χωρίς να έχουνε ιδέα τι είναι εκκλησία, τι είναι ο πνευματικός της χαρακτήρας, τι είναι η ελληνική ψυχή, και με επιπολαιότητα λεβαντίνικη φτιάνουνε κάποιες μουσικές χωρίς σύσταση, πολύφωνες χορωδίες με υστερικά ξεφωνητά από κάποια γυναικάρια και με χοντροφωνάρες, ξένες για τ’ αυτιά μας, ξένες για την καρδιά μας, ξένες για την ψυχή μας, και οι ίδιες ανούσιες και βλακώδεις για κάθε άνθρωπο που δεν τον έχει παραλύσει η ψευτιά.
*
Όλοι αυτοί έχουνε την ιδέα πως είναι οι κλειδοκράτορες «της προόδου και της ζωής του έθνους», ενώ εμείς είμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στο βράχο της παράδοσης, «εχθροί της προόδου», «στοιχεία άχρηστα και πεθαμένα για την μεγάλην αποστολήν του έθνους μας». Αυτό με κάνει να θυμηθώ τον ανατολίτικο μύθο που είπα στην αρχή: «Μια φορά, λέγει ο μύθος, ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκιος, κ’ είχε έναν βεζύρη, που ήτανε κι αυτός καλός και δίκιος, κ’ ήτανε κι αστρολό­γος. Μια μέρα ο βεζύρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελλό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελλαίνεται. Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα το πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νοιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι είναι άνοστο, μήτε τι είναι δίκιο και τι είναι άδικο. Σαν τ’ άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος, γυρίζει και λέγει στον βεζύρη: “Αφού θα τρελλαθεί όλος ο κό­σμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελλαθούμε κ’ εμείς, γιατί αλλοιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιο­σύνη;”. Του λέγει ο βεζύρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θά ‘πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουνε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλα­σμένο και κρίνουνε παλαβά κι άδικα, μα δίκια, όπως έχουνε χρέος. Έτσι κ’ έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ’ αλήθεια, και το νερό ήτανε νερό τρελλό, και τρελλαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καϋμένοι τι τους γίνεται, κ’ είχανε το ψεύτικο για αληθι­νό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκιο. Μα ο σουλτά­νος κι ο βεζύρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελλαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη. Μα ο κόσμος τά ‘βλέπε ανάπο­δα, και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζύρη, και φωνάζανε πως τους αδικούνε, και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζύρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτά­νος στο βεζύρη: “Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσα­νε τα φρένα τους, και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί και να μας σκοτώσουνε επειδή θέ­λουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ εφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κ’ εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς, και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε”. Έτσι κ’ έγινε. Ήπιανε κι αυτοί από το παλαβό νερό και τρελλαθήκανε, και κρίνανε τρελλά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμενε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο».
*
Θαρρώ πως κάτι παρόμοιο γίνεται και σήμερα στον τόπο μας. Εμείς, όμως, δε θα χύσουμε το λίγο νερό που είναι ακόμα φυλαγμένο μέσα στη στέρνα της πα­ράδοσης. Μα θα πίνουμε απ’ αυτό το καλό νερό, και θα καλούμε να πιούνε κ’ οι άλλοι Έλληνες, που τους ξεραίνει ο λίβας της ξενομανίας. Να πιούνε και να δροσισθούνε από το νερό που βγαίνει από την πέτρα, από το καλό και τ’ αθάνατο νερό μας, από «το ύδωρ το ζων».

(Πηγή: «Ευλογημένο καταφύγιο», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
ΑΠΟ ΕΔΩ

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

O κόσμος στον δρόμο του. Δεν γίνεται πια μεταστροφή - Φώτης Κόντογλου


Πολλοί αναγνώστες μου γράφουνε, παρακαλώντας με, και μά­λιστα ξορκίζοντάς με, να γράψω για να χτυπήσω την ανηθικότητα, που δέρνει την κοινωνία, προ πάντων τη νεολαία, και που «τη σερ­βίρουν τα σινεμά», όπως μου γράφουνε. Φωνάζουνε: «Υψώσετε τη φωνή σας!». Ένας σπουδαστής μου γράφει από την Αγγλία: «Μη σταματήσετε αυτόν τον ωραίον αγώνα, μην πτοηθήτε από τις επιθέ­σεις. Υπάρχουν βέβαια πολλοί αντίπαλοι, αλλά και πολλοί θαυμα­στές του ωραίου σας έργου. Σας χρειαζόμαστε για να δώσετε φτε­ρά στις καρδιές μας, που είναι γεμάτες κενό και απαισιοδοξία».
Καημένοι άνθρωποι, πόση σημασία δίνετε στο πρόσωπό μου και σ’ αυτά που γράφω! Τί φωνή να υψώσω, που είναι βραχνιασμένη και αδύνατη, και χάνεται μέσα στον κυκεώνα της σημερινής ζω­ής; Όχι φωνή, αλλά και τ' αστροπελέκι να κρατά στα χέρια του κανένας σήμερα, και να το σφενδονίζει για να κάνει τους ανθρώ­πους ν' αλλάξουνε δρόμο, πάλι τίποτα δεν θα κάνει. Ο ίδιος ο ά­γιος Γιάννης ο Πρόδρομος, το ερημοπούλι της ερήμου, που τον φοβόντανε οι αμαρτωλοί, γιατί τους έλεγε «γεννήματα εχιδνών», κι αυτός μάταια φώναζε. Η φωνή του χανότανε μέσα στην έρημο, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Και πότε; Τον καιρό που υπήρχα­νε ακόμα κάποια αυτιά να τον ακούσουνε, κι απλές καρδιές για να τον καταλάβουνε. Όχι εμείς που χρειαζόμαστε δασκάλεμα, και που έχουμε τόσα στην καμπούρα μας! Πώς να γίνουμε δάσκαλοι για τους άλλους; Γεμίζουμε χαρτιά με μυριάδες λόγια, μα τί το όφελος; Ο κόσμος τραβά τον δρόμο του και δεν σκοτίζεται από κη­ρύγματα. Κι αν δώσει προσοχή και κανένας στα γραψίματά μας, μπορεί να θυμώσει που χαλάσαμε την ησυχία του, και να πει πως είμαστε υποκριτές, ψευτογιασμένοι, κουκουβάγιες που βγαίνουνε α­πό τα χαλάσματα του παλιού καιρού. Σήμερα οι άνθρωποι είναι τέ­τοιοι, που μήτε το κήρυγμα του αγίου Κοσμά του Αιτωλού δεν θάκανε τίποτα.
Λοιπόν, ας το πάρουμε απόφαση. Το κακό δεν περιορίζεται πια με τίποτα, με κανένα τρόπο, με καμμιά δύναμη. Όσοι μιλού­νε και γράφουνε για να φέρουνε στον ίσιο δρόμο τους πολλούς που ξεστρατίσανε, ας ξέρουμε πως δέρνουνε τον αγέρα, είναι «αέρα δέροντες», που έλεγε και ο απόστολος Παύλος. Και άγιος να είναι αυτός, που συμβουλεύει, πάλι δεν θάβρει αυτιά για ν' ακούσουνε τη φωνή του, όχι άνθρωποι σαν εμάς, που έχουμε οι ίδιοι ανάγκη από δασκάλεμα.
Ναι, ο κόσμος δεν αλλάζει πορεία. Ας μην περιμένουμε πια τίποτα καλύτερο, θα πηγαίνουμε ολοένα στα χειρότερα. Ανήφο­ρος πια δεν υπάρχει. Μοναχά κατήφορος. Όσοι έχουνε μέσα τους τον φόβο του Θεού, αυτοί οι λίγοι θ' απομείνουνε, «το μικρόν ποίμνιον» που είπε ο Χριστός. Κι αν γράφουμε, γι' αυτούς γράφουμε και για τους ίδιους τους εαυτούς μας που κιντυνεύουμε να αρπα­χτούμε από τα δίχτυα πούναι μπλεγμένοι εκείνοι που θέλουμε να δασκαλέψουνε. Για να καθόμαστε ανύσταχτοι.
"Όσοι είναι αισιόδοξοι για το μέλλον της ανθρωπότητας, βλέπουνε με άλλα μάτια τον κόσμο, απ’ ό,τι τον βλέπομε εμείς. Εμείς είμαστε οι γκρινιάρηδες, οι Ιερεμίες, οι Κασσάντρες, και γι' αυ­τό ο κόσμος μας οχτρεύεται. Κι έχει δίκιο. Ο καθένας νοιώθει διαφορετικά τη ζωή, τη χαρά, το καλό και το κακό. Για τους αν­θρώπους που λέμε πως δεν πάνε καλά, ο σημερινός κόσμος είναι ο πιο θαυμάσιος, η σημερινή ζωή είναι η πιο καλύτερη κι η πιο βλογημένη από όλες που πέρασε ο άνθρωπος. Η σημερινή νεολαία εί­ναι μεθυσμένη από εκείνο που λέμε εμείς «ανηθικότητα», και που αυτή το λέγει «ελευθερία». Τί κάθεσαι λοιπόν εσύ και τσαμπουρνίζεις με την ηθική σου; Γι' αυτούς είναι το πιο μεγάλο χάρισμα η ανηθικότητα, και μπορούνε να σκοτώσουνε εκείνον που χτυπά την «ελευθερία» τους. Αιώνες αγωνιζότανε ο άνθρωπος, χωρίς να μπορέσει να την αποχτήσει. Και τώρα που την έκανε χτήμα του, να την αφήσει για την παλαιοντολογική ηθική μας;
Ποτέ δεν μίσησε άνθρωπος τον άνθρωπο τόσο πολύ, όσο στον καιρό μας.Και τον μίσησε στ' όνομα αυτής της «ελευθερίας», που λέγει πως είναι το πολύτιμο απόχτημα της εποχής μας. Μισημέ­νες είναι οι ηθικές κουκουβάγιες κι οι χριστιανικές μοιρολογήστρες. Ποτέ ο χριστιανός δεν μισήθηκε όσο σήμερα, ούτε επί Νέ­ρωνα.
Πού ν' ακούσουνε οι άνθρωποι του καιρού μας κουβέντα για Θεό, για ψυχή, για άλλη ζωή! Η ψυχή τους έχει παραμορφωθεί ολότελα από τις κάθε λογής ανοησίες που βλέπουμε στον κινημα­τογράφο. Η ταινία που δεν έχει μέσα της πολλή ανοησία, δεν γνω­ρίζει επιτυχία. Ανοησία, και ακαλαισθησία, αυτά τα δυο βασιλεύουνε σήμερα. Είναι απίστευτο το τι ακούγει κανένας για α­στεία στις συναναστροφές που κάνουνε οι νέοι. Κρυόμπλαστα, ασυναρτησίες, μωρολογίες. Χάθηκε απ’ αυτούς κι η πιο συνηθισμένη εξυπνάδα. Τα καημένα τα παιδιά, παίρνουνε αφορμή από ένα τί­ποτα, για να χαχανίσουνε. Τα δέρνει η αμηχανία κι η βαρυεστημάρα κι αυτή είναι η αιτία που τα κάνει να χοροπηδάνε σαν τρελλά, να τσακίζουνε ό,τι βρούνε μπροστά τους, να τα βάζουνε με α­νύποπτους ανθρώπους. Γι' αυτά τα πλάσματα η ζωή του ανθρώπου είναι ένα ανιαρό πράγμα δίχως σκοπό, δίχως αληθινή χαρά, δί­χως αγνόν ενθουσιασμό.
Ποιός φταίγει γι' αυτή την κατάσταση; Όλοι μας. Όλοι συνεργήσαμε για να καταντήσει η ζωή έτσι που κατήντησε. Όλοι δουλέψαμε για να χτισθεί τούτος ο τερατώδικος πύργος του Βαβέλ. Αλλοι κουβαλήσανε για πέτρες τις πετρωμένες και αναίσθη­τες καρδιές τους, άλλοι κουβαλήσανε λάσπη από τα κατάβαθά τους που φωλιάζουνε τα βρωμερά πάθη. Εκείνος ο παλιός πύργος του Βαβέλ ρήμαξε κι εξαφανίσθηκε. Μα τούτος θα στέκεται ασάλευ­τος, κι οι άνθρωποι ολοένα θα τον κάνουνε πιο ψηλόν, με σκοπό να χτυπήσουνε τον Θεό.
Εσείς που θλιβόσαστε και πονάτε γι' αύτη την κατάσταση, καλά κάνετε να λυπόσαστε, μα μην ονειρευόσαστε πως θάρθουνε καλύτερες μέρες για τον κόσμο. Ο κόσμος τρέχει σαν τρελλός. Κατά μεν τη δική του γνώμη ανηφορίζει στον θρίαμβο, κατά δε τη δική σας γνώμη κατηφορίζει στα τάρταρα και στον χαμό. Ποιός από τους δυο έχει δίκιο, μοναχά ο Θεός το γνωρίζει. Αυτό το τρέ­ξιμο δεν θα πάψει ως την τελευταία μέρα, που θα λάμψει η αλή­θεια και θα δικαιωθούνε όσοι την πιστέψανε σωστά, και μαρτυρήσανε γι' αυτή και εμπαιχτήκανε γι' αυτή.
Ίσως νάρχεται κιόλας ο Αντίχριστος. Τα σημεία και τα τέ­ρατα που προφητεύτηκε πως θα κάνει αρχίσανε να φανερώνουνται. Η επιστήμη βασιλεύει κι η αθεΐα βασιλεύει μαζί της.
Μια βροντερή φωνή ακούγεται από πάνω, μα την ακούνε μόνο εκείνοι, που έχουνε αυτιά για να την ακούσουνε. Και λέγει: «Να, έρχομαι σαν τον κλέφτη. Καλότυχος εκείνος που ξαγρυπνά και βαστά καθαρά τα φορέματά του. Ο καιρός είναι κοντά. Ο ά­δικος ας αδικήσει ακόμα, κι ο βρωμερός ας βρωμισθεί ακόμα, κι ο δίκαιος ας κάνει δικαιοσύνη ακόμα, κι ο άγιος ας αγιάσει ακόμα. Να, έρχομαι γρήγορα!».


(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Άνθη», Εκδόσεις Παπαδημητρίου)
ΠΗΓΗ: http://orthodox-voice.blogspot.gr/2017/01/o_85.html

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΦΩΤΙΟΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ


Στο παρόν άρθρο γίνεται μια σύντομη αναφορά στην σχέση του αειμνήστου Φωτίου Κόντογλου (+1965) με τους Παλαιοημερολογίτες.

***

Από επιστολή του, που γράφτηκε το 1957, μαθαίνουμε πως είχε επισκεφθεί το μεγάλο μοναστήρι των Παλαιοημερολογιτών στην Λυκόβρυση Αττικής, που τιμάται στην θαυματουργή Αγία Ειρήνη την Χρυσοβαλάντου. Διαβάζουμε σε επιστολή του:
"Προ ημερών, μίαν Κυριακήν, μετέβημεν με τον αγαπητόν Αλέξανδρον Παπαδημητρίου (σ. ημ. τον εκδότη του οίκου "Αστήρ") εις μικρόν Μοναστήριον γυναικών Παλαιοημερολογιτών, εις τους πρόποδας της Πεντέλης. Είναι αδύνατον να σοι περιγράψω την βαθείαν κατάνυξιν της πρωϊνής εκείνης Λειτουργίας, μέσα εις το πτωχόν και χαμηλόν ναΐσκον, μετά χωρικών και ευλαβών γυναικών του λαού. Έψαλλον νέαι καλογραία με βυζαντινήν σεμνήν και ολιγόφωνον μουσικήν, κεκρυμμέναι εντός παρακειμένου παρεκκλησίου, αόραται, ιερουργούντος ιερέως, νέου μεν, αλλά ασκητού (σ. ημ. πρόκειται για τον π. Γαβριήλ Καλαμισάκη, μετέπειτα Επίσκοπο Γ.Ο.Χ. Κυκλάδων). Αν παρευρίσκεσο, θα ανήρχεσο εις τους ουρανούς".

  

***

Στον "Ορθόδοξο Τύπο" (τότε "Τύπος Ελληνικός-Ορθόδοξος") και συγκεκριμένα στο τεύχος του Ιουλίου του 1966 κυκλοφόρησαν κάποια αποσπάσματα από παλιές επιστολές του Κόντογλου. Αντιγράφουμε δύο, που αναφέρονται στους Παλαιοημερολογίτες (υπογραμμίσεις δικές μας):

"Μάρτιος (;) 57
Είδα τί αγωνίες έχεις, και με το δίκιο σου, για τα πράγματα της Εκκλησίας. Αλλά, μη φοβάσαι. Η πίστις υπάρχει στον λαό μας. Οι Παλαιοημερολογίτες, αληθινά, είναι οι αληθινώτεροι Ορθόδοξοι. Αλλά, νομίζω, πως σχίσμα δεν υπάρχει. Απλή διαίρεσις. Ο Κύριος να κάμει "τας τραχείας οδούς λείας"". 

"28 Απριλίου 1965
Όσο για τους Παλαιοημερολογίτες έχεις σε όλα δίκιο. Αλλά είναι κι' αυτοί εκατό κόμματα, κι' όπως λες, φθάνει να πεις πως είσαι με το παληό ημερολόγιο, για να σε παραδεχθούνε ως Χριστιανόν Ορθόδοξον, ίσως και Ομολογητήν. Αλλά, όπως και να είνε, με το χάλι που έχουν οι νεοημερολογίτες, η θέση μας είναι προς τα εκεί".


***

 Ο Κόντογλου επίσης προλόγισε και δύο σημαντικά βιβλία Παλαιοημερολογιτών συγγραφέων (στα οποία γίνεται και σημαντική αναφορά στο ημερολογιακό ζήτημα) που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος "Αστήρ" του αειμνήστου Αλέκου Παπαδημητρίου.
Πρόκειται για τα βιβλία "Κατά Ενωτικών" (1964) του Αλεξάνδρου Καλομοίρου και "Ο παπα-Νικόλας Πλανάς" (1965) της Μάρθας μοναχής.


Από τον πρόλογο του πρώτου επιλέγουμε μια σημαντική παρατήρηση του αειμνήστου Φ. Κ., για να κλείσουμε την παρούσα ανάρτηση:

"Εις τον υποκριτικόν καιρόν μας εκτιμώνται ως γνήσιοι Χριστιανοί κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν μέσα εις την καρδίαν των το πύρ της πίστεως, και μάλιστα της Ορθοδόξου πίστεως, ήγουν της αληθινής, και διά τούτου είναι χλιαροί, άτονοι, συμβιβαστικοί, ευπροσήγοροι, όπως είναι πολλοί από εκείνους που καταγίνονται συστηματικώς εις την θεολογίαν. Ο κόσμος έμαθε να θεωρεί τους τοιούτους ως καλούς και ανεξικάκους Χριστιανούς, ενώ εκείνους που είναι ωσάν τον συγγραφέα του παρόντος βιβλίου, δηλαδή «τω πνεύματι ζέοντες», τους απεχθάνεται ως φανατικούς, μισαλλοδόξους, δεισιδαίμονας, και στενοκέφαλους τυπολάτρας. Αλλοίμονον!"

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΕΒΛΕΠΑΝ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ:

1. Ο ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ:

2. Ο πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ:

3. Ο π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ:

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Οι κρυφοί αιρετικοί και ο αποστεωμένος ορθολογισμός - Φωτίου Κόντογλου

Σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, οι αιρετικοί πληθαίνουνε μέσα στην Εκκλησία μας, παρεκτός τους απ' έξω. Οι απ' έξω αιρετικοί είναι φανεροί. Εδώ θα μιλήσω για τους κρυφούς αιρετικούς, τους κρυφοδαγκανιάρηδες σκύλους, αυτούς που μας φέρνου­νε τον προτεσταντισμό και τον καθολικισμό από τη Δύση, εκεί που πάνε και σπουδάζουνε.

Και πως να μην τον φέρουνε; Αργήσανε μάλιστα. Χρόνια και χρόνια γίνεται αυτή η δουλειά. Παράξενο θά 'τανε να μην τον φέρουνε. Αυτοί, όμως, δεν φανε­ρώνονται σαν αιρετικοί, μήτε κ' οι όμοιοί τους τους θεωρούνε για αιρετικούς. Μιλάνε συχνά, σαν παπαγά­λοι, για ορθοδοξία, αλλά για μια ορθοδοξία «εξελιγμέ­νη», συγχρονισμένη, «ευρωπαϊκή Ορθοδοξία». Τούτη η Ορθοδοξία που έχουμε και που την κληρονονήσαμε από τους πατεράδες μας, είναι παλιά, είναι βλάχικη Ορθοδοξία, που δεν πάει να την έχουνε μοντέρνοι άν­θρωποι, που ζήσανε στην Ευρώπη και στην Αμερική!
Κάθε τόσο έρχεται στην Ελλάδα μια φουρνιά από νεαρούς θεολόγους, που σπουδάσανε στην Ευρώπη και που δεν μπορούνε πια να χωνέψουνε τίποτα από τα δικά μας. Όλα τους φαίνονται κουτσά και στραβά, και δουλεύουνε φανατικά για να χαλάσουνε την αγνή και σωστή πίστη του λαού μας. Θά 'λεγε κανένας πως γι' αυτούς έγραψε ο απόστολος Παύλος τα παρακάτω λό­για: «δια τους παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οίτινες παρεισήλθον κατασκοπήσαι την ελευθερίαν ημών, ην έχομεν εν Χριστώ Ιησού, ίνα ημάς καταδουλώσωνται» (Γαλάτ. β', 4).
Ο Ορθόδοξος λαός μας έχει, αληθινά, την ελευθε­ρία της πίστεως την εν Χριστώ Ιησού, και τούτοι οι νέοι γραμματείς με τα διπλώματα, θέλουνε να μας καταδουλώσουνε στα αμαρτωλά ορθολογιστικά συ­στήματα της Δύσης.
Οι περισσότεροι σπουδαστές μας, μόλις πατήσουνε στην Ευρώπη απομένουνε εμβρόντητοι από τις ψευτοφιλοσοφίες που διδάσκουνε κάποιοι σπουδαίοι καθη­γητές, και μάλιστα σε ξένη γλώσσα. Η ξένη γλώσσα τους κάνει μεγάλη εντύπωση! Κατάπληξη τους κάνου­νε κ' οι μεγάλες, πολιτείες, οι φαρδιοί δρόμοι, τα με­γάλα χτίρια, οι λεωφόροι, τα τραίνα, οι λογής-λογής μηχανές, οι αγορές, το πολύ χρήμα, τα βλοσυρά Πανε­πιστήμια. Κι αυτό γίνεται, γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους σπουδαστές είναι χωριατόπουλα, που νοιώθουνε μέσα τους ντροπή για το χωριό τους, κι ό,τι βλέπουνε κι ακούνε, είναι γι’ αυτούς ουρανοκατέβατο!
Τους ξέρω καλά αυτούς τους σπουδαστές, γιατί κι εμείς περάσαμε από κείνες τις χώρες, και ζήσαμε σ' αυτές κάμποσα χρόνια. Όποτε ερχόντανε στην Ευρώ­πη από την Ελλάδα, ήτανε, στην αρχή, σαστισμένοι και ζαρωμένοι, σαν και κείνα τα μαντρόσκυλα που ακολουθήσανε τον τσομπάνο και βρεθήκανε στο κέντρο της πολιτείας, μέσα στην οχλοβοή κι ανάμεσα στ' αυ­τοκίνητα, και σαστίσανε, τα κακόμοιρα, και βάζουνε την ουρά τους ανάμεσα στα σκέλια τους, τρομοκρατη­μένα. Μα σαν γυρίσουνε στο μαντρί, την ξανασηκώνουνε περήφανα, και γίνουνται θηρία ανήμερα. Μ' αυ­τά τα σκυλιά μοιάζανε, στα μάτια τα δικά μας, που είχαμε ζήσει πριν από χρόνια στις μεγάλες πολιτείες, εκείνα τα νεοφερμένα Ελληνόπουλα, που μας θεωρούσανε στην αρχή σαν προστάτες τους, κ' ήτανε ταπεινά και φρόνιμα. Μα με τον καιρό ξεθαρρεύανε, και πολλά απ’ αυτά παίρνανε στο τέλος έναν εγωισμό σιχαμερόν, μιλώντας με καταφρόνηση για την πατρίδα τους. Και πολλά απ' αυτά, σαν γυρίζανε πίσω στην Ελλάδα, κάνανε τα θηρία, κάνανε τους πάνσοφους, κάνανε τους προφέσσορας, μιλώντας ολοένα για την Ευρώπη και για την κακομοιριά τη δική μας σε όλα τα πράγματα. Γι' αυτό λέγω, πως η Ευρώπη είναι η δοκιμαστική πέτρα για κάθε έναν από μας, που θα πάει σε κάποια χώρα της: ή θα γίνει πίθηκος ξενόδουλος, θαυμάζοντας σαν ουρανοκατέβατα όλα όσα βλέπει κι ακούει σε κεί­νη τη χώρα, και θ' αρνηθεί το γάλα της μάνας του, ή θα καταλάβει πόσο ψεύτικα είναι τα φανταχτερά στο­λίδια της, και πόση βαρβαρότητα υπάρχει κάτω από την πολιτισμένη επιφάνειά της, και θα αγαπήσει με πάθος τον τόπο του, νοιώθοντας «με επίγνωση», την πνευματική της ευγένεια και την υπεροχή μας, μπρο­στά σε κείνες τις ανθρωπομερμηγκιές.
*

Πώς, λοιπόν, να μην έχουνε την ιδέα οι νεοφερμέ­νοι σπουδαστές της θεολογίας, πως εκεί βρίσκεται κ' η τελειοποιημένη θρησκεία, η ευρωπαϊκή, η συγχρονι­σμένη, η επιστημονική, η αξία να την έχουνε άνθρωποι εξελιγμένοι; Παραλυμένοι όπως είναι από τον θαυμα­σμό, δεν ρωτάνε τι σχέση μπορεί νά 'χει ο Χριστός και η θρησκεία του, το μυαλό τους, η καρδιά τους, όλα τους είναι κουρντισμένα σα κανένα ρολόγι. Μπα! Ί­σια-ίσια, αυτό το κρύο κι άψυχο σύστημα της ζωής κάνει μεγάλη εντύπωση στον άνθρωπο που βρίσκεται σε πνευματικό ξεπεσμό. Γίνεται ψωροφαντασμένος και περήφανος, και καταφρονεί κάθε δικό του, αρνιέται τη μάνα του και τον πατέρα του, καταντά παίγνιο και ενεργούμενο στα χέρια των καθηγητάδων του, παίρνει όρκο στ' όνομά τους, γίνεται ένα ελεεινό ρομπότ της ξενολατρείας. Μάλιστα, ο τέτοιος σπουδαστής της θεολογίας, γίνεται χειρότερος ξενολάτρης από τον φοι­τητή τής γιατρικής ή της μηχανικής, επειδή έχει πιο ζωηρό μέσα του το αίσθημα της κατωτερότητας, γιατί η «επιστήμη του» έχει σχέση με τους παπάδες και με τους καλόγερους. Βάλε και τον πειρασμό τής γυναί­κας, που δεν τα θέλει τα θρησκευτικά, και περιφρονεί τους θεολόγους. Λοιπόν, ο «σπουδαστής τής θεολο­γίας» δεν θέλει να βλέπει και να ακούει παπά δικό μας, μηδέ εκκλησία δική μας, μήτε λειτουργία δική μας, μήτε εικόνα δική μας, μηδέ ψαλμωδία δική μας, τίπο­τα ορθόδοξο. Φουρκίζεται με τα μοναστήρια μας, με τις σκουριασμένες ιδέες πό 'χουνε οι Έλληνες χρι­στιανοί, «με την μεσαιωνική τυπολατρικήν παράδοσίν μας». Περιφρονεί τους Πατέρας τής Ορθοδοξίας. Δεν θέλει αγίους μέσα στην ορθολογιστική «επιστήμη» τής θεολογίας, αλλά σοφούς προφέσσορας, «που ερευνούν με επιστημονικήν αντικειμενικότητα την θρησκείαν, αδιαφορούντες δια τας δεισιδαίμονας προκαταλήψεις». Κατά βάθος, τούτοι οι ψωροπερήφανοι εκτιμούν περισσότερο τους «επιστήμονας» καθηγητάς τής θεολο­γίας που είναι άθεοι. Γι' αυτούς τους δυστυχείς, που δεν νοιώθουνε μέσα τους καμμιά πνευματικότητα, εί­ναι μέγα πράγμα ο ορθολογισμός, που τους δείχνει κι αυτούς «επιστήμονας», κ' η αντιπνευματική αντίληψη που έχουνε για τη θρησκεία οι πρακτικοί άνθρωποι της Δύσης, είναι γι' αυτούς το μόνο που μπορούνε να κα­ταλάβουνε απ' αυτή. Γι' αυτό, ερχόμενοι στην Ελ­λάδα, αρχίζουνε να λένε, ό,τι ακούγανε στα θρανία τής Ευρώπης, μηχανικά φερέφωνα, παπαγάλοι χωρίς καμ­μιά πνοή. Πολλοί απ' αυτούς είναι ισόβιοι μαθητές των καθηγητών τους, κι ως που να πεθάνουνε παραμι­λάνε, κοπανίζοντας στερεότυπα τα «θέσφατα» που ακούσανε τον καιρό που ήτανε νέοι....
*

Λένε, λοιπόν, πως η Ορθοδοξία είναι αποστεωμένη, και πως κατάντησε «στο σύγχρονο κόσμο μοναχά σαν φύλακας κειμηλίων, σαν ταριχευτής μιας νεκράς παραδόσεως». Τα ψυχικά και πνευματικά ξερίχια, λέ­νε ταριχευτές τα σεμνώματα της Ελληνικής Ορθοδο­ξίας· οι πνευματικά νεκροθάφτες, λένε πεθαμένους ε­κείνους που έχουνε απάνω τους την ευωδία τής αιώ­νιας ζωής. Λένε ακόμα πως «στην Εκκλησία του Χριστού πρέπει ν' αρχίσουν κάποτε να λαμβάνωνται υπ' όψιν και οι άνθρωποι που διαθέτουν μια κάποια ανε­πτυγμένη κρίση και σκέψη και γι' αυτό δυσκολεύονται να ακολουθήσουν άβουλα και πειθαρχικά μια συγκεκρι­μένη φόρμουλα (Τι κατανυκτική λέξη «φόρμουλα»!) θρησκευτικής ζωής». Εκείνοι που έχουνε την ανεπτυγμένη κρίση και σκέψη, είναι οι ίδιοι που τα γράφουνε, ενώ όσοι αισθάνονται τη θρησκεία κατά τον ελληνικό τρόπο, είναι «καθυστερημένοι τυπολάτρες», μούμιες πεθαμένες, χωρίς τον παλμό της σπουδαίας εποχής μας.
Εξυμνούνε «τις ετερόδοξες θεολογίες», που είναι γεμάτες από την ψύχρα του ορθολογισμού κι από την ανυπόφορη μυρουδιά της απιστίας και του θανάτου. Πήρανε τα πρακτικά συνθήματα με τις υλιστικές σκο­πιμότητες από τους δυτικούς, που με το πρακτικό μυαλό τους καταντήσανε τη χριστιανική θρησκεία ένα εγκόσμιο σύστημα, και τα κουβαλήσανε σε τούτον τον τόπο» που άνθισε η αγνή κι αληθινή πίστη, και τσαμπουνάνε πως πρέπει να μιμηθούμε «τις ετερόδοξες θεολογίες που μας μιλάνε σήμερα για θεολογία της οικογένειας, θεολογία της εργασίας, θεολογία του γά­μου, θεολογία της ελευθερίας», κι άλλα τέτοια σπεσια­λιτέ, που σ' αυτά καταγίνουνται οι πρακτικοί Ευρω­παίοι, και που η πρακτικότητα και η πολύ θετική δρα­στηριότητα τους φανερώνει καθαρά ότι «ουκ έχουσι μέλλουσαν πόλιν, αλλά την ώδε μένουσαν επιζητούσιν». Γι’ αυτούς, το έργο της Μάρθας είναι ανώτερο από της Μαρίας, κι ας είπε ο Χριστός το ανάποδο! Η «επιστημονική θεολογία» δεν δίνει καμμιά σημασία στο τι είπε ο Χριστός, αλλά σε ό,τι λέγει ο πρακτικός ορθός λόγος, μεγάλ' η χάρη του! Αλλιώς, τί επιστή­μη θά 'τανε;
Η Μάρθα είναι η πρακτική Ευρώπη, κ' η Μαρία είναι η πνευματική Ελλάδα. Ωστόσο, οι ξιππασμένοι τούτοι δικοί μας, που «διαθέτουν κάποια ανεπτυγμένη κρίση», θαυμάζουνε τη Μάρθα, που πατά στερεά στη γη, και περιφρονούνε τη Μαρία, γιατί εκείνα που πι­στεύει είναι, για τους «ανθρώπους με κρίση και με σκέ­ψη», κάποια ασύστατα ονειροπολήματα και φαντα­σίες.
Κατά βάθος, τούτοι οι κύριοι και τον Χριστό τον ίδιο δεν τον θεωρούνε άξιο να είναι Θεός απάνω στη σημερινή τετραπέρατη και μηχανοκίνητη ανθρωπότη­τα, που θέριεψε με τις θετικές επιστήμες, αλλά δεν το φανερώνουνε, μήτε το λένε. Κρύβουνται φαρισαϊκά, μην έχοντας το θάρρος που έχει ο τίμιος άθεος. Αυτοί, κατά το παράδειγμα των πονηρών δασκάλων τους, θέ­λουνε μια θεολογία δίχως Θεό, για να μπορούνε κ' οι θεολόγοι να είναι ελεύθεροι διανοητές, κι όχι περιορι­σμένοι από δόγματα κι από παπαδίστικα πράγματα. «Μακρυά, λένε, από τέτοιες πρωτόγονες αντιλήψεις, που μας εκθέτουν στα μάτια των πολιτισμένων λαών, μακρυά από ασκητάδες και ντερβίσηδες και Πατέρες και μάρτυρες που, από την αγραμματοσύνη τους, πέ­σανε θύματα του φανατισμού τους. Ο ευρωπαϊκός Χριστιανισμός είναι η σημερινή θρησκεία, συστηματο­ποιημένος, επιστημονικός, μελετημένος. Αυτός αντα­ποκρίνεται στη σημερινή επιστημονική μηχανοκρατία, που τα ελέγχει όλα».
Κατά τη δική μου γνώμη, αν είχα για τη θρησκεία του Χριστού την αντίληψη που έχουνε αυτοί οι άνθρω­ποι, θα έλεγα νέτα-σκέτα, πως δεν χρειάζεται ολότε­λα. Γιατί, το σύστημα της σημερινής ζωής τά 'χει ρεγουλάρει όλα τόσο καλά, με το πρακτικό πνεύμα του, που δεν έχει καμμιά θέση αυτό το αναχρονιστικό πράγμα το λεγόμενο «Χριστιανισμός», που μοιάζει σαν το κομπογιαννίτικο γιατρικό μπροστά στα επιστημονικά φάρμακα. Ο Χριστιανισμός δεν είναι για πρακτικούς ανθρώπους, κατά τον λόγο του Χριστού, που είπε: «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».
*

Ωστόσο, ο επιστημονικός μανδύας, που μ' αυτόν ντύσανε τη θεολογία «οι επιστήμονες θεολόγοι», της δίνει το δικαίωμα να υπάρχει. Σαν επιστήμη, λοιπόν, «καθίσταται ελευθέρα, λύουσα τον προς την Εκκλησίαν στενόν τέως δεσμόν, μη ανεχομένη πλέον να εξυ­πηρετεί απλώς αυτήν, μάλλον δε αξιούσα να ρυθμίζη αυτή τον εκκλησιστικόν βίον». Με τέτοια πνευματική τροφή θραφήκανε οι εξ Εσπερίας θεολόγοι, που έρχουνται να γίνουνε προφέσσορες των Ελλήνων και να φωτίσουνε τις ψυχές μας με το σκοτάδι τους. Θέλετε κι άλλα φαρμακερά μανιτάρια, από το νεκροταφείο «της επιστημονικής θεολογίας»; Να, λίγα από τα πολ­λά:
«Εις τα ζητήματα της θρησκείας θα δύνανται να μας φωτίσωσι μόνον άνδρες σοφοί, ορμώμενοι εξ ελα­τηρίων όλως επιστημονικών». «Πολλοί των θεολόγων, καταλιπόντες εντελώς, ή εν μέρει, την περί αποκαλύψεως διδασκαλίαν, ερευνώσι συστηματικώτερον και επιστημονικώτερον την θρησκείαν παντελώς από επό­ψεων ψυχολογικών, ως άλλοι την γλώσσαν, τον μύθον, το δίκαιον, κ.τλ. Ο Χριστός καθίσταται ουράνιος άνθρωπος, υπερφυσικόν τι ιδεώδες της ανθρωπότητος. Ότε δε, τέλος, δια της παντοειδούς προόδου της εκ­κλησίας, η περί εαυτής συνείδησις αυτής ενισχύεται αεί μάλλον, αποθεούται βαθμηδόν και ο Ιησούς, αποβαίνων Θεός ισότιμος τω Πατρί...». Τέτοιες βλαστήμιες διδάσκουνε οι θεολόγοι που έρχονται στην Ελλά­δα σπουδασμένοι στην Ευρώπη, για να φωτίσουνε τους άλλους! «Αν το φως που υπάρχει μέσα τους είναι σκοτάδι, άραγε το σκοτάδι πόσο είναι;»
Υστερ' από μια τέτοια φριχτή κατάσταση, οπού βρίσκουνται οι ξενόφερτοι θεολόγοι, που αντί για φω­τιά έχουνε πάγο μέσα τους, τί να καταλάβουνε από την Ορθοδοξία, που είναι όλο φως και ζωή και δροσιά του καθαρού ουρανού; Τί να νοιώσουνε από την εξαί­σια τελετουργία της Εκκλησίας μας, από την κατανυ­κτική υμνωδία της, από την αγιογραφία της, από τη μουσική της; Τί να καταλάβουνε από λειτουργικό στοιχείο, οι ακατάνυκτοι, που έχει ξεράνει την καρδιά τους ο λίβας του ορθολογισμού; Ποιά πνοή αθανασίας να νοιώσουνε απάνω τους, οι πεθαμένοι; Τί να αισθαν­θούνε από τη θρησκεία του Χριστού, αφού την ελεεινή παραμόρφωσή της την προτιμούνε από την αληθινή μορφή της; Πώς να πετάξουνε με τα φτερά της πίστης, αφού τά 'χει μαδήσει η σατανική απιστία; Πώς να γευθούνε από το «ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον», αφού πίνουνε από τους μουχλιασμένους βάλ­τους, μαζί με «τους εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους»;
*

Όπως βάλαμε παραπάνω, λίγες βδέλλες απ' αυ­τούς τους φαρμακερούς βάλτους, ας βάλουμε παρακά­τω και λίγα από τα ευωδέστατα άνθη της Πατερικής θεολογίας μας, για να φανεί η αναισθησία που έχουνε πάθει τούτοι οι ύπουλοι κήρυκες της αθεΐας, ώστε να προτιμάνε τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα, από τα αγνά και μυρίπνοα πνευματικά λουλούδια, λέγοντας πως τα πρώτα ευωδιάζουνε και πως τα δεύτερα βρωμούνε. Αυτό γίνεται, γιατί έχουνε μέσα στα χνώτα τους τη μυρουδιά του θανάτου, και για τούτο θαρρούνε πως οι άγιοι μυρίζουνε θάνατο, και πως οι άθεοι καθηγητάδες τους μυρίζουνε ζωή, κατά τα λόγια του μακαρίου Παύ­λου, που λέγει: «Γιατί είμαστε ευωδία του Χριστού για τον Θεό και σε κείνους που σώζουνται και σε κεί­νους που χάνουνται. Και σε κείνους που έχουνε μέσα τους τον θάνατο, μυρίζουμε θάνατο, και πάλι σε κεί­νους που έχουνε μέσα τους τη ζωή, μυρίζουμε ζωή» (Β' Κορινθ. β', 16).
Στη μικρή ανθοδέσμη που κάνω παρακάτω από τα πνευματικά άνθη της Ορθοδοξίας, δεν βάζω τίποτα από τους πασίγνωστους αρχαίους Πατέρας της Εκ­κλησίας, αλλά λιγοστά από τα έργα των Πατέρων που φανήκανε, προ πάντων, στα υστερινά χρόνια, και που η ευωδία τους είναι τόσο ουράνια, που να ταιριάζουνε σ' αυτούς τα λόγια τούτα του προφήτη Αγγαίου: «Με­γάλη έσται η δόξα του οίκου τούτου, η εσχάτη υπέρ την πρώτην». Αληθινά, η πνευματική δόξα της Ορ­θοδοξίας, στάθηκε στα τελευταία χρόνια μεγάλη, με­γαλύτερη από την πνευματική δόξα της στα πολύ αρ­χαία χρόνια, με φωστήρες σαν τον Ιωάννη της Κλίμακος, τον Ισαάκ τον Σύρο, τον Συμεών τον Νέον Θεο­λόγο, τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον Γρηγόριο Παλα­μά, τον Κάλλιστο Πατριάρχη, τον Νικόδημο τον Αγειορίτη κι άλλους. Τούτον τον θησαυρόν με τα τό­σα διαμάντια, που ήτανε κρυμμένος ως τώρα, τον ανακαλύψανε ακόμα και κάποιοι ξένοι, διψασμένοι για α­λήθεια, και τρέξανε να ξεδιψάσουνε από το δροσερό νερό τους, και τους μελετούνε με πάθος και τους μεταφράζουνε στις γλώσσες τους, σε καιρό που οι δικοί μας οι προκομμένοι, δεν τους καταδέχουνται, τυφλωμένοι από την καταραμένη ξενοδουλεία.
*


Από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος σταχολογούμε τα παρακάτω:
«Πένθος εν τω Θεώ είναι το να είναι σκυθρωπή η ψυχή, και η καρδιά να ποθεί να πικραίνεται, και να ζητά ολοένα εκείνο που διψά, κ' επειδή δεν το βρίσκει, να το κυνηγά με πόνο και να τρέχει ξοπίσω του, κλαί­γοντας απαρηγόρητα».
«Βάστα γερά τη μακάρια χαρμολύπη και την αγια­σμένη κατάνυξη, και μην πάψεις να την εργάζεσαι μέ­σα σου, ως που να σε κάνει να υψωθείς από τούτον τον κόσμο και να σε παραστήσει καθαρόν στον Χριστό».
«Όποιος πορεύεται με θλίψη αδιάκοπη, αυτός δεν παύει να γιορτάζει ακατάπαυστα, κι όποιος ολοένα διασκεδάζει, αυτός μέλλει να απολαύσει θλίψη αιώ­νια».
«Γίνε σαν βασιλιάς μέσα στην καρδιά σου, υψηλά με ταπείνωση καθισμένος, και προστάζοντας στο γέ­λιο: Φεύγα! και φεύγει, και στο γλυκό το δάκρυο: Έ­λα! κ' έρχεται, και στο κορμί, που είναι σκλάβος και τύραννος: Κάνε τούτο, και το κάνει».
«Όσο ενάρετη ζωή κι αν κάνουμε, αν δεν έχουμε καρδιά θλιμμένη και πονεμένη, για μάταια κι ανώφελη λογαριάζεται».
«Είναι ντροπή να υπερηφανεύεται ο άνθρωπος για ξένα πράγματα. Κ' η χειρότερη ανοησία είναι το να καυχιέται για κάποια χαρίσματα που έλαβε από τον Θεό. Όσα κατορθώματα έκανες πριν από τη γέννησή σου, γι' αυτά μοναχά να υπερηφανεύεσαι. Γιατί, όσα σου συμβήκανε έπειτα από τη γέννησή σου, σου τα δώρησε ο Θεός, όπως σου δώρησε και τη γέννηση».
«Ευθύτητα είναι απερίεργη διάνοια, καθάριο ήθος, άπλαστα (απερίτεχνα) λόγια, που δεν είναι από πριν μελετημένα».
«Η πονηριά είναι επιστήμη, ή καλύτερα, ασχήμια δαιμονική, που στερήθηκε την αλήθεια, και πού θαρρεί πως κρύβεται από τους άλλους».
«Νά ασκητεύεις και να βρίσκεσαι σε απερίεργη κα­τάσταση» (Πώς να τα παραδεχθούνε αυτά οι εξ Εσπερίας σοφοί θεολόγοι; Απερίεργη κατάσταση είναι το να μην έχει ο Χριστιανός τη μανία να ερευνά με πονηρή περιέργεια τα της θρησκείας. Ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα, λέγει: «Εμφανής εγενόμην τοις εμέ μη επερωτώσιν», δηλ. «φανερώνομαι σε όσους δεν με εξετάζουν πονηρά»).
«Δεν αρμόζει σ' εκείνους που βρίσκουνται σ' αυτή την κατάσταση της αγιασμένης λύπης και που ζούνε με το δάκρυο, να κάνουνε υψηλά κηρύγματα στην θεο­λογία. Γιατί αυτά χαλάνε το πένθος, επειδή εκείνοι που διδάσκουνε, κάθουνται απάνω σε καθέδρα. Ενώ η κατάσταση εκείνων που κλαίνε, είναι να κάθουνται α­πάνω στο χώμα, τυλιγμένοι με γιδότριχα».
«Η πίστη είναι μια σταθερότητα ατράνταχτη κι ασάλευτη, μια κατάσταση της ψυχής αμετατόπιστη, που δεν τη σαλεύει καμμιά δύναμη».
«Μην φοβάσαι τίποτα. Όποιος έχει τη μακάρια θλίψη στην καρδιά του, δεν γνωρίζει τι θα πει φόβος ολότελα».
«Όσοι θέλουμε να ελκύσουμε κοντά μας τον Κύ­ριο, ας προσέλθουμε απλά κι άπλαστα κι απονήρευτα, δίχως πολλούς λογισμούς, και δίχως περιέργεια, σαν τους μαθητάδες στον δάσκαλο. Γιατί, επειδή Εκείνος είναι απλός και ίσιος, θέλει κ' οι ψυχές που προσέρχουνται σ' Αυτόν, να είναι απλές και ακέραιες. Επει­δή δε μπορεί ποτέ να δει κανένας απλότητα, χωρίς να είναι μαζί της η ταπείνωση».
«Όπως εκείνος που κράτα μυρουδικά, φανερώνε­ται από την ευωδία, χωρίς να το θέλει, έτσι κι όποιος έχει το πνεύμα του Κυρίου, γνωρίζεται από τα λόγια του κι από την ταπείνωσή του».
«Γύρευε με πένθος. Ζήτα με υπακοή. Κρούσε με μακροθυμία. Γιατί, εκείνος που γυρεύει έτσι, αυτός παίρνει, κ' εκείνος που ζητά έτσι, αυτός βρίσκει. Και σ' εκείνον που χτυπά, θ' ανοίξει η πόρτα για να μπει μέσα».
«Η μακάρια απάθεια σηκώνει από τη γη νου πάμ­φτωχο, κι από την κοπριά των παθών σηκώνει άνθρω­πο περιφρονημένον. Κ' η πανύμνητη αγάπη τον αξιώ­νει να καθίσει με τους άρχοντες Αγγέλους, με τους άρχοντες του λαού του Κυρίου».
*


Από τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο σταχολογούμε τα παρακάτω:
«Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού. Κι αυτός ο φόβος του Θεού δεν μπο­ρεί να καθίσει σε μια ψυχή που δεν στέκεται στερεά και που πηγαίνει από δω κι από κει. Η αμφιβολία της καρδιάς βάζει την ψυχή σε δειλία. Εν όσω ο πόθος της σάρκας είναι πιο δυνατός μέσα σου, δεν θα μπορέσεις να γίνεις θαρραλέος κι άφοβος».
«Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά. Και σαν τα­πεινωθεί ο άνθρωπος, παρευθύς τον περισκεπάζει το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδιά τη θεϊκή βοή­θεια».
«Όταν σου δοθεί εξουσία να κατανοήσεις, κατανό­ησε, και μη θελήσεις να ψάξεις τα μυστήρια, αλλά προσκύνησε και δοξολόγησε, και με σιωπή ευχαρίστη­σε».
«Το να πικραίνεσαι μέσα στη διάνοιά σου είναι μεγαλύτερη θυσία για τον Θεό, από το να κάνεις έργα κοπιαστικά με το σώμα σου».
«Περισσότερο απ' όλα αγάπησε τη σιωπή, γιατί αυτή σε σιμώνει σε καρπό. Επειδή η γλώσσα είναι αδύνατη για να σου τον εξηγήσει».
«Γνώριζε, πως αν έβγει από σένα φωτιά και κατα­κάψει άλλους, τις ψυχές που καίονται στη φωτιά που έβγαλες, ο Θεός θα τις ζητήσει από τα χέρια σου». «Η πίστη είναι η αποκάλυψη της σοφίας. Και σαν σκοτισθεί η διάνοια, κρύβεται η πίστη, και μας κυ­ριεύει ο φόβος, και κόβει την ελπίδα μας. Η πίστη που προέρχεται, τάχα, από τη μάθηση, δεν ελευθερώ­νει τον άνθρωπο από την υπερηφάνεια κι από την αμ­φιβολία, αλλά εκείνη που ανατέλλει με την σύνεση κι αυτή η πίστη λέγεται επίγνωση και φανέρωση της α­λήθειας».
«Εκείνος που ησυχάζει κ' έλαβε πείρα από την αγαθότητα του Θεού, δεν έχει ανάγκη από αποδείξεις, κι ούτε είναι άρρωστη η ψυχή του από την αρρώστεια της απιστίας, όπως παθαίνουνε εκείνοι που νοιώθουνε μέσα τους την αμφιβολία για την αλήθεια. Γιατί η μαρτυρία, η βεβαίωση της διανοίας του μπορούνε να τον πείσουν περισσότερο από αμέτρητα λόγια, που είναι χωρίς πείρα».
«Ο Χριστιανός πρέπει να είναι σε όλα του τύπος που διδάσκει και ωφελεί εκείνους που τον βλέπουνε, ώστε, βλέποντας τις πολλές αρετές του που λάμπουνε σαν ακτίνες ακόμα κι αυτοί οι εχθροί της αλήθειας, χωρίς να το θέλουνε, να ομολογήσουνε πως στους χρι­στιανούς υπάρχει σίγουρη ελπίδα σωτηρίας, και να τρέχουνε σ' αυτόν από παντού, σαν να είναι κανένα καταφύγιο. Και μ' αυτόν τον τρόπο να υψωθεί η δόξα της Εκκλησίας καταπάνω στους εχθρούς της, και να παρακινηθούνε πολλοί σε ζήλο να του μοιάζουνε».
«Η κατά Θεόν γνώση είναι βασίλισσα απάνω σε όλες τις επιθυμίες, κ' η καρδιά που τη δέχεται, γεύε­ται κάποια γλυκύτητα, που δεν τη φτάνουνε όλες μαζί οι χαρές τούτου του κόσμου. Γιατί κανένα πράγμα δεν μοιάζει με την γλυκύτητα της επίγνωσης του Θεού».
«Ο πράος και ταπεινόφρονας είναι πηγή των μυ­στηρίων εκείνης της καινούργιας κι αθάνατης ζωής».
«Η περηφάνεια δε καταλαβαίνει πως περπατά στο σκοτάδι και δεν γνωρίζει την έννοια της σοφίας. Γιατί, πώς να μπορέσει να τη γνωρίσει, αφού βρίσκε­ται μέσα στο σκοτάδι; Και γι' αυτό ίσια-ίσια, απ’ τον σκοτισμένον λογισμό της, θαρρεί πως βρίσκεται απά­νω απ’ όλα, ενώ είναι τιποτένια κι ανίκανη να αξιωθεί τη θεία επίγνωση, μη μπορώντας να μάθει τας οδούς του Κυρίου. Κι ο Κύριος κρύβει απ' αυτή το θέλημά του, επειδή δεν θέλησε να πορευτεί στον δρόμο των ταπεινών».
«Να! Ο ουρανός βρίσκεται μέσα σου, αν είσαι κα­θαρός, και μέσα στον εαυτό σου θα δεις τους Αγγέ­λους με τη φωτοχυσία τους, και τον Δεσπότη μαζί τους κι από μέσα τους».
«Ο φιλόδοξος κ' εκείνος που καταγίνεται με τις κοσμικές φροντίδες, κι όποιος θέλει να περάσει το δικό του θέλημα, αυτοί είναι σαν να πολεμάνε μέσα στη νύχτα, και ψηλαφάνε το σκοτάδι, βρισκόμενοι έξω από τη χώρα της ζωής και του φωτός. Γιατί, εκείνη τη χώρα θα την κληρονομήσουνε οι αγαθοί και οι ταπεινοί κι όσοι καθαρίσανε τις καρδιές τους. Ο άνθρωπος δε μπορεί να δει το κάλλος που βρίσκεται μέσα του, πριν να καταφρονήσει κάθε εμορφιά που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν και κάθε μάταια γνώση. Εκείνος που νομίζει πως είναι σοφός, θα ξεπέσει από τη σοφία του Θεού».
«Όποιος είναι υποταγμένος στα πάθη, από τα πά­θη μιλά κι απ' αυτά κινιέται με πάθος η γλώσσα του. Κι αν μιλά ακόμα και για πνευματικά πράγματα, ωστόσο λαλεί, για να περάσει ο δικός του λόγος. Έναν τέτοιον άνθρωπο, εκείνος που είναι σοφισμένος από τον Θεό, τον καταλαβαίνει μόλις ανοίξει το στόμα του, κι ο καθαρός τον οσμίζεται από την άσχημη μυ­ρουδιά του».
«Όσοι είναι ανακατεμένοι με τις σκέψεις και με τις επιθυμίες του κόσμου, δε μπορούνε ν' αποχτήσουνε καθαρή διάνοια, επειδή ξέρουνε καλά όλα τα καθέ­καστα της κακίας».
«Αγάπησε την ταπείνωση σε όλα τα έργα σου, για να γλυτώσεις από τις ακατανόητες παγίδες που βρίσκουνται πάντα έξω από τον δρόμο που πορεύονται οι ταπεινόφρονες».
«Πλούτος του Χριστιανού είναι η παρηγοριά που νοιώθει από τη θλίψη, κ' η χαρά που βρίσκει από την πίστη, και που λάμπει στα κρυφά κατάβαθα της διά­νοιας».
«Αν σε σφίξει η θελιά της σαρκικής γνώσης, μπο­ρώ να σου πω, πως είναι πιο εύκολο να λυθείς από μια σιδερένια αλυσίδα, παρά απ' αυτή την καταραμένη γνώση».
«Η ψυχή που πορεύεται στον δρόμο τής πίστης, αν ξαναγυρίσει πάλι στους τρόπους τής γνώσης, αμέ­σως κουτσαίνει η πίστη της και φεύγει απ' αυτή η νοερή δύναμή της».
«Η γνώση είναι ενάντια στην πίστη. Κ' η πίστη, σε όλα είναι λυμένη κ' ελεύθερη από τους νόμους τής γνώσης, αλλά της γνώσης τής σαρκικής, κι όχι της πνευματικής. Γιατί, τούτος είναι ο ορισμός τής γνώ­σης, πως χωρίς εξέταση και χωρίς έρευνα, δεν έχει εξουσία να κάνει τίποτα, αλλά εξετάζει αν είναι δυνα­τό εκείνο που βάζει στο νου της και που θέλει. Η πίστη όμως είναι ένα πράγμα που φεύγει μακρυά από εκείνον που δεν την πλησιάζει από τον σωστόν δρόμο, ήγουν που την σιμώνει με πονηρή περιέργεια».
«Η γνώση, χωρίς εξέταση δε μπορεί να αποχτη­θεί. Κι αυτό είναι η αιτία τής αμφιβολίας που έχει για την αλήθεια. Ενώ η πίστη ζητά να έχει ο άνθρωπος, που θέλει να την αποχτήσει, ένα φρόνημα καθαρό και απλό, μακρυά από κάθε πανουργία. Το μέρος που κα­τοικεί η πίστη είναι μια κατάσταση σαν του παιδιού και μια καρδιά απλή, ενώ η γνώση είναι ενάντια σ' αυτά τα δύο».
«Στη σαρκική γνώση βρίσκεται φυτεμένο το ξύλο της Γνώσεως, που μ' αυτό γνωρίζει κανείς τα καλά και τα πονηρά, κι αυτό ξερριζώνει την αγάπη. Τούτη η γνώση εξετάζει τα σφάλματα των ανθρώπων και τις αιτίες, καθώς και τις αδυναμίες τους, και κάνει τον άνθρωπο να αντιλέγει στον άλλον με πονηρά λόγια και να είναι δολερός με διάφορα μηχανεύματα και με πονηρές πανουργίες, και να φέρνεται με τους τρόπους που υβρίζουνε τον άνθρωπο. Σ’ αυτή τη γνώση ριζώ­νει η περηφάνεια, γιατί έχει την ιδέα πως κάθε καλό πράγμα προέρχεται από τον εαυτό της, κι όχι από τον Θεό! Ενώ η πίστη, τα έργα της λέγει πως τα κάνει ο Θεός, και γι’ αυτό δε μπορεί να υπερηφανευτεί. Για τούτο κι ο απόστολος Παύλος είπε, πως «η γνώσις φυσιοί», εννοώντας αυτή τη σαρκική γνώση, που δεν έχει μέσα της την πίστη και την ελπίδα στον Θεό». «Η πνευματική γνώση φανερώνεται κι αποκαλύ­πτεται στον από μέσα άνθρωπο. Γιατί, κατά τον λόγο του Χριστού, «η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστί», και δεν παρουσιάζεται με κάποιον τύπο, μήτε έρχεται με παρατήρηση. Αλλά φανερώνεται από μέ­σα από την εικόνα της κρυφής διάνοιας χωρίς αιτία, και δίχως καμμιά μελέτη γι' αυτή. Επειδή η διάνοια δεν βρίσκει ύλη σ' αυτή, ώστε να συνεργήσει στο φανέ­ρωμά της».
«Ο άνθρωπος που δεν είναι κολλημένος σε τούτον τον κόσμο, και που φέρνει πάντα στη διάνοιά του, πως κοντεύει η ώρα που θα φύγει από τούτη τη ζωή, και που μελετά παντοτεινά την άλλη ζωή, αυτός, και υπομονή μεγάλη αποχτά, και καμμιά επιθυμία δεν έχει να τον τιμούνε οι άνθρωποι, μήτε να απολάψει τις ανα­παύσεις της ζωής. Κι όλη την ώρα η διάνοιά του δροσίζεται από την περιφρόνηση που αισθάνεται για τον κόσμο. Και νοιώθει μεγάλο θάρρος, κι αποχτά δυνατή καρδιά σε κάθε καιρό, για κάθε κίνδυνο και για κάθε φόβο. Μα μήτε κι από τον θάνατο δεν φοβάται, γιατί σε κάθε ώρα προσέχει σ' αυτόν σαν να κοντεύει νά 'ρθει, και τον περιμένει... Κ' η φροντίδα του είναι ριγμένη στον Θεό, με πάσα αδίσταχτη πεποίθηση».
«Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού, απ’ όπου ξέπεσε ο Αδάμ, και δεν ξανασυναπάντησε τη χαρά. Αλλά δούλευε στην αγκαθερή τη γη, και κοπία­ζε. Όσοι στερηθήκανε την αγάπη του Θεού, τρώνε ψωμί με ίδρωτα, στα έργα τους, ακόμα κι αν πορεύο­νται δίκαια».
«Μη φοβάσαι τον θάνατο. Γιατί ο Θεός, όταν τον αγαπάς αληθινά, σε ανεβάζει απάνω από τον θάνατο».
«Να νομίζεις, πως δεν υπάρχει άλλος απάνω στη γη, παρά μοναχά εσύ κι ο Θεός».
*


Τά παρακάτω θεόπνευστα λόγια είναι ανθολογη­μένα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο:
«Η πνευματική γνώση μοιάζει μ' ένα σπίτι, που είναι χτισμένο στη μέση της κοσμικής γνώσης, και που μέσα σ' αυτό βρίσκεται, σαν ένα σεντούκι σφαλισμένο, η γνώση των Θείων Γραφών, ο ανεκδιήγητος πλούτος που είναι θησαυρισμένος μέσα στις άγιες Γραφές, ή­γουν η θεία χάρις. Αυτόν τον πλούτο δεν είναι δυνατό να τον δούνε όσοι μπαίνουνε στο σπίτι εκείνο, ανίσως και δεν ανοιχθεί σ' αυτούς το κιβώτιο. Αλλά το σε­ντούκι δεν είναι δυνατό να ανοιχθεί ποτέ με ανθρώπινη σοφία. Για τούτο, όλοι οι άνθρωποι που έχουνε το φρόνημα του κόσμου δεν γνωρίζουνε τον πνευματικό θησαυρό που βρίσκεται μέσα στο σεντούκι της πνευμα­τικής γνώσης. Κι όπως, αν σηκώσει στον ώμο του κανένας εκείνο το κιβώτιο, δε μπορεί να δει τον θησαυ­ρό που βρίσκεται μέσα σ' αυτό, έτσι, κι αν αναγνώσει κι αποστηθίσει όλες της Αγιες Γραφές, δεν δύναται να καταλάβει την χάρη του αγίου Πνεύματος, που εί­ναι κρυμμένη μέσα σ' αυτές».
«Προσκυνώ, πέφτω στα γόνατα και σε ευχαριστώ, Κύριε του παντός και πανάγιε Βασιλεύ, γιατί με ελέη­σες, εμένα που δεν ήμουν άξιος του ελέους σου, και με δόξασες, και με ετίμησες με την εικόνα σου, όπως θέλησες. Κι όλα τα πάντα τα δημιούργησες με την εικόνα σου, όπως θέλησες. Κι όλα τα πάντα τα δη­μιούργησες δι’ εμένα τον άνθρωπο, που είμαι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν σου, και με κατέστησες βα­σιλέα επάνω εις όλα τα επίγεια, εις δόξαν τής μεγαλωσύνης και της αγαθότητάς σου. Πού εγνώριζα εγώ ο ταλαίπωρος, πως είσαι τόσο καλός Δεσπότης, ώστε να νοιώσω πόθον για σένα; Πού γνώριζα εγώ πως φανερώνεις τον εαυτό σου σ' εκείνους που έρχονται σε σένα, ακόμα και τον καιρό που ζούνε μέσα σε τούτον τον κόσμο, για να ζητήσω με πόθον να σε δω; Πού και πώς ήξευρα, εγώ ο δυστυχής, πως λαμβάνουν το Πνεύ­μα σου το Αγιο όσοι πιστεύουνε σε σένα; Πού ήξευρα εγώ, Δέσποτα, πως εσύ που είσαι αόρατος και αχώρητος, βλέπεσαι και χωρείς μέσα μας; Πού ημπορούσα ποτέ να σκεφθώ πως εσύ, ο Κύριος που έκτισες τα σύμπαντα και που έπλασες τους ανθρώπους, ενώνεσαι μ' αυτούς, και τους κάνεις θεοφόρους και υιούς σου, ώστε να ποθήσω και να ζητήσω να τα λάβω από εσένα; Πού ήξευρα, Κύριε, τέτοιον Θεόν, τέτοιον Δεσπότην, τέτοιον προστάτην, τέτοιον πατέρα και αδελφό και βασιλέα, εσένα που φτώχεψες για μένα και που έλαβες δούλου μορφή; Αληθινά, Δέσποτά μου φιλάν­θρωπε, τίποτα απ' αυτά δεν εγνώριζα ολότελα. Ε­πειδή, κι αν έτυχε να διαβάσω στις Αγιες Γραφές γι' αυτά, νόμιζα πως ειπωθήκανε για κάποιους άλλους, ή για κάποια άλλα πράγματα, κι όχι γι' αυτά που είδα, κ' ήμουνα αναίσθητος, και δεν ένοιωθα τα γραμμένα, μήτε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω την έννοια που εί­χαν. Επειδή άκουσα από τον απόστολο Παύλο, που έκραζε κ' έλεγε «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», και νόμιζα πως είναι αδύνατο να έλθει σε θεωρία (Θεωρία είναι η αποκάλυψη των μυστηρίων του Θεού, που γίνεται με τις πνευματικές αισθήσεις) ένας άνθρωπος, που βρίσκεται ακόμα με το σώμα, και θαρρούσα πως μοναχά σ' εκείνον έδειξες αυτά τα θαυμαστά πράγμα­τα, κάνοντάς του χάρη, και δεν ήξευρα, ο ταλαίπωρος, πως αυτό γίνεται από σένα σε όλους που σε αγαπούν. Αλλά, από πού και πώς μπορούσα να γνωρίζω, πως καθένας που πιστεύει σε σένα γίνεται μέλος σου, και πως αστράφτει με την χάρη σου; Ποιός να πιστέψει ένα τέτοιο παράδοξο πράγμα, να γίνει μακάριος, γενό­μενος μακάριο μέλος του μακαρίου Θεού; Πού ήξευρα εγώ, πως εσύ γίνεσαι άρτος αθάνατος κι άφθαρτος, αντί της αισθητής τροφής που γευόμαστε, άρτος αχόρ­ταγος σ' εκείνους που σε πεινούν και σε ποθούν, και πηγή αθάνατη σε κείνους που σε διψούν, και φόρεμα λαμπρότατο σ' εκείνους που φορούνε για σένα ταπει­νά και φτωχά φορέματα; Ακουσα να τα λέγουν αυτά εκείνοι που κηρύττουν το Ευαγγέλιό σου, πλην νόμιζα πως γίνονται, μοναχά στη μέλλουσα ζωή κ' ύστερα από την κοινή ανάσταση, και δεν ήξευρα πως και τώρα γίνονται σε μας, που έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη απ' αυτά».
«Εκείνος που είναι τυφλός εις το ένα, ήγουν στον Θεό, είναι τυφλός σε όλα. Κ' εκείνος που βλέπει το ένα, δηλαδή τον Θεό, έχει τη θεωρία των πάντων, και πάλι είναι έξω από τη θεωρία των πάντων, κ' έρχεται μέσα στη θεωρία των πάντων, και βρίσκεται πάλι έξω από την θεωρία των πάντων. Όταν είναι, κατ' αυτόν τον τρόπο, μέσα στο ένα, βλέπει τα πάντα, κι όταν είναι μέσα σε όλα, δεν βλέπει κανένα απ’ όλα. Εκεί­νος που βλέπει το ένα, με το ένα βλέπει και τον εαυτό του κι όλα τα πάντα και όλους τους άλλους, και πάλι, όντας κρυμμένος μέσα στο ένα, δεν βλέπει κανένα απ' όλα».
«Ήθελα να πω κανένα παράδειγμα, που να φανε­ρώνει το νόημα αυτών που είπα παραπάνω, σ' εκεί­νους που καυχιούνται με αυθάδεια πως ξέρουνε μόνο με την ψεύτικη γνώση, και χωρίς τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ερευνά τα βάθη και τα μυστήρια του Θεού. Αλλά φοβούμαι τον Κύριο, που μας πρόσταξε να μη δίνουμε τα άγια στους αδιάντροπους, μηδέ να ρίχνουμε τα μαργαριτάρια μπροστά σ' εκείνους που λογαριάζουνε τα θεία για τιποτένια κι ακάθαρτα, και τα καταπατούνε και τα ατιμάζουνε με τα χαμηλά και γήινα νοήματά τους. Που τον νου τους τον ετύφλωσεν ο Θεός, καθώς λέγει ο προφήτης: «Και εσκότισε την καρδίαν των, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι, και ακούοντες μη συνιώσι». Και δίκαια, επειδή κάνανε τον εαυτό τους ανάξιο με την περηφάνεια και με τις κακές πρά­ξεις, και για τούτο τους άφησε ο Θεός να πορεύονται στο σκοτάδι της απιστίας και της κακίας τους, καθώς λέγει ο Δαυίδ: «Εξαπέστειλεν αυτούς κατά τα επιτη­δεύματα της καρδίας αυτών». Γιατί, ενώ έχουν τόσα πολλά παραδείγματα από τους Πατέρας μας (που κά­νανε το θέλημα του Θεού με τα έργα και τα βάλανε μπροστά σε μας για να τα μιμηθούμε), δεν θελήσανε να τα στοχασθούνε, μήτε θελήσανε να μιμηθούνε εκεί­νους τους Πατέρας, αλλά κάνουνε αντίθετα απ' ό,τι κάνανε και διδάξανε εκείνοι. Οι τέτοιοι, λέγω πως όχι μοναχά είναι ανάξιοι να έχουνε τη θεία γνώση, αφού είναι υιοί της απωλείας και της απειθείας, αλλά είναι και υπόδικοι για κάθε τιμωρία και κατάκριση. Επειδή λησμονήσανε να εξετάσουνε τον εαυτό τους, αν βρίσκονται στην πίστη, και περιεργάζονται την πολιτεία των άλλων, και εξετάζουνε ασυλλόγιστα κάποια πράγματα που είναι παραπάνω από τη δύναμή τους, χωρίς να φοβούνται τον Θεόν ολότελα».
*


Από τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη παίρνουμε τα λίγα τούτα, που διαβάζεις παρακάτω:
«Κανένα πράγμα δεν κάνει την καρδιά και την ψυχή τόσο ταπεινωμένη, όσο το να καταντήσει ο άνθρωπος απλοϊκός με γνώση, και το να σωπαίνει σε όλα»(«Απλοϊκός με γνώση», είναι ο Ανθρωπος, που γνωρίζει κάποια μυστήρια που δεν τα υποπτεύονται οι άλλοι, και μπορεί ν' απομείνει ωστόσο, απλός και ταπεινός, σαν να μην γνωρίζει τίποτα).
«Πρέπει να γνωρίζεις, πως ο θεϊκός φόβος δεν έχει τρόμο, (και λέγω τρόμο, όχι αυτόν που έρχεται από τη χαρά, αλλά από την οργή, ήγουν από την τιμωρία κι από το ν' απομείνει κανένας απροστάτευτος). Αλλά έχει κάποια έντρομη αγαλλίαση, που γίνεται με την προσευχή, και βγαίνει από τη σοφία, που λέγεται και αρχή σοφίας».
«Όποιος δεν βλέπει και δεν ακούει και δεν αισθά­νεται πνευματικά, είναι πεθαμένος».
*


Από τα λίγα αυτά λόγια των Πατέρων, μ' όλο που είναι σαν μικρά λουλούδια, μαδημένα από το ολάν­θιστο δέντρο της Ορθοδοξίας, ωστόσο πόση πνευμα­τική λάμψη βγαίνει και φωτίζει τις ψυχές μ' ένα καθα­ρό και ιλαρό φως, το φως της αλήθειας που μας έφερε ο Χριστός!
Και συλλογίζεται κανένας, τί κατάρα έχουνε, άρα­γε, απάνω τους κάποιοι άνθρωποι, και δεν εισχωρεί μέσα στα κατάβαθά τους αυτό το ουράνιο φως, αλλά οι καρδιές τους απομένουνε σαν σκοτεινά σπήλαια, γεμά­τα από φρύνους και νυχτερίδες, ήγουν από τα σιχαμερά φαντάσματα της φιλοσοφίας και της κούφιας απάτης;
Φράζουνε τ' αυτιά τους για να μην ακούσουνε τα πουλιά του Παραδείσου, και θέλουνε ν' ακούνε τις κουκουβάγιες και τα κοράκια! Δεν είναι σε θέση να νοιώσουνε την αθάνατη πνοή της Ορθοδοξίας, τη λε­πτότητα που έχουνε τα νοήματά της, το μυστικό κάλ­λος της, και θρέφουνται με τις χονδροειδείς και πεζές κοινοτοπίες της λεγομένης «θεολογικής επιστήμης», που είναι ξόανο, κανωμένο από τον χωματένιο νου κάποιων στεγνών και πονηρών ανθρώπων.
Ο Χριστός είπε: «Όπου βρίσκεται ο θησαυρός σας, εκεί βρίσκεται κ' η καρδιά σας. Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός. Αν, λοιπόν, ο οφθαλμός σου είναι απλός, όλο το σώμα σου είναι φωτεινό. Κι αν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όλο το σώμα σου είναι σκοτεινό».
Ο απλός οφθαλμός είναι η Ορθοδοξία, κι ο πονη­ρός είναι η Δύση.
 

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Το πνεύμα του κόσμου και το πνεύμα του Χριστού - Φ. Κόντογλου

ΣΗΜΕΙΩΣΗ "ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ": ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΚΑΙ ΕΔΩ.
(ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 14-6-1964)