Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013


Λόγιες φράσεις στην ελληνική: ο μη γένοιτο, έπεα πτερόεντα, τι μέλλει γενέσθαι, επί τον τύπον των ήλων

Η χρήση αρχαϊστικών φράσεων σε ποικίλα γλωσσικά και εξωγλωσσικά συμφραζόμενα της σύγχρονης λαλιάς, στα χείλη ατόμων ενός κάποιου μορφωτικού επιπέδου ή και στις συζητήσεις απλών ανθρώπων, μολονότι έρχονται από το απώτατο παρελθόν, εντούτοις διατηρούν ανέπαφη τη ζωντάνια και τη δύναμή τους

Είναι γνωστό ότι ένας σημαντικός αριθμός φράσεων έχει διατηρηθεί ως σήμερα στην κοινή νεοελληνική μας γλώσσα. Οι φράσεις αυτές - οι οποίες χρησιμοποιούνται φυσικά και αυθόρμητα στον καθημερινό λόγο, προφορικό και γραπτό - προέρχονται είτε από την αρχαία είτε από τη βυζαντινή είτε από τη λόγια γλωσσική μας παράδοση, και μάλιστα τις συναντούμε σ' ένα ευρύ φάσμα γλωσσικών χρήσεων μέσα σε διάφορα συμφραζόμενα, που εξακτινώνονται από το ανάλαφρο και ατημέλητο ύφος των καθημερινών συζητήσεων μέχρι το επίσημο και σοβαρό ύφος των δημοσιογραφικών άρθρων και δοκιμίων. Έτσι, ακούμε και διαβάζουμε συχνά: έπεα πτερόεντα, δώρον άδωρον, ο μη γένοιτο, τι μέλλει γενέσθαι, άρον άρον, επί ποδός πολέμου κ.ά., που προσδίδουν κάθε φορά στον λόγο πυκνότητα, ενάργεια και σφρίγος. 

Η πρώτη σκέψη που έρχεται ενδεχομένως στο μυαλό του καθενός μας είναι ότι τέτοιες φράσεις απαντούν κατά κανόνα σε συνομιλίες ατόμων ενός κάποιου μορφωτικού επιπέδου ή τις βρίσκουμε, το πιθανότερο ίσως, σε διάφορα κείμενα δοκιμιακά ή λογοτεχνικά. Αντίθετα, όποιος παρακολουθήσει - υποψιασμένος βέβαια ως προς το θέμα - συζητήσεις απλών ανθρώπων, όχι μόνο των πόλεων αλλά και των χωριών μας, 
θα δοκιμάσει αλλεπάλληλες εκπλήξεις, ακούοντας να κυλούν στα χείλη τους σαν γάργαρο νερό παρόμοιες φράσεις, που μολονότι έρχονται από το απώτατο παρελθόν, εντούτοις διατηρούν ανέπαφη τη ζωντάνια και τη δύναμή τους. 

Όσον αφορά στην προέλευσή τους:
1. Πολλές από αυτές τις φράσεις έλκουν την καταγωγή τους απευθείας από την αρχαία ελληνική: τύχη αγαθή, τι τέξεται η επιούσα, επί ξυρού ακμής, άνω ποταμών κ.ά. - γεγονός που γεννά πράγματι δικαιολογημένη απορία πώς μπόρεσαν οι φράσεις αυτές να επιβιώσουν από τότε έως σήμερα, διατρέχοντας τόσες εκατονταετίες, και μάλιστα πώς διατηρήθηκαν έτσι αναλλοίωτες και αειθαλείς στο στόμα των νεοελλήνων. 
2. Οι περισσότερες από τις φράσεις αυτές ανάγουν την αφετηρία τους στην Αγία Γραφή, και ιδίως στην Καινή Διαθήκη, καθώς και στην Εκκλησιαστική Υμνογραφία - πράγμα που επιμαρτυρεί συνάμα και τη βαθιά επίδραση που άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί η θρησκευτική παράδοση στη συνείδηση του λαού μας: αντί πινακίου φακής, επί ξύλου κρεμάμενος, μετά βαΐων και κλάδων, επί τον τύπον των ήλων κ.άΕιδικότερα οι ακολουθίες της Εκκλησίας, που αποτελούν αναντίρρητα, σε μερικές τουλάχιστον περιπτώσεις, και υψηλές μορφές λογοτεχνικότητας, επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το χριστεπώνυμο πλήρωμα, που εύλογα απομνημονεύει και χρησιμοποιεί, σε πρόσφορες βέβαια περιστάσεις, φράσεις από διάφορα τροπάρια, αναγνώσματα και λειτουργικές ευχές: αντί του μάννα χολήν, χαίρε βάθος αμέτρητον, των παθών μου τον τάραχον κ.ά.
3. Μερικές αρχαϊστικές φράσεις αποτελούν, θα λέγαμε, «λόγιους ιδιωτισμούς» (δηλαδή η σημασία τους δεν προκύπτει από τον συνδυασμό των εννοιών των λέξεων που τις απαρτίζουν) - που με τη χαρακτηριστική διατύπωσή τους δημιουργούν έμφαση αφενός, και αφετέρου προσδίδουν στον λόγο ιδιάζουσα εκφραστικότητα:αβρόχοις ποσί, μέχρι κεραίας, επί τάπητος κ.ά. 
4. Τέλος πολυάριθμες λόγιες εκφράσεις αποτελούν κατάλοιπα της καθαρεύουσας και γενικότερα της λόγιας γλωσσικής μας παράδοσης: επ' αυτοφώρω, εν ψυχρώ, διά θαλάσσης, τυφλοίς όμμασι, αιχμή δόρατος κ.ά., και χρησιμοποιούνται πολύ συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο, χαρίζοντάς του συντομία και ακρίβεια. 

Η χρήση όλων αυτών των αρχαϊστικών φράσεων σε ποικίλα γλωσσικά και εξωγλωσσικά συμφραζόμενα της σύγχρονης λαλιάς δεν πρέπει να μας ανησυχεί ούτε να μας προβληματίζει ότι τάχα «απορρυθμίζουν» τη γραμματικοσυντακτική δομή του νεοελληνικού λόγου ή ότι, ακόμη χειρότερα, «μολύνουν» την καθαρότητα της δημοτικής. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι η γλώσσα μας είναι μια ιστορική γλώσσα με διαδρομή τεσσάρων χιλιάδων ετών, και δεν μπορεί καμιά από τις παλαιότερες μορφές της - πράγμα που συνιστά άλλωστε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της - να σβήσει εντελώς από το στόμα ή την πένα αυτών που τη χρησιμοποιούν. Όλες τους θα διεκδικούν το μερίδιό τους, μεγάλο, μικρό ή ελάχιστο - όπως θα λέγαμε τα «είδωλα καμόντων» της ομηρικής Νέκυιας, που διεκδικούν κι αυτά μια «σταγόνα αίματος» στη ζωή - και στην προκειμένη περίπτωση, στην εκάστοτε ζωντανή γλωσσική πραγματικότητα. 


Συστηματική καταγραφή, λεξικογραφική κατάταξη, σχολιασμό και έκδοση των φράσεων αυτών επιχειρήσαμε πρώτη φορά προ εικοσαετίας (Λεξικό αρχαίων, βυζαντινών και λόγιων φράσεων της Νέας Ελληνικής, εκδ. Gutenberg 1992) και ακολούθησαν έκτοτε άλλες τέσσερις επανεκδόσεις του λεξικού εκείνου σε ανανεωμένη και συμπληρωμένη μορφή (εκδ. Gutenberg 1994, 1996, 1998 και 2002). Φωτογραφική αναπαραγωγή της πέμπτης έκδοσης έγινε πρόσφατα από το κυριακάτικο «Βήμα», για να δοθεί ως προσφορά στους αναγνώστες του· και είχε μάλιστα σημαντική απήχηση.

[Γεράσιμος Μαρκαντωνάτος, διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας-συγγραφέας, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24-02-2013]

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012


Περιµένοντας τον Αναµενόµενο


Socrates
Πλάτων
Πλάτωνος, Αλκιβιάδης δεύτερος
(Απόσπασµα από το έξοχο βιβλίο «Ιησούς Χριστός – η προσδοκία των εθνών» που αναλύει µέρος ενός διαλόγου του Πλάτωνος (400 χρόνια π.Χ) στο οποίο ο Σωκράτης διαλέγεται µέ τον Αλκιβιάδη επί του θέµατος της προσευχής. Είναι εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς τώρα το πως η χάρις του Θεού ετοίµασε την ανθρωπότητα δηµιουργώντας την προσδοκία για την έλευση του Κυρίου).
Καταπληκτική είναι και η στιχοµυθία µεταξύ του Σωκράτη και του Αλκιβιάδη στο έργο του Πλάτωνος «Αλκιβιάδης δεύτερος» (ΧΙΙΙ-ΧIV, 150D εξ.), το οποίο είναι αφιερωµένο στο θέµα της προσευχής. Εδώ ο Σωκράτης αναπτύσσει µεταξύ άλλων και τις εξής αλήθειες:
α) Ότι οι προσευχόµενοι δεν γνωρίζουν ποιό είναι το πραγµατικό τους συµφέρον, ώστε να το ζητούν από τους θεούς, γι’ αυτό πολλές φορές ζητούν πράγµατα που δεν τους συµφέρουν, όπως π.χ. την βλάβη των άλλων
β) ότι η προσευχή δεν µπορεί να είναι αποτελεσµατική αν η υλική θυσία που προσφέρεται µαζί µ’ αυτήν δεν προέρχεται από ψυχή ευσεβή και δίκαιη- «θα ήταν φοβερό εάν οι Θεοί απέβλεπαν στα δώρα και τις θυσίες µας και όχι στην ψυχή, εάν δηλαδή είναι κάποιος όσιος και δίκαιος»,
και γ) για τους λόγους αυτούς η επικοινωνία µέ τον Θεό διαµέσου της προσευχής δεν είναι τόσο εύκολη όπως φαίνεται, δεν είναι απαλλαγµένη από σφάλµατα και κινδύνους και δεν είναι πάντοτε αποτελεσµατική.
Από αυτά ο Σωκράτης συµπεραίνει ότι το µόνο που έχει να κάνη ο άνθρωπος είναι να περιµένη. µέχρις ότου φθάση ο καιρός να διδαχθή από κάποιον πως πρέπει να συµπεριφέρεται προς τους θεούς και τους ανθρώπους: «αναγκαίον ουν εστι περιµένειν. έως αν τις µάθη ως δει προς θεούς και προς ανθρώπους διακείσθαι».
Μετά την διαπίστωσι αυτή στην οποία κατέληξε ο Σωκράτης, ο Αλκιβιάδης τον ερωτά: «Πότε ουν παρέσται ο χρόνος ούτος, ω Σώκρατες, και τις ο παιδεύσων; ήδιστα γαρ αν µοι δοκώ ιδείν τούτον τον άνθρωπον τις εστιν», δηλαδή: «Πότε θα έλθη αυτή η ώρα, ω Σωκράτη, και ποιός θα µάς το µάθη αυτό; Με πολύ πόθο θα έβλεπα, νοµίζω, αυτόν τον άνθρωπο, ποιός είναι». Στην ερώτησι αυτή ο Σωκράτης απαντά ότι ο Αναµενόµενος είναι «ούτος ω µέλει και περί σου», δηλαδή «αυτός που φροντίζει (νοιάζεται) και για σένα». Τον χαρακτηρίζει µάλιστα στο σηµείο αυτό Θεάνθρωπο: «Θεόν ηδέ (και) άνδρα».
Η φροντίδα για όλους τους ανθρώπους είναι το έργο του Αναµενόµενου Θεανθρώπου, αλλά για να γνωρίση Αυτόν όποιος θέλει, πρέπει πρώτα να αφαιρέση από την ψυχή του το κάλυµµα, την οµίχλη που τον εµποδίζει να Τον δη. Σ’ αυτά τα λόγια του Σωκράτη, ο Αλκιβιάδης αποκρίνεται: «Ας µού αφαίρεση, εάν θέλη, αυτό το κάλυµµα η ο,τι άλλο, διότι εγώ έχω αποφασίσει να µήν παραβώ καµµία από τις προσταγές του, όποιος να είναι αυτός ο άνθρωπος, εάν πρόκειται να γίνω καλλίτερος». Με την οµολογία αυτή ο Αλκιβιάδης εκδηλώνει
α) τον πόθο του να γίνη καλλίτερος,
β) την πεποίθησι ότι αυτό θα µπόρεση να το πραγµατοποίηση µόνον ο Αναµενόµενος Θεάνθρωπος,
γ) γι’ αυτό και είναι εσωτερικά προπαρασκευασµένος να αποδεχθή πλήρως τις εντολές του Διδασκάλου αυτού.
Στο άκουσµα της τριπλής αυτής οµολογίας ο Σωκράτης επαναλαµβάνει ότι ο Αναµενόµενος «έχει αξιοθαύµαστη προθυµία για σένα». Η χρήσι του ενεστώτος «έχει» εδώ δείχνει την βεβαιότητα, το θεωρεί τετελεσµένο, είναι προφητική: έχει αξιοθαύµαστη φροντίδα για τον Αλκιβιάδη και για όλους τους ανθρώπους ο Αναµενόµενος ακόµη και πριν από την εµφάνισί του στον κόσµο.
Αυτό σηµαίνει – λέγει ο Αλκιβιάδης και συµφωνεί ο Σωκράτης – ότι πρέπει να αναβάλουµε την προσφορά θυσίας «για τότε», µέχρι δηλαδή ο Αναµενόµενος να µάς διδάξη πως πρέπει να προσευχώµαστε και να προσφέρουµε θυσίες. Και παρατηρεί συµπερασµατικά ο Αλκιβιάδης: «τοις θεοίς δε και στεφάνους και τάλλα πάντα νοµιζόµενα τότε δώσοµεν, όταν εκείνην την ηµέραν ελθούσαν ίδω˙ ήξει δ’ ου δια µακρού, τούτων θελόντων»- δηλαδή προς το παρόν θα διακόψουµε την λατρεία και «θα προσφέρουµε στους θεούς και στεφάνια και όλα τα άλλα, όταν δω να έλθη εκείνη η µέρα – και δεν θ’ αργήση να έλθη, εάν αυτοί το θέλουν». Δεν φανερώνεται ο φωτισµός του Αγίου Πνεύµατος κι εδώ όπως και στον Αββακούµ που προφήτευσε «εάν καθυστερήση, περίµενέ τον µέ υποµονή, διότι θα έλθη σίγουρα και δεν θ’ αργήση» (β’ 3);
Στο τέλος δε του διαλόγου ο Σωκράτης λέγει ότι διατρέχουν περίοδο «κλύδωνος» (τρικυµίας).
Από τον διάλογο αυτό προκύπτουν τα εξής συµπεράσµατα:
1) υπήρχε έντονη η προσδοκία ενός ξεχωριστού στην δύναµι και στον φωτισµό ανθρώπου, µέ εντελώς διαφορετικές ιδιότητες, που θα έχη δικό του κύρος και θα είναι αυθεντικός Παιδαγωγός· θα διδάξη τους ανθρώπους ο,τι δεν µπορούσε να τους διδάξη κανείς µέχρι τότε. Θα τους απεκάλυπτε την αληθινή Θρησκεία (πως πρέπει να φερώµαστε στον Θεό) και την αληθινή Ηθική (πως πρέπει να φερώµαστε στους ανθρώπους),
2) η έντονη αυτή προσδοκία  του υπερανθρώπου Διδασκάλου ωφειλόταν στην συναίσθησι του ανθρώπου ότι βρίσκεται µέσα στην ζωή σαν σε τρικυµισµένη θάλασσα, στην οποία επικρατεί τέτοια οµίχλη που δεν τον αφήνει να δη την αλήθεια – είναι ένα συναίσθηµα ανάλογο µέ του µεγάλου Θεολόγου και ησυχαστού Αγίου Γρηγορίου του Παλαµά, ο οποίος εναγωνίως απευθυνόταν προς τον Θεό µέ τα λόγια «φώτισόν µου το σκότος, φώτισόν µου το σκότος» έχοντας βαθιά πιστέψει ότι µόνον Αυτός, η Πηγή του άκτιστου Φωτός, µπορεί να διαλύση την οµίχλη που επικρατεί µέσα στον άνθρωπο,
3) ότι ο Αναµενόµενος όπου να είναι θα έλθη – και µέχρι τότε πρέπει να µή συνεχίζεται η λατρεία, αφού δεν τελείται σωστά, αλλά κάθε λατρευτική εκδήλωσι να αναβληθή µέχρι να έλθη ο Προσδοκώµενος Υπεράνθρωπος Διδάσκαλος και να διαφώτιση τον άνθρωπο πως να τελή την αληθινή και Θεοπρεπή λατρεία.
Την ίδια ανησυχία είχε και η «αιρετική» Σαµαρείτις, όταν απηύθηνε στον Κύριο τους θαυµαστούς λόγους: «οίδα ότι Μεσσίας έρχεται, ο λεγόµενος Χριστός. Όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ηµίν πάντα»(Ιωαν. δ’ 25), αφού προηγουµένως είχε προηγηθή η ερώτησί της και η απάντησί Του για την αληθινή λατρεία. Και στο τέλος την τιµά µέ την αποκάλυψι της ταυτότητός Του, πράγµα που συστηµατικά απέφευγε να το κάνη άµεσα σε άλλες περιπτώσεις: «Λέγει αυτή ο Ιησούς, Εγώ ειµι ο λαλών σοι» (Ιωαν. δ’ 25).
Εύλογα λοιπόν αναφωνεί ο Κλήµης ο Αλεξανδρεύς στους Στρωµατείς (5, 13): «Δεν είναι δυνατόν, νοµίζω, να προαναγγελθή σαφέστερα από τους Έλληνες ο Σωτήρας µας».
Πηγή: agiazoni.gr