Orthodox Mission

Το Ιστολόγιο Orthodox Mission είναι μια ιδιωτική πρωτοβουλία ,φίλων της Ορθόδοξης Ιεραποστολής που στηρίζει τον σεβαστό μας αγιορείτη π.Θεολόγο ,
ο οποίος εργάστηκε θυσιαστικά και σιωπηρά στο Κονγκό.(Brazzaville)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Οἱ τρεῖς πειρασμοί τῶν ἱεραποστόλων

 πηγή:hristospanagia

Αποτέλεσμα εικόνας για κορεας αμβροσιος

 Μητροπολίτου Κορέας  π. Αμβροσίου

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ιεραποστολής είναι, ως γνωστόν, η έλλειψη ιεραποστόλων. Αλλά ένα εξ ίσου μεγάλο πρόβλημα είναι το φρόνημα και το ήθος των ιεραποστόλων. Κατωτέρω θα επισημάνουμε τρεις (από τους πολλούς) πειρασμούς που προσβάλλουν τους εργαζομένους στην ιεραποστολή (πιθανότατα και σε άλλους τομείς της εκκλησιαστικής διακονίας) και που έχουν τη δύναμη να αλλοιώσουν ανεπανόρθωτα το αποστολικό ήθος που πρέπει να έχει ένας Ορθόδοξος εργάτης του Ευαγγελίου εις τα έθνη.
α) Υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που πορεύονται προς τις ιεραποστολικές χώρες, όχι με ιεραποστολικό όραμα και ζήλο, ούτε με τ’αποστόλου το ραβδί, αλλά «ορεγόμενοι» και ονειρευόμενοι μίτρες και πατερίτσες! Και αξιώνουν την επισκοποίησή τους ως «επιβράβευση» της ιεραποστολικής τους δράσεως, λησμονώντας πως ο επισκοπικός βαθμός είναι σταυρός και μάλιστα δυσβάστακτος, και όχι βραβείο και κατάληψη αναπαυτικής πολυθρόνας. Γι’ αυτό κι όταν αποκτήσουν το ποθούμενο τότε λείπουν τον περισσότερο χρόνο απ’ τον χώρο της διακονίας τους, διοργανώνουν περιοδείες όχι, βεβαίως, αποστολικές «εν κόπω και μόχθω» (Β΄ Κορ. 11:27) και εργάζονται για την μετάθεσή τους σε καλύτερη επισκοπή.
Αλλά κι αν κάποιος ξεκινήσει την ιεραποστολική του πορεία με αγνές προθέσεις, κινδυνεύει να καταληφθεί από μανία επισκοποιήσεως, λόγω του περιρρέοντος κλίματος που επικρατεί. Ο πειρασμός είναι όντως μεγάλος αφού ευκαίρως ακαίρως βομβαρδίζεται από την ιδέα ότι είναι «άξιος» να γίνει επίσκοπος αφού αυτό βεβαιώνεται από την ιεραποστολική του ιδιότητα! Γι’ αυτό τον λόγο και στο βιογραφικό των προς αρχιερατείαν υποψηφίων συναντάς συχνά πυκνά ως προσόν την «ιεραποστολική προϋπηρεσία!» Αλίμονο για τον ίδιο και τους ανθρώπους του χώρου της διακονίας του εάν η επισκοποίησή του είναι το κίνητρο που τον παρακίνησε προς την ιεραποστολή.
β) Άλλος πειρασμός των ιεραποστόλων είναι τα κάθε λογής «παράσημα» και οι «τιμητικές διακρίσεις», που επιδίδονται σε κληρικούς και λαϊκούς για την προσφορά τους στην εξωτερική ιεραποστολή»! Μ’ άλλα λόγια έγινε συνήθεια να εισπράττονται εν ζωή έπαινοι και μεγαλόσταυροι για την οποιαδήποτε προσφορά προς τους ελάχιστους αδελφούς του Χριστού. Και βέβαια συνήθως η επίδοση των παρασήμων αυτών γίνεται σε κάποια τελετή, που για να ησυχάσουμε τη συνείδησή μας, την ονομάζουμε «σεμνή τελετή» ή «ευκαιρία γνωριμίας του ιεραποστολικού έργου από τους άλλους»! Μετά τα τόσα χειροκροτήματα και τα εύγε πρέπει να περιμένει κανείς κάποια ανταπόδοση στην άλλη ζωή ; Το μόνο που θα ακούσει, ίσως, από τον Κύριο του Αμπελώνος θα είναι «ότι απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου». (Λκ. 16:25).
γ) Επακόλουθο των ανωτέρω είναι οι δημοσιεύσεις επαινετικών σχολίων σε διάφορα έντυπα συνοδευόμενα, συνήθως, με ανάλογο φωτογραφικό υλικό. Ο πειρασμός της δημοσιότητας είναι μεγάλο πρόβλημα που τείνει να γενικευθεί νοθεύοντας το γνήσιο ιεραποστολικό πνεύμα. Το κοσμικό φρόνημα σε πολλές περιπτώσεις εξοστρακίζει το αγιοπατερικό «λάθε βιώσας». Έτσι εκτός από τα δημοσιευόμενα πλούσια αυτοβιογραφικά των εργαζομένων στην ιεραποστολή, τα έργα και τη δράση τους (που μπορεί να δημοσιεύουν και οι ίδιοι), αλλά και τα κολακευτικά εγκώμια των αρθρογράφων, δημοσιεύονται μεταξύ των άλλων και φωτογραφίες την ώρα που π.χ. κάποιος από την ιεραποστολή δίνει ένα ποτήρι γάλα σε κάποιο ορφανό, που γιατρεύει και καθαρίζει την πληγή κάποιου αρρώστου κ.ο.κ.
Υπέρ του πειρασμού της δημοσιότητας επιστρατεύονται επιχειρήματα σαν τα ακόλουθα:
Μ’ αυτό τον τρόπο προβάλλεται το επιτελούμε έργο και όχι τα πρόσωπα. Ζούμε στην εποχή της ενημέρωσης και της εύκολης πληροφόρησης. Πώς είναι δυνατόν να μην ενημερώνουμε τον κόσμο για το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας; Άλλωστε και η προτροπή του αποστόλου Παύλου είναι «την διακονία σου πληροφόρησον». (Β΄ Τιμ. 4:5).
Το σκεπτικό αυτό, νομίζουμε πως είναι λανθασμένο. Πρώτα-πρώτα γιατί η ερμηνεία του ως άνω χωρίου είναι …παρερμηνεία. Στην Καινή Διαθήκη το «πληροφορείν» και «πληροφορία» σημαίνει φέρνω σε πλήρες και αίσιο πέρας την διακονία που μου ανετέθη (Β΄ Τιμ. 4:5), κηρύσσω το Ευαγγέλιο (Β΄ Τιμ. 4:17), εσωτερική πληροφορία που γεννά μέσα μας το Άγιον Πνεύμα (Ρωμ. 4:21. Α’ Θεσ.1:5 και 14:5, Κολ.2:2), εκπλήρωση ελπίδος (Εβρ. 6:11) και βεβαιότητα πίστεως (Εβρ. 10:22). Ο λόγος του Θεού δεν μας προτρέπει να δημοσιοποιούμε τα έργα μας, αλλά αντιθέτως σαφώς μας παραγγέλει «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου) (Ματθ. 6:2). Αυτό είναι το χριστιανικό ήθος.
Δεν μας συμφέρει πνευματικώς, γράφει ο απόστολος Παύλος, επ’ ουδενί λόγω να καυχόμεθα για τα έργα μας. Κι όταν εξ αιτίας των ψευδαποστόλων και για την πνευματική ωφέλεια των Κορινθίων και όχι για αυτοδιαφήμιση αναγκάζεται μετά πολλής δυσκολίας και δυσφορίας να περιαυτολογήσει, κάνοντας λόγο για την υπερβολή «των αποκαλύψεων», που του επεφύλαξε ο Θεός (ενώ για δέκα τέσσαρα ολόκληρα χρόνια κρατούσε απόλυτη σιωπή), αλλά και για τους μόχθους, τους κινδύνους, τους διωγμούς, τα βασανιστήρια κ.λπ. που υπέστη κατά την αποστολική του διαδρομή, δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τελικώς τον εαυτό του πολλές φορές ως «άφρονα». (Β΄ Κορ. 12:11, βλ. και 11:23).
Ο Παύλος γράφοντας σε χριστιανούς-νήπια (βλ. Α΄ Κορ. 3:1 κ.ε.) δεν διστάζει να κατέβει στο επίπεδό τους με αποκλειστικό σκοπό να τους ανεβάσει στο δικό του πνευματικό επίπεδο. Επειδή οι χριστιανοί της Κορίνθου επηρεάστηκαν απ’ τις κατηγορίες των ιουδαϊζόντων ψευδοδιδασκάλων, οι οποίοι διέδιδαν ότι οι Εκκλησίες που ίδρυσε ο Παύλος ήταν κατώτερες απ’ τις λοιπές που ίδρυσαν οι άλλοι Απόστολοι, για καθαρώς σκοπούς της ιεραποστολής αναγκάζεται να συγκρίνει τον εαυτό του προς τους «υπερλίαν αποστόλους» (βλ. Β΄ Κορ. 11:5 και 12:11). Με άλλα λόγια μοναδικό μέτρο και κριτήριο των πράξεών του ήταν η πρόοδος του Ευαγγελίου και η επιτυχία του ιεραποστολικού του έργου. Γι’ αυτό τον λόγο και ο ιερός Χρυσόστομος θα βάλει στο στόμα του Αποστόλου τα εξής: «Επειδή δε είδον το ποίμνιον διαφθειρόμενον, τους μαθητάς αποπηδώντας, κατεφρόνησα φορτικού πράγματος και επαχθούς, και ηναγκάσθην άφρων γενέσθαι, τα εμαυτού λέγων εγκώμια δι’ υμάς και την υμετέραν σωτηρίαν».
Είναι δε λίαν διδακτικό το παράδειγμα του Αποστόλου των Εθνών που ενώ αποφεύγει συστηματικώς τους αυτοεπαίνους, απεναντίας βλέπουμε πόσο εύκολος είναι στην αυτομεμψία. «Τα μεν ουν αμαρτήματα, και μηδεμιάς ούσης ανάγκης, εκπομπεύει … στηλιτεύων και δήλα ποιών ουχί τοις τότε μόνον ανθρώποις, αλλά και τοις μετά ταύτα εσομένοις πάσι, τα δε εγκώμια, και ανάγκην ούσαν ορών, όμως οκνεί και αναδύεται διηγήσασθαι». Στις επιστολές του, στις οποίες φαίνεται καθαρά ότι δεν ζούσε για τον εαυτό του αλλά για το Ευαγγέλιο, κατ’ επανάληψη κατηγορεί τον εαυτό του όπως π.χ. «Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμο αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμι εγώ» (Α΄ Τιμ. 1:15), «Χάριν έχω τω ενδυναμώσαντί με Χριστώ … ότι πιστόν με ηγήσατο θέμενος εις διακονίαν το πρότερον όντα βλάσφημον και διώκτην και υβριστήν, αλλά ηλεήθην, ότι αγνοών εποίησα εν απιστία» (Α΄ Τιμ. 1:12-13), «Έσχατον δεν πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί. Εγώ γαρ ειμι ο ελάχιστος των αποστόλων ος ουκ ειμί ικανός καλείσθαι απόστολος, διότι εδίωξα την εκκλησίαν του Θεού» (Α΄ Κορ. 15:8-9), «Εμοί τω ελαχιστοτέρω πάντων αγίων εδόθη η χάρις αύτη, τοις έθνεσι ευαγγελίσασθαι το ανεξιχνίαστον πλούτος του Χριστού». (Εφ. 3:8).
Το ταπεινό φρόνημα και η αυτοκατάκριση του Αποστόλου φαίνεται και από την δημόσια εξομολόγηση που κάνει κατά τον λόγο του προς τους Ιουδαίους των Ιεροσολύμων, όπως μας τον διασώζει ο Λουκάς (βλ. Πρ. 22:11-21), όπου εν μετανοία ομολογεί ότι φυλάκιζε και έδερνε από την μία συναγωγή στην άλλη εκείνους που πίστευαν στον Χριστό, καθώς επίσης και τα όσα έπραξε κατά το μαρτύριο του πρωτομάρτυρος Στεφάνου όπου ήταν «εφεστώς και συνευδοκών τη αναιρέσει αυτού και φυλάσσων τα ιμάτια των αναιρούντων αυτόν». (Πρ. 22:19-20) Τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν όλοι οι άγιοι που είχαν το θάρρος να δημοσιεύουν τις αμαρτίες τους και να αποκρύπτουν συστηματικά τις αρετές τους. «Τοιούτον γαρ των αγίων το έθος ει μεν τι πράξαιεν φαύλον, εκπομπεύουσιν αυτό, και καθ’ εκάστην ημέραν θρηνούσι και πάσι ποιούσι κατάδηλον, ει δε τι γενναίον και μέγα, αποκρύπτουσι και λήθη παραπέμπουσιν».
Εμείς, καθώς παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, κάνουμε το ακριβώς αντίθετο: Τα αμαρτήματά μας όχι μόνον δεν τα θυμόμαστε και δεν τα κοινοποιούμε, αλλά κι εάν κάποιος μας κάνει λόγο γι’ αυτά αγανακτούμε εναντίον του. Αντιθέτως «ει δε τι μικρόν εργασώμεθα αγαθόν, τούτο συνεχώς στρέφομεν, και τοις μεμνημένοις αυτό χάριν ίσμεν, και φίλους τους τοιούτους είναι νομίζομεν», καίτοι γε ο Χριστός το εναντίον επέταξε, κατορθωμάτων μεν επιλελήσθαι, αμαρτημάτων δε μεμνήσθαι». Και συνεχίζει: Πώς θα συγχωρεθούμε ποια απολογία θα έχουμε εφ’ όσον χωρίς καμία ανάγκη λέμε μεγάλα λόγια και επαίνους για τον εαυτό μας και επί πλέον αναγκάζουμε και τους άλλους να μας επαινούν;
Εκ των ανωτέρω νομίζουμε πως γίνεται σαφές ότι εάν με το πρόσχημα της ενημερώσεως της κοινής γνώμης θεραπεύονται ανθρώπινες αδυναμίες, ή με το αιτιολογικό της ευαισθητοποιήσεως των «φιλανθρώπων» προς ενίσχυση του ιεραποστολικού έργου προσβάλλεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια των αδελφών μας, τότε ο αντίλογος είναι εκ του πονηρού. Στα περισσότερα ιεραποστολικά περιοδικά μπορείς να συναντήσεις δημοσιευμένες φωτογραφίες με ξυπόλυτα, ημίγυμνα, άπλυτα και πεινασμένα παιδιά, που προτείνουν ικετευτικά τα χεράκια τους για να λάβουν από τους ιεραποστόλους τα «δώρα» τους. Και το ερώτημα είναι: Γιατί δεν σεβόμαστε το πρόσωπο των παιδιών αυτών; Θα θέλαμε, εάν ήμασταν στη θέση τους, μια τέτοια αντιμετώπιση; Δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε τις ανάγκες τους αθόρυβα χωρίς τον εξευτελισμό της προσωπικότητάς τους; Πώς θα αισθάνονται αύριο τα σημερινά παιδιά εάν δουν αυτές τις φωτογραφίες με τα χάλια τους που εμείς με περισσή ευκολία τα κάνουμε εξώφυλλα περιοδικών μας;
Το θέμα είναι πολύ σοβαρό γιατί έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις απειλώντας την πνευματική μας υπόσταση. Η έλλειψη αυτοκριτικής αφ’ ενός και αφ’ ετέρου η γενικευμένη, σχεδόν, τάση της θριαμβολογικής δημοσιοποιήσεως των έργων μας δι’ όλων των μέσων μαζικής επικοινωνίας είναι ένα σύγχρονο ανησυχητικό φαινόμενο που τείνει να ισοπεδώσει κα να εκμηδενίσει την ειδοποιό διαφορά που υφίσταται ανάμεσα στην εκκλησιαστική φιλανθρωπία και στην κοινωνική και κρατική πρόνοια. Ίσως είναι σκόπιμο να αναρωτηθούμε μήπως εξ αιτίας αυτού του πειρασμού έχει πάρει ο Θεός την χάρη Του από πάνω μας και τα έργα μας και γι’ αυτό διερχόμεθα τέτοια σε βάθος και πλάτος πνευματική κρίση!
Στους τρεις προαναφερθέντες πειρασμούς των ιεραποστόλων μπορεί να διακρίνει κανείς κάποια συγγένεια με τον τρίτο πειρασμό του Κυρίου. Είναι άλλωστε γεγονός ότι ο Χριστός δοκίμασε τους πειρασμούς των δικών μας αμαρτιών και τους νίκησε με την θεανθρώπινη αγάπη, την ταπείνωση και την υπομονή Του. Οι πειρασμοί είναι, ως γνωστόν, αναπόφευκτοι για όλους τους ανθρώπους και φυσικά, δεν αποτελούσαν εξαίρεση οι διάκονοι του Ευαγγελίου. Απεναντίας είναι περισσότερο στο στόχαστρο του διαβόλου αφού έχουν ως αποστολή τους την κατάργηση της εξουσίας του στους ανθρώπους, σε χώρες που έχει στήσει «από καταβολής κόσμου» (Ματθ. 25:34) το βασίλειό του. Αυτό που επιβάλλεται να κάνουμε όλοι όσοι ασχολούμεθα με την αγία υπόθεση της ιεραποστολής είναι να γνωρίζουμε τους πειρασμούς και εξοπλισμένοι με «την πανοπλίαν του Θεού» να αντιστρατευόμεθα «προς τας μεθοδίας του διαβόλου» (Εφ. 6:11). Διαφορετικά είναι πολύ εύκολο να παρασυρθούμε απ’ τον συρμό της εποχής και να συμπλεύσουμε με το αμαρτωλό κατεστημένο της εκκοσμίκευσης, προδίδοντας έτσι την αποστολή μας.
Σεούλ, Κορέα

