Orthodox Mission

Το Ιστολόγιο Orthodox Mission είναι μια ιδιωτική πρωτοβουλία ,φίλων της Ορθόδοξης Ιεραποστολής που στηρίζει τον σεβαστό μας αγιορείτη π.Θεολόγο ,
ο οποίος εργάστηκε θυσιαστικά και σιωπηρά στο Κονγκό.(Brazzaville)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατηχητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατηχητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Η Ορθοδοξία δεν έχει σήμερα ιεραποστολή επειδή αναλώθηκε στους κάθε λογής εθνικούς αγώνες;;

πηγή:amethystosbooks

Ο διάλογος περί της ..."ανήμπορης" Ορθοδοξίας μεταξύ του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Τσέτση και του Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ, μου θύμισε το σπουδαίο κείμενο του Σταύρου Ζουμπουλάκη "Η γεωγραφική ανακατανομή του χριστιανισμού και οι Ορθόδοξες Εκκλησίεςή Ορθοδοξία και ιεραποστολή".


Εκεί ο Στ. Ζουμπουλάκης λέει πικρές αλήθειες που μέσα στο παραλήρημα των ζητω-ορθοδόξων δεν έχουν ...τύχη.
Ανάμεσα στα άλλα σημειώνει:
"Και η Ορθοδοξία μέσα σε όλα αυτά τι κάνει; Πού βρίσκεται; Λήγοντος του 20ού αιώνα, τής έτυχε ένα αναπάντεχο ιστορικό δώρο: η κατάρρευση του κομμουνισμού τής έδωσε τη δυνατότητα να ξανακερδίσει τα ιστορικά εδάφη της (Ρωσία, Βαλκάνια) και να επανευαγγελιστεί τους ανθρώπους εκεί. Πέραν τούτου ουδέν. Από όλο τον υπόλοιπο κόσμο οι Ορθόδοξοι απουσιάζουν. Ο λόγος είναι απλός: Δεν υπάρχει ουσιαστικά Ορθόδοξη ιεραποστολή. Μπορεί όσοι διαβάζουμε το Πάντα τα έθνη, το τριμηνιαίο περιοδικό του Γραφείου Εξωτερικής Ιεραποστολής της Αποστολικής Διακονίας, να συγκινούμαστε από την ηρωική συχνά προσπάθεια που κάνουν αβοήθητοι λίγοι Ορθόδοξοι κληρικοί και λαϊκοί, αλλά το μετρήσιμο τελικό αποτέλεσμα είναι δυστυχώς αμελητέο, στατιστικώς αδιάφορο... «Γιατί, ενώ η ορθόδοξη ιεραποστολή άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα με την προτεσταντική στην Κορέα, σήμερα [1989], οι Προτεστάντες έφτασαν τα 5,5 εκατομμύρια και οι Ορθόδοξοι μόλις πλησιάζουν τις 2000», αναρωτιέται ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος; Σύμφωνα μάλιστα με τον Άτλαντα, το 2007, ενώ οι Ορθόδοξοι εξακολουθούν να είναι 2.000 και δεν τους περιλαμβάνει καμία στατιστική μελέτη, οι προτεστάντες είναι περίπου 20.000.000 (το 40% του συνολικού πληθυσμού της χώρας). Ας προσθέσω ότι υπάρχουν 16.500 (νεο)προτεστάντες Κορεάτες ιεραπόστολοι που δρουν σε 173 χώρες και ότι 126 από αυτούς έχουν χάσει τη ζωή τους από το 1999 μέχρι σήμερα, κατά την εκτέλεση της αποστολής τους. 
Η Ορθοδοξία δεν έχει σήμερα ιεραποστολή κυρίως επειδή καταπλακώθηκε από την εθνική ιδέα και αναλώθηκε στους κάθε λογής εθνικούς αγώνες. Οι εθνικές επιδιώξεις απορρόφησαν όλη τη δραστηριότητά της και δεν της έμειναν δυνάμεις για τη διάδοση του Ευαγγελίου. Η εθνικιστική ιδεολογία στην όποια προσχώρησαν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες τις έφερε σε αντίθεση και μεταξύ τους και εμπόδισε μια σταθερή και συντεταγμένη Ορθόδοξη ιεραποστολική συνεργασία (όπως έκαναν ευρέως οι προτεστάντες) και, επιπλέον, αλλοίωσε την ίδια την ευαγγελική ουσία του ιεραποστολικού εγχειρήματος τους, όπου υπήρξε, και το μετέτρεψε πολλές φορές σε εξαγωγή εθνικισμού. 
Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί δεν έχουν ιεραποστολική συνείδηση. Ανταποκρίνονται πρόθυμα σε κάθε εθνικό προσκλητήριο, ακόμη και στο πιο έξαλλο, αλλά δεν έχουν ώτα ακούειν την εντολή του αναστημένου Χριστού «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», ίσως επειδή δεν πιστεύουν στη διαβεβαίωσή του «και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντέλειας του αιώνος» (Μτ 28, 19-20). Η εντολή της αποστολικής μαρτυρίας θεωρούμε ότι αφορά την ιστορία της αρχαίας Εκκλησίας και όχι το εκάστοτε παρόν της, μας συγκινεί περισσότερο η σημαία και ο εθνικός ύμνος από ό,τι ο Σταυρός του Χριστού και το Ευαγγέλιό του. Σήμερα που ο χριστιανισμός καταρρέει στην Ευρώπη και μετακινείται αλλού, ο περιορισμός της Ορθοδοξίας στα γεωγραφικά όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου θα την οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε ιστορικό μαρασμό. 
