Το Ιστολόγιο Orthodox Mission είναι μια ιδιωτική πρωτοβουλία ,φίλων της Ορθόδοξης Ιεραποστολής που στηρίζει τον σεβαστό μας αγιορείτη π.Θεολόγο , ο οποίος εργάστηκε θυσιαστικά και σιωπηρά στο Κονγκό.(Brazzaville)
Από το ιστολόγιο στήριξης της Ιεραποστολής στο Μπουσούγκιου της Ουγκάντας (αξίζει να το επισκεφτείτε).
Ο
γέροντας Ειρηναίος Ματζίμπι δεν ισχυριζόμαστε ότι είναι άγιος (δεν
ξέρουμε άλλα γι' αυτόν), αλλά, όπως φαίνεται, υπήρξε ένας σημαντικός
ορθόδοξος πνευματικός πατέρας του λαού του. Ας είναι αιώνια η μνήμη του
στον ουρανό.
Άραγε πόσοι άλλοι υπάρχουν στις χώρες της Ιεραποστολής; Και πόσες αγιασμένες ψυχούλες με μαύρο ή κίτρινο
δέρμα - ή μελαψό ή κατάξανθο - δε στολίζουν τον ουρανό, άγνωστες σε
μας; Μακάρι να επιδράσουν θετικά οι αγωνιστές αυτοί στον ευαγγελισμό του
λαού τους και όλου του κόσμου...
Εκοιμήθη
εν Κυρίω πλήρης ημερών στην Ουγκάντα ο π. Ειρηναίος Ματζίμπι, ένας από
τους πρώτους κληρικούς που αγωνίστηκαν και πάλεψαν για την
εδραίωση της Ορθοδοξίας στην Ουγκάντα.
Ελληνομαθής και κυριολεκτικά
λάτρης της Ελλάδας, είχε για την πατρίδα μας μόνο καλά λόγια να πει. Απλός
και προσιτός ως το τέλος της ζωής του ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι μέσα
στην αγάπη και τη φροντίδα των παιδιών του. Στην τελευταία επίσκεψή μας
στην Ουγκάντα, τον Ιούλιο του 2013, μας ευχαρίστησε για την αγάπη των
Ελλήνων και την φροντίδα για το λαό του.
Η
εξόδιος ακολουθία εψάλλη στον
Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου στην Ναμουγκόνα από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη
Kαμπάλλας και πάσης Oυγκάντας κ. Ιωνά, με την παρουσία πλειάδος ιερέων
και πολλών Ορθοδόξων.
Ο π. Ειρηναίος ετάφη στο Κοιμητήριο του Αγίου
Νικολάου. Έτσι έγινε ένας ακόμα σπόρος που ετάφη για να καρπίσει ο
αμπελώνας του Χριστού στην Αφρική.
Ο πρώτος Έλληνας Ιεραπόστολος της Αφρικής μακαριστός
π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος
Ο π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος
γεννήθηκε το 1903 από μια φτωχή κτηνοτροφική οικογένεια στο χωριό Βασιλίτσι
Πυλίας Μεσσηνίας και σε νεαρή ηλικία το φθινόπωρο του 1918 μετέβη στο ασκητήριο
του Ηλία Παναγουλάκη κοντά στην Καλαμάτα μαζί με τον π. Ιωήλ Γιαννακόπουλο
(1901-1966).
Μετά από πέντε έτη άσκησης και την
απόλυσή του από τον στρατό ο Χρήστος Παπασαραντόπουλος χειροτονείται κληρικός
με το όνομα Χρυσόστομος από τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο
και τοποθετείται ως ηγούμενος στην Ι. Μονή Γαρδικίου, όπου παραμένει μέχρι το
1935.
Στη συνέχεια υπηρετεί ως εφημέριος σε
δύο μικρές ενορίες της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας και στο Μετόχι της Μονής
Βουλκάνου, την Χρυσοκελλαριά.
Το 1938 κλήθηκε από τον τότε
Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο και τοποθετήθηκε ως Ηγούμενος στην Ιερά Μονή
Φανερωμένης Σαλαμίνος μέχρι το 1941 περίπου.
Λίγο αργότερα διορίστηκε πνευματικός
των παιδιών των Κατηχητικών Σχολείων της Αρχιεπισκοπής και εγκαταβιοί στην Ιερά
Μονή Πετράκη.
Κατά την περίοδο της Κατοχής ο π.
Χρυσόστομος βρίσκεται ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος στην Έδεσσα και κατά
την πυρπόλησή της από τους Γερμανούς το Σεπτέμβριο του 1944 καίγεται και το
κελί του με ό,τι είχε μέσα.
Από εκεί τον συναντούμε το 1950 στην
Κοζάνη και ακολούθως στη Θεσσαλονίκη (εφημέριο του Ι. Ναού Αγ. Παρασκευής
Αρετσούς) και την Αθήνα (εφημέριο στους Ι. Ναούς Αγ. Τριάδος Ν. Ηρακλείου, Αγ.
Γλυκερίας Γαλατσίου και Αγ. Αποστόλων Υμηττού).
Το 1954 καταφέρνει να μπει στην
Θεολογική Σχολή Αθηνών και το 1958 παίρνει το πτυχίο. Εκεί γνώρισε ορισμένους
υποτρόφους του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, από τους οποίους πληροφορήθηκε για
την ιεραποστολική δραστηριότητα στην Ουγκάντα.
Σε επίσκεψή του στην Πάτμο ο Γέρων π.
Αμφιλόχιος Μακρής τον συμβουλεύει να μεταβεί ως Ιεραπόστολος στην Ουγκάντα.
Το καλοκαίρι του 1959 τον συναντούμε
για ένα μήνα στα Μετέωρα.
Το ιεραποστολικό του έργο ξεκίνησε
ουσιαστικά το Πάσχα του 1960 σε ένα προσκύνημα στους Αγίους Τόπους με τον τότε
Μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο και μετά από την επίσκεψή τους στον τότε
Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο Β΄.
Έτσι, τον Ιούνιο του 1960 ο π.
Χρυσόστομος βρίσκεται στην Καμπάλα της Ουγκάντα και έρχεται αντιμέτωπος με
πολλές δυσκολίες (γλώσσα, ήθη και έθιμα, αποστάσεις, συνεχείς μετακινήσεις,
έλλειψη χρημάτων κ.ά.).
Οι πρώτες επιστολές-εκκλήσεις για ηθική
και υλική βοήθεια στέλνονται σε γνωστούς και άγνωστους Έλληνες, ακόμα και στην
Ευρώπη και στην Αμερική, οι οποίοι σπεύδουν να συνδράμουν με γράμματα
ενισχυτικά, με χρηματικές επιταγές, με δέματα, με ιερά σκεύη, με ιερατικές
στολές κ.ά. Μεγάλη ήταν η στήριξη που προσέφεραν εκείνη την εποχή ο Σύλλογος
Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής «Οι φίλοι της Ουγκάντα» (ιδρύθηκε στη
Θεσσαλονίκη το 1963) και λίγο αργότερα Ι. Μητροπόλεις, Οργανώσεις και
Αδελφότητες.
Τον Μάρτιο του 1961 ο π. Χρυσόστομος
τελεί τα εγκαίνια του μικρού Ι. Ναού του Ιεραποστολικού Κλιμακίου και σταδιακά
αρχίζει να διδάσκει, να τελεί την Θεία Λειτουργία στην ύπαιθρο ή σε φτωχικές
λασποκαλύβες, να τελεί ομαδικές βαπτίσεις, να ανεγείρει μικρές εκκλησίες και να
οργανώνει ιερατικά σεμινάρια. Στις επιστολές του όμως είναι έκδηλο το παράπονό
του ότι κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να πάει εκεί κοντά του και να τον βοηθήσει
στο έργο παρά τις απεγνωσμένες του εκκλήσεις. «Δεν θα βρεθεί κάποιος να με
λυπηθεί;» έγραφε.
Μοναδικές εξαιρέσεις ο π. Αθανάσιος
Ανθίδης (1963), μετέπειτα Ιεραπόστολος στην Καλκούτα των Ινδιών, και ο π.
Αντώνιος Σταθακάρος (1967).
Από το 1966 μέχρι το 1970 εργάζεται
ιεραποστολικά στην Κένυα και το 1967 η Κυβέρνηση αναγνωρίζει επίσημα την ύπαρξη
της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το γεγονός αυτό ευνόησε την απρόσκοπτη ίδρυση ενοριών
και την ανέγερση Ι. Ναών, την λειτουργία κατηχητικών και σεμιναρίων
λειτουργικής.
Τον Αύγουστο του 1972 ο «παππούς», όπως
χαρακτηριστικά τον προσφωνούσαν, μεταβαίνει στο Ζαΐρ, συνοδευόμενος από την
ανιψιά του Όλγα Παπασαράντου, αδελφή του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο
Άγιος Σάββας». Εκεί εργάστηκε ιεραποστολικά στις πόλεις Κανάνγκα, Λικάσι,
Λουμπουμπάσι, Κινσάσα και Κολουέζι, με πρώτο ποίμνιο μια ομάδα 100 περίπου
ιθαγενών.
Σε πολλά γράμματά του διαφαίνεται ότι
εκτός από την ιεραποστολή, τον π. Χρυσόστομο απασχολούσε ιδιαίτερα και η
μόρφωση και η πνευματική κατάσταση των Ελλήνων ομογενών στην Αφρική,
διασκορπισμένων στην αχανή χώρα «ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα».
Ένα μεγάλο του όραμα ήταν η ίδρυση
μεγάλου Ιεραποστολικού Κέντρου στο Κογκό, αλλά δυστυχώς στις 29 Δεκεμβρίου 1972
ο ακάματος Ιεραπόστολος π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος άφησε την τελευταία
του πνοή στην Κανάνγκα του Κογκό, όπου και τάφηκε.
Στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το
Βασιλίτσι, η Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας τιμώντας την μεγάλη αυτή προσωπικότητα
και το έργο της, ανήγειρε προτομή του π. Χρυσοστόμου στις 29 Δεκεμβρίου 1985.
Στις 29 Δεκεμβρίου 1987 η Ακαδημία
Αθηνών του απένειμε μεταθανάτια το αργυρό μετάλλιο τιμής .
Τον «παππού» διαδέχθηκε στο
Ιεραποστολικό Κλιμάκιο της Κανάνγκα από τον Ιούλιο του 1973 ο παλαιός φίλος και
συνεργάτης του, ο Αρχιμανδρίτης π. Χαρίτων Πνευματικάκις (1908-1998).
σελίδες
της ταυτότητός του, από το Αρχείον της Μονής μας, ως κληρικού
Ι.Μητρ.Εδέσσης το 1946, υπό τον είτα Μητροπ.Θεσ/νίκης Παντελεήμονα Α'τον
Παπαγεωργίου.
Από αυτό το ιεραποστολικό siteΕπιμέλεια κειμένου:Αικ. Παπακωνσταντίνου
Ο π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος είναι
ο πρώτος Έλληνας Ιεραπόστολος της Αφρικής. Ο μακαριστός π. Χρυσόστομος
Παπασαραντόπουλος γεννήθηκε το 1903 από μια φτωχή κτηνοτροφική
οικογένεια στο χωριό Βασιλίτσι Πυλίας Μεσσηνίας και υπήρξε το έβδομο
παιδί της οικογένειας.
Στα δέκα του χρόνια έχασε τον πατέρα του οπότε
και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο (ήταν στην Τρίτη Δημοτικού)
για να δουλέψει. Στα 15 του χρόνια, προκειμένου να ικανοποιήσει τη δίψα
του για μελέτη και ησυχία φεύγει κρυφά από την οικογένειά του και
εγκαθίσταται στο μοναστήρι της Κορώνης, το οποίο εγκαταλείπει σύντομα
διότι, τον επισκέπτονταν συχνά οι δικοί του και τον παρακαλούσαν να
επιστρέψει στην οικογένειά του.
Στη συνέχεια πηγαίνει στην Καλαμάτα, στο
γνωστό τότε μοναστήρι του Παναγουλάκη (ηγούμενος γνωστός για τις
ακρότητες και τη σκληρή άσκηση, στις οποίες υπέβαλλε τον εαυτό του και
τους μοναχούς) και μένει εκεί ως μοναχός πλέον (π. Χρυσόστομος). Οι
υπερβολές του Παναγουλάκη και η σκληρή ζωή του ασκητηρίου τον κατέβαλαν
και του άφησαν μόνιμο πρόβλημα υγείας. Μετά την απόλυσή του από το
στρατό, χειροτονείται ιερέας (4η Μαΐου 1926) και διορίζεται ηγούμενος
της Ιεράς Μονής Γαρδικίου Μεσσηνίας. Μαζί του πήρε και τη μητέρα του,
την οποία έκειρε μοναχή. Για χρόνια υπηρέτησε τα γύρω χωριά ως
εφημέριος. Εδώ ο π. Χρυσόστομος βρήκε χρόνο να μελετήσει και να
τελειώσει το δημοτικό ως κατ’ οίκον διδαχθείς. Επίσης, ασχολείται και με
την εκμάθηση της Γαλλικής γλώσσας.
Μετά τη διάλυση της Μονής Γαρδικίου
(λόγω έλλειψης προσωπικού), ο π. Χρυσόστομος μετατίθεται στο Μετόχι της
Μονής Βουλκάνου Χρυσοκελλαριάς. Στη συνέχεια πηγαίνει στην Αθήνα και
εγγράφεται ως αδελφός στην Ιερά Μονή Πετράκη, όπου και ασχολείται με την
εξομολήγηση ανθρώπων όλων των ηλικιών και γίνεται ιδιαίτερα αγαπητός.
Στα χρόνια της Κατοχής ο π. Χρυσόστομος βρέθηκε στην Έδεσσα, όπου και
υπηρέτησε ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος και Πρωτοσύγγελος.
Ακολούθησαν μεταθέσεις του στην Κοζάνη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα,
όπου και κατάφερε να πάρει το απολυτήριο του Γυμνασίου. Στη συνέχεια
εγκαθίσταται ξανά στη Μονή Πετράκη της Αθήνας και παίρνει την απόφαση να
εγγραφεί στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας. Στα 55 του χρόνια (1958)
καταφέρνει και παίρνει το πτυχίο που τόσο επιθυμούσε. Κατά τη διάρκεια
των σπουδών του στην Αθήνα, είχε έρθει σε επαφή με κάποιους Αφρικανούς
συμφοιτητές του και μάθαινε για την Αφρική. Με τις επαφές αυτές
γεννήθηκε η ιδέα της ιεραποστολής στην Αφρική.
Στα 57 του χρόνια ο «παππούς», όπως
χαρακτηριστικά τον προσφωνούσαν, μεταβαίνει στην Αφρική, συνοδευόμενος
από την ανιψιά του Όλγα Παπασαράντου, αδελφή του Αντικαρκινικού
Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Άγιος Σάββας», με ιεραποστολικό σκοπό.
Ο τότε
αρχιεπίσκοπος αλλά και όλοι οι γνωστοί του τον αποθάρρυναν, προβάλλοντας
ως δικαιολογίες το προχωρημένο της ηλικίας και την κατάσταση της υγείας
του. Σε μία επίσκεψη του στους Αγίους Τόπους συνάντησε τον πατριάρχη
Αλεξανδρείας. Σε λίγες μέρες βρέθηκε στην Ουγκάντα. Γράφει για τις
πρώτες δυσκολίες που συνάντησε: «ούτε κατοικία, ούτε ναός, ούτε κλήρος.
[…] αι ολίγαι ελληνικαί οικογένειαι, μίλια μακρυά η μία από την άλλην.
Οι μαύροι Ορθόδοξοι, ομοίως διεσπαρμένοι κατά δεκάδας και εκατοντάδας
μιλίων εις τα 4 σημεία του ορίζοντος. Οι ιθαγενείς ιερείς αδαέστατοι και
επτοημένοι…».
Ανοίγεται λοιπόν σε μια ευρεία αλληλογραφία. Γράφει σε
φίλους, συγγενείς, γνωστούς που μπορεί να βοηθήσουν με οποιονδήποτε
τρόπο. Έτσι, άρχισε σιγά σιγά να δέχεται βοήθεια από την Ελλάδα, την
Ευρώπη, την Αμερική (επιταγές, δέματα με ρουχισμό, σκεύη κ.ά.). Γράφει:
«στις 22 λήγοντος μηνός (Μαρτίου) 1961 ετελέσθησαν τα εγκαίνια του
μικρού Ναού της Ιεραποστολής μας.[…] Λουγκάντα δεν έμαθα ακόμη, έχω
μάθει όμως αρκετά «Σουαχίλι». Τα λέγω ανακατωτά με τα αγγλικά και
συννενουούμαι σχεδόν καλά». Κατηχεί, διδάσκει, λειτουργεί. Πλήθος
ιθαγενών βαπτίζεται. Ετοιμάζει και άλλους και τους οδηγεί στην ιερωσύνη.
Εξαπλώνει την Ιεραποστολή στις
γειτονικές Κένυα και Τανζανία. Στο Ναϊρόμπι της Κένυα δημιουργεί άλλον
ιεραποστολικό σταθμό: «το έργον προχωρεί, η Ορθοδοξία εξαπλούται».
Μεταφράζει στη Σουαχίλι τη Θεία Λειτουργία και διάφορες προσευχές. Κάνει
διαρκώς εκκλήσεις για βοήθεια μέσω αλληλογραφίας προς την Ελλάδα και
προσκαλεί ανθρώπους να πάνε να βοηθήσουν το έργο του, χωρίς ανταπόκριση.
Στη συνέχεια ξεκινά για το Κογκό, τη νεοπαγή Δημοκρατία του Ζαΐρ. Εκεί
συναντά ακόμα μεγαλύτερη ανταπόκριση από τους ιθαγενείς.
Ωστόσο υπάρχει τεράστια έλλειψη σε
συνεργάτες αλλά και υλική βοήθεια. Στις επιστολές του όμως είναι έκδηλο
το παράπονό του ότι κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να πάει εκεί κοντά του
και να τον βοηθήσει στο έργο παρά τις απεγνωσμένες του εκκλήσεις. «Δεν
θα βρεθεί κάποιος να με λυπηθεί;» έγραφε. Μοναδικές εξαιρέσεις ο π.
Αθανάσιος Ανθίδης (1963), μετέπειτα Ιεραπόστολος στην Καλκούτα των
Ινδιών.
Παρ’ ότι ήτο γέρων και μόνος και το
φορτίο βαρύ στούς ασθενικούς του ώμους, εν τούτοις δεν ελύγιζε από την
κακουχία και συνέχεια έκαμνε έκκληση για συνεργάτες, προέτρεπε κάθε
δυνάμενον. «Ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τόν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ
Χριστοῦ καί φωτίσαι πάντας» (Εφεσ.3,8). «Είμαι αποφασισμένος να μείνω
εδώ…..» έγραφε.
Τη 13η Δεκεμβρίου 1972, κατά τη διαδρομή
από την Κανάγκα στο Μπουζμάζι, τον κατάβαλε μια ακατάσχετη ρινορραγία.
Επέστρεψε στην Κανάγκα, λειτούργησε τα Χριστούγεννα και τελικά κοιμήθηκε
την 29η Δεκεμβρίου 1972 στο νοσοκομείο της Κανάγκα. Η στάση σεβασμού
που κράτησε ο π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, ειδικά προς τα τοπικά
έθιμα, και γενικά η εκτίμησή του προς το ποίμνιό του, βρήκε την απάντησή
της κατά την κήδευση αυτού του ιεραποστόλου. Οι ιθαγενείς τον τίμησαν
με τα δικά τους έθιμα της κηδείας, ντυμένοι με τις τοπικές ενδυμασίες
της Κανάνγκα του Ζαΐρ.
Σκαπανέας ήταν ο αείμνηστος π.
Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος. «Αυτός άνοιξε τον δρόμο στην Αφρική».
Σήμερα ζώντας σέ μία εποχή χλιαρότητος καί αδιαφορίας, όπου κυριαρχεί ὁ
ἀτομισμός, πόσο θά πρέπει να κρατάμε υψηλά στην συνείδησή μας καί να παραδειγματιζόμαστε από εκείνους
τούς ολίγους, πού παραμερίζοντας το συμφέρον τους, εξέρχονται από τον
κλοιό μιας προσωπικής αυτάρκειας και αψηφώντας και την ίδια τους την
ζωή, αγωνίζονται να μεταδώσουν το φως του Ευαγγελίου κα τις αιώνιες
Αρχές στους αδελφούς «τούς ἐν σκότει καί σκιᾶ θανάτου καθημένους».
Ο Ιεραπόστολος της Αφρικής μακαριστός π. Χαρίτων Πνευματικάκις
Ο
π. Χαρίτων Μπουτονάκης – Πνευματικάκις (κατά κόσμον Χαράλαμπος)
γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1908 στο χωριό Παλαιλώνι της επαρχίας Βάμου
Αποκορώνου Χανίων. Σε νεαρή ηλικία τελείωσε την Ιερατική Σχολή Χανίων
και τον Οκτώβριο του 1932 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του
Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1934 μεταβαίνει στο Βόλο και ως ιεροκήρυκας
ιδρύει τα πρώτα κατηχητικά σχολεία, ενώ παράλληλα αναλαμβάνει ως
βιβλιοφύλακας την αναδιοργάνωση και τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης του
Θρησκευτικοφιλολογικού Συλλόγου «Οι Τρεις Ιεράρχες». Το 1935 επιτυγχάνει
την έκδοση δεκαπενθήμερου χριστιανικού φυλλαδίου με τίτλο «Το Φως του
Κόσμου», την εποπτεία και διεύθυνση του οποίου είχε εξ αρχής.
Το
1937 ο π. Χαρίτων έφυγε από τον Βόλο και προσχώρησε στην αδελφότητα
«Ζωή» και το καλοκαίρι του 1940 χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε
Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο. Το 1945 υπηρετεί ως ιερεύς στην Έδεσσα και
στη συνέχεια στην Κοζάνη και στην Κατερίνη. Το 1949 υπηρετεί ως
στρατιωτικός ιερέας στο Γράμμο, όπου και τραυματίζεται από έκρηξη
νάρκης. Από το 1958 μέχρι 1972 τον βρίσκουμε στην Πάτρα, όπου
πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Συλλόγου Ορθοδόξου Ιεραποστολής «Ο
Πρωτόκλητος». Σε
ηλικία 65 ετών, στις 9 Ιουλίου 1973, ο π. Χαρίτων με αποστολικό ζήλο,
πορεύεται στην Αφρική για το Χριστό, στον τόπο που έφησε την τελευταία
του πνοή ο μακαριστός π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, την Κανάγκα του
Κογκό. Συνάντησε πάρα πολλά εμπόδια, διαφορετικές κλιματολογικές
συνθήκες, επιδημίες, δυστυχία, πείνα, εξεγέρσεις, πολέμους, δυσκολίες
μέχρι αφανισμού του. Παρ’ ότι κατηγορήθηκε ακόμη και ως λαθρέμπορος
διαμαντιών δεν οπισθοχώρησε, έμεινε εκεί και απαντούσε: «Οι ιερείς του
Θεού του Υψίστου δε φοβούνται ούτε το θάνατο». Όταν ο τότε Πρόξενος στο
Λουμπουμπάσι κ. Στέφανος Ποταμιανός προέτρεψε τον π. Χαρίτωνα να
αναχωρήσει για την Ελλάδα, ο γέροντας του απάντησε ότι δεν θα γίνει
ρίψασπις και ότι υπήρχαν και στο Ζαΐρ μνήματα.
Πρώτη
του φροντίδα κατά την άφιξή του στην πόλη, ήταν ο καλλωπισμός του τάφου
του π. Χρυσόστομου Παπασαραντόπουλου και η επισκευή του μικρού Ι. Ναού
του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Σε λίγο καιρό η κυβέρνηση της
Κανάνγκα παραχωρεί στο Ιεραποστολικό Κλιμάκιο μια παλαιά οικία
ομογενούς, η οποία διαμορφώνεται κατάλληλα και γίνεται Ι. Ναός
αφιερωμένος στον Άγιο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο. Το 1976 σε οικόπεδο
κεντρικού σημείου της πόλης ανεγείρεται νέος Ι. Ναός του Αγίου Ανδρέα με
βαπτιστήριο.
Τον Αύγουστο του 1976
χειροτονούνται από τον Μητροπολίτη Κεντρ. Αφρικής Τιμόθεο οι δύο πρώτοι
ιθαγενείς ιερείς, ο π. Χρυσόστομος και π. Ανδρέας, που στο εξής θα
βοηθούσαν τον π. Χαρίτωνα να ανταποκριθεί στις πνευματικές του διαρκώς
αυξανόμενου ποιμνίου. Εξάλλου ο π. Χαρίτων τόνιζε πάντα ότι στο Ζαΐρ δεν
είχε πάει για προσηλυτισμό και δελεασμό ψυχών με μεγάλα χρηματικά ποσά ή
υλικά μέσα, σαν αυτά που διέθεταν τα ιεραποστολικά μεγαθήρια άλλων
ομολογιών, αλλά για να καταστήσει γνωστό το μήνυμα του Ευαγγελίου στον
ειδωλολατρικό κόσμο και να προβάλει τον πλούτο της Ορθοδοξίας και της
Θείας λατρείας μας. Έτσι, κατάφερε σε 5 μόλις χρόνια να προσέλθουν στην
Ορθοδοξία 626 καθολικοί, 135 προτεστάντες και 900 ειδωλολάτρες.
Αναλώθηκε στο να κηρυχθεί "το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει", η Ορθοδοξία
"εις την οικουμένη". Στην Κανάγκα ο π. Χαρίτων παρέμεινε συνεχώς 25
χρόνια μέχρι την κοίμησή του.
Ο Θεός ευλόγησε το
αγιαστικό, λατρευτικό, διδακτικό, κατηχητικό, εκπαιδευτικό,
φιλανθρωπικό, κοινωνικό, Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό του έργον.
Η Θεία Λειτουργία, που με ιεροπρέπεια και κατάνυξη επιτελούσε, προσήλκυε τους ιθαγενείς στην Ορθοδοξία.
Βρήκε
περί τους 30 Ορθοδόξους και με την Χάρη του Θεού κατόπιν Κατηχήσεως,
δια του Αγίου Βαπτίσματος, τους χάρηκε αυξανόμενους σε 30.000 και πλέον.
Με
τις πολύμοχθες, άοκνες προσπάθειές του και την οικονομική βοήθεια από
την Ελλάδα και το εξωτερικό ανεγέρθησαν περίτεχνοι Ι. Ναοί.
Δώδεκα
πνευματικά του τέκνα, ορθόδοξοι ιθαγενείς, αξιώθηκαν της τιμής να
γίνουν κληρικοί. Χειροτονήθηκαν από τον οικείο Επίσκοπο Σεβ. Μητροπολίτη
Κεντρώας Αφρικής κ. Τιμόθεο, που ποικιλοτρόπως συμπαρίστατο στις
προσπάθειες και ενίσχυε τον ακάματο εργάτη του Ευαγγελίου.
Στο
ιατρείο της Ιεραποστολής με την προσφορά αρχικά της ασκήτριας στην
αγιότητα, αδελφής της αγάπης, αειμνήστου Όλγας Παπασαραντοπούλου και
στην συνέχεια των πέντε αφιερωμένων Αδελφών Νοσοκόμων από την Ελλάδα,
ανακουφίζονται οι πονεμένοι αδελφοί μας και τους παρέχεται δωρεάν
ιατροφαρμακευτική περίθαλψι.
Στα
εκπαιδευτήρια "Φως Εθνών" "LUMIERE DES NATIONS" 1000 μαθητές - μαθήτριες
σε διάφορες τάξεις Δημοτικών - Γυμνασίου - Λυκείου δέχονται τα πολύτιμα
αγαθά της παιδείας. Στους μαθητές παρέχονται δωρεάν σίτισι, ρουχισμός,
βιβλία, γραφική ύλη κ.ά.
Με τους κόπους των αφοσιωμένων τεσσάρων εκπαιδευτικών, τα Σχολεία έχουν μεγάλες επιτυχίες και τυγχάνουν πολλαπλών διακρίσεων.
Στο
χώρο του ιεραποστολικού κλιμακίου δεσπόζει ο περικαλλής Ι. Ναός του
Αγίου Ανδρέου, με βυζαντινή αγιογραφία και μυσταγωγική ατμόσφαιρα,
κέντρο και ορμητήριο κάθε αγώνος και πόλος έλξεως των πιστών Ορθοδόξων.
Γύρω
του έχουν αναπτυχθεί σταδιακά και οργανωμένα, καλαίσθητα και
εντυπωσιακά κτίρια σε βυζαντινό ρυθμό. Το ιατρείο, τα σχολεία "Φως
Εθνών", αίθουσες κατηχητικών και πνευματικών συγκεντρώσεων, για
ανθρώπους κάθε ηλικίας, βιβλιοθήκη - αναγνωστήριο, οι κατοικίες του
ιεραποστολικού κλιμακίου, κτίριο Σεμιναρίου, για την κατάρτιση στελεχών
από μακρινές περιοχές, ξενώνας 50 κλινών, κατοικίες ιθαγενών κληρικών,
εργαστήρια, αποθήκες κ.ά.
Για την δημιουργία όλων αυτών ο π. Χαρίτων δόθηκε "ψυχή τε και σώματι"
προσφέροντας βέβαια και τα χρήματα της συντάξεώς του. Πολύτιμη ήταν και η
συμβολή του Αρχιμ. π. Ιγνατίου Μαδενλίδη, πνευματικού τέκνου και αξίου
διαδόχου του, που τα τελευταία χρόνια στάθηκε κοντά του.
Ο
π. Χαρίτων κατέλειπε ως υψικάρυνος κατάκαρπος ελαία, θαυμαστά
επιτεύγματα και πνευματικές υποθήκες. Διακόνησε την Ορθοδοξία και τον
Ελληνισμό στην Αφρική "εν ταπεινώσει και απλότητι".
Τιμητικές
διακρίσεις: Αν και ο μακάριος π. Χαρίτων ουδέποτε επεδίωξε ανθρώπινες
διακρίσεις, ως επιβράβευση των μόχθων του, εν απουσία, του απονεμήθηκαν:
Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών (χάλκινο μετάλλιο). Και υπό της Αποστολικής
Εκκλησίας των Πατρών "τιμητικόν δίπλωμα με Σταυρόν Μετάλλιον του Αγ.
Ανδρέου".
Πλήρης ημερών και έργων
αγαθών κοιμήθηκε εν Κυρίω "ανώδυνα και ειρηνικά" την Κυριακή 29/3/1998,
που η Εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Ιωάννη τον συγγραφέα της Κλίμακος, αφού
κοινώνησε, για τελευταία φορά των Αχράντων Μυστηρίων.
Ο
Υψιπετής Αετός της ιεραποστολής, ο πύρινος μαχητής της Πίστεως, ο
αθόρυβος "επαναστάτης", ο αυστηρός και ασκητικός Γέροντας, ο σταθερός
και συνεπής στις παραδόσεις των Πατέρων, ο εμφορούμενος από βαθύ
εκκλησιαστικό φρόνημα, ο Πατέρας χιλιάδων Αφρικανών, ο δούλος Κυρίου,
έφυγε οσιακά, για την αιωνιότητα.
Ετάφη
κατά την επιθυμία του, πίσω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέου, που με
αίμα και ιδρώτα ανήγειρε και αναπαύεται στην αφρικανική γη. Στον τάφο
του αναγράφονται σε μαρμάρινη πλάκα τα τελευταία του λόγια:
"Χριστός Ανέστη...!
Χτυπάτε τις καμπάνες της Ορθοδοξίας,
σε όλη την Αφρική,
σε όλη την Αφρική...
χτυπάτε τις καμπάνες της Ορθοδοξίας,
της Ορθοδοξίας...!" Δείτε βίντεο αφιέρωμα στον π. Χαρίτωνα
Από τη δράση του αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου (απόσπασμα από εδώ)
Σε συνεργασία με το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, ο Εθνάρχης Μακάριος οργάνωσε με επιτυχία την σύγχρονη Ορθόδοξη
Ιεραποστολική δράση. Έγινε μάλιστα θα λέγαμε ο σύγχρονος κορυαφαίος
Ιεραπόστολος, με την έννοια ότι για πρώτη φορά εισήγαγε την σύγχρονη
μορφή της υποδομής της Ιεραποστολής με το κτίσιμο και τη λειτουργία
Ιερατικής Σχολής που προετοιμάζει από τον τοπικό πληθυσμό ιθαγενείς
κληρικούς και λαϊκούς κατηχητές.
Η Πατριαρχική Ιερατική Σχολή στην
Ναϊρόμπι της Κένυας «Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ’» αποτελεί πλέον
πνευματικό κόσμημα για την σύγχρονη Ιεραποστολή και παράδειγμα προς
μίμηση για την συναδέλφωση των λαών και την ειρηνική συνύπαρξή τους.
Παραχώρησε μάλιστα ένα λαμπρό νέο της Εκκλησίας της Κύπρου ως διάκονο
τού τότε Πατριάρχη Αλεξανδρείας Νικολάου για να δραστηριοποιηθεί στο
χώρο της Ιεραπστολής που αργότερα η πρόνοια του Θεού τον εξέλεξε να
είναι ο Πατριάρχης της Αφρικής, ο μακαριστός Πέτρος, που επαύξησε επάξια
το Ορθόδοξο Ιεραποστολικό έργο όπως το οραματίστηκε ο Μακάριος.
Ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος ως ιεραπόστολος στην Αφρική (από εδώ)
O
Aρχιεπίσκοπος Aναστάσιος πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναγέννηση της
Eξωτερικής Iεραποστολής της Ορθόδοξης Eκκλησίας. Στη δεκαετία 1981-1991,
ως Tοποτηρητής της Iεράς Mητροπόλεως Eιρηνουπόλεως - Aνατολικής Aφρικής
(Kένυα, Oυγκάντα, Tανζανία), ίδρυσε και οργάνωσε την Πατριαρχική Σχολή
«Aρχιεπίσκοπος Kύπρου Mακάριος», την οποία διηύθυνε επί δεκαετία.
Xειροτόνησε 62 Αφρικανούς κληρικούς και χειροθέτησε 42 αναγνώστες - κατηχητές προερχομένους από 8 αφρικανικές φυλές·
συγχρόνως προώθησε τις μεταφράσεις της Θείας Λειτουργίας σε 4
αφρικανικές γλώσσες. Mερίμνησε για τη σταθεροποίηση 150 περίπου
ορθοδόξων ενοριών και πυρήνων και την ανέγερση δεκάδων ναών, ανήγειρε 7
ιεραποστολικούς σταθμούς, φρόντισε για τη δημιουργία σχολείων και
ιατρικών σταθμών.
Περισσότερα για τον π. Αναστάσιο εδώ. Για το βιβλίο, εδώ.
Ο μεγάλος ιεραπόστολος του Ζαΐρ π. Κοσμάς Γρηγοριάτης
"Δεν χρειάζεται να
μπολιάσουμε τον δικό μας πολιτισμό στο αφρικανικό σώμα με όλα τα
παρεπόμενα καρκινώματα. Ο Αφρικανός έχει δικόν του, πολύ αξιόλογον
πολιτισμό, δική του κοινωνικότητα. Πρέπει όμως ο ιεραπόστολος να
κοπιάση πολύ, να τον ανακαλύψη και να τον εκχριστιανίση" [εννοείται, αφαιρώντας ό,τι έρχεται σε αντίθεση με το χριστιανικό μήνυμα αγάπης και σχέσης με τον Τριαδικό Θεό].