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Μέγας Βασίλειος: Απάντησις είς την ένστασιν, ότι ωρισμένοι εβαπτίσθησαν και είς τον Μωυσήν και επίστευσαν είς αυτόν. Συγχρόνως γίνεται λόγος και περί των τύπων

πηγή:amethystosbooks
«Αλλά ούτε και το ότι βαπτιζόμεθα είς το όνομα του αγίου Πνεύματος δικαιολογεί την μετά του Θεού συντοποθέτησιν του», ισχυρίζονται. Διότι και εις τον Μωυσήν εβαπτίσθησαν μερικοί, μέσα εις την νεφέλην και εις την θάλασσαν. Μαρτυρείται επίσης ότι υπάρχει πίστις και εις ανθρώπους. Διότι λέγει η Γραφή·  «καὶ ἐπίστευσαν τῷ Θεῷ καὶ Μωυσῇ τῷ θεράποντι αὐτοῦ»«Διατί λοιπόν, λέγει ο αντίπαλος, λόγω του Βαπτίσματος και της πίστεως υψώνεις τόσο πολύ το άγιον Πνεύμα και το τοποθετείς επάνω από την κτίσιν, εφ'όσον τα ίδια μαρτυρούνται ήδη και δια ανθρώπους;» Τι θα απαντήσωμεν λοιπόν;
Ότι πρόκειται περί του αγίου Πνεύματος η πίστις έχει το αυτό νόημα που έχει δια τον Πατέρα και τον Υιόν. Ομοίως και το Βάπτισμα. Προκειμένου όμως και περί του Μωυσέως και της νεφέλης εκεί έχουν ταύτα το νόημα σκιάς και τύπου. Επειδή λοιπόν τα Θεία προαναγγέλονται με μικρά και ανθρώπινα, ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι είναι μικρά και η φύσις των θείων, την οποίαν προανήγγειλαν οι τύποι ως σκιαγραφίαν. Ο τύπος δηλαδή είναι φανέρωσις αυτών που περιμένομεν και δείχνει αμυδρά το μέλλον με το να μιμείται την αλήθειαν. Έτσι ο Αδάμ είναι τύπος του μέλλοντος και η πέτρα είναι τύπος του Χριστού· το ύδωρ δε που πήγασε από την πέτραν είναι τύπος της ζωτικής του Χριστού δυνάμεως. Διότι «ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω».