«Η Ορθοδοξία στο σύγχρονο κόσμο» είναι συνηθισμένο και προσφιλές θέμα πολλών εκκλησιαστικών διαλέξεων, όπου ακούγονται διάφορες θεολογικές λιγούρες, πως τάχα ο σύγχρονος κόσμος διψάει για το σωτηριώδες μήνυμα που μόνο η Ορθοδοξία κατέχει αυθεντικά και αναλλοίωτα κ.λπ. κ.λπ. Για να μεταδώσεις ένα μήνυμα πρέπει αρχικώς και κυρίως να υπάρχεις. Η ιεραποστολή για τους χριστιανούς εν γένει αποτελούσε πάντοτε υπακοή στις εντολές του Χριστού («καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς» Ιω 20, 21 ή «έσεσθέ μοι μάρτυρες [...] έως εσχάτων της γης» Πρ 1, 8), συμμόρφωση προς την αποστολικότητα της Εκκλησίας, μαρτυρία αλήθειας και αγάπης, ειδικά όμως για την Ορθοδοξία σήμερα, όπως διαμορφώνεται η νέα παγκόσμια χριστιανική πραγματικότητα, αποτελεί όρο εκ των ουκ άνευ για την ιστορική επιβίωση της". 

ΣΧΟΛΙΟ : Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ. 
ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΧΟΥΝ ΕΞΟΡΙΣΤΕΙ ΑΠΌ ΤΟΥΣ ΠΑΠΑΔΕΣ. ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΕΤΑΔΩΣΟΥΝ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΣ, ΔΙΟΤΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΙΑ ΧΑΡΙΣ. ΠΟΥ ΝΑ ΤΗ ΒΡΟΥΝ; 
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΕΝ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΠΟΤΕ ΟΡΓΑΝΩΣΗ, ΟΥΤΕ ΛΟΓΙΚΗ. ΓΙΑΥΤΟ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΥΤΕ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΑΦΙ ΤΟΥ.
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΣ ΕΣΥ Ο ΙΔΙΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ, ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ; Η Ο ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ;;;
ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΤΕ ΤΙ ΘΑ ΜΕΤΑΔΟΣΕΤΕ; ΤΟΝ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟ; Ή ΤΟΝ ΑΓΟΥΡΙΔΗ; 
ΕΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΣΤΕ ΚΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ. ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΕΙΣΤΕ ΠΑΛΙ ΟΛΙΓΙΣΤΟΙ. 
 ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ, ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ, ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. ΚΑΙ ΓΙ ΑΥΤΟ ΟΣΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΜΙΜΗΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΕΦΑΓΑΝ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΤΟΥΣ. 
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΜΑΘΗΤΕΥΣΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΦΟΔΙΑΣΕΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΕΦΟΔΙΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ.
ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΜΙΜΗΘΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ. ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΕΣΑΙ;
Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΑΣ Ο ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ ΤΑ ΕΙΧΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΛΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΓΙ ΑΥΤΟ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ ΣΤΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΜΟΥΝ. ΉΞΕΡΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΛΑΖΟΝ.
 ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ  ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣΤΕΣ
ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙ ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΚΛΕΙΣΤΕΙ ΣΤΑ ΞΥΛΙΝΑ ΤΕΙΧΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΜΕΝΟΙ  ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΜΑΧΟΝΤΑΙ ΝΑ ΤΟ ΚΛΕΨΟΥΝ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ, ΚΑΘΟΔΗΓΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΠΡΟΔΟΤΕΣ, ΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΟΥ.
ΔΕΝ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΔΕΧΘΟΥΝ ΠΟΤΕ ΤΟΝ ΣΑΤΑΝΑ ΓΙΑ ΑΡΧΗΓΟ ΤΟΥΣ, ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΔΕΧΤΗΚΕΣ ΕΣΥ, ΠΑΡΟΤΙ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΠΟΥ ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ, ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΑΥΤΗ, ΕΣΥ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΖΕΙΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ, ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ. 
ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΘΕΟ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΩΛΟ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. 

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Συνομιλώντας μ'έναν αγιορείτη-Μια εκ βαθέων εξομολόγηση


πηγή:proskynitis.
Ο γονείς σας πς ντέδρασαν ταν φύγατε;
Ἡ μητέρα μου, πολύ καλά, μάλιστα ἐνώ ἤταν στενοχωρημένη δέν ἔφερε ἀντιρρήσεις, διότι τῆς εἴχα ἐξηγήσει ὅτι ὅποιος δέν ἀφήνει τό παιδί του νά γίνει μοναχός, μάχεται μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό. Αὐτό τήν φόβησε, διότι ἤταν εὐλαβής ἄνθρωπος. Ὁ πατέρας ζορίστηκε πολύ, διότι ἐκτός τό ὅτι εἴχαμε ἄριστες σχέσεις, τόν βοηθούσα καί στήν δουλειά του καί μέ εἴχε στήριγμά του. Τόν ἔπιασε κατάθλιψη, ἀλλά τόν βοήθησε πολύ ἕνας μοναχός, πού εἴχε ἔρθη τότε ἀπό τήν Πελλοπόνησο, καί εἴχε ἐγκατασταθεί σέ ἔνα μοναστηράκι κοντά στό σπίτι μου. Ἄρχισαν οἱ γονείς μου νά πηγαίνουν ἐκεί, καί τόσο πολύ τούς βοήθησε νά καταλάβουν τί σημαίνει μοναχισμός, πού μετά ἀπό τρία χρόνια, μού ἔλεγαν πώς θά ἤθελαν νά γινόταν καί ἡ ἀδελφή μου μοναχή!!! Καί ὅχι μόνον, διότι ἄρχισαν νά ζούν καί πνευματικά.
