Orthodox Mission

Το Ιστολόγιο Orthodox Mission είναι μια ιδιωτική πρωτοβουλία ,φίλων της Ορθόδοξης Ιεραποστολής που στηρίζει τον σεβαστό μας αγιορείτη π.Θεολόγο ,
ο οποίος εργάστηκε θυσιαστικά και σιωπηρά στο Κονγκό.(Brazzaville)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κοσμάς Γρηγοριάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κοσμάς Γρηγοριάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

O ιεραπόστολος π. Κοσμάς Γρηγοριάτης. Περιστατικά της ζωής του

πηγή:koinoniaorthodoxias
Τον Νοέμβριο του 1978 ξεκίνησε από την Ιερά Μονή του Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, με ευλογία του Καθηγουμένου αυτής πατρός Γεωργίου, ο ιερομόναχος π. Κοσμάς Γρηγοριάτης (Ασλανίδης), ο οποίος και εργάσθηκε στην ιεραποστολή στο Κολουέζι μέχρι τον Ιανουάριο του 1989. Στα έντεκα αυτά χρόνια βάπτισε περί τους 15.000 Αφρικανούς και ίδρυσε περί τις 55 ενορίες.

Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτη

p.Kosmas_Grigoriatis_01

Όταν ξεκίνησε σε ηλικία 37 ετών για την Ιεραποστολή στα Έθνη, ποτέ δεν είχε φαντασθεί πόσα και ποια τεράστια εμπόδια και προβλήματα θα ορθώνονταν μπροστά του. Ο Θεός τού άναψε μόνο
τον πόθο του ευαγγελισμού των ειδωλολατρών αδελφών του. Στην επιτέλεση όμως του ιεραποστολικού έργου είδε ότι χωρίς γλώσσα, εκκλησιαστικά βιβλία, σχολεία, φαρμακείο, εκκλησίες, δεν γίνεται τίποτε. Πήρε λοιπόν ένα σημειωματάριο και έγραψε τη φράση στα σουαχίλι: «Τι είναι αυτό;» Με τη φράση αυτή ξεκίνησε και ρωτώντας καθημερινά τους ιθαγενείς έμαθε τη γλώσσα τους. Έγραφε κάθε λέξη που άκουγε και σε λίγους μήνες μιλούσε αρκετά καλά. Προόδευσε στην εκμάθηση και κατόρθωσε με τη βοήθεια των δύο γραμματέων του να ασχοληθεί και με τη μετάφραση εκκλησιαστικών βιβλίων. Έτσι βοήθησε στη μετάφραση των καθημερινών Ακολουθιών, των θείων Λειτουργιών και των Μυστηρίων της Εκκλησίας μας.
Ο μακαριστός π. Κοσμάς ίδρυσε και εξατάξιο Δημοτικό σχολείο, το οποίο αποπερατώθηκε από τον διάδοχό του και λειτούργησε για πρώτη φορά κατά τη σχολική περίοδο 1990-91 με 250 αγόρια. Προηγήθηκαν στις εγγραφές τα παιδιά των Ορθοδόξων και συμπληρώθηκαν οι θέσεις και από παιδιά άλλων ομολογιών.
Ανθρωπίνως ο πρόωρος και αιφνίδιος θάνατος του π. Κοσμά σε ηλικία 47 ετών (κατόπιν τραγικού αυτοκινητιστικού δυστυχήματος) άφησε μέγα κενό στον ιεραποστολικό τομέα.
Ο π. Κοσμάς πίστευε ότι ο Θεός τον έστειλε στην Αφρική όχι μόνο σαν ιεραπόστολο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και σαν άνθρωπο της αγάπης που θα θυσιάζεται για κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, εθνικότητος, φυλής και χρώματος. Έτσι, απ’ όπου περνούσε κι έβλεπε ανθρώπους να έχουν την ανάγκη του, τους εξυπηρετούσε χωρίς να εξετάζει τίποτε.
Ένα απόγευμα περνούσε από μια λίμνη κοντά στη φάρμα της ιεραποστολής Κολουέζι. Κοντά στη λίμνη είδε πολύ κόσμο να κλαίει. Ένα παιδάκι είχε πνιγεί και βρισκόταν στον βυθό. Τους καθησύχασε: «Μη κλαίτε. Θα πέσω εγώ μέσα να το βγάλω». Πήγε πιο πέρα. Έβγαλε τα ράσα του κι έμεινε με το παντελόνι. Του υπέδειξαν το σημείο στο οποίο το παιδί, τη στιγμή που ψάρευε, παραπάτησε κι έπεσε μέσα και πνίγηκε. Εκείνος έκαμε τρεις βουτιές σε βάθος περί τα 10 μέτρα. Την τρίτη φορά το ξεκόλλησε. Του έδωσε μία ώθηση προς τα πάνω και το παιδί βρέθηκε στην επιφάνεια. Είχε φθάσει στον βυθό, διότι είχε μπερδευτεί με την πετονιά του. Τα κλάματα των ανθρώπων μετατράπηκαν σε χορούς και τραγούδια. Οι ευχαριστίες τους, παρότι είχαν μπροστά τους ένα νεκρό παιδί, δεν περιγράφονταν.
Ο π. Κοσμάς σταματούσε τ’ αυτοκίνητό του και με το συρματόσχοινο, που έφερε πάντα μαζί του, έδενε τα καρότσια των φτωχών αφρικανών χωρικών και τα τραβούσε, ιδίως στις ανηφόρες, για να τους βοηθήσει. Αν έβλεπε σταματημένα στους δρόμους αυτοκίνητα, σταματούσε. Ρωτούσε για τη βλάβη. Φορούσε την φόρμα του κι έπεφτε ο ίδιος κάτω από το ξένο αυτοκίνητο για να το επισκευάσει. Αν είχε τελειώσει το πετρέλαιο, πήγαινε ο ίδιος με τ’ αυτοκίνητό του στην Ιεραποστολική Βάση, γέμιζε ένα μπιτόνι κι επέστρεφε για να βοηθήσει τ’ αυτοκίνητα των συνανθρώπων του.
Οσάκις δεν είχε φορτίο στ’ αυτοκίνητό του, μάζευε τον κόσμο από τους δρόμους, που οι καημένοι έρχονταν με τα πόδια από μακρινές αποστάσεις, φορτωμένοι με τα χόρτα τους να τα πουλήσουν στο Κολουέζι. Τους έλεγε συχνά να τραγουδούν κι εκείνος απολάμβανε χαρούμενος και ικανοποιημένος από τις ωραίες φωνές τους και τα τραγούδια τους.
Μια φορά τον σταμάτησαν δύο ψαράδες για να τους πάρει μαζί με τα ψάρια τους. Τους πήγε στο Κολουέζι κι εκείνοι του είπαν: «Πάτερ, μη μας αφήνεις εδώ, γιατί οι στρατιώτες θα μας πάρουν τα ψάρια. Πήγαινέ μας στο χωριό μας». Και εκείνος τους μετέφερε πράγματι στο χωριό τους, που απείχε από το Κολουέζι 30 χιλιόμετρα. Επιστρέφοντας έφερε άλλο κόσμο που βάδιζε για το Κολουέζι.
Στην γιορτή του Αγίου της κάθε ενορίας έδινε δύο τσουβάλια καλαμποκάλευρο για το μπουκάρι τους (βρασμένο πηκτό ζυμάρι που το τρώνε αντί ψωμιού) και ένα γουρούνι. Πήγαινε, όταν μπορούσε κι ο ίδιος στις πανηγύρεις τους. Ευλογούσε τα φαγητά τους. Έτρωγε κι ο ίδιος απ’ αυτά κι έδινε χαρά στους Αφρικανούς, διότι έβλεπαν ένα Ευρωπαίο να τρώει από τα δικά τους φαγητά.
Για την κοπή των ευκαλύπτων που βρίσκονται μέσα στον χώρο της Ιεραποστολής αναλάμβανε ο ίδιος όλη την διαδικασία. Ανέβαινε με ειδικά σανδάλια σχεδόν στην κορυφή του δένδρου, δηλαδή 20-30 μέτρα, έδενε απ’ εκεί μια τριχιά και κατέβαινε. Έπαιρνε το αλυσοπρίονο κι έκοβε το δένδρο, ενώ οι ιθαγενείς κρατούσαν την τριχιά, ώστε το δένδρο να πέσει στην πλευρά που ήθελαν.
Κάποιος από τους πρώτους Κατηχητές του, ο Νικόδημος, θυμήθηκε την παλιά του ζωή και πήγε στον μάγο να τον εξυπηρετήσει σε κάποιο πρόβλημά του. Αλλά ο πανάγαθος Θεός που ποθεί την σωτηρία του πλάσματός του, επέτρεψε και δαιμονίσθηκε ο Κατηχητής. Έμεινε έτσι δύο ημέρες διδάσκοντας στους άλλους, τι σημαίνει να επιστρέφει κανείς στα παλιά, αλλά και πόση είναι η δύναμη του Θεού επάνω στις δυνάμεις του σκότους. Ο π. Κοσμάς του διάβασε εξορκισμούς και έφυγε το δαιμόνιο, το οποίο κατά παραχώρηση του Θεού τον ταλαιπώρησε λίγες ημέρες.
Ο μακαριστός π. Κοσμάς ήταν ο μόνος ιεραπόστολος του Κολουέζι που αγκάλιασε όλους τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα συνδέθηκε και βοήθησε τους τοπικούς άρχοντες, στους οποίους κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα προσέφερε από ένα γουρουνάκι δώρο, απ’ αυτά που έτρεφε στο ζωοτροφείο της φάρμας του. Έτσι κι αυτοί γιόρταζαν λαμπρότερα τις ημέρες αυτές, αλλά και ο π. Κοσμάς κέρδιζε την αγάπη και συμπάθειά τους. Για κάθε λοιπόν θέμα που ανέκυπτε στην πορεία των εργασιών του και στους Χριστιανούς του, είχε τους «Φίλους» του, οι οποίοι πάντοτε έδιναν μια θετική λύση.
Επίσης, ιδιαίτερη ήταν η μέριμνά του για τους φυλακισμένους του Κολουέζι. Στις φυλακές «Ντιλάλα» σχεδόν πάντοτε διέμεναν πάνω από 200 άτομα. Η διαβίωσή τους ήταν κάθε άλλο παρά ανθρώπινη. Ο π. Κοσμάς τους έφτιαξε ξύλινα κρεβάτια, διότι μέχρι τότε κοιμόντουσαν κάτω στο τσιμεντένιο δάπεδο. Τους έφερε μεγάλα βαρέλια, τα έβαψε και τους έδωσε νερό να πίνουν. Τουλάχιστον μία φορά τον μήνα τους πήγαινε φαγητά: μπουκάρι (ζυμάρι από καλαμποκάλευρο), κρέας, χόρτα, φασόλια και ενίοτε τους έδινε και φάρμακα.
Αυτό το φιλανθρωπικό έργο επέκτεινε και στα νοσοκομεία και στ’ άλλα ιδρύματα, οίκων ευγηρίας και λεπρών. Ας σημειωθεί ότι το Κράτος δεν παρέχει φαγητό, παρά μόνο σπανίως μπουκάρι και αλάδωτα χόρτα. Την παρούσα περίοδο η προσφορά αυτή συνεχίζεται από τον διάδοχο του π. Κοσμά, τον επίσκοπο π. Μελέτιο.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Η δύναμη της Αγάπης (Συγκλονιστική αφρικάνικη ιστορία)



Πρωταγωνιστής σ’ αυτή την περιπέτεια πίστης & ανθρωπιάς ο αγιασμένος ιεραπόστολος του Ζαΐρ π. Κοσμάς Γρηγοριάτης.
Βρισκόμαστε σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι του Ζαΐρ (σημερινό Κογκό).
Η τροπική βλάστηση γύρω βρίσκεται σε έξαρση. Οι μπανανιές πιο κει, κατάμεστες από καρπούς, γέρνουν τα κλαδιά τους κι ο φοίνικας δίπλα στην χορταρένια καλύβα καμαρώνει περήφανος για την λεβεντιά του!
Συλλογισμένος και πικραμένος ένας γέροντας Ζαϊρινός κάθετε έξω από το αρχοντικό του (καλύβα), μασουλώντας ζαχαροκάλαμο.
Μα γιατί δεν με θέλει εμένα ο Χριστός; ψελλίζει με παράπονο. Τι κι’ αν έχω δύο γυναίκες και είκοσι παιδιά μαζί τους; Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός! Να βαφτιστώ Ορθόδοξος! «Όχι!», είπε όμως ο Ιεραπόστολος, ο πατήρ Κοσμάς. «Όχι! Ο Χριστός αυτό δεν το θέλει!».
Τα δάκρυα κυλούν στο μελαψό, χαρακωμένο από ρυτίδες, πρόσωπό του. Φοβερό το δίλημμα!
Πάλη και αγώνας μεγάλος μέσα του. Οπωσδήποτε θέλει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Διακαής ο πόθος του ύστερα απ’ όσα είδε και άκουσε για τούτη την αληθινή θρησκεία. Απ’ την άλλη μεριά, όμως, αγαπά και τις δύο γυναίκες του πολύ και του είναι αδύνατο ν’ αποφασίσει ποια απ’ τις δύο ν’ απαρνηθεί.
Στο μυαλό του τριγυρίζει η κατηγορηματική άρνηση του Ιεραποστόλου, που αποτελεί και απαράβατο νόμο της Ορθοδοξίας μας. Και τώρα κλαίει με λυγμούς απαρηγόρητος. Τα χείλη του ασυναίσθητα ψιθύρισαν για πρώτη φορά μία προσευχή στον γλυκύ μας Ιησού, που όπως έδειξαν τα πράγματα, έσκυψε πλάι του, αφουγκράστηκε τις επιθυμίες του και έσπευσε να τον βοηθήσει.
Ξαφνικά ξαλάφρωσε η καρδιά του, λες και έπαψε η τρικυμία, κι’ ο ανεμοστρόβιλος άρχισε να κοπάζει. Το βράδυ, γύρω από την φωτιά, κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο τις δύο γυναίκες κι’ όλα του τα παιδιά. Τους μίλησε για τις σκέψεις του, τον ιερό πόθο του, την επιθυμία του να βαφτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος και το φοβερό κώλυμα που τον εμπόδιζε να φτάσει στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού.
Συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυά του, έλεγε:
-Ποια ν’ απαρνηθώ; Μου είναι αδύνατο ν’ αποφασίσω.
Άφωνα τα παιδιά μαζεύτηκαν στην γωνιά τους κι’ έγειραν τούτη τη νύχτα να κοιμηθούν, όχι μόνο νηστικά ως συνήθως, αλλά και πικραμένα. Ποια τύχη θα είχε άραγε αυτή η ιστορία; Ο γερο – Ζαϊρινός στριφογύριζε όλη νύχτα στα χορτάρινα στρωσίδια του. Οι συντρόφισσές του ξαγρυπνούσαν έξω από την καλύβα, κάτω από το φως του φεγγαριού, χωρίς να παίρνουν την μεγάλη απόφαση ποια από τις δύο να φύγει.
Η νεότερη, γερμένη κάτω από τον φοίνικα, απελπισμένη και δακρυσμένη, αποκοιμήθηκε ελαφρά και ανάμεσα σε όνειρο και οπτασία, είδε την απαστράπτουσα μορφή του Εσταυρωμένου, Αυτού του Άγνωστου γι’ αυτήν μέχρι τότε Ιησού, που της είπε γλυκά και αποφασιστικά:
Μάθε στην ζωή σου ότι αγάπη θα πει θυσία. Γι’ αυτό βλέπεις και μένα πάνω στον Σταυρό. Ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία μας ζητούν να σταυρώσουμε τα πάθη μας, τις λανθασμένες επιθυμίες μας. Το «εγώ» και το «θέλω» πρέπει να υποτάσσονται στο «πρέπει». Φύγε! Εσύ που τον αγαπάς πιο πολύ, φύγε! Εγώ θα ‘μαι κοντά σου! Θα ευλογήσω τα βήματά σου! Θα σε προστατέψω! Μέγιστη θα ‘ναι η ανταμοιβή σου γι’ αυτή την θυσία, κι ας μη με γνωρίζεις! Θα ‘σαι κι εσύ κάποτε κοντά μου… εν τω Παραδείσω…
Ξύπνησε αναστατωμένη η Ζερμέν. Πετάχτηκε πάνω αποφασισμένη. Είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Μπήκε μέσα στην καλύβα, σκούπισε βιαστικά τα δάκρυά της με τις μαύρες, ροζιασμένες παλάμες της και σκούντησε απαλά τον μέχρι τότε σύντροφό της που μισοκοιμόταν.
-Φεύγω, του είπε, γιατί πρέπει. Δεν μπορώ ν’ αντισταθώ σ΄ εκείνη την φοβερή δύναμη που εκπέμπει ο Χριστός π’ αγαπάς και θέλεις να γίνεις ακόλουθός του… Φεύγω οριστικά! Γενηθήτω το θέλημά Του, ψιθύρισε η αγνή, ολόλευκη ψυχή της.
Δάκρυα χαράς και λύπης συνόδευσαν το αποχωρισμό. Πήρε τα παιδιά της και χάθηκε μέσα στα δάση. Εξαφανίστηκε. Τι δύναμη αποφάσεως! Τι μεγαλείο! Τι πανάκριβο δώρο κατέθεσε στα πόδια του Χριστού μας εκείνη την ώρα , χωρίς να το καταλάβει, αυτή η γυναίκα, που έσφιξε την καρδιά της κι’ έφυγε στο άγνωστο, απαρνούμενη την ήσυχη οικογενειακή εστία.
Χαρούμενος ο γέροντας Ζαϊρινός, με αλαφρωμένη την καρδιά, έτρεξε στον Ιεραπόστολό μας και του ανακοίνωσε τα συμβάντα. Ύστερα από μετάνοια και εξομολόγηση, δέχτηκε το Θείο Βάπτισμα κι’ ύστερα μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια. Η μεγάλη του επιθυμία είχε πραγματοποιηθεί. Αναγεννημένος πνευματικά, αποφάσισε να ζήσει με τον Νόμο του Θεού.
Την επομένη της βαπτίσεως, έγινε και ο Ορθόδοξος Γάμος. Χαρές και ξεφαντώματα οι ιθαγενείς στο χωριουδάκι του Ζαΐρ!
Όμως, οι βουλές του Κυρίου είναι ανεξιχνίαστες! Τρεις ημέρες μετά την βάπτισή του, ξαφνικά ο Χριστός μας τον κάλεσε κοντά Του στους ουρανούς. Κοιμήθηκε εν Κυρίω! «Μακάριοι οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες…»
Σαν βόμβα έσκασε σε όλο το αφρικανικό χωριό η είδηση. Έφυγε τόσο ξαφνικά… εντελώς απροσδόκητα… Απίστευτο. Εντύπωση έκανε σε όλους εκείνη η γλυκιά, ήρεμη, γελαστή μορφή του νεκρού νεοφωτίστου. Άγγελοι πήραν στα χέρια τους, προς καταισχύνη των δαιμόνων, εκείνη την ωραία ψυχούλα και την οδήγησαν στον θρόνο του Θεού, για να ζήσει αιώνια στην Βασιλεία των Ουρανών. Μαθαίνοντας το περιστατικό, επέστρεψε η δεύτερη σύζυγος με τα παιδιά της. Κι’ έτσι, όλοι μαζί πια, βαπτίστηκαν Χριστιανοί κι’ έζησαν ευτυχισμένοι, ακολουθώντας τον δρόμο που τους χάραξε ο Χριστός μας. Το Άγιο Φως που άναψε εκείνη την μεγάλη νύχτα της αποφάσεως πάνω απ’ την καλύβα τους, δεν έσβησε ποτέ. Έγινε ο φάρος της ελπίδας και της σωτηρίας τους.