"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Περί θανάτου - Οσίου Γέροντος Ιερωνύμου της Πάρνηθος (+1943)

Εκ των χειρογράφων που έχω στην κατοχή μου δημοσιεύω ένα ανέκδοτο στιχούργημα του Οσίου Γέροντος Ιερωνύμου της Πάρνηθος, του οποίου η αγιοκατάταξη έγινε φέτος. 


ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

           Ἡ μνήμη σου ὦ θάνατε,     ἀεί μέ βασανίζει

                ἀνιλεώς τόν δυστυχῆ     καί θλίβει καί ταράττει.

      Πικρόν σου τό μνημόσυνον     ὦ θάνατε ὑπάρχει,

             καί φοβερά ναί ἀληθώς     ἡ ὤρα εἶν᾿ ἐκείνη

     καθ᾿ ἧν θά ἔλθης πρός ἡμᾶς     τούς δυστυχεῖς καί ξένους

             ἵνα χωρίσης τήν ψυχήν     ἀπό τό σῶμα τοῦτο,

          τό γήινον καί τό φθαρτόν    ὅπερ θά φάγουν ὅλον

            σαπρία καί οἱ σκώληκες    τῆς γῆς κ᾿ ἡ δυσωδία.

      Ἀφ᾿ οὗ λοιπόν οἱ σκώληκες     τό σῶμά μου θά φάγουν,

                τί τόσον τοῦτο ἀγαπῶ     καί τό περιποιοῦμαι,

            καί μέ ἐνδύματα λαμπρά     ὡραία τό στολίζω

         καί μέ τροφάς καί μέ ποτά     τοσοῦτον κολακεύω;

Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

Ἡ Ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη

 

«Μὴ οἱ ποιμένες βόσκουσιν ἑαυτούς;
οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;»

(Ἰεζεκιήλ)

Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὣς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δύο ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.

Διατί αὐτό; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ’ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.

Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο» τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν:

― Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;

Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβε τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισαν περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει:

― Σταμάτη! τρέχα, γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!

Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὣς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ’ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιάρισεν, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξῃ ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμεν. Ἐπήδησεν ἔξω, κ’ ἔτρεξε διὰ ν’ ἀπολαύσῃ αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.

Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἥρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κ’ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλο τοῦ καμπαναριοῦ.

Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόπλοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.

Μετὰ δύο ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον, ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας –καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του– ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι’ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν».

Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρῃ, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.

Τὴν Κυριακήν, ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ Ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» – ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαὸν» καὶ ὄχι, ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν – ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.

Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε διὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾷ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν’ ἀντιλαμβάνεται μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.

Τέλος κατώρθωσε νὰ δώσῃ λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος, εἰς μετρητά, δι’ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ’ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχεν ἐξοδεύσει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχεν ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα – ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ’ ὁ διάκος εἶχε τὰ νιᾶτά του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὡμοίαζε μὲ τὸν Ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ιʹ, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χιλίους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφιξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille aliis archipoëta bibit (=και έπινε για άλλους χίλιους αρχιποιητές!).

Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον, εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.

Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντορικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του –τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴ κρατοῦν ποτὲ ράβδον– ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κ’ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.

(Το διήγημα αυτό μας υπενθύμισε ο π. Ιωάννης εδώ: http://krufo-sxoleio.blogspot.com/2023/04/o.html)

Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ὅπως τὸ διηγοῦνται, ὅσοι τὸ ἔφθασαν, ἐν ἠλικίᾳ ὄντες εἰς Ἀθήνας τῷ 1870, ὁ νεκρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ληστῶν τοῦ Δηλεσίου, κομισθέντων εἰς Ἀθήνας κατὰ Μάιον, εἶχε τὸ πρόσωπον παραδόξως φαιδρὸν καὶ γελαστόν. Τὴν ὥραν ποὺ τοὺς ἐτουφεκοβολοῦσαν τ᾿ ἀποσπάσματα, ἐλλοχεῦον ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων καὶ βράχων τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο τῆς Ρούμελης, ἴσως διότι τὸ ταμπούρι του τοῦ ἐφαίνετο πολὺ ἀσφαλές, τίς οἶδε τί εἶχε σκεφθῆ, ἢ τί σοβαρὸν εἶδεν, ἢ τί ἀστεῖον ἤκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ᾿ ἐγέλασεν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι γελοῦν. Συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ, τοῦ ἦλθε τὸ βόλι. Τὸν ηὗρε καίριον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον.

Μετὰ δύο ἡμέρας οἱ σκοτωμένοι, πέντε ἢ ἓξ τὸν ἀριθμόν, ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νέου ἐκείνου ὅλοι οἱ φρικώδεις περίεργοι εἶδον ἐντυπωμένον, πιστωμένον τὸν γέλωτα. Οὔτ᾿ ἐπρόφθασεν, ὁ εὐτυχὴς ἄνθρωπος, νὰ αἰσθανθῇ τὴν πικρίαν τοῦ βέλους, ἀλλ᾿ ὁ θάνατος τοῦ ἦλθε μυστηριώδης, γλυκύς, πρὸ τῆς ἀλγηδόνος.

*
* *

Ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα, νέος εἰκοσαετής, ἐφαίνετο ὅτι ἔχαιρε μεγάλην χαρὰν σφόδρα, ὅταν τοῦ ἔλεγαν ὅτι θὰ ἤρχετο ἐκεῖνον τὸν χρόνον, διὰ νὰ τὸν πάρῃ στρατιώτην, τὸ περιοδεῦον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἤρχιζεν ἀμέσως νὰ κάμνῃ βήματα, προφέρων: ἓν γυό, ἓν γυό, κ᾿ ἦτον ὅλος γέλια καὶ χαρά. Πλήν, ὅταν ἦλθε πράγματι ἡ Στρατολογικὴ Ἐπιτροπή, πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Δημάρχου, καὶ κατέλυσαν ἄλλοι εἰς τὴν Δημαρχίαν, ἄλλοι στὸ οἱονεὶ ξενοδοχεῖον, κι ἄλλοι στὰ σπίτια μερικῶν, ὁ Γιάννης, χωρὶς νὰ παύσῃ τὰ γέλια, ἡ ἐνδόμυχος εὐθυμία καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἔφυγαν, κ᾿ ἠρνήθη ἀποτόμως νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐστήλωνε τὰ πόδια του, ἀντεστήλωνε τὸ κορμί του, ἔκλαιε, κ᾿ ἐφώναζε: «δὲν πάω, δὲν πάω». Ὅταν δὲ ὁ ὑπίατρος ὡδηγήθη στὸ σπιτάκι τῆς Λέκαινας, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ ἰδῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν κληροῦχον, ὁ Γιάννης ἔπεσεν εἰς μίαν γωνίαν, ἐμαζώχθη, ἐκουβαριάσθη, ἐσταύρωσε σφιχτὰ τὰ χέρια του, ἔσφιγξε τὸν ἀφαλόν του, ἔκαμψε τοὺς πόδας του μὲ τὰ γόνατα ἕως τὸν ἀφαλόν, καὶ ἠρνήθη νὰ ὑποστῇ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰατροῦ. Τέλος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸν κηρύξῃ «βλᾶκα», καὶ τὸν ἀπήλλαξε πάσης περαιτέρω ἐνοχλήσεως.

Ἀλλ᾿ ὅμως ὁ Γιάννης δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ καμμίαν ἀγρυπνίαν εἰς τὰ ἐξωκκλήσια, ὅταν ἐπηγαίναμεν στὰ πανηγύρια, ἀρχόμενος ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἔαρος ἕως τὸ βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τὴν στρῶσιν τοῦ φθινοπώρου, καὶ πρὶν εἰσβάλῃ ὁ χειμών. Πρῶτον εἰς τὴν Παναγίαν τῆς Ἀγαλλιανοῦς, ὅπου ἡ ψυχή μας ἐμοσχοβολοῦσεν ἴα καὶ ναρκίσσους καὶ λευκὰ ἄνθη τῆς ἀγραμπελιᾶς. Εἶτα εἰς τὴν Παναγίαν τὴν 〈Ντομάν〉, ὅπου ἔτρεχε μὲ μόρμυρον καὶ ρόχθον τὸ ρεῦμα τῆς Ζωοδόχου, κάτω εἰς τοὺς μυστηριώδεις καταρράκτας μὲ τὰ κρεμάμενα πολυτρίχια καὶ τοὺς ἀνέρποντας κισσοὺς ἀνὰ τοὺς ὑγροὺς βράχους εἰς τὰ κυρτὰ ὑλομανοῦντα δένδρα. Καὶ στὸν Ἁι-Γεώργην, ὅπου αἱ τόσαι νύμφαι τοῦ χωρίου ἐλιτάνευον στολισμέναι μὲ τὰ πεποικιλμένα μανίκια, τὰς μεταξωτὰς ποδιὰς καὶ τὰ χρυσᾶ ποδογύρια των, ἐρχόμεναι ἄλλαι μὲ τὶς βάρκες καὶ ἄλλαι διὰ ξηρᾶς. Καὶ εἰς τὰ Πέντ᾿ Ἀδέλφια, ὅπου τὰ ἀγκαλιασμένα γηραιὰ δένδρα καλύπτουν τὴν βρύσιν καὶ στεγάζουν τὸν πενιχρὸν ναὸν μὲ τὸ θεσπέσιον ἄλσος των. Κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τὸν Μυρωδίτην, ὅπου τὰ τελευταῖα ἀηδόνια ἐκαλοῦσαν εἰς διαδοχὴν τὰ κοσσύφια ἀνὰ τὸ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν . . . . . . . . . . . ἕως τὸν γιαλὸν . . . . . . . ., καὶ τὸ κελαρύζον νερὸν τοῦ βαθέος, ἀνερχομένου Δασκαλιοῦ ἀνέβλυζεν ἀπὸ τὴν ρίζαν τῆς γηραιᾶς δρυός, ὅπου μὲ τὰ κυμβαλίζοντα πέταλα τῶν φυλλομανούντων κλώνων της διηγεῖτο τὰς ἀναμνήσεις τῶν αἰώνων. Πόσαι οἰκογενειακαὶ θαλίαι εἶχον τελεσθῆ τὸ πάλαι ὑπὸ τοὺς βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα ἄκακα ἐρωτικὰ ζεύγη εἶχον εὕρει ποτὲ καταφύγιον εἰς τὴν σκιάν της. Καὶ εἶτα εἰς τὸν Ἅγ. Ἠλίαν καὶ εἰς τὸν Ἅγ. Παντελεήμονα, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τοῦ Καρδάση, κ᾿ εἰς τὴν ἄλλην Παναγίαν τοῦ Ἀραδιᾶ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τοῦ Κάστρου, κ᾿ εἰς τὸν ἄλλον Ἁι-Γιάννην τοῦ Μετοχιοῦ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Δημήτρην, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Ἀσώματον τ᾿ Ἀγγελῆ, καὶ τέλος εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, ὅπου πᾶσα σεμνότης καὶ πᾶσα χάρις ἐν γαλήνῃ συνηνοῦντο, καὶ πᾶν γόνυ ἔκλινεν ἐνώπιον τῆς θείας ·ἐν γαλήνῃ‚ Πολιούχου: «Διανέμοις τῶν χαρισμάτων τὴν σὴν γαλήνην, Θεοτόκε, τῇ ψυχῇ μου».

*
* *

Ὅλα εὐωδίαζον ἄνοιξιν καὶ ἁπλότητα καὶ χαράν. Ὁ Γιάννης ἔμβαινεν εἰς τὸ παρεκκλήσι γελῶν, τὸν ὡδηγοῦσεν ἡ μάννα του, χήρα ἔχουσα αὐτὸν ὡς μοναχογυιόν, νὰ «χαιρετίσῃ», δηλ. νὰ ἀσπασθῇ τὴν εἰκόνα στὸ προσκυνητάρι, τὴν ἠσπάζετο γελῶν, εἶτα ἐπήγαινε στ᾿ ἀριστερὰ τοῦ χοροῦ, κ᾿ ἔστεκε δίπλα εἰς τὸ ἄκρον ἀνατολικὸν στασίδι, δύο βήματα ἀπὸ τὴν βορείαν πύλην, ὅπου αἱ γυναῖκες ἔφερον τυλιγμένας μὲ προσόψια τὰς προσφοράς, καὶ ἔγραφαν τὰ ὀνόματα, δηλ. τὰ ἔγραφεν ὁ παπὰς καθ᾿ ὑπαγόρευσιν ἱστάμενος εἰς τὸ χάσμα τῆς θύρας, μὲ τὸ μολυβδοκόνδυλον, κρατῶν φύλλα διπλωμένα χάρτου ἐπὶ τοῦ βιβλίου τῶν Ἀποστόλων ἢ τοῦ Ψαλτηρίου: «Γεωργό, Γεωργὸ καὶ τοὺ πλὶ (δηλ. τὸ πλοῖον) μετὰ τῶν συμπλεόντων αὐτῷ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ὁ παπὰς ἔγραφε, Ν.Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, ἄλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), Κωνσταντή, Κωνσταντὴ (Κ.Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων καὶ ἀδελφῶν αὐτῶν».

Ἐκεῖ ἔστεκεν ὁ Γιάννης, καὶ ἤκουε γελῶν τὰ ὑπαγορεύματα τῶν γυναικῶν, τὰς ἀπηχήσεις καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς τοῦ παπᾶ. Τέλος, ὅταν ἤρχιζεν ἡ ψαλμῳδία, ὁ Γιάννης ἐξηκολούθει νὰ γελᾷ πρὸς τὰς ἀντιφωνίας τῶν διαφόρων νεαρῶν ψαλτῶν καὶ τὰς ὀξυφωνίας τοῦ παπᾶ. Συνήθως ἀντεῖχεν ὄρθιος ἐπὶ ὥρας, εἶτα ἐκάθητο εἰς τὸ σκαλοπάτι τοῦ βήματος κάτωθεν τῆς τελευταίας ἀριστερὰ εἰκόνος (ἥτις ἦτο συνήθως τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ). Ἡ μάννα του, ἐπειδὴ τὸν εἶχε μονογενῆ, συχνὰ ἔταζε καὶ παρεκάλει τοὺς Ἁγίους «νὰ τὸν κάμουν καλά». Πλὴν φαίνεται ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀρκετὰ καλά, σχεδὸν καλύτερα ἀπὸ πλείστους ἄλλους, καὶ οἱ Ἅγιοι δὲν ἔκρινον ὅτι ἐσύμφερε νὰ τοῦ δώσουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ μάννα του ὠνόμαζε «τὴν ὑγειά του», δηλ. τὴν ἐλευθερίαν νὰ κακουργῇ ἐν γνώσει.

*
* *

Ἡ ψαλμῳδία ἐξηκολούθει δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός. Πενῆντα ἢ ἑκατὸν ἄνδρες καὶ παιδιά ―συνήθως εἶχον παραφάγει καὶ παραπίει― ἐκοιμῶντο ἔξω, ἀνάμεσα στοὺς σχοίνους, καὶ ὀκτὼ ἢ δώδεκα γυναῖκες, καὶ τρεῖς γέροι, εἰς τὰ στασίδια ἢ στὰς πλάκας τοῦ ναοῦ ἐκοιμῶντο καθήμενοι. Ἐνίοτε ἠκούετο τὸ ρογχάλισμα τοῦ ἱερέως μέσα ἀπ᾿ τὸ Ἁι-Βῆμα. Ὁ ψάλτης ὑπενύσταζε καὶ ἔκαμνε «μετάνοιες» ὄρθιος στὸ στασίδι, κι ὁ γερο-Δημητρός, ὁ πρῴην νεωκόρος κ᾿ ἐπίτροπος ἐπὶ τῶν ἐξωκκλησίων, χωρὶς ὁ νοῦς του ν᾿ ἀποσπᾶται ἀπ᾿ τὸ παγκάρι καὶ τὰ κηρία, ἔπαιρνε «δυὸ τροπάρια» καθιστὸς στὸ στασίδι. Ὁ Γιάννης ἄγρυπνος δὲν ἔπαυε νὰ γελᾷ.

*
* *

Κάτω εἰς τὴν πολίχνην, ὅπου ὁ Γιάννης ἦτο εὐθυμία καὶ χαρὰ τῶν σπιτιῶν, ὁ ἴδιος ἐγέλα θορυβωδέστερον ὅταν συνήντα ἕνα ἀπὸ τοὺς περιπλανωμένους τοῦ χωριοῦ, σχεδὸν ὁμοιοπαθῆ του, ἢ τὸν Ζαχαρίαν τὸν Κοῦκκον, ἢ τὸν Τάσον τὸν Νικολήν, ἢ τὸ Ματὼ ἀπ᾿ τὸν Ἀπάνω Μαχαλάν. Τότε ἄνοιγε πράγματι ἡ καρδιά του. Ἐγέλα ἀκρατήτως, καὶ δὲν ἠμποροῦσε «νὰ μαζώξῃ τὸ στόμα του». Ἦτο ὡς νὰ ἔλεγε: «Χαίρομαι, ἀδελφέ μου, ποὺ σὲ βλέπω τέτοιον· οἱ ἄλλοι ποὺ μᾶς γελοῦν εἶναι πολὺ χειρότεροι».

Κ᾿ εἰς τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγρυπνίας, συνήθως ἤρχετο μετὰ τὰ μεσάνυχτα πάντοτε, ἢ ὁ γερο-Δημήτρης ὁ Ἠπειρώτης ὁ νυχτοβάτης, ἢ ὁ πάτερ Ἰωακείμ, ὁ ἄστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος καὶ ξεσκούφωτος. Ὅταν τὸν ἔβλεπεν ὁ Γιάννης, τότε ᾐσθάνετο ἄκραν εὐθυμίαν, κ᾿ ἐνετρύφα εἰς τὴν θέαν του. Ὁ Ἰωακεὶμ ἵστατο εἰς τὴν ἄλλην γωνίαν τοῦ Τέμπλου, δεξιά, καὶ συνήθως τοῦ ἔδιδον οἱ ψάλται νὰ διαβάσῃ τὸ Ψαλτήρι. Ὁ Γιάννης δὲν ἐχόρταινε νὰ τὸν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐγέλα, ἐγέλα μὲ ἡδονὴν ἄρρητον.

*
* *

Καὶ ὅταν δὲν ἦτο πανηγύρι ὁ Γιάννης μὲ τὸ γαϊδουράκι ἔτρεχε συνήθως εἰς τὴν ἐξοχήν. Εἶχεν ἡ μάννα του μικροὺς ἐλαιῶνας καὶ χωραφάκια, κι ὁ πτωχὸς νέος φαίνεται ὅτι κάτι ἔκαμνεν εἰς γεωργικὰς ἀγγαρείας καὶ βοηθητικὰ ἔργα, μὲ ὅλην τὴν ἀδυναμίαν του. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅταν ἐπέρνα ἀπὸ ἐξωκκλήσι, ἐπέζευεν, ἔδενεν εἰς τὴν ρίζαν θύμου τὸ γαϊδούρι καὶ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον. Ἐκεῖ ἔβγαζεν ἀτάκτους φωνάς, θέλων νὰ μιμηθῇ τοὺς ψάλτας, καὶ κάποτε ἔβαλλε χεῖρα εἰς εἰκονίσματα καὶ τὰ κατεβίβαζε κάτω διὰ νὰ τὰ ξεσκονίσῃ, ὅπως ἐφρόνει· ἄλλοτε ἔβγαζε τὰ θυρόφυλλα τῆς Ἁγίας Πύλης, κ᾿ ἤρχιζε νὰ τὰ πελεκᾷ μὲ τὸ μικρὸν κλαδευτήρι ποὺ εἶχε. Πότε τὰ ἐπανέφερεν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ πότε τ᾿ ἄφηνε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπου ἔτυχε.

*
* *

Ἡ Μαλαμὼ τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, συμβία τοῦ Γιώργη τοῦ Πολύζου, ἦτο ἀπαράμιλλος εἰς τὴν θρησκευτικὴν εὐλάβειαν. Ἄλλη δὲν ἦτον ὡς αὐτὴ νὰ τρέχῃ διαρκῶς σ᾿ ὅλα τὰ ξωκκλήσια, νὰ τ᾿ ἀσβεστώνῃ, νὰ τὰ καλλωπίζῃ, ν᾿ ἀνάφτῃ τὰ κανδήλια, πότε μὲ λάδι δικό της, πότε ἐκ μέρους ἄλλων γυναικῶν εὐπορωτέρων της.

Εἶχε μετακομίσει στὶς πλάτες της πέντε ἢ ἓξ παλιοσάνιδα, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωκαν, διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν στέγην τοῦ ναοῦ τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρον. Ἡ Μαλαμώ, χάριν εὐκολίας, τὰ ἀπέθεσε προσωρινῶς ἔξωθεν τοῦ Κάστρου, πρὸ φοβεροῦ χάσματος τῆς παλαιᾶς γεφύρας, κ᾿ εἰς τὴν κάτω βαθμίδα τῆς ἰλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτεροῦς καὶ πλατείας σκάλας. Ἦτο μεσοβδόμαδα. Ἡ Μαλαμὼ ἔλεγε μέσα της: «Χριστιανὸς δὲν θὰ βρεθῇ νὰ τὰ κλέψῃ». Καὶ ὅμως εὑρέθη. Ὑψηλὰ ἀπὸ τὸ μικρὸν σαθρὸν καλύβι, ὅπου ἦτο ἓν παλιοχώραφον ἀνάμεσα εἰς τὰ ὀρμάνια, ὅπου ἔβοσκε πέντε ἢ ἓξ ψωραλέας αἶγας ὁ Νικολὸς ὁ Μπασιόλης, μακρόθεν ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐτηλεσκόπει τὴν Μαλαμώ, ὥστε εἶχε κάμει στὰ μάτια* νὰ τὴν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ᾿ στὰ δόντια του: «Ποῦ τὰ πάει αὐτή, τρομάρα της, τὰ παλιοσάνιδα;»

Τὴν ὑστεραίαν ἡ Μαλαμὼ εἶχε δουλειὰ στὸ σπίτι της, κάτω στὸ χωρίον, τρεῖς ὥρας δρόμον. Τὴν τρίτην ἡμέραν δὲν εὐκαιροῦσεν ὁ σύζυγός της, ὁποὺ ἦτον ὀλίγον κτίστης, ἀλλὰ καὶ ἀγωγιάτης καὶ γεωργός. Τὴν ἄλλην ἦτο Σάββατον, κ᾿ ἡ Μαλαμὼ ἐκατάφερε τὸν σύζυγόν της νὰ ὑπάγουν, μαζὶ καὶ τὸ μουλάρι, νὰ κουβαλήσῃ αὐτὸς ἄμμον κι ἀσβέστην ἀπὸ μίαν ἀνεμιαίαν ἔπαυλιν, ὄχι πολὺ μακρὰν τοῦ Κάστρου, νὰ εἰσέλθουν φέροντες καὶ τὰ σανίδια τ᾿ ἀποτεθειμένα ἔξω, νὰ φθάσουν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Σωτῆρος, κι αὐτὴ ν᾿ ἀσβεστώσῃ, κ᾿ ἐκεῖνος ν᾿ ἀνεβῇ στὸν τοῖχον, πατῶν ὡς εἰς σκαλωσιὲς εἰς τὰ λιποπετροῦντα τοιχία τὰ πλαγινά, νὰ καρφώσῃ τὰ σανίδια εἰς τὸ ἐλλιπὲς μέρος τῆς στέγης, νὰ τὰ ἐπιχρίσῃ μὲ τὴν κονίαν ποὺ θὰ ἐζύμωνε μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔμελλε νὰ μετακομίσεις.

.

Φθάνουν εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Κάστρου, κάτω εἰς τὸ βαραθρῶδες τοῦ χάσματος, κοιτάζει ἡ Μαλαμώ. Τὰ σανίδια ἔλειπαν. Ἔκαμε πολλοὺς σταυρούς, ἠπόρησεν, ἠγανάκτησε.

― Τὸ λοιπόν, ποῦ τά ᾽χεις βάλει τὰ σανίδια; ἠρώτησεν ὁ Πολύζος.

―Ἐδῶ τὰ εἶχα βαλμένα, στὸ κάτω σκαλοπάτι τ᾿ ἀκούμπησα.

― Ποῦ εἶναί τα, τὸ λοιπόν;

― Ποῦ ᾽ν᾿ τα; Νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του ὅποιος τὰ πῆρε.

― Δὲν σοῦ ᾽πα ἐγώ, βλοημένη, νὰ μὴν κάνῃς μισὲς δουλειές; Ἢ νὰ καρτερέσῃς ἔπρεπε ν᾿ ἀδειάσω, νὰ τὰ κουβαλήσω μὲ τὸ μουλάρι, ἤ, ἀφοῦ τά ᾽φερες, νά ᾽κανες ἀκόμα ἕναν κόπον νὰ τὰ πᾷς ὣς μέσα στὴν Ἐκκλησιά.

― Καὶ ποιὸς ξέρει, ἂν δὲν θὰ τὰ βροῦμε μὲς στὴν Ἐκκλησιά, εἶπε τὸ Μαλαμὼ μὲ εὔκολον θάρρος καὶ πρὸς ἰδίαν της παρηγορίαν. Ἔλα, Χριστέ μου, καμμιὰ καλὴ Χριστιανὴ θὰ ἦρθε χτὲς-προχτὲς ν᾿ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια, καὶ τὴν ἐφώτισ᾿ ὁ Θεὸς καὶ τὰ κουβάλησε.

―Ἄμποτε!

Ὁ Πολύζος ἐξεφόρτωσε τὰ ὑλικὰ ἀπὸ τὸ ζῷον, ἔδεσε τὸ ζῷόν του, ἀνέβασε μὲ πολὺν κόπον πρῶτον τὸν σάκκον τῆς ἄμμου, εἶτα τὴν κοπάναν μὲ τὸν ἀσβέστην ἀνὰ τὴν ὑψηλὴν φοβερὰν σκάλαν, ἡ γυνὴ ἀνῆλθε μὲ τὸ καλαθάκι της, ὅπου εἶχε λάδι, κηρία, ὡς καὶ μικρὰν προμήθειαν τροφίμων. Εἶτα ἐφορτώθη αὐτὴ τὸν ἀσβέστην, ὁ ἀνήρ της ἐπῆρε τὴν ἄμμον καὶ τὸ καλαθάκι, ὑπερέβησαν τὴν σιδηρᾶν πύλην, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ παλαιὸν ἔρημον χωρίον. Μετὰ δέκα λεπτὰ ἔφθασαν πρὸ τοῦ ναοῦ. Ἐξεφορτώθησαν, ἐκάθισαν νὰ ξαποστάσουν. Τῆς ἐφάνη τῆς Μαλαμῶς ὅτι ἤκουε κάτι ὡς χαλαρὰν καὶ ἄρρυθμον ψαλμῳδίαν ἔσωθεν τοῦ ναοῦ. Δὲν ἐπίστευσε τ᾿ αὐτιά της. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν, τὴν ὤθησεν. Ἡ θύρα ἦτο κλεισμένη ἔνδοθεν. Ἠκούοντο τώρα εὐκρινέστερον αἱ ἄμουσοι ψαλμῳδίαι.

―Ὤχ, Θέ μου, τί νὰ εἶναι; εἶπε τὸ Μαλαμώ. Ἔλα, Πολύζο, νὰ ἰδῇς καὶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ἡ πόρτα εἶναι κλειδωμένη ἀπὸ μέσα.

Ἐπλησίασεν ὁ ἄνθρωπος, ἔκρουσεν, ὤθησεν ἰσχυρῶς. Εἰς μάτην. Ἡ θύρα ἦτο πράγματι μανδαλωμένη.

― Τί πειρασμὸς εἶναι αὐτός; ἔκραξε τὸ Μαλαμώ, συνάπτουσα τὰς χεῖρας. Τὰ σανίδια λείπουν ἀπ᾿ ἔξω, ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς κλειδωμένη, κι οὐρλιάσματα ἄχαρα ἀκούονται μέσα. Τί νά ᾽ν᾿ αὐτό; Μπαίνουν τάχα καὶ στὶς ἐκκλησιὲς πειρασμικὰ* πράγματα;

Ἀπ᾿ ὅλον τὸν ἀκατάληπτον βόμβον τοῦ ἤχου τοῦ ἀκουομένου, ἡ ἀκοή των αἴφνης διέκρινε δὶς ἢ τρὶς τὰς λέξεις: «Χριστὸς Ἀνέστη».

― Χριστὸς Ἀνέστη, ἐπανέλαβεν ἡ Μαλαμώ. Κι ἀκόμα τώρα πέρασε τὸ μεσοσαράκοστο.

Ἦτο τῷ ὄντι Σάββατον τῆς Δ´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.

― Μὴν πηαίνῃ ἀλὰ φράγκα αὐτὸς ποὺ εἶναι μέσα; εἶπεν ὁ Πολύζος.

― Στοιχειὸ θὰ εἶναι· ξωρκισμένος ὀξαποδῶ, ἀπήντησεν ἡ Μαλαμώ.

― Κανένας μουρλὸς θὰ εἶναι, εἶπεν ὁ Πολύζος. Ἂς ἰδοῦμε. Μὴν εἶν᾿ ἐκεῖνος ὁ Γιάννης τῆς Λέκαινας;

Ἔκρουσε πάλιν δυνατώτερα τὴν θύραν. Εἶτα ἀνέβλεψεν ἀνὰ τὸν τοῖχον, κ᾿ ἔδειξεν εἰς ὕψος δύο ὀργυιῶν σχεδὸν τὸν μικρὸν φεγγίτην μὲ τὴν χρωματιστὴν ὕαλον, ποὺ ἔφεγγε τὸν ναὸν ἀπὸ τὴν δεξιὰν πλευράν.

― Νὰ μποροῦσα ν᾿ ἀνεβῶ κεῖ ἀπάνω, εἶπεν. Ἔλα, βόηθα, Μαλαμώ, νὰ σωρέψουμε πέτρες πολλές, νὰ τὶς στερεώσουμε, γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ ὣς ἐκεῖ.

― Δὲν φωνάζουμε μιά; εἶπε τὸ Μαλαμώ, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε φωνὴ καὶ ἀκρόασις.

Ἤρχισαν ν᾿ ἀποκόπτουν λίθους ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῶν παλαιῶν οἰκιῶν ἐδῶθεν κ᾿ ἐκεῖθεν. Ὅταν συνέλεξαν λίθους ἀρκετούς, ἤρχισεν ὁ Πολύζος νὰ τοὺς στοιβάζῃ εἰς σωρόν. Πλὴν τότε παρ᾿ ἐλπίδα ἠκούσθη κρότος μανδάλου ἢ μοχλίου ἀποσυρομένου καὶ ὀξὺς γέλως ἤχησεν εἰς τὸ χάσμα τῆς διανοιγείσης θύρας.

Ἦτο τῷ ὄντι ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα. Ὑπεδέχετο μὲ παιδικοὺς καγχασμοὺς τὴν γυναῖκα καὶ τὸν ἄνδρα της.

―Ἄ! Ἐσύ ᾽σαι λοχεμένε! εἶπεν ἡ Μαλαμώ· γιατί δὲν ἀκοῦς τόσην ὥρα ποὺ σὲ φωνάζουμε;

Ὁ Γιάννης ἀπήντησε διὰ νέου καγχασμοῦ. Ἐστράφησαν πρὸς τὴν θύραν, καὶ εἶδον τὰ ἐντός.

Ὁ Γιάννης εἶχεν ἀνάψει στὰ μανάλια ὅλα τ᾿ ἀπόκηρα, ὅσα εἶχεν εὑρεῖ ἐκεῖ, εἶχε χύσει τὸ λάδι ἀπὸ τὰ κανδήλια, εἶχε κενώσει ὅλον τὸ λαδικόν, ποὺ ηὗρεν εἰς τὸ ἑρμάρι τῆς βορειοδυτικῆς γωνίας, καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ [τ᾿] ἀνάψῃ ὡς πυροφάνι μόνον δύο κανδήλια ἐκ τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ τῶν πρὸ τοῦ Τέμπλου καὶ τοῦ προσκυνηταρίου, καὶ ηὐφραίνετο ψάλλων τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ὅπως αὐτὸς ἤξευρεν. Εἶχε βαρεθῆ τὴν Σαρακοστήν, ἐπόθει τὸ Πάσχα, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ προεορτάζῃ.

Ἀφοῦ ἐγέλασεν ἀρκετά, ἡ Μαλαμὼ ἔσβησε τ᾿ ἀπόκηρα, ἐπροσπάθησε νὰ σκουπίσῃ τὰ χυμένα λάδια, καὶ εἶτα ἐμελέτα ν᾿ ἀρχίσῃ τὸ ἀσβέστωμα. Ἐλησμόνει ἤδη τὰ χαμένα σανίδια. Ἀλλ᾿ ὁ Πολύζος εἶπε:

― Καὶ ποῦ ᾽ν᾿ τὰ σανίδια, Μαλαμώ;

― Ποῦ ᾽ν᾿ τα, μαθές; ἐπανέλαβεν ἡ γυνή.

Τυχαίως καὶ στὸν βρόντον ἡ γυνὴ ἐστράφη πρὸς τὸν πτωχὸν νέον, καὶ τὸν ἠρώτησε:

― Μὴν εἶδες, Γιάννη, τὰ σανίδια πουθενά;

Ὁ ἄκακος νέος ἀπήντησε μόνον:

― Κουβάλας.

Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος τῷ ὄντι εἶχε συναντήσει τὸν Γιάννην κατὰ τὴν προχθές, τὴν ὥραν ὁποὺ ἐκουβάλα τὰ κλοπιμαῖα. Τοῦ ἔδωκε δύο ξυλιὲς ὡς ἀρραβῶνα, καὶ τὸν ἐφοβέρισε νὰ μὴν μαρτυρήσῃ τίποτε. Ὁ Γιάννης ἀπήντησε μὲ τὸ παγωμένον γέλιο του.

Εἶχε ξεχάσει τὶς ξυλιές, ὡς καὶ τὴν φοβέραν. Τὴν ἐπαύριον ἀνεῦρε τὰ κλοπιμαῖα ἡ Μαλαμώ.

(1914)

https://www.papadiamantis.org/works/58-narration/414-04-64-to-xristos-anesth-toy-giannh-1914

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

ΩΔΗ ΣΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΑΜΑΡΤΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΜΕΤΑΝΟΟΥΝ


Ποίημα βασισμένο στο έργο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου
"̓Ωδὴ εὔρυθμος, εἰς τοὺς ὁσημέραι ἁμαρτάνοντας καὶ ὁσημέραι μετανοοῦντας":
https://greekdownloads.files.wordpress.com/2013/06/ode-optime-fluens.pdf


Ως πότε θα ανέχεσαι τον Πονηρό, ω φίλε,
και ολημερίς θα εκτελείς εκείνα που διατάζει;
Σαν σκλάβος του σε έδεσε με μύριες αλυσίδες
και κάθε μέρα ο θάνατος όλο σε πλησιάζει...

Άκου αυτή την συμβουλή την μόνη που σε σώνει
και στην ψυχή θα ωφεληθείς, ομοίως και στο σώμα:
έλα στον Κύριο κοντά, Εκείνον που λυτρώνει
αυτούς που Τον παρακαλούν σκυμμένοι ως το χώμα.

Κι όταν στα λογικά σου ᾿ρθεις, στη μέθη μη γυρίσεις.
Τα νήπια μη μιμηθείς που χτίζουν και γκρεμίζουν.
Και τον σκορπιό και την οχιά ξανά μην ακουμπήσεις,
δεν θα σε λυπηθούν ποτέ, πάλι θα σε τσιμπήσουν.

Γιατί δεν είναι λογικός, όποιος στην ίδια πέτρα
σκοντάφτει δεύτερη φορά και πέφτει και ματώνει.
Γι'  αυτό σου λέω μην αργείς, μετάνοιωσε! Και μέτρα
αυτούς που η μετάνοια τους έσωσε: Τελώνη,

ναι σαν εκείνον τον κοντό που λέγανε Ζακχαίο,
που ο Κύριος μεταμόρφωσε σε υπηρέτη τίμιο, 
μα και τον άλλον τον κλεινό Απόστολο Ματθαίο,
που ο Θεός αξίωσε να γράψει το Ευαγγέλιο·

την πόρνη την φιλήδονη με τα αμαρτήματά της,
που μες στα σπλάγχνα της σεισμό έκανε η μετάνοια.
Τα δάκρυα σαν σκούπιζε με τα πυκνά μαλλιά της
τα πόδια του Σωτήρα της, την στείλαν στα ουράνια!

 Έτσι κι εσύ κατέβασε τα σηκωμένα φρύδια
και με ταπείνωση βαθιά μετάνοιωσε. Οι μόνοι
είναι οι υψηλόφρονες που πέφτουν στα τσακίδια,
ο δε Θεός τους ταπεινούς δοξάζει και υψώνει.

Θυμήσου τους απαίσιους κατοίκους των Σοδόμων
πόσο αμετανόητοι ζούσαν στην αμαρτία.
Γένος θρασύ και ακόλαστο, φατρία παρανόμων
που έδρεψε την θεϊκή πύρινη τιμωρία.

Όμως θυμήσου και αυτούς που λέγαν Νινευίτες·
σαν μάθανε ότι ο Κύριος καταστροφή θα στείλει
με σάκκους τρίχινους ευθύς ντυθήκανε οι πολίτες
με δάκρυα στους οφθαλμούς και προσευχές στα χείλη,

τρέμοντας, κλαίγοντας πολύ, συγχώρεση ζητούσαν.
Αληθινή μετάνοια έδειξαν οι καημένοι,
γι᾿ αυτό ο Θεός τους άκουσε που Τον παρακαλούσαν.
Τους έσωσε η μετάνοια η υπερευλογημένη!

Τρέξτε λοιπόν, μη χάνετε στιγμή, προσευχηθείτε!
Ο Κύριος είναι έτοιμος σε όλους χάρη να δώσει.
Εμπρός λοιπόν μη χάνετε καιρό και σηκωθείτε. 
Ο Κύριος είναι πρόθυμος όλους να τους λυτρώσει!

Δίνει σε όσους Του ζητούν, σε όσους χτυπούν ανοίγει
και όσους πέφτουν δεν μισεί, το χέρι Του απλώνει.
Με αγάπη υπερβολική και θέληση όχι λίγη,
εκείνους που μετανοούν Εκείνος ανορθώνει.

Κι όταν σε σώσει τελικά, γιατρέψει την ψυχή σου,
μην αρρωστήσεις, μα και μη θελήσεις να ανάψεις
αυτό, που μόλις έσβησες, το πυρ. Γιατί ντροπή σου
αν δεν μπορέσεις υγιής το δώρο να απολαύσεις.

Σαν τα γουρούνια μη συρθείς στον βόρβορο, στην βρώμα. 
Μην πας σαν τα σκυλιά ξανά στον εμετό τους. 
Σαν είσαι πεντακάθαρος, μη σέρνεσαι στο χώμα,
μη γίνεις σαν εκείνους που προδίδουν τον Θεό τους.

Κανείς που πισωγύρισε δεν έφθασε στο τέρμα.
Προχώρα και στα χείλη σου: "Κύριε, αξίωσόν με,
πάντα να Σε ευχαριστώ που μου χαρίζεις Αίμα. 
Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ μου, ελέησόν με!".

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

"Εκτρώσεις – Παιδοκτονίες" (Αρχιμ. Μαξίμου Καραβά)




8-8-1996. Σημείωση Αντί Προλόγου. Τα ποιήματα ταύτα και οι ύμνοι εγράφησαν όχι διά να χαρίσουν εις τόν γράψαντα τόν τίτλον τού ποιητού, αφού ουδέποτε διενοήθη να ιππεύσει τoν Πήγασον, αλλά γνωρίζοντας ότι ο στίχος αναγινώσκεται και αφομοιούται ευκολότερον του πεζού έγραψε ταύτα προς ωφέλειαν τινών. 


 Όλες οι μάνες φόνισσες κατήντησαν, Θεέ μου, 
Με τις εκτρώσεις τις φρικτές που κάνουνε, Χριστέ μου. 
 Που χωρίς λύπησι, σκληρά, τα σπλάχνα τος σκοτώνουν 
Και με τα χέρια των γιατρών τα σφάζουν και τα λιώνουν.  
Θέλοντας να απαλλαγούν απ’ τα παιδιά, τα σφάζουν 
Κι’ εγκηματούν εις τον Θεόν και την ψυχή κολάζουν. 
Μάνες, δεν σκέπτεσθε ποτέ το φοβερό σας κρίμα, 
Και χωρίς φόβο στέλλετε, αθώους εις το μνήμα; 
Μάν’, οι ψυχές μας σας μιλούν βαθειά από τον Άδη, 
Που μας εστείλατ’ άσπλαχνα, στο φοβερό σκοτάδι. 
Για να σας πουν’ περίλυπα: «Μάνα, γιατί με σφάζεις, 
Γιατί στους βόθρους με πετάς; Θεό δε λογαριάζεις; 
Εσύ δε με συνέλαβες στα σπλάχνα σου, μητέρα; 
Γιατί δεν μ’ άφησες να δω το φως και την ημέρα; 
Γιατί επλήρωσες γιατρούς, φονιάδες, σατανάδες, 
Π’ επάτησαν τον όρκο τους, για βρωμερούς παράδες; 
Γιατί δεν μ’ επερίμενες να βγω, να σου γελάσω, 
Και με τα δυο χεράκια μου να σε σφικταγκαλιάσω; 
Το έγκλημα σ’ είναι φρικτό, ασσύγνωστο, μεγάλο, 
Που σαν αυτό πιο φοβερό στον κόσμο δεν ειν’ άλλο. 
Γιατροί και μάνες φόνισσες στην κόλασι θα πάτε 
Και θα παιδεύεστε φρικτά, έτσι που μας πετάτε». 
 Γι’ αυτό πια σταματήσετε τις φοβερές εκτρώσεις, 
Πριν απ’ τον κόσμο φύγετε και έχετ’ επιπτώσεις… 
Μάνες, μετανοήστε, δάκρυα μαύρα χύσετε, 
Πριν φύγετε από την ζωή κι αιώνια θρηνήσετε. … 
Ή Κόλασ’ είναι φοβερή για σας τους παιδοκτόνους, 
Και δύσκολ’ η μετάνοια, για τους φρικτούς σας φόνους.
Ώ Κύριε του ουρανού, που τα παιδιά βλογούσες, 
Όταν και Συ, ως άνθρωπος, στη γη περιπατούσες 
Βοήθα τις μητέρες μας, πλέον να ανανήψουν 
Και το κακό που κάνουνε γοργά να εξαλείψουν. 
Να δούμε πάλι τα παιδιά να μας χαμογελούνε, 
Και σαν μελωδικά πουλιά, γλυκά να κελαηδούνε.


Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Η ανάσταση του Αναστάση


Αναστάσιμο - Αντιαιρετικό διήγημα

   - Η μεγαλύτερη αμαρτία, Αναστάσιε, που  μπορεί να κάνει ένας χριστιανός είναι να φύγει από την Εκκλησία, δηλαδή από την ενορία του, τον πνευματικό του, τον επίσκοπό του. Αυτός, παιδί μου, κάνει σχίσμα και το σχίσμα ούτε αίμα μαρτυρίου δεν το ξεπλένει. Το καταλαβαίνεις αυτό έτσι;
   - Ναι, Γέροντά μου, την ευχή σας.
   Ο Αναστάσης ασπάστηκε το χέρι του πνευματικού του και βγήκε από το ναό. Ο πνευματικός του, ο διάσημος π. Θεόδωρος Επιφανίου, ήταν ξακουστός σε όλο τον κόσμο για την σοφία του και οι πιστοί είχαν σαν ευαγγέλιο τα λόγια του. Βιβλία και cd με ομιλίες του κυκλοφορούσαν ως ένθετα σε μεγάλες εφημερίδες της χώρας, ενώ ιστορίες για την προορατικότητά του, τα χαρίσματα, ακόμη και τα θαύματά του, δυνάμωναν ακόμη περισσότερο την πεποίθηση των χριστιανών ότι αποτελεί έναν σύγχρονο άγιο, έναν απλανή οδηγό.
   Ο Αναστάσης όμως ήταν προβληματισμένος αυτόν τον καιρό. Όλα αυτά τα ανοίγματα των επισκόπων με τους αιρετικούς της Δύσεως και οι εν γένει νεωτερισμοί τους τον είχαν σκανδαλίσει πολύ. Τώρα μάλιστα που όπως φαίνεται αυτές οι ασχήμιες απέκτησαν και επίσημη κάλυψη με την "Αγία και Μεγάλη Σύνοδο", στην οποία συμμετείχαν  αυτοί οι επίσκοποι, ήταν πολύ ανήσυχος.
   "Ως πότε; Πού θα πάει αυτή η κατάσταση;", αναρωτιόταν και ήταν πολύ στεναχωρημένος. Ο πνευματικός του όμως τον καθησύχαζε συνεχώς. Στην σκέψη του Αναστάση αντηχούσαν τα καθησυχαστικά αυτά λόγια:
   - Μη φοβού, Αναστάσιε, μόνο πίστευε ότι οι οικουμενιστές δεν μπορούν να βλάψουν την Εκκλησία. Ας τολμήσουν να φτάσουν στο απροχώρητο, δηλαδή στο Κοινό Ποτήριο με τους αιρετικούς και τότε να δεις τι θα γίνει! Αγώνας λοιπόν ως τότε μέσα από την Εκκλησία. Εμείς δεν φεύγουμε από αυτήν.
***
   Με αυτές τις σκέψεις ο Αναστάσης έφτασε εκείνο το μεσημέρι σπίτι του. Στην εξώπορτα της πολυκατοικίας συνάντησε τον κυρ-Βαγγέλη, έναν μοναχικό ηλικιωμένο που έμενε στο ισόγειο. Ο κυρ-Βαγγέλης ήταν καλός άνθρωπος και του άρεσε να συζητάει μαζί του για θρησκευτικά θέματα. Δεν τον έβλεπε όμως στην ενορία. Τις Κυριακές σηκωνόταν πολύ νωρίς και πήγαινε κάπου μακριά για εκκλησιασμό. Αργότερα τον ρώτησε και έμαθε ότι ήταν παλαιοημερολογίτης.
   Από αυτόν άρχισε να προβληματίζεται για τον οικουμενισμό και να βλέπει με άλλο μάτι κάποια πράγματα, για τα οποία πριν είχε παντελή άγνοια.
   - Γεια σου, κυρ-Βαγγέλη!, τον χαιρέτησε.
   - Γεια σου, παιδί μου!
   Πριν προλάβουν να ανταλλάξουν δεύτερη κουβέντα, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Έπειτα ξανά άλλος ένας. Και ύστερα κραυγές και κλάματα.
   Οι δύο άντρες ανέβηκαν στον πρώτο όροφο, από τον οποίο ακουγόντουσαν οι ήχοι. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και μια γυναικεία φωνή ακούστηκε από μέσα:
   - Φεύγω! Παίρνω τα παιδιά μου και φεύγω από αυτό το σπίτι!
   Ήταν η Κατερίνα που ζούσε σε αυτό το σπίτι με τον άντρα της τον Αρίστο και τα δύο παιδιά τους.
   - Είστε καλά βρε παιδιά;, ρώτησε ο κυρ-Βαγγέλης μπαίνοντας μέσα με τον Αναστάση.
   - Τι καλά, κυρ-Βαγγέλη μου, που ξαναέπιασα τον μοιχό από δω να έχει φιλεναδίτσα. Όλα τα ανακάλυψα! Και τις κλήσεις στο τηλέφωνο και τα μηνύματα στον υπολογιστή!
   - Καλά πως κάνεις έτσι;, πετάχτηκε ο Αρίστος, αφού σου είπα δεν έγινε κάτι. Ένα απλό και αθώο φλερτ είναι!
   - Εγώ πάντως παίρνω τα παιδιά μου και φεύγω, αντέτεινε εκείνη.
   Ο κυρ-Βαγγέλης με τον Αναστάση αποχώρησαν διακριτικά και κατέβηκαν στον ακάλυπτο.
   - Κρίμα, είπε ο Αναστάσης.
   - Σιγά, δεν έγινε τίποτα. Άλλωστε δεν φτάσαν και στο απροχώρητο οι άλλοι, σωστά; ρώτησε ο κυρ-Βαγγέλης και κοίταξε μέσα από τα γυαλιά του τον συνομιλητή του χαμογελώντας.
   - Μα τι λες τώρα;, εξανέστη ο Αναστάσης. Η προδοσία δεν αρκεί, έπρεπε να φτάσουν στο απροχώρητο για να αντιδράσει έτσι η γυναίκα; Να σηκωθεί να φύγει αμέσως! Μην ξεχνάς μάλιστα ότι είναι η δεύτερη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο.
   - Αντιθέτως, πρέπει να κάνει αγώνα μέσα από την οικογένεια, όπως έκανε τόσα χρόνια και όχι να φύγει από αυτήν, ξαναείπε ο κυρ-Βαγγέλης χαμογελώντας.
   - Κυρ-Βαγγέλη, νομίζω ότι με εμπαίζεις. Δεν φεύγει από την οικογένεια αυτός που φεύγει από τον μοιχό. Αντιθέτως ο μοιχός φεύγει από την οικογένεια με την προδοτική πράξη του, όταν μάλιστα όπως βλέπεις είναι και αμετανόητος! Εκτός αν εννοείς "οικογένεια" τα ντουβάρια του διαμερίσματος...
   - Έτσι και με την Εκκλησία, αγόρι μου, συγκατένευσε ο κυρ-Βαγγέλης αφήνοντας άναυδο τον φίλο του.
***
   Την επομένη το πρωί, ο Αναστάσης ξαναπήγε να βρει τον πνευματικό του. Του μίλησε με θέρμη για το πως νιώθει μπρος στην συνεχιζόμενη προδοσία και του εξομολογήθηκε πως δεν αντέχει άλλο να τον τύπτει η συνείδησή του.
   Ο π. Θεόδωρος δεν του είπε τίποτα από τα γνωστά λόγια, περί ανοχής και άχρι καιρού υπομονής, ίσως επειδή κατάλαβε ότι δεν θα είχαν αποτέλεσμα.
   - Κάνε λίγο υπομονή αγόρι μου, λίγες μέρες μόνο. Την Μεγάλη Εβδομάδα θα μας επισκεφθεί ο επίσκοπος Χερουβείμ, που είναι ορθοδοξότατος και θα σου απαντήσει εκείνος.
   Στο άκουσμα του ονόματος του επισκόπου, ο Αναστάσης ένιωσε δέος. Όλοι είχαν ακουστά το επίσκοπο Χερουβείμ, τον "Τίγρη της Ορθοδοξίας", όπως τον αποκαλούσαν.
   Οι μέρες πέρασαν ήρθε και η Κυριακή των Βαΐων. Το απόγευμα στην Ακολουθία του Νυμφίου ήρθε ο δεσπότης και χοροστάτησε. Ο Αναστάσης αδημονούσε να του μιλήσει. Μετά το πέρας της ακολουθίας δόθηκε η ευκαιρία, όταν ο π. Θεόδωρος τον σύστησε στον επίσκοπο:
   - Σεβασμιώτατε, από δω το πνευματικό μου τέκνο, για το οποίο σας μίλησα σχετικώς, και έκλεισε με νόημα το μάτι.
   Ο δεσπότης χαμογέλασε μειλίχια και έδωσε το χέρι του προς ασπασμό. Ο Αναστάσης αφού ασπάστηκε την δεξιά του του είπε:
   -Δέσποτα, είμαι κατασκανδαλισμένος με τα όσα γίνονται στην εκκλησία μας. Ο Οικουμενισμός...
   - Ο Οικουμενισμός είναι αίρεσις και παναίρεσις!, άστραψε και βρόντηξε ο δεσπότης. Δεν πρόκειται να τον αφήσουμε να περάσει. Θα χύσουμε και το αίμα μας αν χρειαστεί χάριν της φίλτατης και γλυκυτάτης μας Ορθοδοξίας!
   Ένα κύμα ενθουσιασμού διαπέρασε τους παρευρισκόμενους και σιγά σιγά συγκεντρώθηκε ένα πλήθος γύρω τους.
   - Μα, Σεβασμιώτατε, οι συνεπίσκοποί σας δεν έχουν ιερό και όσιο, δεν έχουν κανένα φραγμό, δεν σας λογαριάζουν, συνέχισε ο Αναστάσης. Ο ίδιος ο πατριάρχης Ναθαναήλ υποδέχθηκε δις τον αιρεσιάρχη πάπα Ρώμης στην έδρα του, μνημονεύοντάς τον ως "αγιότατο αδελφό", ενώ ακολουθεί πολυετή ουνιτική πολιτική. Οι δε κατά καιρούς δηλώσεις του τον αποδεικνύουν μακράν του πνεύματος της Ορθοδοξίας. Δεν είναι αιρετικός λοιπόν;
   Ο δεσπότης κούνησε το κεφάλι του, σαν να προβληματιζόταν. Ο κόσμος περίμενε με απορία την απάντηση.
   - Είναι ή δεν αιρετικός ο πατριάρχης;, ξαναρώτησε ο Αναστάσης.
   Ο δεσπότης στάθηκε μια στιγμή και ύστερα του είπε χαμηλόφωνα:
   -Ελάτε αγαπητέ μου μετά το Πάσχα, στο γραφείο μου να συζητήσουμε. Θα σας περιμένω.
   Και έφυγε.
***
   Ο Αναστάσης γύρισε προβληματισμένος στο σπίτι. Χτύπησε την πόρτα του κυρ-Βαγγέλη, αλλά εκείνος δεν είχε γυρίσει ακόμη. Ανέβηκε στο σπίτι του και ετοιμάστηκε να κοιμηθεί.
   Σε λίγο ακούστηκαν χτύποι στην πόρτα. Άνοιξε και είδε τον γείτονά του.
   - Έλα, κυρ-Βαγγέλη, πέρασε μέσα.
   Εκείνος πέρασε χαμογελώντας και κάθισε στον καναπέ.
   - Είδα τον δεσπότη σήμερα, τον Χερουβείμ, του είπε ο Αναστάσης. Τον ρώτησα αν ο πατριάρχης Ναθαναήλ είναι αιρετικός.
   - Τι σου απάντησε;, τα μάτια του κυρ-Βαγγέλη έλαμψαν.
   - Δεν μου απάντησε.
   Ο κυρ-Βαγγέλης σηκώθηκε και πλησίασε στην βιβλιοθήκη. Έβγαλε μια Καινή Διαθήκη και άρχισε να την ξεφυλλίζει. Σταμάτησε σε ένα σημείο και διάβασε δυνατά, από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (κεφ. κα΄, 24-26):
   - " Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. Τὸ βάπτισμα τὸ Ἰωάννου πόθεν ἦν, ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων; Οἱ δὲ διελογίζοντο παρ' ἑαυτοῖς λέγοντες· Ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν, διατὶ οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, φοβούμεθα τὸν ὄχλον, πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Ἰωάννην ὡς προφήτην". Αυτό ήταν στο ευαγγέλιο του όρθρου της Μεγάλης Δευτέρας που ακούσαμε σήμερα. Ματαίως λοιπόν αγαπητέ Αναστάση περίμενες να λάβεις σαφή απάντηση από τον δεσπότη. Εκείνος προφανώς σκεπτόταν πως αν κατονόμαζε τον πατριάρχη ως αιρετικό, θα του έλεγε κάποιος "κοινωνείς λοιπόν εν γνώση σου με αιρετικό;". Αν έλεγε πως δεν είναι αιρετικός, θα φοβόταν τις αντιδράσεις του κόσμου. Πάντες γαρ οι δοκούντες ορθοδοξείν έχουσι τους οικουμενιστές ως αιρετικούς.
   - Ναι, αυτό ακριβώς δεν καταλαβαίνω, είπε ο Αναστάσης. Πως γίνεται να πολεμά κανείς τον Οικουμενισμό, να έχει ως αιρετικούς τους οικουμενιστές και παρόλα αυτά να κοινωνεί μαζί τους!
   - Έλα ντε;, είπε ο κυρ-Βαγγέλης και σηκώθηκε να φύγει.
   - Καληνύχτα, κυρ-Βαγγέλη!
   - Καλή Ανάσταση, Αναστάση!
***
   Το βράδυ της Αναστάσεως ο Αναστάσης πετούσε. Ξεκίνησε από το σπίτι του μαζί με τον κυρ-Βαγγέλη να πάρουν το τελευταίο λεωφορείο. Πριν φτάσουν στην στάση, πέρασαν από την παλιά του ενορία. Είχε συγκεντρωθεί το "μεγάλο ποίμνιο", εκατοντάδες λαού με τις λαμπάδες τους, οι οποίοι κάθε χρόνο, άμα τη παραλαβή του Αγίου Φωτός, αναλαμβάνουν να αναπαραστήσουν τα όσα λέει το ψαλμικό "ἀναστήτω Θες, καδιασκορπισθτωσαν οἱ ἐχθροατοῦ, καφυγτωσαν ππροσπου ατοομισοντες ατν. ὡς κλεπει καπνς, ἐκλιπτωσαν"...
   Το βλέμμα του έπεσε με έκπληξη σε έναν λατίνο κληρικό που έμπαινε στην εκκλησία από την πλαϊνή εξωτερική πόρτα του αγίου Βήματος.
   - Βρε, Μανώλη, ρώτησε ο Αναστάσης πλησιάζοντας έναν γνωστό του από την ενορία, τι θέλει ο παπικός μέσα στην εκκλησία;
   - Τι να θέλει ο άνθρωπος , του είπε εκείνος. Ήλθε από ευγένεια να μας ευχηθεί για την Ανάσταση του Κυρίου. Και ο πρωτοσύγγελος μας είχε πάει τις προάλλες στο ναό τους να ευχηθεί για το δικό τους "Πάσχα". Που είναι το κακό; Τι χριστιανοί είμαστε αν δεν έχουμε αγάπη, ρε Αναστάση;
   Ο Αναστάσης έφυγε και σε λίγη ώρα το λεωφορείο ήταν στον προορισμό του. Περπάτησαν για λίγο και έφτασαν στην μικρή εκκλησούλα.
   Σε λίγο η Ακολουθία της Αναστάσεως άρχιζε και οι αναστάσιμοι ύμνοι ηχούσαν σαν παιάνες! Οι Ορθόδοξοι έκαναν Λαμπρή...
   Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!
Νικόλαος Μάννης

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Η ΒΗΘΛΕΕΜ ΣΙΩΠΑ


Η Βηθλεέμ σιωπά. 
Χριστός γεννάται σήμερον;
Είναι δωδεκαήμερον
εκπτώσεων μεγάλων.

Ο κόσμος τραγουδά.
Οι ύμνοι είν' για τον Κύριο;
Αυτό είναι το μυστήριο,
ν' ακούγονται άσματα άλλων...

Η φάτνη σιωπηλή.
Εκεί δεν έχει ρεβεγιόν;
Εδώ γραβάτες, παπιγιόν
δώρα κι ευχές αλλάζουν.

Η Ρώμη φωτεινή.
Κι οι φίλοι εξ Ανατολών;
Με την χορεία των ουνιτών 
κι αυτοί συνεορτάζουν.

Η Βηθλεέμ σιωπά. 
Χριστός γεννάται σήμερον;
Είναι δωδεκαήμερον
εκπτώσεων μεγάλων.
Λένε είναι "Χριστούγεννα". Είναι, μα όχι του Χριστού,
αλλά εχθρών Του μάλλον...

Ν. Μ.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΑΤΙΣΤΑΤΟΥ

ΣΧΟΛΙΟ "ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ": ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΘΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙ ΠΩΣ Η ΠΕΝΑ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΑΤΙΣΤΑΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΗ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΛΑΝΙ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΤΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΕΛΑΝΙ ΣΑΝ ΣΤΕΓΝΩΣΕΙ ΜΟΣΧΟΒΟΛΑΕΙ ΑΓΝΟ ΚΕΡΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΘΥΜΙΑΜΑ. ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ.
 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Από το ημερολόγιο ενός μοντέρνου

Πρωτοχρονιά. Η μεγάλη μέρα ξημέρωσε! Χθες το βράδυ τα "σπάσαμε" στο μεγαλύτερο πάρτι της χρονιάς! Όλοι ήταν εκεί. Εκτός βέβαια από τον αδελφό μου τον Σάκη ή Αθανάσιο, όπως θέλει να τον φωνάζουμε...
Δυστυχώς ο κακομοίρης έχει μπλέξει με τους παπάδες και έχει γίνει "θεούσος". Κρίμα, γιατί είναι καλό παιδί, αλλά αγαθιάρης. Ποιος παίρνει πια στα σοβαρά αυτά τα παλαιολιθικά θρησκευτικά μυθεύματα; Φρικτό να είμαστε στον 21ο αιώνα και να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις.
Τέλος πάντων, η χθεσινή μέρα ήταν τέλεια από όλες τις απόψεις και ήδη από το πρωί φάνηκε ότι θα ήταν τέτοια. Όταν η μαμά μου έφτιαξε καφέ φάνηκε  στο φλυτζάνι ξεκάθαρα το ριζικό μου. Λεφτά και δόξα είδε μέσα. Και είμαι σίγουρος πως όλη η χρονιά μου θα είναι τέτοια, αφού την προαγωγή την έχω σίγουρη.
Και η θεία η Κούλα στα χαρτιά το είδε ξεκάθαρα. Λεφτά, πολλά λεφτά, και δόξα!
Βγαίνοντας μετά να κάνω τα ψώνια, για να είμαι έτοιμος για το βράδυ, δεν με πτόησε καθόλου η μαύρη γάτα που είδα, αφού είχα πάνω μου το φυλακτό με το μάτι και στο αυτοκίνητό μου το μενταγιόν με τα σκόρδα. Έφτυσα και στον κόρφο μου, για να είμαι σίγουρος ότι τίποτα δεν θα μου χαλάσει την μέρα.
Στην αγορά όλα ήταν παραμυθένια. Αηβασίληδες, καλικάντζαροι, ξωτικά και νεράιδες διασκέδαζαν τον κόσμο και τα παιδιά είχαν ξετρελαθεί. Θυμήθηκα πάλι τον αδελφό μου τον Αθανάσιο, που κινδυνεύει ο χαζός να χάσει τη δουλειά του στο σχολείο. Άκουσον, άκουσον! Πήγε και είπε στα παιδιά ότι Αη-Βασίλης δεν υπάρχει και υπάρχει Άγιος Βασίλειος, που δεν έχει καμία σχέση με αυτόν που τους έχουν μάθει. Και φυσικά οι γονείς έγιναν έξαλλοι και ο διευθυντής τον κάλεσε στο γραφείο και τον απείλησε ότι θα του κάνει αναφορά αν ξανατρομοκρατήσει τα παιδιά.
Μετά την βόλτα στην αγορά γύρισα σπίτι και ξεκουράστηκα, αφού πρώτα κρέμασα ένα κρεμμύδι στην εξώπορτα για τύχη. Το βραδάκι ήλθαν οι καλεσμένοι μας. "Με το δεξί!" τους παρότρυνε ο πατέρας μου να μπουν, για να μας πάει καλά ο χρόνος. Φάγαμε, ήπιαμε, χαρτοπαίξαμε, γελάσαμε. Μόνο ο θείος Αρίστος μας έσπασε τα νεύρα που δεν ήθελε να πιει τίποτε άλλο, εκτός από νερό, αλλά ήθελε να τσουγκρίσει το ποτήρι του με το δικό μας, παρόλο που του εξηγήσαμε δεκάδες φορές πως είναι κακοτυχία να τσουγκράς με νερό. 
Τελικά ετοιμαστήκαμε για την μεγάλη ώρα. 10, 9, 8, 7... Καλή χρονιά! Έριξα εγώ φέτος το ρόδι στο πάτωμα για το γούρι! Μετά πήγαμε στο γνωστό "κλαμπάκι" για ποτά και ξέφρενο χορό μέχρι πρωίας. Όλοι, εκτός φυσικά από τον αδελφό μου που δεν συμμετείχε στο γλέντι μας, αλλά ήταν στο δωμάτιό του όλη την ημέρα και διάβαζε. 
Γυρνώντας τα ξημερώματα στο σπίτι, τον είδα να ετοιμάζεται να βγει. "Πας για ποτάκι", τον ειρωνεύτηκα. "Πάω στην εκκλησία, αδελφέ", μου χαμογέλασε.
Κρίμα. Φτάσαμε στο 2015, αλλά δυστυχώς υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν σε χαζομάρες...
 
Ν.Μ.