Πείτε μου πς ταν ταν γίνατε μοναχός;
Τήν ἠμέρα πού ἔγινα μοναχός εἴχα μεγάλο πόλεμο νά μήν γίνω, λογισμούς ὅτι δέν θά τά καταφέρω καί μεγαλή ἐπίθεση δαιμονική. Συνήθως ὅταν κάποιος γίνεται μοναχός ἔχει μεγάλη χαρά, διότι ἀφιερώνεται καί στή οὐσία γίνεται «γάμος» μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ψυχῆς τοῦ μοναχοῦ. Διότι τό μυστήριο τοῦ Μοναχισμοῦ εἶναι τεράστιο. Σέ μένα ἤταν τελείως ἀντίθετα τά πράγματα. Ἀκόμα καί τήν ὥρα τῆς κουράς μου, ἔνιωθα φωνή μέσα μου ἐν δυνάμει, ὅτι δέν θά σέ ἀφήσω ἤσυχο, θά σέ πολεμήσω, καί δέν θά τά καταφέρεις, καί αὐτό δέν ἤταν τῆς φαντασίας μου. Φυσικά, δέν ἤξερα καί τί νά πῶ, καί σέ ποιόν, καί ἀν θά μέ πίστευαν. Μετά τήν κουρά μου, μέσα στήν ἀκολουθία, αὐτό συνεχιζόταν, ὁπότε πήρα θάρρος καί μίλησα σέ ἕναν γέροντα καί τοῦ εἴπα: Πάτερ, ὁ διάβολος μοῦ βάζει λογισμούς ὅτι δέν θά τά καταφέρω, ὅτι θά φύγω ἀπό τό μοναστήρι, ὅτι θάμέ πολεμήσει. Τότε μοῦ εἶπε μέ γαλήνη: Α! μήν ἀνησυχείς. Προσπαθεί νά σέ φοβήσει, δέν μπορεί νά σοῦ κάνει τίποτε, δέν μὰς ἀφήνει ὁ Χριστός μας ἔτσι. Ὁ διάβολος κάνει τήν δουλειά του, κάνε καί σύ τήν δικιά σου!!! Αὐτό ἤταν. Μόλις μού εἴπε αὐτά τά λόγια, ἔφυγε ἡ φωνή καί ἠρέμησα!!
Τό πρώτο βιβλίο πού μού ἔδωσε ὁ γέροντας ἤταν «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ» πού μιλάει γιά τήν εὐχή, καί μέ ἔβαζε σιγά σιγά στήν προσευχή, πώς πρέπει νά προσεύχωμαι καί τί σημασία ἔχει ἡ προσευχή στήν ζωή μας. Ἔτσι μέσα σέ λίγο καιρό, διαβάζοντας συνέχεια διάφορα βιβλία καί μιλώντας μέ τόν γέροντα, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μοῦ ἤρθε ἡ ἐπιθυμία νά ἀφιερωθώ στόν Θεό, νά φύγω ἀπό τόν κόσμο, διότι μού φαίνονταν ὄλα μάταια, καί προσωρινά, καί δέν μέ γέμιζε τίποτα. Σκεφτόμουν ὅτι τίποτα δέν μένει σέ αὐτήν τήν ζωή αἰώνιο, μόνο ἡ ψυχή μας, καί οἱ πράξεις μας, καί φυσικά τό μόνο αἰώνιο, πού εἶναι ὁ Θεός.   Ὅταν ὄπως σοῦ εἴπα πήγα στό μοναστήρι ἀντιμετώπισα πολλές δυσκολίες, ἀλλά καί εἴχα καί θεία βοήθεια. 
Θυμάμαι κάποια φορά, ὅταν ἤμουν δόκιμος, κάποιος γέροντας, μοῦ ἔδωσε δύο γεμάτους κουβάδες νά τούς πάω μιά ἀρκετά μακρινή ἀπόσταση. Ὄταν τούς σήκωσα, κατάλαβα ὅτι ἤταν πολύ βαριοί καί οἱ δύο, καί στήν ἀρχή ζοριζόμουν πολλή. Ὄμως στήν μέση τῆς διαδρομῆς ἄρχισα καί τούς ἔνιωθα πιό ἐλαφρούς καί ὅταν κόντευα στό τέλος σχεδόν δέν τούς ἔνιωθα. Αὐτό, μέ βοήθησε νά καταλάβω πώς στήν ἀρχή θά ἔχω δυσκολίες, γιατί κάθε ἀρχή εἶναι δύσκολη, ἀλλά μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θά ἐλαφρώνει ὁ ἀγώνας. Πάντα ὅμως μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Γιά τόν μοναχό, ὁ ἀγώνας γίνεται ἐσωτερικά μέ τά πάθη του. Φυσικά αὐτό πρέπει νά γίνεται μέ τόν κάθε χριστιανό, ἀλλά γιά τόν μοναχό, αὐτός εἶναι ὁ σκοπός πού φεύγει ἀπό τόν κόσμο καί πού ἀφιερώνεται στόν Θεό. Καί αὐτός ὁ ἀγώνας δέν τελειώνει ποτέ, εἶναι ἰσόβιος. Ἄν δούμε τούς ἁγίους πατέρες μας, θά δούμε ὄτι κάθε μέρα ἔλεγαν πώς ἔβαζαν ἀρχή γιά νά πολεμήσουν τά πάθη τους, αὐτοί πού εἴχαν φθάσει τήν τελειότητα. Τί νά πούμε ἐμείς πού οὔτε ἕνα καλό λογισμό τους δέν μπορούμε νά φθάσουμε. Άν καί ζούμε σέ ἐποχές ἀντιχρίστου, καί σίγουρα δέν μπορούμε νά φτάσουμε τούς παλαιούς πατέρες στά μέτρα πού ἤτανε, πρέπει ὁ ἀγώνας νά γίνεται πάντοτε, μέ εὐχαριστία πρός τόν Θεό, καί μέ ταπείνωση, ἀντιλαμβανόμενοι τίς ἀδυναμίες μας καί ὅτι ἡ σωτηρία δέν εἶναι δικό μας κατόρθωμα, ἀλλά δωρεά τοῦ παναγάθου Θεοῦ. Ἐγώ αἰσθάνομαι πολύ εὐνοημένος ἀπό τόν φιλάνθρωπο Θεό, διότι μοῦ ἔστειλε ἔναν καλό πνευματικό ὀδηγό, πού μέ βοηθάει πολύ στό νά βαδίζω καί νά καταλαβαίνω κάποια πράγματα.

Ὁ μοναχός ἔχει τρία μέτωπα νά ἀντιμετωπίσει. Τό πρώτο εἶναι ὁ προσωπικός του ἀγώνας, μέ τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες του. Ὁ δεύτερος εἶναι μέ τόν συνάνθρωπό του, διότι αὐτοί πού ἐπισκέπτονται τά μοναστήρια, θέλουν τήν βοήθεια ἀπό τούς μοναχούς, νά ἀνλήσουν δύναμη, νά πάρουν τό καλό παράδειγμα καθώς καί ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήματα, ἀλλά καί σέ προβλήματα προσωπικά τους. Καί τό τρίτο, εἶναι τό θέμα τῆς Πίστεως. Ἐπειδή σήμερα κινδυνεύει ἡ Πίστη, πιό πολύ ἀπό ποτέ, διότι ζούμε σέ καιρούς Ἀντιχρίστου, καί ὄλα προετοιμάζουν τήν ἔλευσή του, καί κυρίως οἱ αἰρέσεις, μέ πρώτη καί χειρότερη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ἀν καί εἶναι ἕνα δένδρο μέσα στό δάσος πού λέγεται Ἀντίχριστος, (τά ὑπόλοιπα εἶναι οἱ Ἰλλουμινάτοι, ἡ μασωνία, τά διάφορα ρεύματα ἀνατολικῶν θρησκειῶν, οἱ χριστιανικές αἰρέσεις ὁπως τοῦ παπισμοῦ, τοῦ προτεσταντισμοῦ κ.λ.π. τῶν Ἰεχωβάδων, ὁ σατανισμός, οἰ διάφορες παραθρησκευτικές ὁμάδες, μέ τίς ἐναλλακτικές θεραπείες τύπου βελονισμοῦ, ἀγγελοθεραπείας, κρυσταλλοθεραπεία, παιγνιοθεραπεία, κρανιοθεραπεία, Σού-τζόκ, ἀγιουρβέδα, ἀρωματοθεραπείας, αὐτογνωσίας, αὐτοθεραπείας, γιόγκα, ἰριδολογίας, διαλογισμοῦ, μουσικο­θεραπείας, νηστειοθεραπείας, πιλάτες, ὁμοιοπαθητικής, ρεφλεξολογίας, σιάτσου, Φέγκ σούι, χρωματοθεραπείας, Ρείκι καί τόσα ἄλλα, καθώς καί ὅλες οἱ λεγόμενες ὁλιστικές μέθοδοι) ἐν τούτοις εἶναι ἡ μεγαλύτερη αἴρεση πού ἔχει ἔμφανιστή στή Ἑκκλησία ποτέ.
Ὁ Ἀντίχριστος θά χρησιμοποιήση τόν Οἰκουμενισμό γιά νά ἰδρύσει μία παγκόσμια θρησκεία. Ἐμείς λοιπόν οἱ μοναχοί, καί φυσικά μέ πρώτους τούς Ἐπισκόπους πού προέρχονται ἀπό τό μοναχικό τάγμα καί εἶναι μοναχοί, πρέπει νά εἴμαστε ἀντίθετοι ὄχι μόνο μέ τούς παραπάνω, ἀλλά καί μέ ὀρθοδόξους πού ἔχουν ἀπόψεις αἰρετικές. Καί αὐτό γιατί τά τρία μέτωπα πού σού εἴπα παραπάνω ἔχουν σωτηριολογικό χαρακτήρα. Τό πρώτο γιά μάς τούς ἰδίους. Τό δεύτερο διότι μέ τό νά βοηθάμε τούς συνανθρώπους μας ἐκπληρώνουμε τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου « ἀγαπήσεις τόν πλησίον ὡς σεαυτόν» καί τό τρίτο διότι μένοντας ἐντός Ἐκκλησίας καί δίνοντας ὀμολογία πίστεως, ἐξασφαλίζουμε τήν σωτηρία μας.   Ἐκτός Ἑκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία. Οἱ Οἰκουμενιστές ὄχι μόνον ἀποκλείουν τήν εἴσοδό τους στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἀλλά μέ τίς διδαχές τους ἀποκλείουν καί αὐτούς πού τούς ἀκολουθούν. Καί γιά αὐτό θά ἔχουν περισσότερο κρίμα. Διότι ἡ Μοναδική ὁδός σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ πίστη στήν Ἁγία Τριάδα, στό ἔργο καί στήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί τά συνεχιζόμενα εἰς τό σώμα Αὐτοῦ, τήν Ἁγία Ἐκκλησία. Ὅλα τά ἄλλα πιστεύματα, ὅλες οἱ Θρησκεῖες,πού ἀγνοοῦν καί δέν ὁμολογοῦν τόν Χριστό «ἐν σαρκί ἐληλυθότα», εἶναι ἔργα τοῦ διαβόλου καί ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, πού πλανοῦν τούς ἀνθρώπους, καί τούς ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια. 
Γιά αὐτό καί ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός μᾶς λέει πῶς ὅλες οἱ πίστες εἶναι ψεύτικες, κάλπικες, ὅλες τοῦ διαβόλου. Τούτο ἐκατάλαβα ἀληθινόν, θεῖον, οὐράνιον σωστόν πώς μόνη η πίστη τῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν εἶναι καλή καί ἁγία, τό νά πιστεύωμεν καί νά βαπτιζόμεθα εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γιά αὐτό τόν λόγο δύο χιλιάδες χρόνια τώρα ἡ ἱδρυθεῖσα ἀπό τόν Χριστό καί καθοδηγούμενη ἀπό τό Ἅγιο Πνεύμα Ἐκκλησία ἔμεινε σταθερή καί ἀκλόνητη στήν διδαχθεῖσα ἀπό τόν Χριστό, παραδοθεῖσα ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί φυλαχθεῖσα ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες σωτηριώδη Ἀλήθεια.
Τότε εἴμαστε ἀσφαλείς, ὅταν ἀκολουθοῦμε τούς Ἁγίους Πατέρες καί δέν μετακινοῦμε τά ὅρια πού ἐκεῖνοι ἔθεσαν. Γι’ αὐτό ἀποδεχόμαστε ὅσα ἐκεῖνοι ἀποδέχονται καί καταδικάζουμε ὅσα ἐκεῖνοι καταδικάζουν, καί θά πρέπει νά ἀποφεύγουμε τήν ἐπικοινωνία μέ ὅσους καινοτομοῦν εἰς τά τῆς πίστεώς μας.
 Καί γιά αὐτό, αὐτοί πού μιλάνε γιά ἀγάπη, θά ἔπρεπε νά τούς δείξουν ὅτι μοναδική ὀδός σωτηρίας εἶναι ἠ Ὀρθοδοξία. Φυσικά καί σάν Ὀρθόδοξος χριστιανός, θά πρέπει ἡ ζωή μας νά εἶναι σωστή καί νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν σωτηρία μας, διότι καί ἀπό τούς Ὀρθοδόξους θά σωθούν αὐτοί πού εἶναι ἐνσυνείδητα μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἀγωνίζονται τόν καλό ἀγώνα. Αὐτά ἰσχύουν γιά ὄλους τούς Ὀρθοδόξους, μοναχούς καί λαϊκούς, Δεσποτάδες καί παπάδες, διότι τό Εὐαγγέλιο, εἶναι κοινό γιά ὄλους. Δέν κάνει διάκρισει σέ τάξεις.
Οἱ Ἐπίσκοποι θά πρέπει νά ξέρουν ὅτι μέσα στήν Ἐκκλησία ἔχουν θέση διακονική. Εἶναι ὑπηρέτες Χριστοῦ, καί ὑπηρέτες τοῦ λαοῦ. Τόν λαό ὑπηρετοῦν ἀπό τήν θέση πού βρίσκονται. Αὐτό πού κάνουν καί ἐμφανίζονται μέ ἐξουσία, σάν ἄρχοντες εἶναι λάθος. Ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιο δέν ἀποκλείει σέ κάποιον νά θέλει νά εἶναι πρώτος. Ὄμως μέ προϋποθέσεις, δηλαδή, ὅποιος θέλει νά εἶναι πρώτος νά εἶναι πάντων δούλος καί πάντων ἔσχατος καί ὑπηρέτης. Καί ἀφού λένε πώς εἶναι εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ, (καί πράγματι εἶναι) πρέπει νά μιμούνται καί τόν Δεσπότη Χριστό καί τούς Ἀποστόλους, καί νά πλύνουν τά πόδια τῶν πιστῶν, δηλ. νά ὑπηρετούν καί ἀν χρειαστεί νά χύσουν καί τό αἴμα τους γιά τό ποίμνιό τους, ὅπως ἔκανε ὁ Χριστός, οἱ Ἀπόστολοι, καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἐπίσκοποι. Νά μιμηθοῦν πρώτα ἀπό ὄλα τήν ζωή τους, καί ὄχι νά λένε πώς εἶναι δικαιωματικά διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων. «Καί τρόπων μέτοχοι καί θρόνων διάδοχοι» λέει τό ἀπολυτίκιο γιά τούς ἁγίους ἐπισκόπους, δηλαδή πρώτα νά μιμούνται τήν ζωή τους καί τήν βιοτή τους. Ἀλλά ποιός ἀπό αὐτούς κακοπαθεί; Τούς Ἀποστόλους τού χτυπήσανε, τους δείρανε, τούς κρεμάσανε, τούς λιθοβολίσανε καί ὄλους τούς ἁγίους, Χρυσοστόμους, Βασίλειους, Γρηγόριους, Φώτιους καί Μάρκους, Παλαμάδες καί Ἀθανασίους. Τεράστια ἀναστήματα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ποιός τά παθαίνει αὐτά σήμερα γιά τήν πίστη μας; Ποιός Δεσπότης, Ποιός μοναχός, ποιός παπάς, ποιός λαικός; δέν ζούνε ἔναν ἀκίνδυνο χριστιανισμό, καί δέν θέλουμε ἐγωιστικά νά εἴμεθα προνομιούχοι χριστιανοί ἔμεῖς ἔναντι ἑκατομυριων κακοπαθησάντων καί μαρτυρησάντων ἡμῶν ἀδελφῶν μας; Καί πρώτα ἀπό ὄλα, οἱ ἐπίσκοποι πρέπει νά διώχνουν τούς λύκους ἀπό τό ποίμνιο, δηλαδή τούς αἰρετικούς, γιά νά μήν κατασπαράζουν τά λογικά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ καί τά πηγαίνους εἰς ἀπώλεια.
Γιά αὐτό τόν λόγο, μιλάμε καί διαμαρτυρόμαστε ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἀλλά σέ ὅποιον ἀκολουθεί τόν οἰκουμενισμό, ὄχι γιατί τούς ἀντιπαθούμε, παιδιά τῆς Ἐκκλησίας εἴμαστε καί ἔμεις. Ἀλλά ἐπειδή εἴμαστε τέκνα πιστά, καί θέλουμε νά παραμείνουμε στήν ὀμολογία τήν καλή, καί μέσα στήν Ἐκκλησία διότι μόνο ἐκεί ὑπάρχει ἡ σωτηρία, ἀπαιτούμε ἀπό αὐτούς ἤ νά ὀρθοτομούν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ἤ ἀν δέν θέλουν ἄς πάνε νά γίνουν παπικοί, προτεστάντες, ἤ ὅ,τι ἄλλο θέλουν καί νά ἀφήσουν τούς Ὀρθοδόξουν νά ὀρθοτομοῦν. Ἀν ὅμως θέλεις νά εἶσαι ἐπίσκοπος καί γενικά ὀρθόδοξος, θά πρέπει νά ὑπερασπίζεσαι τά δόγματα τῆς Ἐκκλησιας. Καί ἀν τό θέλει ἡ περίσταση νά μαρτυρήσει, καί νά κακοπαθήσει, καί ὅχι μόνο νά τούς βάζουνε μετάνοιες καί νά τούς φιλάνε τά χέρια. Αὐτά εἶναι παπικές πλάνες. Σέ αὐτό ὄμως ἔχει εὐθύνες καί ὁ λαός, διότι, πρέπει νά τούς ἐλέγχουν τούς ἐπισκόπους τους. Ὁ λαός ὑπηρετείτε ἀπό τούς ἐπισκόπους, δέν ὑπηρετούν τούς ἐπισκόπους. Ὁπότε, ὄταν δέν βαδίζουν καλά πρέπει νά τούς τό λένε καί νά τούς ἐλέγχουν. 
Βλέπουμε στήν Ἑλληνική κοινωνία, νά μᾶς κατεβάζουν τίς εἰκόνες ἀπό τά σχολεία καί τά δημόσια κτίρια, καί κανείς δέν μιλάει. Ἀν θά βρισκόμασταν στήν ἐποχή τῆς εἰκονομαχίας, πρώτοι οἱ ἐπίσκοποι, θά ἔχυναν καί τό αἴμα τους γιά τίς ἅγιες εἰκόνες νά μείνουν ἐκεί πού εἴναι. Ὄμως ποιός φωνάζει, καί ποιός ἀντιδρά; Βγάζουν τόν σταυρό ἀπό τήν σημαία, καί κανείς δέν μιλάει. Βάζουν τό 666 στίς ταυτότητές μας καί μᾶς λένε δέν πειράζει, θά τό ἐμφυτεύσουν καί στό χέρι καί θά μᾶς λένε «δέν πειράζει, κάντε ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, ἀρκεί νά ἐξομολογείστε καί νά κοινωνάτε καί νά ἀκούτε (τό σημαντικότερο) ἐμᾶς. Καί ἐμεῖς πού μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀντιδρούμε σέ αὐτά μᾶς λένε φανατικούς καί τρελούς, καί ταλιμπάν. Καί αὐτό δέν τό λένε μόνο οἱ πολιτικοί, ἀλλά καί ἠγούμενοι καί δεσποτάδες, καί παπάδες, καί τό χειρότερο, κάποιοι μοναχοί!!!!
Καί τί ἐννοούν κάντε ὑπακοή στήν Ἐκκλησία; τί εἶναι Ἐκκλησία; οἱ Ἐπίσκοποι πού δέν ὀρθοτομούν τόν λόγο τῆς ἀληθείας εἶναι ἐκκλησία; Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, τό σώμα εἶναι οἱ πιστοί, λαϊκοί καί μοναχοί καί κλήρος, ἀλλά αὐτοί πού ὀρθοτομούν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, πού δέν ἀλλάζουν τό δόγμα. Αὐτός πού λέει κάτι διαφορετικό εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας ἀς εἶναι καί πατριάρχης. Πρωτίστως ὁ μοναχός ἔχει αὐτό τό ἔργο νά κρατά δηλαδή τήν πίστη καθαρή καί ἀνόθευτη. Γιά τόν λόγο αὐτό, βγάλαμε καί ἕνα κείμενο, πού ἔφθασε μέχρι καί τήν Ρουμανία, τήν ὀμολογία πίστεως, διότι δέν μπορούμε πλέον νά σιωπούμεν μέ αὐτά πού συμβαίνουν. Διότι ἐν καιρῷ διωγμοῦ τῆς πίστεως, ἡ σιωπή ἔχει θέση ἄρνησης. Καί σήμερα ἡ πίστη μας διώκεται μέ τόν χειρότερο τρόπο, καί κυρίως ἀπό τούς οἰκουμενιστές ἐπισκόπους. Καί φυσικά τήν αὐτήν ὑποχρέωση, νά μιλάνε δηλαδή, καί νά ἐλέγχουν τούς κληρικούς πού δέν ὀρθοτομούν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, τήν ἔχουν καί οἱ λαϊκοί.
Μακάρι νά μήν ὑπήρχε αὐτό τό πρόβλημα, καί νά μπορούσαμε νά κοιτάμε μόνον τόν ἐαυτό μας, καί πῶς νά τόν διορθώσουμε. Ὄμως, ὅπως σοῦ εἶπα καί προηγουμένως, ἔχουμε πολλά μέτωπα, καί αὐτό, τό τῆς πίστεως, εἶναι τό σημαντικότερο. Διότι χωρίς σωστή πίστη, ὄσο ἀγώνα πνευματικό καί νά κάνεις δέν σώζεσαι. Ὅταν ἀγωνίζεσαι πνευματικά, προσέχεις καί τήν πίστη σου, νά εἶναι Ὀρθόδοξη, ὅταν δέν ἀγωνίζεσαι καί εἶσαι πνευματικά χλιαρός, τότε δέν σέ ἐνδιαφέρει καί ἡ πίστη. Αὐτά τά δύο πάνε μαζί.
Ὁ μοναχός ἐνδιαφέρεται ἰδιαίτερα, καί προσεύχεται ἰδιαίτερα γιά τόν συνάνθρωπό του. Ἐκτός τόν προσωπικό ἀγώνα καί τόν ἀντιαιρετικό ἀγώνα πού ἐπομίζεται, πρέπει νά μιλάει καί νά βοηθάει αὐτούς πού τού τό ζητούν, καί αὐτό μέ τήν προσευχή. Ὄμως, πολλές φορές ἀναγκαζόμαστε καί ἀφιερώνουμε πολλές ὥρες, συζητώντας καί ἀκούγοντας ἀνθρώπους πού θέλουν μία βοήθεια. Καί ἐνώ ὁ μοναχός προσπαθεί νά ξεριζώσει τά πάθη του, πολλές φορές, βρίσκεται νά μήν κοιτάει τόν ἐαυτό του, ἀλλά νά ἀσχολείται μέ τούς ἄλλους. Πόσες φορές δέν ἔρχονται ἄνθρωποι μέ τά προβλήματά τους, καί ζητάνε μιά πνευματική ἀγκαλιά, γιά νά ξεκουραστούνε καί νά ἀποθέσουν τό προβλημάτους, νά πάρουν λύση, νά πάρουν δύναμη, γιά νά συνεχίσουν τήν πορεία τους. Καί ὁ μοναχός, πρέπει πάντα νά εἶναι ἔτοιμος νά δώσει τά πάντα σέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, γιά νά ἐκπληρώσει τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης. Καί κυρίως, νά μήν προβάλει τόν ἐαυτό του, ἀλλά νά στρέφει τούς ἀνθρώπους, καί νά τούς ὀδηγει πρός τόν Χριστό, τόν ἱατρό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Πόσοι ἄνθρωποι ἔχουν ἔρθει καί ἔχουν ἀλλάξει τήν ζωή τους, καί ἔχουν πλησιάσει στόν Χριστό.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση



Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση «μνείαν ποιούμεθα» του Συναξαρίου βεβαιώνει, ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, βιώνει στη λατρεία της τη Β’ Παρουσία του Χριστού μας ως «γεγονός» και όχι ως κάτι το ιστορικά αναμενόμενο. Και αυτό, διότι με τη Θεία Ευχαριστία μεθιστάμεθα στην ουράνια βασιλεία, στη μεταϊστορία. Σ’ αυτή την προοπτική προσεγγίζεται ορθόδοξα και το θέμα: παράδεισος-κόλαση.

Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση
(«κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.
1. Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.
Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».
2. Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).
Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.
Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ’ αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα, εκδ. Χρήστου, Β’ σ.145): Το φως του Χριστού «ει δ’ εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, αλλά διαφόρως μετέχεται…».
Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.
3. Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι, πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας, όπως συνεχώς κηρύσσει πατερικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία, όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου, όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.
Η ζωή στο σώμα του Χριστού (στην Εκκλησία) αυτό το νόημα έχει. Αυτός είναι ο λόγος υπάρξεως της Εκκλησίας. Σ’ αυτό αποβλέπει όλο το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Δ’ Ομιλία περί Β’ Παρουσίας) λέγει, ότι η προαιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο είναι να «χωρήσαι την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας». Να φθάσει ο άνθρωπος στη θέωση. Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας. Και συνεχίζει : «Αλλά και η θεία και απόρρητος κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, τα μυστήρια πάντα (δηλαδή όλο το επί γης έργο του Χριστού) δια τούτο το τέλος (σκοπό) προμηθώς (προνοητικώς) και πανσόφως προωκονόμηται».
4.Σημασία όμως έχει, ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πρόσκληση του Χριστού και γι’ αυτό δεν μετέχουν όλοι κατά τον ίδιο τρόπο στην άκτιστη δόξα Του. Αυτό διδάσκεται από τον Χριστό στην παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ, κεφ. 16). Ο άνθρωπος αρνείται την προσφορά του Χριστού, γίνεται εχθρός του Θεού και απορρίπτει την προσφερόμενη από τον Χριστό σωτηρία (Αυτό είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, διότι εν Αγίω Πνεύματι δεχόμεθα την κλήση του Χριστού). Αυτοί είναι οι «μηδέποτε μετανοήσαντες» του ύμνου. Ο Θεός «ουδέποτε εχθραίνει», παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, εμείς γινόμασθε εχθροί Του (εχθραίνομεν), Τον απορρίπτουμε. Ο αμετανόητος άνθρωπος δαιμονοποιείται, επειδή αυτός το επιλέγει. Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Γρηγόριος Παλαμάς: «…ου γαρ εμόν εστί τούτο προηγούμενον θέλημα, ουκ εις τούτο υμάς εποίησα, ουκ εφ’ υμάς ητοίμασα την πυράν· δια τους αμετάβλητον έχοντας της κακίας την έξιν δαίμονας προανκαύθη το άσβεστον πυρ, οις υμάς συνήψεν η κατ’ εκείνους αμετανόητος γνώμη». «Αυθαίρετος (=εκούσια) εστίν η μετά των πονηρών αγγέλων συμβίωσις» (όπ.π) Είναι δηλαδή ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου.
Πλούσιος και Λάζαρος βλέπουν την ίδια πραγματικότητα, τον Θεό στο άκτιστο φως Του. Ο πλούσιος φθάνει στην Αλήθεια, στη θέα του Χριστού, αλλά δεν μπορεί να μετάσχει σ’ αυτήν, όπως ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος «παρακαλείται» (παρηγορείται), εκείνος όμως «οδυνάται» (βασανίζεται). Ο λόγος του Χριστού «έχουσι Μωσέα και τους προφήτας», για αυτούς που είναι ακόμη στον κόσμο αυτό, σημαίνει ότι όλοι είμεθα αδικαιολόγητοι. Διότι υπάρχουν οι Άγιοι, που έχουν την εμπειρία της θεώσεως και μας καλούν να ενταχθούμε στον τρόπο της δικής τους ζωής και να φθάσουμε στη θέωση, όπως εκείνοι. Άρα, οι κολαζόμενοι, όπως ο πλούσιος, είναι αδικαιολόγητοι.
Η στάση προς τον συνάνθρωπο δείχνει την εσωτερικότητα του ανθρώπου και για αυτό είναι το κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β’ Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι, παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν έχουμε Θεό μέσα μας ή όχι(πρβλ ανάλογες φράσεις στην ποτισμένη από την ορθοδοξία γλώσσα μας: ο αθεόφοβος· δεν έχει Θεό μέσα του…) Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στον συνάνθρωπο. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β’ Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθο ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ’ Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.
5. Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Γι’ αυτό είναι φρικτή η Β’ Παρουσία («Ω ποία ώρα τότε…», ψάλλουμε στους Αίνους). Είναι πραγματικότητα αδιάψευστη, στην οποία είναι μόνιμα προσανατολισμένη η Ορθοδοξία («προσδοκώ ανάσταστιν νεκρών…»). Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι Φαρισαίοι (Μαρκ. 3,5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών») βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας. «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι. Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι' αυτούς είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής «απήλαυσε τα αγαθά του». Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3,13-15): «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει. Ει τίνος του έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται· ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ» της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά αλώβητος, ο δε άλλος καίγεται. «Σώζεται», αλλά όπως περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Ο Ευθύμιος Ζιγαβινός (ιβ’ αι.) παρατηρεί σχετικά: «Πυρ τον Θεόν ως φωτίζοντα μεν και λαμπρύνοντα τους καθαρούς, φλογίζοντα δε και σκοτίζοντα τους ρυπαρούς». Και ο Θεοδώρητος Κύρου για το «σωθήσεται» γράφει: «σωθήσεται δια πυρός και αυτός δοκιμαζόμενος», όπως δηλαδή περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Αν έχει κάλυμμα κατάλληλο δεν καίγεται, διαφορετικά «σώζεται» μεν, αλλά τσουρουφλισμένος!
Το πυρ της κολάσεως, συνεπώς, δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας (θεραπείας). Ο «πνευματικός θάνατος» είναι η θέα του ακτίστου φωτός, της θείας δόξης, ως πυρός, φωτιάς. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, στον Θ’ Λόγο του στην Α’ Κορινθ. Σημειώνει: «αθάνατος η κόλασις…οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ’ έστιν, ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο εστιν· ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα, εις το μηδέν χωρών(=στην ανυπαρξία), αλλά μένει εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί… Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».
Οι σχολαστικές αντιλήψεις-ερμηνείες, που μέσω του έργου του Δάντη (Κόλαση) πέρασαν και στο δικό μας χώρο, έχουν συνέπειες που φθάνουν σε ειδωλολατρικές εκδοχές. Π.χ. ο χωρισμός παραδείσου-κολάσεως, ως δυο διαφορετικών τόπων. Αυτό γίνεται λόγω της μη διακρίσεως κτιστού και ακτίστου. Επίσης η άρνηση της αιωνιότητας της κολάσεως, με την έννοια της «αποκαταστάσεως» των πάντων ή με την έννοια του «καλού Θεού» (Bon Dieu). Ο Θεός είναι όντως «αγαθός» (Ματθ. 8,17), αφού προσφέρει σωτηρία σ’ όλους. «Πάντας θέλει σωθήναι…» (Α’ Τιμ. 2,4). Είναι φοβερός όμως ο λόγος του Χριστού μας, που ακούεται στις κηδείες: «Ου δύναμαι απ’ εμαυτού ποιείν ουδέν· καθώς ακούω κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία εστίν» (Ιω. 5.30). Πλαστή είναι εξάλλου και η έννοια της «θεοδικίας», που εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση. Όλα ανάγονται τελικά στον Θεό (θα σώσει ή θα κολάσει), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «συνέργεια» ως παράγων σωτηρίας. Σωτηρία είναι δυνατή μόνο στα όρια συνεργίας-συνεργασίας του ανθρώπου με τη Θεία Χάρη. Κατά τον Ι. Χρυστόστομο, «Το πλέον, σχεδόν δε το παν, του Θεού εστίν, ημίν δε μικρόν τι αφήκεν». Αυτό το «τι» είναι η αποδοχή της προσκλήσεως του Θεού. Ο ληστής σώθηκε «βαλών κλείδα το, μνήσθητί μου»! Ειδωλολατρική είναι και η αντίληψη για Θεό οργιζόμενο κατά του αμαρτωλού, ενώ ο Θεός, όπως είδαμε. «ουδέποτε εχθραίνει». Αυτή είναι δικανική αντίληψη για τον Θεό, που οδηγεί και στην εκδοχή των «επιτιμίων» στην εξομολόγηση ως ποινών και όχι ως φαρμάκων (θεραπευτικών μέσων).
6. Το μυστήριο παραδείσου-κολάσεως βιώνεται και στη ζωή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Στα μυστήρια πραγματοποιείται μέθεξη του πιστού στη Χάρη, για να ενεργοποιηθεί η Χάρη στη ζωή μας με την εν Χριστώ πορεία μας. Κυρίως δε στη Θ. Ευχαριστία το άκτιστο, η θεία κοινωνία, γίνεται μέσα μας ή παράδεισος ή κόλαση, ανάλογα με την κατάστασή μας. Κυρίως η μετοχή στη θεία κοινωνία είναι μετοχή στον παράδεισο ή την κόλαση μέσα στην ιστορία. Γι' αυτό συνδέεται η μετοχή στη θεία κοινωνία με την όλη πνευματική πορεία του πιστού. Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως "παράδεισο" Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, β’ αι..), συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του. Και αυτό δυστυχώς γίνεται συχνότατα, όταν νοούμε τον χριστιανισμό ως «θρησκεία».
Η παρούσα ζωή εξάλλου, αξιολογείται από το φως του διδύμου παραδείσου/ κολάσεως. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού» συνιστά ο Χριστός μας (Ματθ .6.33). «Προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν…» λέγει ο Μ. Βασίλειος στους Νέους (κεφ.3) Η ζωή μας πρέπει να είναι διαρκής προετοιμασία για τη μετοχή στον «παράδεισο», δηλαδή στην κοινωνία με το Άκτιστο (πρβλ. Ιωάν. 17.3) Και αυτό αρχίζει ήδη στον κόσμο αυτό. Γι’ αυτό λέγει ο απ. Παύλος: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β’ Κορ 6.2). Κάθε στιγμή της ζωής μας έχει σωτηριολογική σημασία. Ή κερδίζουμε την αιωνιότητα, την αιώνια κοινωνία με τον Θεό, ή τη χάνουμε. Γι' αυτό τα ανατολικά θρησκεύματα και λατρείες που κηρύσσουν μετενσαρκώσεις, αδικούν τον άνθρωπο. Διότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε άλλες (ανύπαρκτες φυσικά) ζωές. Μία ζωή όμως υπάρχει, στην οποία ή σωνόμαστε ή χανόμαστε. Γι’ αυτό συνεχίσει ο Μ. Βασίλειος: «α μεν ουν αν συντελή προς τούτον (=τον βίον) ημίν, αγαπάν τε και διώκειν παντί σθένει χρήναι φαμέν, τα δε ουκ εξικνούμενα προς εκείνον, ως ουδενός άξια παροράν». Αυτό είναι το κριτήριο του χριστιανικού βίου. Ο Χριστιανός επλέγει συνεχώς ό,τι συντελεί στη σωτηρία του. Σ’ αυτή τη ζωή κερδίζουμε τον παράδεισο ή τον χάνουμε και καταλήγουμε στην κόλαση. Γι’ αυτό λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : «Ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται· ο μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού του Θεού» (3,18)
Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια, όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι.
Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση.