Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάθης Κουβελάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάθης Κουβελάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Από τον παραλογισμό στην τραγωδία;

Οσοι ζουν ή έστω παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ελλάδα γνωρίζουν πλέον καλά τι σημαίνουν εκφράσεις όπως «κρισιμότητα των στιγμών», «κλίμα έντασης», «ανατροπή των δεδομένων» ή «οριακή κατάσταση». Από τη Δευτέρα σ’όλα αυτά, και μάλιστα σε μια παροξυστική τους μορφή, έρχεται να προστεθεί κάτι καινούργιο: το παράλογο.



του Στάθη Κουβελάκη
Η λέξη μπορεί να φαίνεται περίεργη ή βαριά. Πώς αλλιώς όμως να χαρακτηρίσουμε την πλήρη αντιστροφή του νοήματος ενός συγκλονιστικού γεγονότος όπως το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ώρες μόνο μετά το πέρας του και μάλιστα από τους ίδιους τους πρωτεργάτες του; Πώς να εξηγήσουμε ότι οι κκ. Μεϊμαράκης και Θεοδωράκης, δηλαδή οι επικεφαλείς του στρατοπέδου των (κατά κράτος) ηττημένων, να έχουν γίνει οι εγκεκριμένοι εκφραστές της γραμμής που ακολουθεί η ελληνική πλευρά και να περιφέρονται δεξιά και αριστερά θέτοντας τους όρους τους; Πως είναι δυνατό ένα σαρωτικό «όχι» στη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας να «ερμηνεύεται» ως πράσινο φως για ένα νέο μνημόνιο; Και για να το πούμε με όρους κοινής λογικής, αν ήταν να υπογραφεί κάτι ακόμη χειρότερο και δεσμευτικότερο από τις προτάσεις Γιουνκέρ προς τι το δημοψήφισμα ή μάλλον προς τι η μάχη του «όχι» και, φυσικά, προς τι η σαρωτική της επικράτηση;

Η αίσθηση του παράλογου δεν απορρέει όμως από αυτήν την ακαριαία αντιστροφή της δυναμικής της κατάστασης αλλά κυρίως από το γεγονός ότι όλα αυτά γίνονται «σαν να μην έχει συμβεί τίποτε», σαν να ήταν το δημοψήφισμα κάτι σαν συλλογική παραίσθηση, που διαλύεται απότομα και μας αφήνει απερίσπαστους να συνεχίσουμε μ’αυτό που κάναμε πριν. Επειδή δεν γίναμε όμως όλοι Λωτοφάγοι, ας μας επιτραπεί να αναφερθούμε εν συντομία σε όσα συνέβησαν στον απίστευτα πυκνό χρόνο των τελευταίων ημερών.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Για ποιόν εργάζεται ο χρόνος; - Του Στάθη Κουβελάκη

 
 


Οταν άρχισε να υποχωρεί κάπως το επικοινωνιακό μπαράζ που επιχείρησε να παρουσιάσει την συμφωνία της 20ης Φλεβάρη μεταξύ κυβέρνησης και Eurogroup (και την «λίστα μεταρρυθμίσεων» που τη συμπληρώνει) ως περίπου νίκη, το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της είναι ότι «αγόρασε χρόνο».

Για να το επιτύχει, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, χρειάστηκε βέβαια να προβεί σε υποχωρήσεις, οι οποίες όμως έγιναν στα πλαίσια όμως ενός «προωθητικού συμβιβασμού» για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Γιάννη Δραγασάκη[1] . Το επιχείρημα εδώ είναι ότι για αυτούς τους τέσσερις μήνες δεν θα παρθούν νέα μέτρα λιτότητας τύπου μέηλ Χαρδούβελη, ενώ λύνεται το πρόβλημα της ρευστότητας που είχε φέρει το τραπεζικό σύστημα στα πρόθυρα της κατάρρευσης πριν συναφθεί η συμφωνία και δίνεται ένα περιθώριο ώστε η κυβέρνηση να προετοιμαστεί για τον νέο γύρο διαπραγματεύσεων του Ιούνη χωρίς να εγκαταλείπει τους στρατηγικούς της στόχους. Δεν πρόκειται λοιπόν περί ήττας αλλά περί τακτικής υποχώρησης και ανακωχής που λειτουργεί προς όφελος της ελληνικής πλευράς.

Χωρίς να μπούμε εδώ σε μια λεπτομερή ανάλυση των δεσμεύσεων που ανέλαβε η κυβέρνηση υπογράφοντας τη συμφωνία[2] , τα βασικά σημεία του προηγούμενου επιχειρήματος δεν άργησαν να διαψευστούν από την πραγματικότητα.

Μέσα στο «σιδερένιο κλουβί»

Εγινε κατ’αρχήν εμφανές ότι η κυβέρνηση έχει στην ουσία τα χέρια της δεμένα. Δεν θέλει μεν να εφαρμόσει τα περιοριστικά μέτρα για τα οποία πιέζουν οι Ευρωπαίοι, και όντως κατάφερε ως τώρα να τα αποτρέψει, αδυνατεί ωστόσο να εφαρμόσει το πρόγραμμα για το οποίο εκλέχτηκε. Πράγματι, ο πυρήνας αυτών των μέτρων, όπως σύντομα φάνηκε, ενέχει δημοσιονομικό κόστος και για οποιοδήποτε τέτοιο μέτρο – και όχι μόνο – απαιτείται η έγκριση της τρόϊκας (ας σταματήσουμε εδώ μια και καλή με τα φύλλα συκής περί «θεσμών» και «Brussels Group»). Αυτό αφορά ειδικότερα τα μέτρα για τη ρύθμιση των χρεών, την επαναφορά του αφορολόγητου στα 12 χιλιάδες ευρώ και την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ. Αλλά και η επαναφορά του κατώτατου στα 751 μετατίθεται σε ορίζοντα διετίας, με ασάφεια στις προθεσμίες, και οι διαβεβαιώσεις για επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και της εργατικής νομοθεσίας προσκρούουν σε αντιρρήσεις ουσίας, ενώ η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για συνέχιση της ιδιωτικοποίησης.