Και το μάννα είναι τύπος του ζώντος άρτου, που κατήλθεν από τον ουρανόν· και ο επί στύλου όφις είναι τύπος του σωτηριώδους πάθους που επετελέσθη διά του Σταυρού· δι'αυτό και όσοι με πίστιν προσέβλεπον είς αυτόν εσώζοντο. Ακόμη και τα σχετικά πρός την εκ της Αιγύπτου έξοδον των Ισραηλιτών έχουν εξιστορηθή  δια να αποτελέσουν τύπων αυτών που σώζονται διά του Βαπτίσματος
Εσώθησαν δηλαδή τα πρωτότοκα τέκνα των Ισραηλιτών, όπως σώζονται και τα σώματα των Βαπτιζομένων, με το να παρέχεται η Χάρις είς όσους εσημειώθησαν με το αίμα. Διότι το μεν αίμα του προβάτου ήτο τύπος του αίματος του Χριστού, τα δε πρωτότοκα ήσαν τύπος του πρωτοπλάστου. Επειδή λοιπόν ο πρωτότοκος υπάρχει αναγκαστικά μέσα μας και με την κληρονομικότητα φθάνει μέχρι το τέλος, διά τούτο μαζί με τον Αδάμ αποθνήσκομεν όλοι, και ο θάνατος εκυριάρχησε μέχρι της πληρώσεως του Νόμου και της παρουσίας του Χριστού. Τα πρωτότοκα όμως τα διεφύλαξεν ο Θεός, ώστε να μή τα βλάψη ο εξολοθρευτής, διά να δείξει ότι εμείς που εζωοποιήθημεν διά του Χριστού δεν αποθνήσκομεν πλέον μαζί με τον Αδάμ.
Η θάλασσα επίσης και η νεφέλη ως πρός το τότε παρόν ωδηγούσαν  λόγω του θαυμασμού είς την πίστιν, ως πρός το μέλλον δέ προδιετύπωναν ως τύπος την χάριν που επρόκειτο να έλθη. Ποιός είναι ο σοφός, διά να τα κατανοήση αυτά; Ότι η θάλασσα ως τύπος είναι το Βάπτισμα· απεχώρισε τον Φαραώ, όπως το Βάπτισμα απομακρύνει την τυραννικήν εξουσίαν του διαβόλου. Εφόνευσεν εκείνη μέσα της τον εχθρόν· αποθνήσκει και εδώ η πρός τον Θεόν έχθρα μας. Εξήλθεν από την θάλασσαν ο λαός χωρίς να πάθη τίποτε· εξερχόμεθα και εμείς από το ύδωρ του Βαπτίσματος σαν αναστημένοι εκ νεκρών, σωσμένοι με την χάριν αυτού που μας εκάλεσεν. Η νεφέλη δέ είναι σκιώδης προεικόνισις της δωρεάς του αγίου Πνεύματος, το οποίον καταψύχει την φλόγαν των παθών με το να νεκρώνει τα μέλη.
Τι λοιπόν; Επειδή εβαπτίσθησαν είς τον Μωυσήν σαν είς τύπον είναι δια τούτο μικρά η Χάρις του Βαπτίσματος; Κατ'αυτόν τον τρόπον όμως τίποτε άλλο από τα ιδικά μας δεν ημπορεί να είναι μεγάλο, αν την αξίαν του καθενός την μειώσωμεν εκ των προτέρων με τους τύπους. Ούτε δηλαδή η αγάπη του Θεού πρός τους ανθρώπους, το ότι έδωσε δια τας αμαρτίας μας τον Μονογενή Του Υιόν, είναι κάτι μεγάλο και υπερφυσικόν, αφού και ο Αβραάμ δεν ελυπήθη τον υιόν του, ούτε το πάθος του Κυρίου είναι ένδοξον, αφού επληρώθη ο τύπος με το να προσφερθή πρόβατον είς την θέσιν του Ισαάκ, ούτε η εις Άδου κάθοδος είναι φοβερά, αφού ο Ιωνάς επί τρείς ημέρες και άλλας τόσας νύκτας εξεπλήρωνε πολύ ενωρίς τον τύπον του θανάτου. Το ίδιο κάνει λοιπόν και εις το Βάπτισμα αυτός που συγκρίνει την σκιάν με την αλήθειαν και παραλληλίζει με τους τύπους αυτά που σημαίνονται υπ'αυτών και επιχειρεί επικαλούμενος τον Μωυσήν και την θάλασσαν να διασύρει ολόκληρον το σωτηριώδες σχέδιον του Θεού. 
Ποιά συγχώρησις των αμαρτιών υπήρχε τότε; Ποία ανανέωσις της ζωής συνέβαινε μέσα εις την θάλασσαν; Ποίον πνευματικόν χάρισμα εδίδετο διά του Μωυσέως; Ποία νέκρωσις της αμαρτίας εγίνετο εκεί; Δεν απέθανον εκείνοι μαζί με τον Χριστόν· δι'αυτό ούτε και ανεστήθησαν μαζί του. Δεν εφόρεσαν την εικόνα του επουρανίου, δεν περιέφεραν νεκρωμένον το σώμα τους με την χάριν του Ιησού, δεν έβγαλαν τον παλαιόν άνθρωπον, δεν εφόρεσαν τον νέον, ο οποίος ανανεώνεται είς επίγνωσιν κατ'εικόνα αυτού ο οποίος τον εδημιούργησε. Διατί λοιπόν συγκρίνεις τα Βαπτίσματα, των οποίων μόνον το όνομα είναι κοινόν, ενώ η διαφορά του περιεχομένου των είναι τόσον μεγάλη, όση είναι η διαφορά του ονείρου πρός την αλήθειαν, της σκιάς και των εικόνων πρός τα πράγματι υπάρχοντα αντικείμενα;
Αλλά και η πίστις εις τον Μωυσήν δεν μειώνει την πίστιν είς το άγιον Πνεύμα· μάλλον από αυτήν την άποψιν μειώνει την πίστιν είς τον Θεόν των όλων. Διότι λέγει· «καὶ ἐπίστευσαν τῷ Θεῷ καὶ Μωυσῇ τῷ θεράποντι αὐτοῦ». Πρός τον Θεόν λοιπόν σχετίζεται, όχι πρός το Πνεύμα·  και ήτο τύπος όχι του Πνεύματος, αλλά του Χριστού. Διότι με το να επωμισθή την διακονίαν του Νόμου προεικόνιζε τότε με τον εαυτό του τον μεσίτην μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Δεν ήτο δηλαδή ο Μωυσής τύπος του Πνεύματος, με το να γίνει μεσίτης του Θεού και του λαού. Διότι εδόθη Νόμος κατόπιν διαταγής αγγέλων είς τα χέρια μεσίτου (δηλαδή του Μωυσέως), συμφώνως πρός την απαίτηση του λαού, ο οποίος έλεγε· «λάλησον σὺ ἡμῖν, καὶ μὴ λαλείτω πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός». Ώστε η πίστις εις τον Μωυσήν αναφέρεται είς τον Κύριον, τον μεσίτην Θεού και ανθρώπων, ο οποίος είπεν· «εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί».
Είναι λοιπόν κάτι μικρόν η πίστις είς τον Κύριον, επειδή προετυπώθη διά του Μωυσέως; Έτσι ούτε και αν εβαπτίσθη κάποιος είς τον Μωυσήν, μειώνεται η Χάρις του Πνεύματος κατά το Βάπτισμα. Επί πλέον έχω να ειπώ ότι η Γραφή συνηθίζει να ονομάζη Μωυσή και τον Νόμον, όπως εις το «ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας». Αναφερόμενος λοιπόν είς το νομικόν βάπτισμα λέγει ότι «καὶ πάντες εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσαντο». Διατί λοιπόν το καύχημα και την ελπίδα μας, και την πλουσίαν δωρεάν του Θεού και Σωτήρος μας, ο οποίος με το Βάπτισμα ανανεώνει την νεότητα μας και μας κάνει αετούς, τα εμφανίζουν ως ευκολοκαταφρόνητα αυτοί που στηριζόμενοι εις την σκιάν και τον τύπον κατηγορούν την πραγματικότητα; Δείχνει πράγματι αυτό νηπιακήν σκέψιν και το παιδί που έχει ακόμη ανάγκην από γάλα, το να αγνοή κανείς το μέγα μυστήριον της σωτηρίας μας, ότι δηλαδή επί τη βάσει ενός παιδαγωγικού τρόπου διδασκαλίας, πρίν ακόμη ασκηθούμεν είς την ευσέβειαν και φθάσωμεν εις την τελείωσιν, μας δίδονται πρώτα στοιχεία που ημπορούμεν εύκολα να τα προσλάβωμεν αναλόγως πρός το μέτρον των γνώσεων μας. 
Αυτός που ρυθμίζει τα της ζωής μας μας οδηγεί πρός το μέγα φως της αλήθειας, αφού μας συνηθίσει ενωρίτερον είς μικρότερα φώτα, σαν τους οφθαλμούς που έχουν συνηθίσει μέσα είς το σκότος. Από φροντίδα δηλαδή πρός την ασθένειαν μας και λόγω του απεράντου πλούτου της σοφίας του και των ανεξιχνιάστων πτυχών της συνέσεως του υπέδειξεν αυτήν την ευνοϊκήν και κατάλληλον δι'ημάς αγωγήν, να βλέπωμεν δηλαδή πρώτα τας σκιάς των σωμάτων· μας συνηθίζει να βλέπωμεν πρώτα τον ήλιον μέσα είς το νερό, ώστε να μή μας προσβάλη αμέσως η θέα του αοράτου φωτός και τυφλωθούμεν. Διότι κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον και ο Νόμος, που είναι σκιά των μελλόντων, και αι προτυπώσεις των προφητών, που είναι υπαινιγμοί της αλήθειας, έχουν επινοηθή διά να προγυμνάσουν τους πνευματικούς οφθαλμούς, διότι έτσι γίνεται εύκολος η μετάβασις πρός την κεκρυμμένην σοφίαν του μυστηρίου της σωτηρίας. Αυτά λοιπόν δια τους τύπους. Δεν ημπορώ άλλωστε να επιμείνω περισσότερον είς αυτό το σημείον, διότι έτσι η παρένθεσις θα γίνη μεγαλυτέρα από το θέμα του κεφαλαίου».
Μ. Βασίλειος, Δογματικά, ΕΠΕ 10

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

ΓΙΑΤΙ Η Β’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΑΛΛΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΕΔΕΧΘΗ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΟΧΙ;

ΓΙΑΤΙ Η Β’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΑΛΛΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
 ΕΔΕΧΘΗ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΟΧΙ;
π. Γεώργιος Μεταλληνός
πηγή:egolpion
Κανών ζ’ της εν Κωνσταντινουπόλει
Β’ Οικουμενικής Συνόδου (381)
Περὶ τοῦ πῶς δεκτέον τοὺς αἱρετικούς: Τοὺς προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξία καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρασκαιδεκατίτας, εἴτουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ Ἁγία τοῦ Θεοῦ Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ῥῖνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεὰς Πνεύματος ἁγίου, Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα καὶ χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδὴ πολλοῦ εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλάτων χώρας ὁρμώμενοι), πάντας τοὺς ὑπ᾿ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ Ὀρθοδοξία, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἴτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν.
(Ἀμ. Σ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ ἱεροὶ Κανόνες καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Νόμοι, ἐν Ἀθήναις 1949, σ. 38).
   
   Ο ζ’ της Β’ δίνει κατά τους συγγραφείς μας άμεση απάντηση στο ερώτημα «πως δεκτέον τους αιρετικούς τη Ορθοδοξία προσερχομένους»1. Το κανονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ορθώς ο κανόνας αυτός, διαγράφεται από τους κανόνες μς’, μζ’, ν’ και ξη’ αποστολικούς, α’ της Καρχηδόνος, ζ’ και η’ της εν Λαοδικεία, η’ και ιθ’ της Α’ Οικουμενικής, α’, ε’, κ’ και μζ’ του Μ. Βασιλείου, 95ος της Πενθέκτης και νζ’ και π’ της εν Καρθαγένη2. Και πρέπει να συνεξετάζεται ο παρών κανόνας μαζί με τον 95ος της Πενθέκτης, ο οποίος «δεν είναι άλλο, πάρεξ μία επανάληψις αυτού»3.
Ο κανόνας όμως δημιουργεί αρκετές δυσχέρειες στην ερμηνεία του, διότι κατά το γράμμα του αντίκειται σαφώς στην εκκλησιαστική πράξη4 που διατυπώθηκε κανονικά δια του αγίου Κυπριανού και άλλων Πατέρων, όπως π.χ. του Μ. Βασιλείου, την οποία, καθώς είδαμε, οι θεολόγοι αυτοί δέχονται ως αρχαιοεκκλησιαστική και σύμφωνη με τους Αποστολικούς Κανόνες, και γι’ αυτό ως την μόνη κανονική και απαράβατη. Έτσι εύλογα ο άγ. Νικόδημος θέτει το ερώτημα: Γιατί η Β’ Οικουμενική «δεν απέβαλεν όλων των αιρετικών το βάπτισμα, κατά τους αποστολικούς κανόνας και την περί τον άγιον Κυπριανόν σύνοδον, και όλους τους άλλους μεγάλους και θεοφόρους Πατέρας... αλλά άλλων μεν αιρετικών εδέχθη το βάπτισμα, άλλων δε ουχί;»5. Η διάκριση των αιρετικών, σε «βαπτιστέους» και μη, είναι το κέντρο του προβλήματος που δημιουργείται απ’ αυτόν τον κανόνα. Αυτή, κατ’ αρχήν, με βάση τους κανόνες των αγ. Κυπριανού και Μ. Βασιλείου, κρίνεται από τους συγγραφείς μας «πάντη αδόκιμος». Ελέχθη ήδη παραπάνω, ότι κατ’ αυτούς οι αιρετικοί πάσης φύσεως, ευρισκόμενοι εκτός της Εκκλησίας και μη έχοντας καν βάπτισμα, είναι «βαπτιστέοι» χωρίς καμιά εξαίρεση6. Αλλά το πρόβλημα καθίσταται ακόμη οξύτερο, διότι η Σύνοδος φάνηκε χαριστική και ελαστική έναντι των «δυσσεβεστέρων» από τους τότε αιρετικούς, δηλ. τους Αρειανούς και Μακεδονιανούς, «αρνουμένων την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» και «βλασφημούντων εις το Πνεύμα το Άγιον»7. Έτσι εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως δυσαρμονία μεταξύ των ιερών Συνόδων και των πατερικών κανόνων, διότι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι (η Β’ δια του ζ’ κανόνα της και η Πενθέκτη δια του 95ος) έρχονται σ’ αντίθεση όχι μόνον με τους ανωτέρω Πατέρες, αλλά και με τους Αποστολικούς Κανόνες (π.χ. τον μς’), τους οποίους όμως η Πενθέκτη – και μέσω αυτής η Καθολική Εκκλησία – επισφράγισε, και οι οποίοι – κατά τον άγ. Νικόδημο – «προστάσσουν το εναντίον»8. Αυτό είναι το δημιουργούμενο, από αυτούς τους κανόνες πρόβλημα.
Στην προσπάθεια να αρθεί η δυσαρμονία αυτή, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι μπορούν να αναθεωρήσουν ή ακυρώσουν τις κανονικές αποφάνσεις των Πατέρων, διότι ουδέποτε «ήκουσται οικουμενικής ή τοπικής ένα τινά προτάττειν»9. Η επικύρωση των κανόνων των αγ. Πατέρων δια των Οικουμενικών Συνόδων δεν σημαίνει και την κατάφαση της έτσι, τυχόν, εμφανιζομένης αντιθέσεως, διότι απλούστατα υπερισχύουν οι Σύνοδοι, κατά την γνωστή αρχή «το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται» (Εβρ. 7, 7). Έτσι, υπερισχύουν οι Σύνοδοι, θέτοντας κατά κάποιο τρόπο σε αχρησία τους προ αυτών διατυπωθέντες κανόνες. Άλλωστε και ο ίδιος ο Ζωναράς, αντιμετωπίζοντας την «αντίθεση» μεταξύ του ζ’ της Β’ και του α’ της Καρχηδόνος, δηλ. κατ’ ουσίαν του κανόνος του αγίου Κυπριανού, γράφει: «Εναντία τοίνυν εν τούτω τω κεφαλαίω των δύο συνόδων εισαγουσών, τα της δευτέρας κρατεί συνόδου, και διότι μεταγενεστέρα εστί και διότι οικουμενική, εν η πάντως εκ πάντων των πατριαρχικών θρόνων συνήσαν ή οι πατριάρχαι αυτοί ή οι τοποτηρηταί»10.
Οι θεολόγοι μας όμως, ζώντας την παράδοση της Εκκλησίας και γνωρίζοντας από άμεση εμπειρία την θέση των αγίων Πατέρων στην ζωή της, δεν μένουν ικανοποιημένοι με την απάντηση αυτή. Δεν δέχονται ούτε την ελάχιστη ασυμφωνία μεταξύ Πατέρων και Συνόδων11. Το κύρος των αγίων Πατέρων γίνεται πανηγυρικά δεκτό απ’ όλους τους συγγραφείς, περισσότερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει η διεξοδική ανάλυση, και στο σημείο αυτό, του Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου12.
Κατά τον Νεόφυτο οι Σύνοδοι – και εν προκειμένω η Β’ και η Πενθέκτη Οικουμενικές – δεν καταργούν τους αγίους Πατέρες, που το κύρος των στην Εκκλησία φαίνεται ιδιαίτατα σ’ αυτές τις ίδιες τις Οικουμενικές Συνόδους, των οποίων «η θεολογία και οι αποφάσεις δεν νοούνται χωρίς την θεολογική προσφορά των Πατέρων και Διδασκάλων»13. Προσάγει δε χαρακτηριστικά παραδείγματα: Ο ιερός Χρυσόστομος «προετάχθη» της εν Νεοκαισαρεία Συνόδου στον ις’ κανόνα της Πενθέκτης, ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος στον ξδ’ κανόνα της ίδιας Συνόδου. «Τον Μέγαν ωσαύτως Βασίλειον η Ζ’ εν τω ις’ και ιθ’ και κ’, μάρτυρα ων ορίζει παρειληφυία, και αυτή τούτον εαυτής ομολόγως προέταξεν...»14. Ιδιαιτέρως του Μ. Βασιλείου αναγνωρίζεται το κύρος σ’ όλες «τας μετ’ αυτόν οικουμενικάς συνόδους»15. Συμπεραίνει έτσι ο Νεόφυτος: «Ουκ επ’ αναιρέσει, ων αι οικουμενικαί σύνοδοι ωρίσαντο, προτάττεσθαί φαμεν τους αυταίς μάλλον συντεταγμένους οικουμενικούς διδασκάλους, άπαγε, αλλά δείξαι βουλόμενοι, οπόσον και αυταίς αιδέσιμοι τυγχάνουσι... Και γαρ και αι οικουμενικαί σύνοδοι τοις αγίοις και σοφοίς πατράσιν επιστηρίζονται»16.
Το συμπέρασμα του Νεοφύτου είναι ότι η Β’ Οικουμενική δεν αγνόησε ή παραμέρισε καθόλου τους προ αυτής αγ. Πατέρες (Κυπριανό, Μ. Αθανάσιο, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο κ.λπ.), «αποκαλούντας μόλυσμα το βάπτισμα των αιρετικών» και απορρίπτοντες, ως «αδόκιμον», ειδικώς το βάπτισμα των Αρειανών17. Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει προκειμένου περί της Πενθέκτης, η οποία δεν είναι δυνατόν, αντιφάσκοντας με τον εαυτό της, αφ’ ενός να «επισφραγίζει» και συγχρόνως να ακυρώνει τον κανόνα της Καρχηδόνας, δοθέντος ότι, ενώ «η Β’ εν τω ζ’ παραδραμούσα (= τον κανόνα αυτό), εν ω εκράτει τόπω αυτόν περιέγραψε (= περιόρισε),τούτον η Στ’ εν τω β’ επισφραγίσασα, οικουμενικόν ομολόγως εποίησεν»18. Αν λοιπόν ο ζ’ της Β’ και ο 95ος Πενθέκτης φαίνονται να προσδίδουν τοπικό χαρακτήρα στον κανόνα της περί τον Κυπριανό Συνόδου, ο β’ της τελευταίας προσέδωσε σ’ αυτόν οικουμενικό κύρος, διότι «και οι τοπικοί και μερικοί, επισφραγισθέντες υπό της καθολικής, καθολικοί εγένοντο»19. Καμιά αξιολογική διάκριση μεταξύ των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας δεν είναι επιτρεπτή20.
Εφ’ όσον λοιπόν είναι αδύνατον μία Οικουμενική Σύνοδος να αυτοαναιρείται, μένει στον Νεόφυτο η εύλογη απορία: «Ου παύομαι ζητών – λέει – τίνι ποτέ λόγω των επί αιρέσει συνοδικώς και καθηρημένων και της Εκκλησίας εκκηρύκτων, είτ’ ουν αναθεματισθέντων (δηλ. αρειανών και μακεδονιανών)... τούτωνη Στ’ (και συνεπώς και η Β’) τας ατελέστους και πάντη αδέκτους και αποβλήτους κατά τον μς’ αποστολικόν κανόνα τελετάς, τίνι λόγω εδέξαντο, απορώ»21. Συνεχίζει δε: «Επί τούτοις εγώ απορώ, οίμαι δε και πας τις των κανονικών, ο δε δυνάμενος εν Κυρίω λυσάτω το άπορον, συμφώνους δεικνύς τας οικουμενικάς συνόδους, οις επεσφράγισαν αποστολικοίς κανόσι και τοις του Μ. Βασιλείου...»22. Πρέπει να υπάρχει, άρα, άλλη εξήγηση ως προς τον τρόπο ενεργείας των δύο Οικουμενικών συνόδων, όταν μάλιστα η Πενθέκτη δίχως άλλο «επισφραγίζει» κανόνες, τους οποίους φαίνεται αλλιώς «καταργούσα»23.
Οι θεολόγοι μας δεν αφήνουν το ερώτημα αναπάντητο. Μολονότι όμως οι απαντήσεις των διατηρούν τον προσωπικό καθενός χαρακτήρα, κι έτσι παραλλάσσουν σε κάποια δευτερεύοντα σημεία, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, συνεπεία του κοινού φρονήματός των.
Η στάση της Β’ Συνόδου έναντι των Αρειανών και Μακεδονιανών εξηγείται κατά τον άγ. Νικόδημο, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι η Εκκλησία «έχει δύο κυβερνήσεις και διορθώσεις», την ακρίβεια και την οικονομία. Ενώ «οι Απόστολοι» και οι αρχαιότερες Σύνοδοι και Πατέρες εφάρμοσαν την ακρίβεια24, οι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι δέχτηκαν την οικονομία25. Έτσι, η υπό ορισμένες προϋποθέσεις εναλλαγή ακριβείας και οικονομίας αίρει κάθε υπόνοια αντιφάσεων μεταξύ των ιερών Κανόνων και των Συνόδων. Κατά τον Άγιο η Β’ Οικουμενική «τον παρόντα κανόνα κατά μέρος εφύλαξε»26, ενεργώντας «κατ’ οικονομίαν και συγκατάβασιν»27. Η οικονομία, καθώς είναι καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας, εφαρμόστηκε για λόγους καιρικούς – ιστορικούς. Οι εν λόγω αιρετικοί ήταν στο πλήθος πολλοί και πολιτικώς ισχυροί28. Έτσι οι Συνοδικοί Πατέρες έδειξαν επιείκεια, «δια να τους ελκύσουν εις την Ορθοδοξίαν και να τους διορθώσωσιν ευκολώτερον», και «δια να μη τύχη και τους εξαγριώσουν περισσότερον κατά της Εκκλησίας και των Χριστιανών, και γένη χειρότερον το κακόν» 29. Η εφαρμογή της οικονομίας δεν ήταν άρα αυθαίρετη, αλλά αιτιολογημένη και αφορούσε στην σωτηρίαν των αιρετικών και την ειρήνη της Εκκλησίας.
Κατά τον Νεόφυτο, που δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την κυπριάνεια αρχή ως προς το κύρος των αιρετικών μυστηρίων, «η καθ’ όλου αύτη οικονομία... και προ της Β’ αντί κανόνος κρατούσα, ώσπερ των σχισματικών, ούτω τοι και των Αρειανών τας τελετάς, ως εκ της Β’ έστι συμβαλείν, απεδέχετο»30. Υπήρχε, όμως και κατ’ αυτόν σπουδαίος λόγος, ο οποίος κατέστησε την οικονομία όχι μόνο δυνατή, αλλά και αναγκαία. Τόσο η Στ’, όσο και η Β’ Οικουμενική μιλούν «περί των αφ’ ημών ωρμημένων αιρετικών»31. Όσοι δηλαδή από τους Ορθοδόξους «αρειάνισαν», «παλινδρομούντες» δεν βαπτίζονταν32. Αντιθέτως «οι ουκ εξ Ορθοδόξων αρειανίσαντες, και ουχ απλώς τω των ορθοδόξων αλλά τω των αιρετικών προτελεσθέντες βαπτίσματι», όφειλαν να βαπτισθούν ως αβάπτιστοι33. Επειδή δε «οι πλείστοι τούτων (= των αρειανών και μακεδονιανών) από ορθοδόξων ορμώμενοι, αναμείξτε υπήρχον, και καθ’ υπόκρισιν προς τους ιερωμένους συνήπτοντο», κατά τον Επιφάνιο34, ώστε (και κατά τον Μ. Βασίλειο)35«δια την σύγχυσιν μηδαμώς εστι είναι ορθοδόξων και αιρετικών διάκρισιν», αναγκάστηκε να εφαρμόσει η Σύνοδος την οικονομία36, η οποία, κατ’ αυτόν, μόνον στους σχισματικούς μπορεί να εφαρμοσθεί37.
Παράλληλη θέση μ’ αυτήν υποστηρίζει και ο άγ. Νικόδημος, ο οποίος ερμηνεύοντας τον κανόνα του αγ. Κυπριανού, παρατηρεί: «Αλλά και ανίσως τινάς καλώς ερευνήση, μέλλει να εύρη τους αιρετικούς τούτους, οπού οικονομικώς εδέχθη η δευτέρα οικουμενική σύνοδος, να ήσαν περισσότεροι από τους τότε εις αίρεσιν πεσόντας ιερωμένους βεβαπτισμένοι, και δια τούτο εμεταχειρίσθη την οικονομίαν αυτήν»38. Το κοινό στις δύο αυτές απόψεις είναι η πεποίθηση, ότι αυτοί, που έγιναν δεκτοί «οικονομικώς», διέσωζαν το «βάπτισμα της Εκκλησίας», των τριών καταδύσεων και αναδύσεων δηλαδή. Κατά τον Νεόφυτο δε, επειδή εξ αφορμής των Αρειανών επικράτησε στην Κωνσταντινούπολη η «συνήθειαν» αυτή, αφ’ ενός μεν περιελήφθη στην «Προς Μαρτύριον» επιστολή, αφ’ ετέρου δε κανονίστηκε από την Πενθέκτη δια του 95ος κανόνα της, καθώς εμφιλοχωρήθηκε σε συνόδους που, συνήλθαν στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, δηλαδή την Β’ Οικουμενική και την Πενθέκτη!
Και ο Οικονόμος δέχεται την ελεύθερη εφαρμογή από τις αρχαίες Συνόδους πότε της ακριβείας και πότε της οικονομίας, χωρίς την παραμικρή σύγκρουση μεταξύ των ιερών κανόνων. Οι αποστολικοί κανόνες, κατ’ αυτόν, «ετέθησαν προς ακρίβειαν». Η Β’ όμως Οικουμενική και η Πενθέκτη εφάρμοσαν την οικονομία για λόγους ιστορικούς («ταύτην απαιτούντων των τότε καιρών»)39.
Η διάκριση όμως, από την Β’ Οικουμενική, των αιρετικών σε βαπτιστέους και χριστέους, είχε και συγκεκριμένη – κατά τους συγγραφείς μας – εκκλησιολογική και κανονική προϋπόθεση. Οι υποχρεούμενοι σε βάπτιση αιρετικοί είχαν, κατά τον Οικονόμο, «γνώρισμα κοινόν», «ου μόνον την περί τα θεία δόγματα παντοδαπήν βλασφημίαν, αλλά μάλιστα την περί το είδος του παρ’ αυτοίς βαπτίσματος ασεβή παρανομίαν». Αυτή ήταν διττή: «περί τε την επίκλησιν των προσώπων της παναγίας Τριάδος»40, και «περί την τριττήν κατάδυσιν του βαπτιζομένου»41. Η βάπτιση, έτσι, των επιστρεφόντων αιρετικών «εκανονίσθη» από τον ζ’ της Β’ όχι μόνο «δια την περί το θείον δόγμα κακοδοξίαν», διότι την απέρριπταν με την επιστροφή των και με τον απαραιτήτως επιδιδόμενο απ’ αυτούς λίβελλο, αλλά «πρώτιστα και μάλιστα δια την περί τε τας θείας επικλήσεις ή και τας τριττάς εν τω βαπτίσματι καταδύσεις όλως ημαρτημένην, διο και βέβηλον και ατέλεστον τελετήν»42. Οπότε, συμπληρώνει ο άγ. Νικόδημος, οι της ομάδας αυτής (Ευνομιανοί, Μοντανιστές, Σαβελλιανοί, «και αι άλλαι πάσαι αιρέσεις») γίνονταν, χωρίς κάποια δυνατότητα εξαιρέσεως, δεκτοί «ως Έλληνες», δηλαδή ως «πάντη αβάπτιστοι», διότι «ή τελείως δεν εβαπτίσθησαν, ή εβαπτίσθησαν μεν, όχι όμως ορθώς και καθώς βαπτίζονται οι ορθόδοξοι. Διο ουδέ όλως βεβαπτισμένοι λογίζονται»43. Από τους συγγραφείς αυτούς, όπως και από τους (αρχαίους) Πατέρες της Εκκλησίας ως «βάπτισμα» νοείται άρα όχι η οποιαδήποτε είσοδος στην Εκκλησία, αλλά η κατά τον συγκεκριμένο αποστολικό τρόπο (δια των τριών καταδύσεων) ένταξη σ’ αυτόν. 
Η εφαρμογή της οικονομίας στους Αρειανούς και τους Μακεδονιανούς δεν σημαίνει καθόλου ότι η Σύνοδος παραθεώρησε την πίστη, αλλ’ ότι ο βαθμός της αποκλίσεώς των από την ορθόδοξη πίστη δεν είχε για την Σύνοδο πρωταρχική σημασία44. Ήταν όμως δυνατή, διότι οι αιρετικοί αυτοί «ετήρουν εν τω κατ’ αυτούς βαπτίσματι την αποστολικήν παράδοσιν, βαπτίζοντες κατά την του Κυρίου διάταξιν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και εις τρεις καταδύσεις και αναδύσεις»45. Η ορθή τέλεση του μυστηρίου απετέλεσε το κριτήριο αποδοχής του βαπτίσματός των. Έτσι «το δυσσεβές του φρονήματος αυτών εθεραπεύετο δια του λιβέλλου» και «δια του θείου χρίσματος», χορηγουμένου «εις βεβαίωσιν της αυτών ομολογίας και πίστεως», «ίνα γένωνται μέτοχοι της βασιλείας του Χριστού και της του Πνεύματος δωρεάς, ης αποστερούντο». Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς ίσως δεν είχαν καν χρισθεί με μύρο, όπως π.χ. οι Ναυατιανοί, στους οποίους εφάρμοσε την οικονομία η εν Λαοδικεία σύνοδος46. Στους Ευνομιανούς όμως δεν ήταν δυνατόν ποτέ να εφαρμόσει η Σύνοδος της οικονομία, διότι αυτοί είχαν λάβει, «μονοκατάδυτον βάπτισμα», δηλαδή διαφορετικό από εκείνο της Εκκλησίας. Η αλλοίωση της μορφής του μυστηρίου, που καταλύει την ενότητά του, δηλαδή την σύμπτωση εξωτερικού και εσωτερικού στοιχείου, είχε για την Σύνοδο αποφασιστική σημασία, διότι και η οικονομία – κατά τον Οικονόμο -, επικαλούμενον τους ιερούς Πατέρες, έχει όρια: «Οικονομητέον γαρ ένθα μη παρανομητέον», είπε αποφθεγματικά ο ι. Χρυσόστομος47. Ο ζ’ της Β’, λέει ο Οικονόμος, «χάριν συντομίας» παρέλειψε «την περί την επίκλησιν βλασφημίαν» των Ευνομιανών και αρκέσθηκε στην εξ ίσου σπουδαία ατέλεια της μορφής του μυστηρίου, δηλαδή στην μία κατάδυση48.
Αποδεικνύεται έτσι, κατά τον Οικονόμο, ότι «ουδεμία (υπάρχει) μεταξύ των ιερών κανόνων αντίφασις περί του βαπτίσματος»49. Η ερμηνειών των ι. κανόνων με βάση το σχήμα ακρίβεια – οικονομία αίρει κάθε φαινομενική δυσαρμονία μεταξύ των. Είναι όμως άξιον προσοχής ότι οι παρόντες θεολόγοι κατανοούν την μεν οικονομία ως επιείκεια – συγκατάβαση απέναντι στην εκκλησιαστική ακρίβεια, δηλαδή ως μέτρο ποιμαντικής ενεργείας, την δε ακρίβεια ως μέτρο θεολογικό, που συνιστά την κανονική πράξη της Εκκλησίας50, η οποία όμως δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις Οικουμενικές Συνόδους, αλλά και από τους «αποστολικούς» και «πατερικούς» κανόνες51, οι οποίοι μετά την οικουμενική καταξίωσή των δεν υπολείπονται σε κύρος από τους συνοδικούς κανόνες, και βεβαίως και από τις Οικουμενικές Συνόδους. Στην προκειμένη περίπτωση οι Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως η Β’ και η Πενθέκτη, χωρίς να αθετούν την ακρίβεια, παρέχουν λύση «κατ’ οικονομίαν»52. Κατά τους συγγραφείς μας, υπάρχει όχι μόνον ενότητα πνεύματος, αλλά και ισοδυναμία και ισοκυρία μεταξύ των ιερών κανόνων της Εκκλησίας μας, εφ’ όσον όλοι γενικώς οι ιεροί κανόνες της είναι «οικουμενικοί». Έτσι οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, και εν προκειμένω της Β’ και της Πενθέκτης, δεν θέτουν σε αχρησία, ούτε καταργούν τους προηγουμένους κανόνες53. Μία τέτοια θέση είναι για τους παρόντες θεολόγους άκρως νομικιστική και σαφώς αντιεκκλησιαστική, καθ’ όσον ακρίβεια και οικονομία μπορούν ανέτως να συνυπάρχουν στην κανονική τάξη της Εκκλησίας. Η δυνατότητα εφαρμογής τόσο της ακριβείας, όσο και της οικονομίας εξασφαλίζει την ελευθερία της Εκκλησίας και αποκλείει τον εγκλωβισμό της σε οποιαδήποτε νομικά σχήματα. Αλλά και η αρχή, ότι «ακρίβεια» είναι το θεσπισμένο πρωταρχικά από τις Οικουμενικές Συνόδους, και «οικονομία» κάθε απόκλιση απ’ αυτό54, δεν θα έβρισκε συμφώνους τους συγγραφείς μας. Ακρίβεια γι’ αυτούς είναι η πράξη της Εκκλησίας, που απορρέει από την αυτοσυνειδησία της, κατά την οποία, έξω απ’ αυτήν ούτε μυστήρια, ούτε σωτηρία υπάρχουν.
Έτσι η οικονομία, που με βάση συγκεκριμένες, όπως είδαμε, προϋποθέσεις, εφαρμόστηκε από την Β’ Οικουμενική Σύνοδο, για κανένα λόγο δεν αίρει την ακρίβεια της Εκκλησίας. Κατά τον άγ. Νικόδημο «η οικονομία, οπού προς καιρόν εμεταχειρίσθησάν τινες πατέρες, ούτε νόμος, ούτε παράδειγμα δύναται να νομισθή»55. Η ενότητα δε, στην οποία εμπεριέχεται η παρατήρηση αυτή του Νικοδήμου, αποδεικνύει ότι ο Άγιος έχει στον νου τους Πατέρες της Β’ Οικουμενικής Συνόδου. Άλλωστε καθαρότερα διατυπώνει την ίδια θέση ο Οικονόμος γράφοντας: Οι οικουμενικές σύνοδοι δεν «ηκύρωσαν τους επ’ ακριβεία νομοθετηθέντας (κσνόνας), ει τινες βούλοιντο τούτοις ακολουθείν προς τελείαν ησυχίαν της συνειδήσεως αυτών και κατά το παρ’ αυτοίς κεκρατηκός αρχαίον έθος». Το ίδιο υποστηρίζει και ο Νεόφυτος56, ο οποίος μάλιστα κατά την συνήθειά του διατυπώνει και τον ακόλουθο πρακτικό συλλογισμό: «Μόνη – λέγει – η ΣΤ’ μετά της Β’ ψηφίζεται τους αιρετικούς χρίεσθαι εν μέρει». Οι άγ. Πατέρες όμως (Κυπριανός, Μ. Βασίλειος, Μ. Αθανάσιος κ.λπ.) και από τις Τοπικές Συνόδους η εν Λαοδικεία, αλλά και οι Αποστολικοί Κανόνες ορίζουν «βαπτίζεσθαι (αυτούς) απλώς», καθώς επίσης οι Οικουμενικές Στ’ και Ζ’, «τα εκείνων επικυρούσαι». Σύμφωνα όμως με τον ς’ κανόνα της Α’ Οικουμενικής και τον ιθ’ της εν Αντιοχεία «η των πλειόνων ψήφος κρατεί». Έτσι συμπεραίνει: «Οι άρα αιρετικοί κατά την πλείονα βαπτιστέοι ψήφον, ή κατά την ελάττω τινές χριστέοι». Διαπιστώνεται όμως, «ότι ευρίσκει τις μεταξύ των ι. κανόνων πολλώ πλείους τας του βαπτίσματος ψήφους ή τας του χρίσματος»57. Ίσως δεν θα πρέπει να βιαστεί κανείς να απορρίψει απλώς το «επιχείρημα» αυτό του Νεοφύτου, αλλά μάλλον να προσπαθήσει να διακρίνει τον απώτερο στόχο του συγγραφέα, ο οποίος θέλει μ’ αυτό να αποδείξει ό,τι ελέχθη ανωτέρω, δηλαδή την για συγκεκριμένους – πραγματικούς και μόνον λόγους και κατ’ εξαίρεση χρήση της οικονομίας από τις Συνόδους Β’ και Πενθέκτη.
Ομοφώνως άρα συγκλίνουν οι συγγραφείς μας στην απόφαση, ότι, κατά την κανονική πράξη της Εκκλησίας, στους επιστρέφοντες στην Ορθοδοξία αιρετικούς πρέπει να εφαρμόζεται κανονικώς η ακρίβεια, δηλαδή η βάπτισή των, καθ’ όσον άλλωστε ούτε κατ’ ακρίβειαν, ούτε κατ’ οικονομίαν είναι δυνατόν να θεωρηθούν έγκυρα καθ’ εαυτά τα μυστήρια των αιρετικών58.
Έτσι ερμηνεύεται ο ζ’ της Β’ από τους Κολλυβάδες και τον Κ. Οικονόμο. Οι συγγραφείς αυτοί τελούν σε συμφωνία με τους προ αυτών Κανονολόγους ως προς την κατανόηση του εν λόγω κανόνος. Και την διδασκαλία των μπορούμε να συνοψίσουμε, συμπερασματικώς στις ακόλουθες θέσεις:
α) Δια της αρχής της οικονομίας αίρεται κάθε «αντίφαση» μεταξύ του παρόντος κανόνος και των προηγουμένων κανόνων, που θεωρούνται ως διαφωνούντες με αυτόν. Ουδεμία ασυμφωνία υπάρχει μεταξύ των ι. κανόνων της Εκκλησίας59, οι οποίοι στην φαινομενική περίεργη αντινομία τους διατηρούν την ενότητά τους και διασώζουν την εν Χριστώ ελευθερία.
β) Η Β’ Οικουμενική. Όταν εφάρμοσε την οικονομία «επωνύμως» σε συγκεκριμένους αιρετικούς, δεν άφησε ανοικτό το έδαφος για την συμπερίληψη στην κατηγορία αυτή οποιωνδήποτε άλλων αιρετικών, ανεξελέγκτως, διότι η οικονομία εφαρμόστηκε για σπουδαίους ιστορικούς και ποιμαντικούς λόγους, χωρίς να καταργείται η επικυρουμένη, από το πρώτο μέρος του κανόνος, και εφαρμοζομένη ακρίβεια σε άλλους αιρετικούς, πάλι όχι αυθαιρέτως! και
γ) Η εφαρμογή της οικονομίας κατέστη δυνατή, διότι υπήρχαν οι απολύτως αναγκαίες «τυπικές» προϋποθέσεις, δηλαδή η ορθή τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος από τους αιρετικούς αυτούς, δια τριών καταδύσεων και αναδύσεων60. Η απόρριψη του μονοκαταδύτου βαπτίσματος των Ευνομιανών, που κατατάσσονταν μεταξύ των εντελώς αβαπτίστων, δείχνει την καταδίκη από την Σύνοδο, και συνεπώς από την Καθολική Εκκλησία, κάθε αλλοιώσεως στην μορφή του μυστηρίου του βαπτίσματος, η οποία αρκεί για να καταστεί εντελώς αδύνατη η εφαρμογή της οικονομίας σ’ αυτούς τους αιρετικούς. Στην περίπτωση αυτή κατά τον Οικονόμο: «Ο κίνδυνος περί των όλων· ου γαρ εγεννήθησαν εξ ύδατος και πνεύματος, ουδέ συνετάφησαν τω Χριστώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον»61. Είναι δηλαδή αβάπτιστοι και συνεπώς άμοιροι της εν Χριστώ αναγεννήσεως.



1 Ο, σ. 419· πρβλ. Π, σ. 92.
2 Π, σ. 165 κ.α. Ε, σποραδ. Ο, σ. 419/20, 453/4.
3 Ε, σ. 147κ’. Π, σ. 165· Ο, σ. 419/20.
4 Πρβλ. Αν. Χριστοφιλοπούλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Αθήναι 1965², σ. 119. Ε, σ. 129 ε., 135 ε. και Π, σ. 370.
5 Π, σ. 53.
6 Π, σ. 55.
7 Ο, σ. 420.
8 Π, σ. 55.
9 Ε, σ. 144.
10 P.G. 137, 1103.
11 Ε, σ. 144: «Και μην ο τε Μ. Βασίλειος και ο Αθανάσιος και οι αμφί τον Κυπριανόν ου προτεταγμένοι, συντεταγμένοι δε μάλλον εδείχθησαν τη ενί εκάστω τούτων συμψήφω Οικουμενική Στ’ και Ζ’». Πρβλ. ο, σ. 488. Και ο άγιος Νικόδημος (Π, σ. 54) σημειώνει: «Δεν φαίνεται καμμία αντίφασις ή εναντιότης ανάμεσα των».
12 Ε, σ. 144 ε.ε.
13 Στ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήναι 1977, σ. 68.
14 Ε, σ. 144.
15 Στο ίδιο. Η Ζ’ Οικουμενική καλεί τον Μ. Βασίλειο «πατέρα» της. Πρβλ. και κανόνα κ’ της Πενθέκτης.
16 Ε, σ. 145.
17 Στο ίδιο.
18 Ε, σ. 147 α’.
19 Ε, σ. 147 β’.
20 Π, σ. 52, 119.
21 Ε, σ. 147 ιβ’.
22 Ε, σ. 147 ιδ’.
23 Π, σ. 54. Ε, σ. 140, 147 ια’.
24 Π, σ. 368, 587 ε. Πρβλ. α’ Καρχηδόνος («ου πρόσφατον γνώμην, ουδέ νυν ηδρασμένην προφέρομεν, αλλά την πάλαι υπό των προγενεστέρων ημών μετά πάσης ακριβείας και επιμελείας δεδοκιμασμένην») και α’ του Μ. Βασιλείου («ου γαρ αντιδιδόναι αυτοίς υπεύθυνοι χάριν εσμέν, αλλά δουλεύειν ακριβεία κανόνων»).
25 Π, σ. 53.
26 Π, σ. 370.
27 Π, σ. 53.
28 Στο ίδιο.
29 Στο ίδιο.
30 Ε, σ. 147 ια’.
31 Ε, σ. 131.
32 Σ, σ. 147 κδ’. Πρβλ. Ε, σ. 147 δ’.
33 Ε, σ. 147 ε’.
34 Κατά αιρέσεων Γ, 1 P. G. 42, 448Α.
35 Περί του Αγίου Πνεύματος κεφ. γ’, P. G. 32, 76.
36 Ε, σ. 127. Πρβλ. Ε, σ. 141. Πρβλ. Ο, σ. 475.
37 Ε, σ. 131. Και συνελόντι, το μεν των αιρετικών, παντελώς αθετείσθαι, το δε των αποσχισθέντων βάπτισμα παραδέχεσθαι, μόνη τη του μύρου επιχρίσει εγκαινιζόμενον», Ε, σ. 127.
38 Π, σ. 370.
39 Ο, σ. 488, 491. Πρβλ. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1956², σ. 301 ε.
40 Ο, σ. 421: «Οίον ην το βάπτισμα των εις τρις ανάρχους, ή τρεις υιούς ή εις τρεις παρακλήτους βαπτιζόντων».
41 Ο, σ. 421.
42 Ο, σ. 423.
43 Π, σ. 164 και 55. Πρβλ. Π, σ. 587 ε. Μ, σ. 263. Ο, σ. 490 («ουκ είχον όλως βάπτισμα, διο και τούτους η Εκκλησία βαπτίζειν εθέσπισεν»).
44 Πρβλ. Ιερ. Κοτσώνη, Περί του κύρους..., ένθ’ ανωτ., σ. 26.
45 Ο, σ. 422.
46 Ο, σ. 422/3, 424, 488/9.
47 Ο, σ. 433, 434 (και σημ. Α’). Πρβλ. Ευλόγιον Αλεξανδρείας, P.G. 103, 953.
48 Ο, σ. 421.
49 Ο, σ. 488.
50 Κατά τον Χρ. Ανδρούτσο, Συμβολική εξ επόψεως ορθόδοξου, Θεσσαλονίκη 1963³, σ. 303/4, οικονομία είναι «παρέκκλισις από του κατ’ αρχήν ορθού και αληθούς». Πρβλ. Α. Αλιβιζάτου, Η Οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1949, σ. 21. Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα της «Εκκλησιαστικής Οικονομίας», εν Αθήναις 1957, σ. 207 κ.ε. Παν. Μπούμη, Η εκκλησιαστική οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον, Αθήναι 1971, σελ. 7.
51 Η μαρτυρουμένη πράξη από τον α’ κανόνα της Καρχηδόνος εφαρμόστηκε καθ’ όλο τον δ’ αιώνα, όπως φαίνεται από τον ιθ’ της Α’, τον η’ της εν Λαοδικεία, τους α’ και μζ’ του Μ. Βασιλείου και τους μς’ και ξη’ αποστολικούς κανόνες.
52 Έτσι και ο ιβ’ κανόνας της Πενθέκτης εφαρμόζει λύση «κατ’ οικονομίαν». Βλ. Παν. Ι. Μπούμη, Το έγγαμον των Επισκόπων, Αθήναι 1981, σελ. 10.
53 Πρβλ. την γνώμη του Ι. Κοτσώνη: «’Οπου εις προγενεστέρους κανόνες, ορίζεταί τι αντίθετον προς τον ιερόν τούτον κανόνα (δηλ. τον 95ο της Πενθέκτης), ισχύουν τα υπ’ αυτού οριζόμενα». Άρθρο στη: ΘΗΕ τ. 2 (1963) στ. 1093. Του ιδίου, Προβλήματα... όπ. παρ., σελ. 187, σημ. 571. Πρβλ. Α. Χριστοφιλοπούλου, Η εις την Ορθοδοξίαν προσέλευσις...., ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΖ’ (1956) σελ. 59.
54 Βλ. Ι .Κοτσώνη, Προβλήματα..., ένθ’ ανωτ. σελ. 91-93. Του ιδίου, Περί του κύρους...., ένθ’ ανωτ., σελ. 27.
55 Π, σ. 371. Γι’ αυτό και στη σημείωσή του στον κ’ του Μ. Βασιλείου (Π, σ. 605) υπογραμμίζει: «Όρα ότι τους αιρετικούς ου δέχεται η Εκκλησία χωρίς να βαπτίση αυτούς, κατά τον κανόνα τούτον, καν ο ζ’ της Β’ οικονομικώς εδέχθη τινάς αιρετικούς χωρίς βάπτισμα».
56 Ο, σ. 488. Πρβλ. Ε, σ. 147 ια’: «Ει τοίνυν η των κανόνων ακρίβεια ους η συνήθεια χρίει, εν βαπτίσματι δέχεται, ο άρα τη ακριβεία μάλλον επόμενος επί των αυτήν καταδεχομένων, ουκ αν είη ημαρτηκώς, ως ου παρά την συνήθειαν, αλλ’ υπέρ την συνήθειαν πεποιηκώς».
57 Ε, σ. 132.
58 Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα..., όπ. παρ., σ. 201 ε.ε. Παρατηρεί χαρακτηριστικά ο άγ. Νικόδημος (Π, σ. 52): «Όθεν, αν το βάπτισμα των σχισματικών αθετή ο μ. Βασίλειος, με το να τους έλειψεν η τελειωτική χάρις, περιττόν είναι λοιπόν και το να ζητή τινας,, αν πρέπει να βαπτίζωμεν τους αιρετικούς».
59 Βλ. Βλασ. Ι. Φειδά, Ιστορικοκανονικαί και εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις ερμηνείας των ιερών κανόνων, Αθήναι 1972, σελ. 44.
60 Πρβλ. τους Ζωναρά και Βαλσαμώνα παρά: Γ. Α. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τόμ. Β’, Αθήνησιν 1852, σελ. 189 και 191. Πρβλ. Ι. Ρίννε, Ενότης και ομοιομορφία εν τη Εκκλησία, όπ. παρ., σ. 38 (και σημ. 6).
61 Ο, σ. 490. Προσδιορίζει δε σαφώς τι εννοεί: «Η γαρ ουκ έτυχον του θείου βαπτίσματος, ή τυχόντες ουκ ορθώς, ουδέ κατά τον τύπον της ορθοδόξου Εκκλησίας αυτού έτυχον».



  • Από το βιβλίο: «ΟΜΟΛΟΓΩ ΕΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ζ’ ΚΑΝΟΝΟΣ ΤΗΣ Β’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΝ/ΝΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟ» (συμβολή στην ιστορικοκανονική θεώρηση του προβλήματος περί του κύρους του δυτικού βαπτίσματος)-Έκδοση Β’ επηυξημένη-Μεταφορά στην Νέα Ελληνική: Αθανάσιος Σ. Λαγουρός-Εκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»-Αθήνα 1996

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

«Εις τα Άγια Φώτα», επιλεγμένα αποσπάσματα από τον λόγο του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου.


Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.
  «Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλιν μυστήριον. Μυστήριον το οποίο δεν είναι ψεύτικον ούτε απρεπές, ούτε προέρχεται από την ελληνικήν (σημ. ειδωλολατρική) πλάνην και την μέθην (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας των και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά και μυστήριον και θείον και υψηλόν και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, εις την οποίαν έχομεν φτάσει και την οποίαν έχομεν αξιωθή να εορτάσωμεν σήμερα, έχει μεν ως αρχήν το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται εις τον κόσμον, πραγματοποιεί δε τον καθαρισμόν μου και βοηθεί το φως το οποίον έχομεν λάβει από τον Θεόν κατά την δημιουργίαν και το οποίον έχομεν κάνει να σκοτεινιάση και να αδυνατίση. Ακούσατε λοιπόν την φωνήν του Θεού, η οποία εις εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητήν των τοιούτων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθή και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και δια τον λόγον αυτόν· «πλησιάσετέ τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από εντροπήν», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεωςας γίνωμεν ουράνιοι.

Να, καιρός αναδημιουργίας, ας ξαναβρούμε τον πρώτον Αδάμ. Να μην μείνωμεν εκείνο το οποίον είμεθα, αλλά να γίνωμεν εκείνο το οποίον ήμεθα κάποτε. Το φως φωτίζει μέσα εις το σκοτάδι με την παρούσαν ζωήν και την σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώση το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμις, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα εις εκείνον ο οποίος ομοιάζει προς τον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω εις τον Θεόν και νικάται, δια να ρίπτωμεν από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζωμεν προς το φως και να γινώμεθα τέλειον φως, τέκνα τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε την δύναμιν του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθή από την γην; Δεν έχετε τοποθετηθή καθαρά επάνω, αφού ανυψωθήκατε από την φωνήν και τους πνευματικούς μου λόγους;

[…] Ο ίδιος Λόγος είναι και φοβερός εξ αιτίας της φύσεώς του, δι’ εκείνους οι οποίοι δεν είναι άξιοι και ικανός, εξ αιτίας της αγάπης του προς τον άνθρωπον, να εισέλθει εις εκείνους οι οποίοι έχουν προετοιμασθή κατ’ αυτόν τον τρόπον και εις όσους, αφού έχουν εκδιώξει το ακάθαρτον και υλικόν πνεύμα των ψυχών, εκαθάρισαν τας ψυχάς των και τας εστόλισαν με την καθαράν γνώσιν, την οποίαν δεν άφησαν ούτε αργήν ούτε άπρακτον, ώστε να κυριευθή πάλιν από τα επτά πνεύματα της κακίας, τα οποία είναι τόσα όσα και τα πνεύματα της αρετής και τα οποία επιτίθενται με μεγαλυτέραν ορμήν (διότι είναι πιο αξιέπαινον εκείνο το οποίο κατορθώνεται δυσκολώτερα). Και εις εκείνους οι οποίοι, εκτός από το να αποφεύγουν την κακίαν εργάζονται και την αρετήν, αφού έβαλαν μέσα των όσον περισσότερον ημπόρουν ολόκληρον τον Χριστόν, εις τρόπον ώστε να μην εύρη η πονηρά δύναμις κανένα κενόν δια να εισέλθη και να τα συμπληρώση, και να γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα, λόγω του ότι η επίθεσις είναι πιο ισχυρά και η φρουρά πιο ασφαλής και δυσκολοκυρίευτος. Όταν θα φυλάξωμεν πολύ προσεκτικά την ψυχήν μας και ετοιμάσωμεν την καρδία μας δια πνευματικάς αναβάσεις, και ετοιμάσωμεν εις τους εαυτούς μας πρωτοκαλλιέργητα χωράφια, και σπείρωμεν καρπόν δικαιοσύνης…

[…] Επειδή η ουσία της εορτής είναι το να ενθυμούμεθα τον Θεόν, ας σκεφτούμε τον Θεόν. Διότι νομίζω ότι και ο ήχος από εκείνους οι οποίοι εορτάζουν εις την άλλην ζωήν, όπου είναι η κατοικία όλων όσων ευφραίνονται, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Θεός, ο οποίος υμνείται και δοξάζεται από εκείνους οι οποίοι έχουν αξιωθή να εισέλθουν εις τον τόπον αυτόν […]. Όταν αναφέρω τον Θεόν, ας σας φωτίζουν ένα και, ταυτοχρόνως τρία φώτα. Τρία μεν λόγω των ιδιοτήτων, δηλαδή υποστάσεων, εάν προτιμά κανείς να τους ονομάζει έτσι, ή των προσώπων (διότι δεν πρόκειται να φιλονικήσωμεν δια τα ονόματα, όταν αι λέξεις έχουν την ίδιαν σημασίαν). Ένα δε λόγω της ενότητος της ουσίας, δηλαδή της θεότητος.

Διότι διαιρούνται και παραμένουν αδιαίρετα, δια να το ειπώ έτσι, και ενώνονται, ενώ παραμένουν διαιρεμένα. Διότι η θεότης είναι εν, το οποίον διακρίνεται εις τρία, και τρία τα οποία είναι ένα. Εκείνα εις τα οποία υπάρχει η θεότης, ή, δια να ακριβολογήσω περισσότερον, εκείνα τα οποία αποτελούν την θεότητα. Θα αποφύγωμεν τας υπερβολάς και τας παραλείψεις, χωρίς να κάμωμεν ούτε την ένωσιν σύγχυσιν, ούτε την διαίρεσιν αποξένωσιν. Ας μείνει το ίδιο μακριά από μας και η συναίρεσις του Σαβελλίου και ο διαχωρισμός του Αρείου, τα δύο αυτά εκ διαμέτρου αντίθετα κακά, τα ισάξια ως προς την ασέβειαν.

[…] Και ποιο είναι το φοβερόν μυστήριον το οποίο γίνεται προς χάριν μας; Ανανεώνονται αι φύσεις και ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Και εκείνος ο οποίος είχε ανέβει επάνω από τους ουρανούς των ουρανών, εις την ανατολήν της δόξης και της λαμπρότητός του, δοξάζεται εις την δύσιν από την ιδικήν μας ασημαντότητα και ταπεινότητα, και ο Υιός του Θεού δέχεται και να γίνει και να ονομασθεί υιός ανθρώπου. Όχι επειδή μετεβλήθη εκείνο το οποίο ήτο (διότι είναι αμετάβλητον), αλλ’ επειδή προσέλαβεν εκείνο το οποίο δεν ήτο (διότι αγαπούσε τον άνθρωπον), δια να γίνει χωρητός ο αχώρητος και να έλθη εις επικοινωνίαν μαζί μας με την σάρκα, σαν μέσα από κάποιο παραπέτασμα, επειδή δεν ημπορούσε η ανθρώπινη φύσις, η οποία υπέκειτο εις δημιουργίαν και φθοράν, να αντέξει την θεότητά του.


Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

Δια τον λόγον αυτόν ενώνονται τα πιο αντίθετα πράγματα. Όχι μόνο ο Θεός με την δημιουργίαν, ούτε ο νους με την σάρκα, ούτε το έξω από τον χρόνον με τον χρόνον, ούτε το απεριόριστο με το μέτρον, αλλά και η γέννησις με την παρθενίαν, και το υψηλότερον από κάθε τιμήν με την ατιμίαν, και το μη υποκείμενον εις πάθος με το πάθος, και το αθάνατον με το φθαρτόν. Επειδή ο εφευρέτης της κακίας ενόμιζεν ότι είναι ανίκητος, εφ’ όσον μας είχε δελεάσει με την ελπίδα να γίνωμεν θεοί, δελεάζεται ο ίδιος από την εμφάνισιν της σαρκός, δια να επιτεθεί εις τον Αδάμ και να προσκρούση εις τον Θεόν, και έτσι να σώση ο νέος Αδάμ τον παλαιόν, και να λυθή η καταδίκη της σαρκός, αφού θα έχη θανατωθή από την σάρκα ο θάνατος.



[…] Τώρα πρόκειται δι’ άλλην πράξιν του Χριστού και δι’ άλλο μυστήριον. Δεν ημπορώ να συγκρατήσω την χαράν μου. Νιώθω να γεμίζω από Θεόν. Λίγο ακόμη και θα αρχίσω να κηρύσσω την ευχάριστον αγγελίαν, όπως ο Ιωάννης, έστω και αν δεν είμαι πρόδρομος, πάντως θα το κάμω από την ερημίαν. Ο Χριστός φωτίζεται, ας φωτισθώμεν μαζί του. Ο Χριστός βαπτίζεται, ας κατέβωμεν μαζί του εις τον ποταμόν δια να ανεβώμεν και μαζί του. Ο Ιησούς βαπτίζεται. Θα πρέπει να προσέξωμεν μόνο το βάπτισμα ή και όλα τα άλλα; Δηλαδή ποιος ήτο, από ποιον εβαπτίσθη και πότε εβαπτίσθη; Ότι ήτο καθαρός, ότι εβαπτίσθη από τον Ιωάννην και ότι μετά ήρχισε τα θαύματα; Δια να μάθωμεν τι και δια να διαπαιδαγωγηθώμεν εις τι; Ότι πρέπει να καθαριζώμεθα προηγουμένως, να είμεθα ταπεινόφρονες και να κηρύσσωμεν μόνον όταν είμεθα ολοκληρωμένοι κατά την πνευματικήν και σωματικήν ηλικίαν.

Το πρώτο (πρέπει να το είπωμεν) προς εκείνους οι οποίοι σκοπεύουν να βαπτισθούν, ενώ δεν έχουν προηγουμένως προετοιμασθή και ενώ δεν παρέχουν εγγυήσεις με την συνήθειάν των να πράττουν το καλόν, ότι η λύτρωσίς των θα παραμείνει σταθερά. Διότι εάν το χάρισμα (διότι πράγματι είναι χάρισμα) παρέχει άφεσιν των παρελθόντων, τότε είναι περισσότερον ταιριαστόν προς την ευσέβειαν το να μην ξαναγυρίσωμεν εις εκείνα τα οποία έχομεν εμέσει. Το δεύτερον αναφέρεται εις εκείνους οι οποίοι υπερηφανεύονται έναντι των ιερέων, αν είναι κάπως ανώτεροι από αυτούς. Το τρίτον δε προς εκείνους οι οποίοι βασίζονται εις τον νεανικόν των ενθουσιασμόν και νομίζουν ότι η κάθε περίστασις είναι κατάλληλος δια διδασκαλίαν ή κατάληψιν της πρωτοκαθεδρίας.

Ο Ιησούς υποβάλλεται εις κάθαρσιν και συ την περιφρονείς; (Καθαρίζεται) υπό του Ιωάννου, και συ επαναστατείς εναντίον του κήρυκός σου; Καθαρίζεται όταν είναι ήδη τριάκοντα ετών, και συ προτού καν βγάλεις γένια διδάσκεις τους γέροντας ή τουλάχιστον νομίζεις ότι τους διδάσκεις, ενώ ούτε η ηλικία ούτε και ενδεχομένως, η συμπεριφορά σου σε κάνουν άξιον σεβασμού; Εις την περίπτωσιν αυτή έρχονται εις την γλώσσαν τα παραδείγματα του Δανιήλ και των άλλων νέων κριτών, επειδή καθένας ο οποίος αδικεί, εύκολα βρίσκει δικαιολογίας. Δεν αποτελεί όμως νόμον της Εκκλησίας εκείνο το οποίον είναι κάτι σπάνιον, όπως την άνοιξιν δεν την φέρει ένα μόνον χελιδόνι, όπως δεν κάνει και μια μόνον γραμμή τον γεωμέτρην, ή ένα μόνον ταξίδι τον ναυτικόν.

[…] Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθή ο Ιησούς, δια να αγιάση μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστήν, όπως είναι καταφανές, δια να θάψη μέσα εις το ύδωρ όλον τον παλαιόν Αδάμ και να αγιάση πριν απ’ αυτούς και χάριν αυτών τον Ιορδάνην. Όπως ο ίδιος ήταν πνεύμα και σάρξ, έτσι δίδει πνευματικήν ολοκλήρωσιν με Πνεύμα και ύδωρ. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται να τον πείση. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα», λέγει ο λύχνος εις τον Ήλιον, η φωνή εις τον Λόγον, ο φίλος εις τον Νυμφίον, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναικός εις τον Πρωτότοκον ολοκλήρου της δημιουργίας, εκείνος ο οποίος εσκίρτησεν ενώ ευρίσκετο μέσα εις την κοιλίαν εις εκείνον ο οποίος επροσκυνήθη μέσα εις την κοιλίαν, εκείνος ο οποίος προέτρεξε και ο οποίος θα προτρέξει εις εκείνον ο οποίος εφάνη και θα φανή […]

Τι δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρσις. Τι είναι δε το πυρ; Το κάψιμον κάθε νοητού πράγματος και η αναζωπύρωσις του πνεύματος. Τι είναι δε αξίνη; Το κόψιμον της ψυχής, η οποία, αφού γεμίσει με ακαθαρσίας, έχει καταστή αθεράπευτος. Τι είναι η μάχαιρα; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακόν από το καλόν και τον πιστόν από τον άπιστον και η οποία κάνει τον υιόν και την θυγατέρα και την νύμφην να επαναστατούν κατά του πατρός και της μητρός και της πενθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη…


Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

[…] Αλλά και ανεβαίνει από το ύδωρ ο Ιησούς. Ανεβάζει μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζωνται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει δια τον εαυτό του και δια τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με την μάχαιραν του πυρός τον παράδεισον. Και το Πνεύμα μαρτυρεί την Θεότητα (διότι το όμοιον σπεύδει προς το όμοιον) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προέρχονταν εκείνος δια τον οποίον εδίδετο η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε ωσάν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με την θέωσιν, όταν αυτή θεωρήται από την πλευράν του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρη την ευχάριστον αγγελίαν της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν κρίνης την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και δια τον λόγον αυτόν σου φαίνεται μικρόν το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με την μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε δια τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσης και την βασιλείαν των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις τον διάβολον πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μέγα και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων ευρίσκονται εις τα ύδατα, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται αρνίον και μαργαρίτης και σταγών και άλλα παρόμοια.

[…] Εμείς ας τιμήσωμεν σήμερα το βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσωμεν σωστά με το να ευφραινόμεθα πνευματικά και όχι να περιποιούμεθα την κοιλίαν μας. Θα ευφρανθούμεν δε με ποίον τρόπον; Λουσθήτε δια να καθαρισθήτε. Αν μεν είστε κόκκινοι από την αμαρτίαν και ολιγώτερον κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και την λευκότητα του μαλλιού. Πάντως καθαρισθήτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσον πολύ ο Θεός, όσο με την διόρθωσιν και την σωτηρίαν του ανθρώπου, χάριν του οποίου έχουν λεχθή τα πάντα και έχουν δοθή όλα τα μυστήρια, δια να γίνετε φωτεινά αστέρια δια τον κόσμον και δύναμις ζωτική δια τους άλλους ανθρώπους. Δια να παρουσιασθήτε ωσάν τέλεια φώτα εις το μεγάλο φως, και να μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχθή την μια αυγήν από την μία Θεότητα, εις το πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

(Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5).




Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος

 Απόσπασμα από Επισκόπου Ανδίδων Χριστοφόρου, Η γνωριμία μου με τον Γέροντα Παΐσιον τον Αγιορείτη (B΄)

Ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος: "Βλέπω σήμερα μία φιλοπρωτία. Πολλοί βιάζονται νά γίνουν πρῶτοι, κληρικοί κλπ. Ἀλλά βασίζονται στίς ἀνθρώπινες δυνάμεις τους καί δέν τά βγάζουν πέρα. Ἄν ὁ Θεός καλέσῃ κάποιον σέ ἕνα ἀξίωμα, τότε ὁ Θεός «εἶναι ὑποχρεωμένος» νά τον βοηθήσῃ νά φέρῃ σέ τέλος τήν ἀποστολή του.  Οἱ βιαστικοί ταλαιπωροῦνται μέ τά διάφορα προβλήματα καί τήν συνείδησή τους καί τώρα καί στήν ἄλλη ζωή.
Οἱ Χριστιανοί δέν ζητᾶνε πολλά ἀπό τόν κληρικό. Μόνον δύο πράγματα. Νά μήν τρώη πολύ καί νά μήν εἶναι φιλάργυρος.
Ρωτοῦσε ἕνας πού ἤθελε νά γίνη σύντομα ἐπίσκοπος ἄν θά ἔπρεπε νά ὑπηρετήσῃ στήν Ριζάρειο Σχολή ὡς καθηγητής ἤ στήν Ἱερά Σύνοδο ὡς Γραμματέας...καί Φαρισαῖος λιβανίζοντας τούς ἄλλους.
Αὐτός, καί ἄν γίνῃ ἐπίσκοπος, δέν θά ἔχῃ ἐσωτερική ἡσυχία, ἀλλά ἕνα μαρτύριο. Αὐτοί δέν ἔχουν δοκιμάσει τήν γλυκύτητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Γι΄ αὐτό οἱ ἀσκητές ἀπόφευγαν τήν ἱερωσύνη καί ἔκλειναν τά κελλιά τους, ὁπότε οἱ ἄλλοι ἄνοιγαν τήν σκεπή τῶν κελλιῶν γιά νά τούς χειροτονήσουν.

Ἕνας ὑποψήφιος παρακαλοῦσε ἕναν συνοδικό ἀρχιερέα μόνο γιά μία ψῆφο. Στό τέλος πῆρε ὅλους τούς ψήφους καί ἐκλέχτηκε παμψηφεί. Καί εἶπε : Τώρα τί εἶναι τό ἅγιον Πνεῦμα, περιστέρι γιά νά τό φυσήξῃς καί νά φύγῃ; Ἔτσι νομίζουν πολλοί ὅτι καί οἱ προεργασίες γιά τήν ἐκλογή ἑνός ἐπισκόπου γίνονται μέ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος".