Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσίαση Βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσίαση Βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Παρουσίαση Βιβλίου
Λόρεν Γουίλινγκ

«Ψίθυροι από το παρελθόν»

Εκδόσεις Ωκεανίδα
Αθήνα, 2015
Μετάφραση: Γιάννης Σπανδωνής

Φέτος, προς τα τέλη Ιουνίου, καθισμένη πλάι στο κύμα σε μια ήσυχη εξοχική παραλία του Πόρου, ρούφηξα τις σελίδες ενός μυθιστορήματος των αγαπημένων μου εκδόσεων Ωκεανίδα με τον τίτλο «Ψίθυροι από το παρελθόν» της Λόρεν Γουίλιγκ, μιας αμερικανίδας που έγραψε δεκαπέντε ιστορικά μυθιστορήματα. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Γέιλ, με διδακτορικό στην Αγγλική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, η Λόρεν Γουίλιγκ ζει στη Νέα Υόρκη και ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην Αγγλία, την Κένυα και τη Νέα Υόρκη, και σ’ αυτό συμμετέχουν τρεις γενιές μιας οικογένειας. Όλη η ιστορία υφαίνεται γύρω από ένα οικογενειακό μυστικό το οποίο κρατά καλά κρυμμένο από τα εγγόνια της η ενενηνταενιάχρονη γιαγιά Άντι της νεαρής πετυχημένης δικηγόρου Κλεμεντάιν-Κλέμι Έβανς, που δουλεύει σε μια μεγάλη νομική εταιρεία του Μανχάταν, η οποία στα τριάντα τέσσερα χρόνια της βλέπει να γκρεμίζονται τα πάντα στη ζωή της.
Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος αυτού με τη συνεχή εναλλαγή του τόπου και του χρόνου, βιώνουμε τις συνήθειες της βρετανικής αριστοκρατίας, τη ζωή των άγγλων αποικιοκρατών στην Αφρική με τον εκφυλισμό και τη διαφθορά, αλλά και τον δυναμισμό της ζωής στη Νέα Υόρκη.
Το μυθιστόρημα αυτό το αγόρασα στην Αθήνα από ένα μεγάλο  κεντρικό βιβλιοπωλείο που το είχε σε περίοπτη θέση και το διαφήμιζε ως νέα έκδοση που είχε τεράστια επιτυχία. Συνήθως, δεν με ενδιαφέρουν τα ευπώλητα, μάλλον τα αποφεύγω, αλλά αυτή τη φορά το επέλεξα, μόνο και μόνο, επειδή είναι έκδοση της Ωκεανίδας που την εμπιστεύομαι.
Ομολογώ ότι δεν με απογοήτευσε, αντίθετα το βρήκα πολύ γλυκό, τρυφερό, ενδιαφέρον, φτάνει να το διάβαζες συνεχόμενα, για να μην ξεχνάς πρόσωπα και γεγονότα, έτσι όπως εναλλάσσονται στον τόπο και τον χρόνο.
Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος της Λόρεν Γουίλιγκ παρελαύνουν μπροστά μας πολλά πρόσωπα με διαφορετική ψυχοσύνθεση, νοοτροπία, modus vivendi. Έρωτες και πάθη, προδοσίες, ανθρώπινες αδυναμίες συνθέτουν έναν καμβά πάνω στον οποίο η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία την όμορφη ιστορία της.
Στη Νέα Υόρκη η Κλεμεντάιν καταφέρνει να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να επισκεφτεί τη γιαγιά της που είναι πολύ άρρωστη.
«Και τώρα, πάθαινε σοκ έτσι που την έβλεπε. Για την Κλέμι, η γιαγιά ήταν γριά βέβαια, αλλά εβδομηντάρα το πολύ, ποτέ της δεν θα γερνούσε περισσότερο. Και τώρα την έβλεπε ζαρωμένη και εύθραυστη…
Πανικός την κυρίεψε ξαφνικά. Η γιαγιά Άντι ήταν πάντα εκείνη που πρόσφερε στην Κλέμι ένα αίσθημα ασφάλειας, μονιμότητας. Η ιδέα ενός κόσμου χωρίς τη γιαγιά… Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται».
Ο θάνατος της γιαγιάς γίνεται η αφορμή για να μάθει η Κλεμεντάιν την αληθινή ιστορία της οικογένειάς της. Η πραγματική γιαγιά της ήταν η Μπία, μια πανέμορφη κόρη άγγλων αριστοκρατών, που επειδή την παραμελούσε ο άντρας της, θέλησε να του ανταποδώσει με το ίδιο νόμισμα την απιστία του. Όμως, για τη γυναίκα δεν ήταν το ίδιο. Έτσι, αναγκάζονται μετά από το σκάνδαλο, με τον Φρέντερικ να δραπετεύσουν στην Κένυα σε μια φυτεία καφέ. Εκεί αποκτούν δυο κόρες, αλλά η Μπία δεν μπορεί να προσαρμοστεί. Για να γεμίσει το κενό, βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά διάφορων εραστών και θαυμαστών της, παραμελώντας τα κορίτσια της, μέχρι που φτάνει στην Κένυα μια ξαδέλφη της, η Άντι, ορφανή κόρη του αδελφού του πατέρα της, την οποία είχε, ως μεγαλύτερη, υπό την προστασία της η Μπία.
Η Άντι έρχεται στην Αφρική, γιατί θέλει πριν αρραβωνιαστεί στο Λονδίνο με έναν λαμπρό νέο, να κανονίσει κάποιες εκκρεμότητες. Ο Φρέντερικ ήταν δικός της φίλος, με τον οποίο ήθελε να παίξει η Μπία. Στην πορεία, ξαναφουντώνει ο έρωτά της με τον Φρέντερικ, μέχρι τη μέρα που σε ένα σαφάρι στη ζούγκλα χάνεται η Μπία.
Από την Κένυα, ο Φρέντερικ με την Άντι και τα κορίτσια έρχονται στη Νέα Υόρκη. Κάποια στιγμή, τα κορίτσια παντρεύονται. Η εγγονή τους Κλέμι λατρεύει τον παππού και τη γιαγιά, αφού μετά το διαζύγιο των γονιών της η μητέρα της την έφερε στη Νέα Υόρκη.
Ψάχνοντας για το μυστικό της οικογένειάς της η Κλέμι, κάποια στιγμή μιλά με τη μητέρα της η οποία της εκμυστηρεύεται για τη γιαγιά της την αληθινή, την Μπία:
«Εννοώ ότι  μας είχε εγκαταλείψει πολύ καιρό πριν. Κι αν δεν ήταν εκείνο το ατύχημα στο σαφάρι, θα το είχε σκάσει με κάποιον εκείνη τη χρονιά. Ήμουν αρκετά μεγάλη για να καταλαβαίνω…
Η μητέρα μου σιχαινόταν το κτήμα. Της έλειπε το Λονδίνο. Είχε κάνει την εμφάνισή της ως ντεμπιτάντ, πράγμα που τότε είχε εντελώς διαφορετικό νόημα απ’ ό,τι σήμερα. Είχε τίτλο ευγενείας, υπηρέτες, η φωτογραφία της έμπαινε συχνά στις εφημερίδες. Κι από κει, βρέθηκε εγκλωβισμένη με δυο παιδιά σ’ ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα σε μια μακρινή χώρα, μ’ έμαν σύζυγο που ενδιαφερόταν περισσότερο για τις καλλιέργειες παρά γι’ αυτήν. Έτσι το έβλεπε η ίδια. Δεν νομίζω να συμπαθούσε ιδιαίτερα κανέναν από μας».
Ομολογώ ότι το μυθιστόρημα της Λόρεν Γουίλιγκ «Ψίθυροι από το παρελθόν» με ταξίδεψε σε όμορφα μέρη του κόσμου και σε όμορφους ανθρώπους. Αυτή η αναδρομή στο παρελθόν και τα καλά κρυμμένα μυστικά του είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι. Η συγγραφέας με το γλαφυρό ύφος της καταφέρνει να διαγράψει με αδρές πινελιές τους χαρακτήρες της, φιλοσοφεί πάνω στη ζωή και ανατέμνει τον ψυχικό κόσμο των ηρώων της, παρουσιάζοντάς μας τους ρεαλιστικά, με τις αδυναμίες και τα πάθη τους, τα όνειρα και τις ελπίδες τους, χωρίς να τους εξιδανικεύει, χωρίς φτιασίδια. Ναι, μου άρεσε πολύ ως μυθιστόρημα, και το συστήνω ανεπιφύλακτα.




Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Παρουσίαση Βιβλίου
Λάιονελ Σράιβερ


«Πρέπει να μιλήσουμε για τον ΚΕΒΙΝ»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Αθήνα 2010
Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη




Ομολογώ ότι δεν περίμενα ότι ένα μυθιστόρημα θα με διέλυε ψυχικά τόσο, ώστε να θέλω συνέχεια να κλαίω. Διάβασα και από άλλες κριτικές, βέβαια, από τη φίλη μου την anagnostria και από τον φίλο μου τον Mike, και κατάλαβα ότι σε ψυχοπλακώνει, αλλά, αν δεν το βιώσεις, δεν μπορείς να καταλάβεις. Όμως, με τίποτα δεν αλλάζω την άποψή μου ότι είναι ένα έργο που ο καθένας πρέπει να διαβάσει.
Είναι μεγάλο και αξιόλογο μυθιστόρημα, γιατί ταυτίζεσαι με την ηρωίδα, νιώθεις τους κραδασμούς της καρδιάς της, την αγωνία της ψυχής της, τα αδιέξοδά της, τον πόνο, τον σπαραγμό, την οδύνη της, ανεβαίνεις μαζί τον γολγοθά της.
«Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν», λοιπόν. Ένα μυθιστόρημα που προσωπικά με συγκλόνισε, με συντάραξε. Όσο προχωρούσα προς την κορύφωση της πλοκής, στο ζενίθ της υπόθεσης, τόσο πολύ δεν μπορούσα να το αφήσω. Ήταν τόσο, μα τόσο αληθινό. Έχει μια οδυνηρή ειλικρίνεια η ανασύνθεση του χαρακτήρα του Κέβιν.
Όπως αναφέρει η Κατερίνα Σχοινά στην εφ. «Η Καθημερινή», η συγγραφέας «επικεντρώνεται στο δίλημμα «nurture versus nature», ανατροφή ή ιδιοσυγκρασία, περιγράφοντας την πορεία ενός εσωτερικά απονεκρωμένου 15χρονου προς το προμελετημένο του έγκλημα».
Η κεντρική ηρωίδα, η Ίβα Κατσατουριάν, είναι μια απελευθερωμένη γυναίκα και πολύ επιτυχημένη, με δική της επιχείρηση, που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, και κάπου εκεί στα σαράντα αποφασίζει με τον σύζυγό της Φράνκλιν να κάνουν παιδί. Τον Κέβιν. Από δω αρχίζει η οδύσσειά της.
Εκείνο που μου άρεσε πολύ είναι το ύφος της συγγραφέως με τα μικρά υπονοούμενα που μας ρίχνει «σαν δόλωμα», είναι ο τρόπος που μας εκμυστηρεύεται τα όσα συνέβησαν. Διερωτόμαστε κι εμείς μαζί της πώς μπορεί ένα παιδί μιας ευκατάστατης οικογένειας που δεν του έλειπε τίποτα, που ζούσε μαζί με τους ερωτευμένους γονείς του σε ένα άνετο, μεγάλο σπίτι, να δολοφονήσει εφτά συμμαθητές του, μια αγαπημένη καθηγήτρια και έναν υπάλληλο της καντίνας.

Το στοιχείο τεχνικής που ξεχωρίζει σε αυτό  το μυθιστόρημα είναι ότι η ηρωίδα μας αφηγείται τη ζωή της, εξομολογείται μέσω κάποιων επιστολών που γράφει στον Φράνκλιν, ξεκινώντας από τις 8 Νοεμβρίου του 2000, δυο χρόνια μετά το κακό, όταν πια δεν είναι μαζί, και μάλιστα δεν υπάρχει περίπτωση να τα διαβάσει ποτέ.
Με την επιστολική αυτή μορφή στην αφήγηση, η συγγραφέας προσπαθεί να καταλάβει πώς συνέβη το κακό. Κάνει αναδρομή στην περασμένη τους ζωή, ανατέμνει τον ψυχικό της κόσμο, αλλά και αναφέρει τη δυσκολία επικοινωνίας με τον γιο της, τους  διαλόγους τους στις επισκέψεις της στη φυλακή. Εν ολίγοις, προσπαθεί να καταλάβει το αναπάντητο ερώτημα, αν ο εγκληματίας γεννιέται ή γίνεται.
Μέσα από τις επιστολές της αυτές φαίνεται η ζωή της μεσοαστικής αμερικανικής οικογένειας με το μεγάλο σπίτι, η μανία του καταναλωτισμού, ο κορεσμός των υλικών αγαθών, η ανία,  η πλήξη και η βαριεστημάρα που νιώθει ο Κέβιν που τίποτα δεν τον ικανοποιεί, τίποτα δεν τον φοβίζει, καμία τιμωρία δεν τον πτοεί…
Με πολύ άμεσο και παραστατικό τρόπο η συγγραφέας, φορώντας το προσωπείο της μητέρας του Κέβιν, φιλοσοφεί πάνω στη φύση του ανθρώπινου χαρακτήρα, αναλύει με ειλικρίνεια την καριέρα, την οικογένεια, τον γάμο, εκφέρει τις απόψεις της για την Αμερική, τις αντιθέσεις της, αλλά κάνει και κριτική για τους συμπατριώτες της και τον τρόπο της ζωής τους, τον πλούτο, την υπεροψία, την εκπαίδευσή τους, τη συμπεριφορά τους.
Ταυτόχρονα, μας περιγράφει ανατριχιαστικά γεγονότα τόσο ψυχρά και νατουραλιστικά που μας φορτίζει συναισθηματικά. Δεν λείπει, βέβαια, σε αρκετά σημεία και ο σαρκασμός και το πικρό χιούμορ. Κάποιες φορές αναρωτιέσαι αν κάποιες συμπεριφορές του Κέβιν ανάγονται στη σφαίρα της φαντασίας. Κι όμως, φαίνεται ότι πολλές οικογένειες βιώνουν όλο αυτό το μαρτύριο των δύσκολων παιδιών που πέρα από την ταλαιπωρία, τα βάσανα και τα αδιέξοδα που προξενούν στους γονείς τους καταλήγουν να δολοφονήσουν συμμαθητές και καθηγητές τους στα σχολεία της Αμερικής.
Δανείζομαι από τη φίλη anagnostria ένα απόσπασμα από τη δική της παρουσίαση: «Ο Κέβιν από τη γέννησή του φανέρωσε μια ιδιαιτερότητα. Αρνήθηκε να θηλάσει, δεν έμαθε να χρησιμοποιεί την τουαλέτα και φορούσε πάνες ως τα έξι του χρόνια, άργησε πολύ να μιλήσει, ενώ κατανοούσε τα πάντα και άλλες ενέργειές του φανέρωναν μια ιδιαίτερη ευφυΐα. Τα άπειρα περιστατικά στα οποία εκδήλωνε μια ανεξήγητη κακία, το ότι π.χ. καμιά μπέιμπι σίτερ δεν μπορούσε να τον ανεχτεί, το ότι κατέστρεφε με μανία τα πράγματα που τα άλλα παιδάκια αγαπούσαν, το ότι μεγαλώνοντας δεν είχε φίλους, το ότι πολύ συχνά βρέθηκε κοντά σε γεγονότα βίας, χωρίς τίποτα να μπορεί να αποδειχτεί, ο πατέρας τα δικαιολογούσε και φαινόταν να αναπτύσσει ένα ιδιαίτερο δεσμό με το γιο του. Μάταια η Ίβα προσπαθούσε να αποδείξει στον Φράνκλιν αυτή την αποκλίνουσα συμπεριφορά του γιου τους. Ο πανέξυπνος Κέβιν καταλαβαίνει τη διαφορά. Ξέρει πως η μάνα του είναι αυτή που τον καταλαβαίνει, ίσως γι' αυτό κάποια στιγμή της φωνάζει "σε μισώ". Κι εκείνη όμως, ανατρέποντας την εμπεδωμένη πεποίθηση για τη μητρότητα και την απέραντη και ανιδιοτελή μητρική αγάπη, δεν διστάζει να ομολογήσει τα αρνητικά της συναισθήματα για το γιο της, σε αντίθεση με την τρυφερότητα και την προσκόλληση που  δείχνει στη μικρή της κόρη που απέκτησε επτά χρόνια μετά τη γέννηση του Κέβιν».
Προσωπικά, έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι ο Κέβιν ήταν ένα δυστυχισμένο πλάσμα που συνεχώς προκαλούσε τη μητέρα του, την έφτανε στα άκρα και δοκίμαζε τις αντοχές της. Η κακία του ήταν παροιμιώδης. Δεν είχε κανένα άλλο ενδιαφέρον, παρά πώς να προκαλέσει τεράστιο κακό στους γύρω του, ακόμα και στην αδελφή του. Ο σαδισμός του προκαλεί τον αποτροπιασμό. Όλη την εξυπνάδα του τη χρησιμοποιεί για να κάνει το κακό.
Αν σε αυτό έφταιγε μόνο η γονιδιακή του σύσταση ή ένιωθε και την ψυχρότητα της μητέρας του απέναντί του η οποία δεν ένιωσε καθόλου την εμπειρία της μητρότητας, αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να το απαντήσει η συγγραφέας.
Στο τέλος, μετά από δυο χρόνια στις φυλακές ανηλίκων, όταν έρχεται η ώρα να μεταφερθεί σε κανονική φυλακή για ενήλικες, σαν να αρχίζει η μεταστροφή του. Ένιωσα ότι σαν να αρχίζει να μετανιώνει, να αποδέχεται για πρώτη φορά τη μητέρα του, το μόνο πρόσωπο που του έμεινε από την οικογένειά του, αφού σκότωσε την αδελφή του μα και τον πατέρα του που τον λάτρευε και δικαιολογούσε κάθε παρεκτροπή του.
 «Όταν τον αγκάλιασα για να τον αποχαιρετήσω, πιάστηκε από πάνω μου σαν μικρό παιδί, έτσι όπως δεν είχε πιαστεί ποτέ, όταν ήταν παιδί. Δεν είμαι σίγουρη, γιατί το μουρμούρισε πνιχτά πάνω στον γιακά του πανωφοριού μου, αλλά θέλω να σκέφτομαι ότι είπε «Συγγνώμη». Ρισκάροντας να μην έχω ακούσει σωστά, του είπα δυνατά και καθαρά: «Συγγνώμη και από μένα, Κέβιν. Συγγνώμη».
Με συγκλόνισαν, όμως, και οι τελευταίες γραμμές του μυθιστορήματος.
«Αυτά είναι όλα όσα ξέρω. Ότι στις 11 Απριλίου του 1983 γέννησα τον γιο μου και δεν αισθάνθηκα τίποτε. Για άλλη μια φορά, η αλήθεια, όπως πάντα, μας ξεπερνάει. Όταν το βρέφος σάλεψε πάνω στο στήθος μου και τραβήχτηκε πίσω από απέχθεια, εγώ το απέρριψα-μπορεί να ήμουν δέκα φορές μεγαλύτερή του, αλλά αυτό μου βγήκε να κάνω. Από εκείνη τη στιγμή αρχίσαμε να πολεμάμε ο ένας τον άλλο με μια ανελέητη αγριότητα, που σχεδόν τη θαυμάζω. Και δεν είναι απίθανο καμιά φορά να κερδίζεται η αγάπη, εξωθώντας τον ανταγωνισμό στα άκρα, δυο άνθρωποι να σμίγουν, αφού πρώτα διαλυθούν. Γιατί, μετά από δεκαοκτώ χρόνια παρά τρεις ημέρες, μπορώ επιτέλους να δηλώσω ότι είμαι πολύ εξαντλημένη, πολύ μπερδεμένη και πολύ μόνη για να συνεχίσω να πολεμάω και ό,τι έστω και από καθαρή απελπισία ή σκέτη κούραση, τον αγαπάω τον γιο μου. Του μένουν άλλα πέντε δύσκολα χρόνια, που θα τα περάσει σε μια φυλακή ενηλίκων και δεν μπορώ να εγγυηθώ τι θα βγει από κει μέσα. Στο μεταξύ, υπάρχει ένα δεύτερο υπνοδωμάτιο στο εύχρηστο διαμέρισμά μου. Το κάλυμμα του κρεβατιού είναι μονόχρωμο. Στο ράφι για τα βιβλία υπάρχει ένας τόμος του Ρομπέν των δασών. Και τα σεντόνια είναι καθαρά».
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω μια φράση που αναφέρει η συγγραφέας ως προμετωπίδα στην αρχή του βιβλίου της:
«Ένα παιδί χρειάζεται πιο πολύ την αγάπη σου, όταν δεν την αξίζει». Έρμα Μπόμπεκ








Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Παρουσίαση Βιβλίου


Ευρυδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου
«Ως αληθώς»
Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΑΣ ΜΑΝΤΟΛΕΣ
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2014
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc


«Ως αληθώς» είναι ο τίτλος του μυθιστορήματος της αγαπημένης μου φίλης Ευριδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου, γνωστής ποιήτριας και θεατρικής συγγραφέως. Ο τίτλος παραπέμπει στον Αρχαγγελικό Ύμνο του Άξιον Εστίν: «Άξιον Εστίν
μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν!»
Αυτό το «Ως Αληθώς» είναι η αλήθεια για τη ζωή της Χαρίτας Μάντολες, της γυναίκας-θρύλος, της γυναίκας που έγινε σύμβολο αγωνιστικότητας, καρτερίας, υπομονής, επιμονής, αποφασιστικότητας, παρρησίας, ευπρέπειας, και εθνικής περηφάνιας.

Αυτό το «Ως Αληθώς» με την παραστατικότητα και τον ρεαλισμό του που γίνεται νατουραλισμός, είναι ένα μαχαίρι που μπήγεται στην καρδιά και τη ματώνει. Ομολογώ ότι διάβαζα κι έκλαιγα, πονούσα για τούτα τα αθώα πλάσματα που βίωσαν τον παραλογισμό του πολέμου, που γίνηκαν ο κυματοθραύστης για να ξεσπάσουν πάνω τους οι ανήκουστες θηριωδίες και κτηνωδίες των εισβολέων.
Ταυτόχρονα, διαβάζοντας και κλαίγοντας, κάποιες στιγμές με δάκρυα κι άλλοτε με ένα κλάμα βουβό, σαν αρχαία ελεγεία, ένιωθα τόσο ανάξια μπροστά στα μύρια δεινά που πέρασαν αυτές οι οικογένειες που έτυχε να βρεθούν στον δρόμο των θηρίων, των μαυριδερών απαίσιων σατανάδων που εκδικήθηκαν στα πρόσωπά τους όλο τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία μας.

Ένιωθα ανάξια, γιατί όλοι εμείς οι πρόσφυγες που απλώς φύγαμε από τους τόπους μας, μεμψιμοιρούμε για τα σπίτια και το βιος μας που χάσαμε, ενώ αυτοί οι άνθρωποι βίωσαν την κόλαση. Είναι ντροπή και να τα αναφέρουμε, μπροστά στο δράμα που βίωσαν αυτές οι υπάρξεις, γιατί είχαν την ατυχία να ζουν εκεί που ξέβρασε η θάλασσα της Κερύνειας τα τέρατα της Ανατολής που ήρθαν να διαγουμίσουν τον τόπο μας και να διαλύσουν τις ζωές των ανθρώπων.
Προσκυνώ το δράμα τους και το ψυχικό σθένος, την αρχοντιά, την αξιοπρέπεια με την οποία διάβηκαν τούτη την δύσκολη στράτα, μετά τη λαίλαπα, το τσουνάμι που παρέσυρε στο διάβα του ζωές, αγάπες, συναισθήματα, χρώματα, βιώματα, όνειρα, συνήθειες, μυρωδιές, εστίες και προγονικούς τόπους.

Το μυθιστόρημα ξεκινά στη μέση των πραγμάτων, In medias res, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη σφαγή, τη μέρα που η Χαρίτα Μάντολες, στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας στη Λευκωσία, «πενθηφορούσα, με περηφάνια ιδιόγραφη», με «θλίψη αρχοντική», καταθέτει στεφάνι στους μαρτυρικούς νεκρούς της, τους δώδεκα αδικοσκοτωμένους από το χωριό Ελιά της Κερύνειας, «που ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA και ενταφιάζονταν σήμερα και τα τελευταία μικρά-μικρά εναπομείναντα, μετά τις κηδείες, ακήδευτα λείψανα».
Η συγγραφέας διαζωγραφίζει με αγάπη περισσή μα και με ποιητικότητα και λυρισμό τη ζωή της οικογένειας της Χαρίτας, κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν από τα χρόνια του επικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, όπου ο πατέρας Νεόφυτος είπε στη μάνα Ειρήνη: «Χρωστούμε στον τόπο μας, Ειρηνού, τζιαι πρέπει να τον ξηχρεώσουμε».

Μέσα από την αφήγηση περνούν η ιστορία, ήθη και έθιμα του τόπου μας, τα φαγητά, τα γλυκά, τα λουλούδια, η κυπριακή χλωρίδα, οι συνήθειες, οι δοξασίες, η ανείπωτη ομορφιά της επαρχίας της Κερύνειας, οι λεμονανθοί του Καραβά, οι παραλίες στην ακτογραμμή από την Κερύνεια ως τα Λιβερά, τα κέντρα, τα ξενοδοχεία, οι εκκλησιές και τα ξωκλήσια, στιγμές από την ιστορία του Καραβά και της Λαπήθου, όπως η άφιξη του Κανάρη στο ακρογιάλι της Ασπρόβρυσης, τα αρχοντικά της Κερύνειας, και πολλά άλλα.
Η Χαρίτα σε ηλικία δώδεκα χρόνων χάνει τη μάνα της, και έτσι αναγκάζεται να ξεχάσει τα όνειρά της για να πάει στο Γυμνάσιο, αφού πρέπει να συντρέξει τα ορφανά της φαμίλιας της. Μαθαίνει ράψιμο και γίνεται μια πολύ καλή νοικοκυρά που ξέρει να πλάθει το ζυμάρι κατά το κέφι της. Πραγματικά, σε όλη τη ζωή της θα μοσχομυρίζει το σπίτι της, όπως και των αδελφών της, από τα παράγωγα του σιταριού.
Στη συνέχεια, περνά μέσα από την αφήγηση ο αρραβώνας και ο γάμος της με τον Αντρίκο Μάντολες, από την Αχερίτου, που ήταν  στρατιώτης και τη ζήτησε σε γάμο, θαμπωμένος από την ομορφιά της. Η ζωή όλης της οικογένειας του πατέρα Νεόφυτου είναι πολύ καλά τακτοποιημένη. Όλοι περνούν αγαπημένοι, με πειράγματα, αστεία, μουσική, διασκεδάσεις, χαίρονται τα παιδιά τους και ονειρεύονται το μέλλον τους.

Μέχρι τις 20 Ιουλίου του 1974! Όλα άλλαξαν άρδην. Αλλόφρονες φεύγουν για να κρυφτούν. Στιγμή προς στιγμή περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα η τραγωδία που πέρασαν. Ο χειρότερος εφιάλτης για το ανθρώπινο ον. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη του Αττίλα σκότωσαν δώδεκα άντρες μπροστά στα γυναικόπαιδα που ούρλιαζαν και στρίγλιζαν από τον φόβο τους. Η Χαρίτα και άλλες δυο αδελφές της έχασαν τους άντρες τους, τον πατέρα τους, τον θείο, τον ξάδελφό τους…
Ακολουθεί όλη η περιπέτειά τους μέχρι που βρήκαν απάνεμο λιμάνι στον συνοικισμό του Αγίου Αθανασίου, τον συνοικισμό των οικογενειών των αγνοουμένων. Δουλειά σκληρή για τη Χαρίτα και τις αδελφές της που έμειναν προστάτες των ορφανών τους, τα οποία πρόκοψαν και σήμερα είναι πολύ καλά αποκατεστημένα. Σε όλη αυτή τη διαδρομή η Χαρίτα είχε για οδηγό και συμπαραστάτη της την Παναγία και τους Αγίους στους ο ποίους έκανε γιορτές και πρόσφορα.

«Παναγιά μου, εσύ ξέρεις», της έλεγε και, ναι, ήξερε η Παναγιά, γιατί της τα έλεγε όλα, φόβους, ανησυχίες, αγωνίες και κείνο το μεγάλο της ευχαριστώ, που με αυτό τελείωνε πάντα την προσευχή που έβγαινε μέσα από την ψυχή της, το επανέλαβε δεκάδες φορές απανωτά, όπως και κάθε ημέρα.
«Σ’ ευχαριστώ, Άγιε Θεέ μου, για τα καλά που μερίμνησες να έχω» και εννοούσε πάντα τα παιδιά της που βγήκαν ζωντανά μέσα από κείνο το φονικό.
«Πώς να εξοφλήσω με ένα ευχαριστώ, Μεγαλόχαρή μου, που είσαι και φίλη και μάνα  και με παρηγοράς να αντέχω για ό,τι αγαπημένο είχα και έχασα. Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου έστειλες γρήγορα παιδιά και που πρόλαβε και χάρηκε ο Αντρίκος μου. Τόσο λίγο, μα έγινε πατέρας».
Η ζωή της Χαρίτας μοιράζεται ανάμεσα σε δυο δουλειές για να τα βγάλει πέρα, σε ανείπωτες δυσκολίες και στερήσεις, σε πορείες γυναικών, όπου διαλαλούσε το δίκιο της και απαιτούσε από όλους να της δώσουν απάντηση για τους αγαπημένους της, σε συλλαλητήρια και στη διαφώτιση των ξένων στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Η ζωή τους είναι πολύ διαφορετική από των άλλων, που σαν να «ήτανε από άλλη χώρα κι ο πόλεμος έγινε μονάχα για τους λίγους».
Οι γάμοι των παιδιών κύλησαν «με την έλλειψη του αγνοούμενου να φιλήσει στέφανα, να συνοδέψει γιους και κόρες στα σκαλιά της εκκλησίας, να παραδώσει το παιδί του ανάλογα σε γαμπρό ή νύφη, να σύρουν έναν χορό λεβέντικο, να πιουν στην υγειά του αντρόγυνου, να τραγουδήσουν
«φωνάξετε του τζύρη τους να’ ρτει να τους ηζώσει
τζιαι να τους δώσει την ευτσιήν τζιαι να τους παραδώσει…».

Όλα αυτά τα χρόνια περιμένουν τον πατέρα να γυρίσει. Μέχρι που άνοιξαν τα οδοφράγματα, και πήγε στην Κερύνεια.
«Μα τι ήταν τούτο το ανεξήγητο, λαχτάραγε να φτάσει στον τόπο του φονικού; «Ίσως, ίσως τους ξαναβρώ», ψιθύρισε κι άκουσε μονάχα η ίδια τη φωνή της.
Μόλις, όμως, αντίκρισε τη θάλασσα της Κερύνειας από ψηλά, της φάνηκε νεκροταφείο. Ένα πέλαγο ακύμαντο, ασάλευτο, γεμάτο νεκρούς και αίμα μαύρο, σκοτεινό, πηκτό, να επιπλέει πάνω από τα πτώματα, κι εκείνη σφάλισε τα μάτια να μη βλέπει, σφράγισε το στόμα να μη μιλά, σφίχτηκε, πείσμωσε, αμπαρώθηκε».
Σαν έφτασαν στο σπίτι της «Εδώ, εδώ, σταματάτε, τούτον, τούτον εν το σπίτι μας, γιε μου, το σπίτι μας, Θεέ μου, το σπίτι μας».
«Εκεί ακριβώς, στον τόπο όπου υπέδειξε η Χαρίτα, έσκαψαν οι μπουλτόζες και βρήκαν δώδεκα λείψανα».
Το μυθιστόρημα της Ευριδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου «Ως αληθώς», Η ζωή της Χαρίτας Μάντολες, τελειώνει  με το σχήμα του Κύκλου, όπως άρχισε, από τον Τύμβο της Μακεδονίτισσας. Η συγγραφέας ως τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, παρακολουθεί την ηρωίδα της και τα άλλα πρόσωπα που την περιστοιχίζουν και παρουσιάζει ανάγλυφη την περιπέτεια που έζησαν με πολλή αμεσότητα, έγνοια, γλαφυρότητα, ζωντάνια, με κοφτό λόγο, σύντομο, λιτό, με ύφος ανεπιτήδευτο, με σεβασμό προς τα πρόσωπα και τον τόπο. Δεν παρουσιάζει μόνο τα συμβάντα και τα τοπία με ενάργεια και εικονοπλαστική μαεστρία, αλλά γνωρίζει και τις μύχιες σκέψεις τους, τα κινήματα του νου και της καρδιάς τους. Για πέντε χρόνια συνέλεγε τις ιστορίες και τις έδωσε με μυθιστορηματικό τρόπο.

Είναι ένα έργο αντιπολεμικό, που θα μείνει «κτήμα ες αεί», για να θυμίζει σε μας, μα και τις επόμενες γενιές, τη βαρβαρότητα του Αττίλα, τη δυστυχία και τις δυσκολίες που βίωσαν κάποιοι συμπατριώτες μας, όταν οι πιο  πολλοί «μπερδεύονταν μες στ’ αγαθά τους» και ξεχνούσαν ότι υπάρχει κατοχή και προσφυγιά και αγνοούμενοι. Είναι ένα έργο κατάθεση ψυχής! Της ψυχής της γυναίκας του αγνοούμενου, της Χαρίτας Μάντολες που έγινε το σύμβολο όλων των γυναικών των αγνοουμένων, αλλά και ολόκληρης της Κύπρου που ακόμα αιμορραγεί από την πληγή της που κακοφόρμισε για πάνω από σαράντα χρόνια.
Η Παναγία, όμως, και οι Άγιοι που τόσο πιστεύει η ηρωίδα δεν θα αφήσουν την Κύπρο να χαθεί. Η Κύπρος θα λυτρωθεί, γιατί αυτό επιβάλλει το δίκαιο και η αποκατάσταση της ηθικής τάξης που διασαλεύθηκε από την Ύβρη των κουβαλητών της Άγκυρας. Έσσεται ήμαρ!


Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Lisa Genova
Κάθε στιγμή μετράει (Still Alice)
Λιβάνης, 2015
Μετ.
Χρήστος Καψάλης

Μόλις τελείωσα ένα υπέροχα συγκινητικό μυθιστόρημα, ένα βιβλίο-άγγιγμα καρδιάς, ένα βιβλίο που τρέχεις να το τελειώσεις, γιατί συμπάσχεις με την ηρωίδα του. Ένα βιβλίο στο οποίο συντελείται μια πραγματική μέθεξη ψυχής.
Αναντίρρητα, διαβάζοντας αυτό το μυθιστόρημα της Λίζας Τζενόβα, που είναι κάτοχος διδακτορικού στη νευροεπιστήμη από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, μιλώντας για τη νόσο Αλτσχάιμερ, τις τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις και τον αυτισμό, δεν μπορείς να μην βιώσεις την ενσυναίσθηση, να μη βάλεις τον εαυτό σου στη θέση της ηρωίδας, της Άλις, και να αναρωτηθείς για τούτη την ασθένεια που λέγεται Αλτσχάιμερ, αυτό το εκφυλιστικό τέρας που διαλύει τις αναμνήσεις και την ύπαρξη του ανθρώπου. Παρά τους ιατρικούς όρους, όμως, το μυθιστόρημα δεν είναι  καθόλου βαρετό.
Η Άλις είναι μια πετυχημένη, δραστήρια επιστήμονας, πολύ ευφυής, με φοβερές κοινωνικές δεξιότητες. Είναι μια εξαίρετη καθηγήτρια Γνωστικής Ψυχολογίας στο Χάρβαρντ καθώς και γλωσσολόγος που μελετά τους μηχανισμούς της γλώσσας, και είναι παντρεμένη με τον Τζον, έναν εξίσου καταξιωμένο επιστήμονα βιολόγο, με τον οποίο έχουν τρία παιδιά, δυο κόρες και έναν γιο. Η μεγαλύτερη κόρη είναι νομικός, ο γιος γιατρός και η μικρότερη κόρη θέλει να γίνει ηθοποιός. Ζουν μια ευτυχισμένη ζωή, με μόνο μελανό σημείο το γεγονός ότι η μικρή κόρη τους αρνείται να πάει στο Πανεπιστήμιο, πράγμα που δυσαρεστεί την ακαδημαϊκό μητέρα της και προκαλεί κάποια δυσαρμονία στη σχέση τους.
Κι ενώ η ζωή της είναι τόσο γεμάτη και συναρπαστική, με συνέδρια, διαλέξεις, σεμινάρια σε όλο τον κόσμο, με φοιτητές που θαυμάζουν την εμπνευσμένη και χαρισματική καθηγήτριά τους που καθηλώνει όπου βρεθεί το ακροατήριό της με τις επικοινωνιακές δεξιότητες, τις γνώσεις και την ευγλωττία της, στα πενήντα της πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία η ανακοίνωση του γιατρού της ότι πάσχει από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Γκρεμίζεται όλος ο κόσμος της.
Ασφαλώς, προϋπήρχαν κάποιες ενδείξεις απώλειας της μνήμης της, αλλά με την ευστροφία της κατάφερε να μην κινήσει υποψίες, ακόμα και στους δικούς της ανθρώπους. Ούτε η ίδια ανησύχησε ιδιαίτερα, όταν ξέχασε πού έβαλε τον φορτιστή της, ή όταν ξεχνούσε κάποια λέξη στις διαλέξεις της, γιατί το απέδιδε στην κούραση.
Μια μέρα, όμως, έχασε τον προσανατολισμό της. Για κάποια λεπτά δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς να πάει στο σπίτι της, σε μια διαδρομή που την έκανε για χρόνια, αφού καθημερινά έτρεχε οκτώ χιλιόμετρα. Από τη στιγμή της διάγνωσης αρχίζει η οδύσσεια και για κείνην και για την οικογένειά της. Παρακολουθούμε τα συμπτώματα της ασθένειας, την πορεία της, τα φάρμακα, τις αντιδράσεις της, τη συναισθηματική φόρτισή της.
Η ίδια η Άλις ξέρει ότι η αρρώστια της δεν έχει γιατρειά. Πιο πολύ, όμως, την ανησυχεί η κληρονομικότητα. Τα τρία παιδιά της έχουν πιθανότητα 50% να αναπτύξουν την ασθένεια. Τελικά, το μεταλλαγμένο γονίδιο το είχε η μεγάλη κόρη, η Άννα που είναι παντρεμένη.
«Μη στεναχωριέσαι, μαμά. Το είπες και μόνη σου, θα βρουν κάποια προληπτική θεραπεία», είπε η Άννα.
Η Άλις θα προτιμούσε χίλιες φορές να είχε καρκίνο, γιατί οι ασθενείς δεν χάνουν την αξιοπρέπειά τους, όπως με το Αλτσχάιμερ.
«Χίλιες φορές καλύτερα να είχε καρκίνο. Θα αντάλλαζε το Αλτσχάιμερ με τον καρκίνο χωρίς δεύτερη σκέψη», σκέφτεται και συγχρόνως ντρέπεται που κάνει αυτή τη σκέψη. 
«Η νόσος Αλτσχάιμερ, όμως, ήταν ένα ολότελα διαφορετικό θηρίο. Κανένα όπλο δεν ήταν ικανό να το σκοτώσει… Ο Τζων εξακολουθούσε να αναζητά περιπτώσεις φαρμάκων που βρίσκονταν στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, όμως η Άλις αμφέβαλλε κατά πόσο κάποιο απ’ αυτά θα ήταν έτοιμο και ικανό να επιδράσει ουσιαστικά στην περίπτωσή της… Αυτή τη στιγμή όλοι όσοι νοσούσαν από Αλτσχάιμερ βρίσκονταν αντιμέτωποι με την ίδια κατάληξη, είτε ήταν ογδόντα δύο είτε πενήντα χρονών, ένοικοι του Μάουντ Όμπερν Μάνορ ή καθηγήτριες ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Η πυρκαγιά κατέτρωγε τα πάντα. Κανείς δεν έβγαινε ζωντανός».
Σιγά-σιγά εμφανίζονται διαδοχικά όλα τα συμπτώματα της ασθένειας. Όμως, πριν χαθούν όλα, όταν υπάρχουν ακόμη διαλείμματα διαύγειας, καταφέρνει και μιλά ενώπιον ακροατηρίου για την ασθένειά της. Σε μια πολύ φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα, εξηγεί πώς αισθάνονται οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ:
«Εμείς, οι άνθρωποι που βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια του Αλτσχάιμερ, δεν είμαστε ακόμα ολότελα ανήμποροι. Δεν έχουμε απολέσει την ικανότητα να μιλάμε ή να διαμορφώνουμε απόψεις με σημασία, ούτε στερούμαστε παρατεταμένες περιόδους διαύγειας. Κι όμως δεν είμαστε αρκετά ικανοί ώστε να συνεχίσουμε να επωμιζόμαστε τις απαιτήσεις και τις ευθύνες της προηγούμενης ζωής μας. Αισθανόμαστε ότι δε βρισκόμαστε ούτε στη μια ούτε στην άλλη πλευρά, θυμίζοντας ίσως χαρακτήρες ενός παραμυθιού που διαδραματίζεται σε κάποια αλλόκοτη χώρα. Είναι ένας τόπος όπου κυριαρχούν η μοναξιά και ο εκνευρισμός". Και καταλήγει μ' ένα εξαιρετικό επίλογο:
"Το χθες εξαφανίζεται και το αύριο είναι αβέβαιο, οπότε για ποιο λόγο συνεχίζω να ζω; Ζω για την κάθε ημέρα. Ζω για την κάθε στιγμή. Κάποια στιγμή, σύντομα, θα ξεχάσω ότι εμφανίστηκα μπροστά σας και έδωσα αυτή την ομιλία. Όμως το γεγονός πως αύριο θα ξεχάσω κάποια πράγματα δε σημαίνει πως δεν έζησα κάθε δευτερόλεπτο του σήμερα. Θα ξεχάσω το σήμερα, όμως αυτό δε σημαίνει ότι το σήμερα δεν είχε σημασία».
Κάποια στιγμή δεν μπορεί να ανοίξει ούτε τον υπολογιστή της.
Από ένα σημείο και μετά, στα δύο χρόνια που περιγράφεται η ζωή της στο βιβλίο, από τον Σεπτέμβριο του 2003 ως τον Σεπτέμβριο του 2005,  δεν ξεχωρίζει ούτε τα παιδιά της ούτε τον άντρα της. Χαίρεται πολύ, όταν αγκαλιάζει τα εγγονάκια της, τα δίδυμα της μεγάλης της κόρης Άννας.
Σε κάποιο διάλειμμα διαύγειας που έχει, συμβουλεύει τη μικρή της κόρη να ακολουθήσει τον δρόμο που εκείνη θέλει, κι εκείνη της ανακοινώνει ότι θα σπουδάσει υποκριτική τέχνη σε ένα Πανεπιστήμιο κοντά στο σπίτι τους. Παρόλο που η ίδια η Άλις δεν καταλαβαίνει ότι είναι η κόρη της, τουλάχιστον ικανοποιείται η μεγάλη επιθυμία της να δει την κόρη της να φοιτά σε Πανεπιστήμιο.
Κάποια στιγμή, βάλθηκε να φυλλομετρά ένα χοντρό βιβλίο που βρήκε σε ένα τραπεζάκι. Δεν καταλάβαινε τίποτα.
«Νομίζω πως το έχω ξαναδιαβάσει αυτό το βιβλίο», είπε στον άντρα της.
Ο άντρας γύρισε και κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της, ύστερα κοίταξε την ίδια.
«Δεν το έχεις διαβάσει απλά. Εσύ το  έγραψες. Μαζί το γράψαμε αυτό το βιβλίο, εσύ κι εγώ»…
«Τζων», είπε.
«Ναι».
Άφησε κάτω το βιβλίο του και κάθισε με την πλάτη ολόισια στην άκρη της μεγάλης, λευκής πολυθρόνας του.
«Έγραψα αυτό το βιβλίο μαζί σου», είπε η «Αλις.
«Ναι».
«Το θυμάμαι. Σε θυμάμαι. Θυμάμαι πως κάποτε ήμουν πολύ έξυπνη».
«Πράγματι, ήσουν, ήσουν ο εξυπνότερος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου».
Αυτό το βιβλίο με το γυαλιστερό μπλε εξώφυλλο αντιπροσώπευε σε μεγάλο βαθμό αυτό που ήταν κάποτε η Άλις».
Κι εδώ, εμφανίζεται ένα έξυπνο τέχνασμα της συγγραφέως που είναι ο παντογνώστης αφηγητής. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση δίνει τη θέση της στην πρωτοπρόσωπη. Παρεμβαίνει η ίδια η Άλις με τις σκέψεις της, όπως και πριν από λίγο που βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει μια άσχημη γριά.
«Δεν είμαι εγώ αυτή. Τι έπαθε το πρόσωπό μου;».
Έτσι, και στη θέα του βιβλίου της, αρχίζουν οι σκέψεις να την πολιορκούν, μόνο που δεν μπορεί να τις εκφράσει.
«Παλιά ήξερα πώς χειρίζεται τη γλώσσα ο ανθρώπινος νους και μπορούσα να διατυπώνω όσα ήξερα. Παλιά ήμουν ένας άνθρωπος που ήξερε πολλά πράγματα. Τώρα πια κανείς δε ζητάει τη γνώμη μου ή τη συμβουλή μου. Μου λείπει αυτό. Παλιά ήμουν φιλομαθής, ανεξάρτητη και σίγουρη για τον εαυτό μου. Μου λείπει η σιγουριά για κάποια πράγματα. Δεν μπορείς να ησυχάσεις, όταν αισθάνεσαι συνέχεια αβεβαιότητα για τα πάντα. Μου λείπει το να κάνω κάποια πράγματα άνετα. Μου λείπει το να συμμετέχω σε όσα συμβαίνουν. Μου λείπει η αίσθηση ότι με θέλουν οι άλλοι. Μου λείπουν η ζωή μου και η οικογένειά μου. Αγαπούσα τη ζωή και την οικογένειά μου».
Ήθελε να πει αυτά κι άλλα πολλά στον άντρα της, αλλά δεν μπορούσε. Το μόνο που κατάφερε ήταν:
«Μου λείπει ο εαυτός μου».
«Κι εμένα μου λείπεις, Άλι, πάρα πολύ».
«Ποτέ δεν είχα σκοπό να καταλήξω έτσι».
«Το ξέρω».
Το τέλος του λυρικού μυθιστορήματος «Κάθε Στιγμή Μετράει» της Λίζας Τζενόβα, μας αφήνει μια γλυκιά γεύση, καθώς η Άλις ζει πλημμυρισμένη από την αγάπη των δικών της που τη φροντίζουν με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας. Νιώθουμε ότι είναι ένα αισιόδοξο τέλος, αφού αποπνέει πολλή αγάπη, δόσιμο, στέρεους οικογενειακούς δεσμούς.
Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή και τις περιπέτειές της, τα αναπάντεχά της, τις δοκιμασίες της. Είναι ένα πολύ όμορφο μυθιστόρημα που μας ευαισθητοποιεί για αυτή την ασθένεια, και αξίζει να το διαβάσουν όλοι!



Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Παρουσίαση Βιβλίου
Βικτώριας Χίσλοπ
«Η Ανατολή»
Εκδόσεις Διόπτρα       
Αθήνα, 2014
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
Σκέπτομαι πόσο γι’ άλλη μια φορά πιαστήκαμε κορόιδα από ξένους που εμπορεύονται τον πόνο και την οδύνη μας για την κατεχόμενη γη μας.

Επιπλέον, καθώς διάβαζα το νέο πολυδιαφημισμένο, πριν καν εκδοθεί, μυθιστόρημα της Βικτώρια Χίσλοπ «Η Ανατολή» μου έρχονταν στο μυαλό συνεχώς οι στίχοι από το επίγραμμα του εθνικού μας ποιητή:
«Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε.
Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε".

Αυτό είναι ένα μυθιστόρημα που συγκίνησε τους Αμμοχωστιανούς, χωρίς να το διαβάσουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέκλυσαν την Πύλη Αμμοχώστου ήμουν κι εγώ, κινούμενη ολοκληρωτικά από το συναίσθημα ότι ένα μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο στην αμμοχωσμένη πόλη μας. Μια συγγραφέας ξένη ασχολείται με το δικό μας πρόβλημα και θα το κάνει διεθνώς γνωστό. Συγκινηθήκαμε και κλάψαμε εκείνο το βράδυ. Πιστέψαμε αληθινά ότι είναι ένας ύμνος για την Αμμόχωστο!

Δηλώνω ευθαρσώς το mea culpa μου. 

Για άλλη μια φορά νιώθω ότι μας έπιασαν κορόιδα! Γι' άλλη μια φορά κάποιοι επιτήδειοι εκμεταλλεύονται τον πόνο και τον καημό μας για να πλουτίσουν.

Απορία πρώτη: μήπως υπήρχε κάποια σκοπιμότητα που η παρουσίαση του βιβλίου στην Κύπρο έγινε ακριβώς την ίδια μέρα της κυκλοφορίας του;
Απορία δεύτερη: γιατί δεν δέχτηκε η κυρία Χίσλοπ ερωτήσεις από το κοινό, παρά μόνο ο δημοσιογράφος της έκανε προγραμματισμένες, καθώς φάνηκε ερωτήσεις, για να μη βρεθεί σε δύσκολη θέση; Άρα, ξεγελάστηκε και ο δημοσιογράφος;

Γιατί, αν το είχαμε διαβάσει, ή αν είχαμε αρχίσει να το διαβάζουμε, θα αντιλαμβανόμαστε πάρα πολλά, με πρώτο απ’ όλα ότι το βιβλίο δεν τσουλάει, όπως λένε στην Ελλάδα. Οι πρώτες 150 σελίδες ήταν ένα ασήκωτο βουνό. Μια επανάληψη αχρείαστων λεπτομερειών, κουραστικών και εκνευριστικών, που θα μπορούσαν να λεχθούν σε δέκα το πολύ σελίδες.

Για να σας εξηγήσω καλύτερα, η συγγραφέας ήθελε να καυτηριάσει τον αρχοντοχωριατισμό της πλούσιας ηρωίδας της  που ντυνόταν σαν την Τζάκυ Ωνάση, τη χλιδή και την πολυτέλεια που υπήρχε στο ξενοδοχείο της, την εργασιομανία του συζύγου που την παραμελούσε και την έσπρωξε από την απληστία του στην αγκαλιά του υπαλλήλου του, την έλλειψη ηθικών ενδοιασμών και το διάχυτο αμοραλισμό που επικρατούσε, το αδιάκοπο κυνήγι του χρήματος, κ.ά.

Βρίσκω εντελώς αχρείαστες  και πλαδαρές τις ατέλειωτες περιγραφές της πολυτέλειας των ρούχων, των επίπλων, κ.ά. που κάνουν το κείμενο να κάνει «κοιλιά» και να σου προξενεί βαριεστημάρα.
Την απάντηση τη γνωρίζουμε όλοι. Πρέπει να γεμίσουν οι σελίδες για να πουληθεί πιο ακριβά το βιβλίο, αφού οι εκδότες δεν νοιάζονται για την ποιότητα και τη λογοτεχνική αξία, αλλά για το κέρδος και μόνο! Έτσι, αγοράζουμε βιβλία με το κιλό. Όσο ασήκωτο, τόσο ευπώλητο.

Θα ήθελα να σταθώ ακόμη στη μεγάλη προβολή που δόθηκε από τα ΜΜΕ που είδαν τη συγγραφέα περίπου ως Μεσσία, ως καταλύτη για το πρόβλημά μας, όπως κάποτε θεωρούσαν τον Μπίλυ Μπραντ, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Συνεντεύξεις από εκστασιασμένους δημοσιογράφους που χωρίς κι αυτοί να ξέρουν, σαν κι εμάς τους αφελείς, υποκλίνονταν στην ευεργέτιδά μας, στην αγγλίδα που καταδέχτηκε να ασχοληθεί με μας, με το πρόβλημα της πόλης-φάντασμα,  υποκλίνονταν στη «μεγαλοφυία που νόμιζαν πως είχαν μπροστά τους, χωρίς να μπορούν να ξεχωρίσουν τον γνήσια πνευματικό άνθρωπο.

Ασφαλώς ως άνθρωπος η Βικτώρια Χίσλοπ είναι πολύ συμπαθής, κυρίως επειδή ξέρει και Ελληνικά. Είναι μια γλυκιά κοπέλα, καταδεχτική, χαμηλών τόνων, όπως μου φάνηκε, αλλά με άριστες δημόσιες σχέσεις και γραφεία προβολής πίσω της, που σήμερα είναι η συνταγή για παγκόσμια επιτυχία.

Ασφαλώς και δεν υποτιμά κανένας την εργατικότητά της και τη δημοσιογραφική έρευνα που έκανε δυο χρόνια, όπως μας είπε, μιλώντας με ανθρώπους και από τις δύο κοινότητες του νησιού. Κοπίασε και μπράβο της. Κατάλαβε ότι αυτό το θέμα το καυτό θα πουλήσει, και πάλι μπράβο της. Αυτή την ικανότητα να ασχολείται με θέματα ζέοντα, με σίγουρη τη συναισθηματική φόρτιση, και κατά συνέπεια την επιτυχία, την είδαμε και στα άλλα μυθιστορήματά της, και της το πιστώνουμε ανεπιφύλακτα.

Ως φιλόλογος, όμως, και λάτρης της λογοτεχνίας, της ποιοτικής λογοτεχνίας, έχω απαιτήσεις, και δεν κρίνω από το πόσα εκατομμύρια διάβασαν ένα βιβλίο ή από πόσα κατά συνέπεια χρήματα έχει καταθέσει ο ή η συγγραφέας στις τράπεζες από τις πωλήσεις των βιβλίων του/της, αλλά αν πληροί κάποια επίπεδα γραφής. Δόξα τω Θεώ έχουμε αρκετούς συγγραφείς που τα έργα τους είναι κλασικά, άντεξαν στον χρόνο, και μπορούμε να κάνουμε σύγκριση.

Αναμφίβολα, η Βικτώρια Χίσλοπ σε όλα τα μυθιστορήματά της έχει τον ίδιο τρόπο γραφής. Ακολουθεί την ίδια συνταγή. Ένα έξυπνο θέμα, ένα θέμα που προκαλεί άφατο πόνο και οδύνη, που συγκλονίζει, το οποίο το αντιμετωπίζει επιδερμικά, επιφανειακά, με απλουστευμένα ιστορικά γεγονότα, για να μην πω παραποιημένα ή μεροληπτικά, χωρίς καμιά εμβάθυνση, καμιά ανάλυση ή κριτική σκέψη.

Ταυτόχρονα, ως συγγραφέας δεν διαθέτει γλωσσικό υπόβαθρο, η γλώσσα της μάλλον είναι φτωχή και απλοϊκή, γι’ αυτό και δεν μπορείς να συστήσεις σε κάποιο νέο να το διαβάσει για να εμπλουτίσει το λεξιλόγιό του!

Δεν θα ήθελα να παραλείψω να αναφέρω και ένα άλλο πολύ σημαντικό, κατά την άποψή μου, στοιχείο, που αποκόμισα, διαβάζοντας με πολύ κόπο το βιβλίο αυτό. Πίεσα τον εαυτό μου να το συνεχίσω, για να έχω άποψη, δεν με τραβούσε καθόλου, αλλά ήθελα να δω πού θα καταλήξει, τι θα πει παρακάτω.

Ναι, δεν μου άρεσε καθόλου το μυθιστόρημα της Βικτώρια Χίσλοπ, και το λέω μετά παρρησίας και ευθαρσώς. Τι κι αν μετά από τόση διαφήμιση, κάποιες διαφορετικές φωνές  θα χαθούν μέσα στον ορυμαγδό των χειροκροτημάτων;

Όταν μου αρέσει ένα μυθιστόρημα, όταν αγγίζει την καρδιά μου και ικανοποιεί τις λογοτεχνικές μου απαιτήσεις για κάποιο επίπεδο, έστω και υποφερτό, το καταλαβαίνω, γιατί δεν θέλω να το αφήσω. 

Επιπρόσθετα, θα ήθελα να τονίσω και κάτι άλλο, εξίσου  σημαντικό για μένα. Οι συγγραφείς συνήθως  περιβάλλουν τους ήρωές και τις ηρωίδες τους με αγάπη, με στοργή, τους πονάνε, συμπάσχουν μαζί τους. Στο μυθιστόρημα «Η Ανατολή» η συγγραφέας νομίζω ότι έχει μια διαστροφή με κάποιους από τους ήρωές της. Τους εξευτελίζει.  

Την κεντρική ηρωίδα της, την Αφροδίτη, την παρουσιάζει ως μια κακομαθημένη, αρχοντοχωριάτισσα, που είχε μόνο τον νου της στη διακόσμηση του ξενοδοχείου της, στα ακριβά κοσμήματα και τα πανάκριβα φορέματα, που απάτησε τον άντρα της μέσα στο ίδιο το ξενοδοχείο τους, που ενδιαφερόταν μόνο για την εμφάνισή της, ενώ μετά την προσφυγιά κυκλοφορούσε ατημέλητη στη Λευκωσία.

«Τώρα, όταν εμφανιζόταν κάθε βράδυ για το κοκτέιλ πάρτι, κοντεύοντας σχεδόν να λυγίσει κάτω από το βάρος των κοσμημάτων και των πανάκριβων ρούχων της, ο Μάρκος εξακολουθούσε να χαμογελά, παρόλο που ήξερε ότι δεν έπρεπε να περιμένει κάποια ανάλογη αντίδραση. Η Αφροδίτη δεν ανήκε στο είδος των γυναικών που του άρεσαν. Κατά τη γνώμη του ήταν κακομαθημένη, ο τύπος της γυναίκας που τη χάλασε πρώτα ο πατέρας της κι έπειτα ο άντρας της».

Κυρίως, όμως, τον κύριο ελληνοκύπριο ήρωά της, τον Μάρκο, τον παρουσιάζει στην αρχή ως ένα πολύ καλό παιδί. Έναν εξαίρετο, ικανότατο, πολλά υποσχόμενο νέο, χαρισματικό, που εμπνέει την εμπιστοσύνη όχι μόνο του αφεντικού του, του Σάββα, αλλά και των ξένων τουριστών που τους μαγεύει με τη σαγηνευτική προσωπικότητά του και την ευπροσηγορία του, το ήθος και την ευπρέπειά του, την εντιμότητα και τη σεμνότητά του.

Μέχρι να τελειώσει το μυθιστόρημα έχουμε μπροστά μας έναν τύπο αχρείο, φαύλο, απατεώνα, ανάλγητο, ανήθικο και συβαρίτη, αριβιστή, χαμερπή, προδότη, καιροσκόπο, κλέφτη, στυγνό εκμεταλλευτή, που είδε να βιάζουν μπρος τα μάτια του τη γυναίκα που αγαπούσε και δεν έκανε καμία κίνηση να τη γλυτώσει από τα χέρια των Τούρκων στρατιωτών, που πουλούσε τα χρυσαφικά της που του εμπιστεύτηκε ο σύζυγός της να τα φυλάει στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου, που πουλούσε τα όπλα που του έδινε για να τα κρύβει ο αδελφός του, κ.ά.

Αυτό στην αρχαία τραγωδία λέγεται «ανωμαλία ήθους», όταν αλλάζεις τόσο πολύ τον ήρωα και από καλό τον κάνεις κακό. Αυτή η άρδην αλλαγή του ήθους των ηρώων, η μεταστροφή του ήθους, όπως αναφέρει σε ένα σημείωμά του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 21 Αυγούστου του 1990, ο γνωστός φιλόλογος και κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος

«είναι σήμερα ένα στοιχείο δραματουργικού μοντερνισμού, δεδομένου ότι τα ψυχολογικά άλματα, οι άρδην αλλαγές δράσης, η σύγχυση κινήτρων, προθέσεων και επιδιώξεων είναι γνωρίσματα της σύγχρονης δραματουργίας». Προσωπικά, αυτή την «ανωμαλία ήθους» τη θεωρώ διαστροφή.

 Η ιστορία του μυθιστορήματος «Η Ανατολή» διαδραματίζεται στην Αμμόχωστο τον καιρό που μεσουρανούσε, όταν χαρακτηριζόταν ως η Ριβιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Μια πόλη όλο θάλασσα και φως. Μια πόλη που έσφυζε από ζωή αλλά και από πνευματική κίνηση, που δεν ενδιαφέρει καθόλου τη συγγραφέα, γι’ αυτό το αναφέρει μόνο ακροθιγώς.

Αλλά, αν ξεχώριζε η πόλη μας για κάτι ήταν η πνευματική της ζωή, οι πνευματικοί της άνθρωποι, η ποιότητα και η αρχοντιά της ψυχής τους. Αν ξεχώριζε για κάτι η πόλη μας ήταν ο πολιτισμός της, οι Βιβλιοθήκες της, τα σχολεία της και οι εκπαιδευτικοί της. Ήταν οι αρχαιολογικοί θησαυροί της που βοούν για τα τρεις χιλιάδες χρόνια ελληνικής παρουσίας στο νησί μας.

Εκείνο που προβάλλεται είναι η μανία για οικονομική ανάπτυξη και μόνο, μέσα από τη ζωή ενός ζευγαριού που εγκαινιάζουν  ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο, με το όνομα «Η Ανατολή». Το ξενοδοχείο κτίστηκε με τη συνεισφορά του πατέρα της ιδιοκτήτριας, η οποία λόγω των πολλών υποχρεώσεων δεν πήγε να δει τον πατέρα της που ήταν πολύ άρρωστος στο Λονδίνο, γιατί δεν της το επέτρεψε ο άντρας της. Έτσι, όταν φτάνει στο Λονδίνο, εκείνος έχει πεθάνει, χωρίς να δει την πολυαγαπημένη του κόρη.

Μέσα στο ξενοδοχείο εργάζονται Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι οι οποίοι συνεργάζονται αρμονικά. Η ματιά της συγγραφέως εστιάζεται στη ζωή δυο οικογενειών που ζουν στην ίδια γειτονιά, των Γεωργίου και Οζκάν, οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης από τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής, παραμένουν μέσα στην πόλη, πρώτα στα σπίτια τους και μετά στο ξενοδοχείο «Η Ανατολή», αφού ο γιος της ελληνοκυπριακής οικογένειας, ο Μάρκος, κρατά τα κλειδιά, ως ευνοούμενος του αφεντικού που εγκατέλειψε την πόλη.

Θα ζήσουν μαζί κρυμμένοι για κάμποσους μήνες, αφού το ξενοδοχείο είχε αμέτρητες προμήθειες. Όλοι κρύβονται, εκτός από τον κλειδοκράτορα ο οποίος τα βράδια γυρνά στην πόλη και κάνει, σύμφωνα με τη φαντασία της συγγραφέως, κοντραμπάντα με τον τουρκικό στρατό για ιδιοτελείς σκοπούς.

Τελικά, θα τον σκοτώσει ένα βράδυ ο γιος των τουρκοκυπρίων που τον ακολούθησε για να δει τι κάνει, ο οποίος θα συνεχίσει να ζει στο ξενοδοχείο σαν να μη συνέβη τίποτα, κατευνάζοντας τις όποιες τύψεις του, με το δικαιολογητικό ότι η πράξη του ήταν αυτοάμυνα… Τελικά, αυτός ο καλός θα βοηθήσει την οικογένεια των ελληνοκυπρίων να γλυτώσει.

Αναντίλεκτα, η συγγραφέας είχε κάθε δικαίωμα να πλέξει τον μύθο της κατά το δοκούν. Το να παίζει, όμως, με τα ιστορικά γεγονότα, ενώ δεν γνωρίζει, είναι ασυγχώρητη πλάνη. Προσπερνώ  τα όσα ήδη είδαν το φως της δημοσιότητας  περί καλών τουρκοκυπρίων και κακών ελληνοκυπρίων, προσπερνώ το γεγονός ότι ρίχνει την ευθύνη στον Μακάριο, τον Γρίβα, την ΕΟΚΑ, που την απαξιώνει, και την ΕΟΚΑ Β΄, ενώ  την ΤΜΤ την παρουσιάζει περίπου ως σωτήρα των τουρκοκυπρίων από την ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Θα ήθελα να σταθώ στα γεγονότα του τουρκοκυπριακού χωριού Μαράθα, ένα στίγμα του πολιτισμού μας, και να πω ότι αναφέρει και τα ονόματα των δολοφονηθέντων, ενώ για τα εγκλήματα, τις θηριωδίες και τα όσα ανήκουστα διέπραξε ο τουρκικός στρατός απέναντι σε έναν ανυπεράσπιστο λαό απλώς τα θίγει γενικά, λέγοντας ότι υπήρχαν φήμες για βιασμούς, ενώ ο μόνος βιασμός που αναφέρει είναι της ηρωίδας, της Αφροδίτης, η οποία έρχεται στην κατεχόμενη Αμμόχωστο κρυφά για να δει το ξενοδοχείο της και να μάθει και για τον Μάρκο, τον αγαπητικό της που δεν έδωσε σημεία ζωής, ενώ τον περίμεναν στη Λευκωσία.

«Η εφημερίδα ισχυριζόταν πως σκοπός των Ελλήνων ήταν να εξαλείψουν όλους τους Τουρκοκυπρίους από το νησί, και γι’ αυτόν τον λόγο ο τουρκικός στρατός είχε μετακινηθεί προς τον Νότο, για να προσπαθήσει να τους σώσει. Οι σφαγές στη Μάραθα και σ’ ένα άλλο χωριό, τον Σανταλάρη, έδειχναν ότι πολύ καλά έκαναν οι Τούρκοι και ανέλαβαν δράση».

Αξίζει να τονιστεί ότι μια περίπτωση που αναφέρεται ότι τουρκοκύπριοι σκότωσαν έναν ελληνοκύπριο, τον αδελφό της ηρωίδας, της Αφροδίτης, και λόγω της άφατης θλίψης της η μητέρα της ανάγκασε τον πατέρα της να εγκαταλείψουν την Κύπρο και να ζήσουν στην Αγγλία, τονίζεται εμφαντικά ότι δεν ήξερε η μάνα ότι ο γιος της σκότωσε έναν τουρκοκύπριο, γι’ αυτό τον εκδικήθηκαν.

Είμαι από τους ανθρώπους που θέλουν να επανενωθεί η πατρίδα μας, που έχω σχέσεις με παιδιά φίλων του πατέρα μου από τα γειτονικά μας χωριά, που βλέπω τη μεγαλύτερη μερίδα των τουρκοκυπρίων  σαν θύματα της ίδιας θεομηνίας που έπληξε το νησί μας, που κατανοώ ότι ο φανατισμός και από τις δυο πλευρές μας οδήγησε στον όλεθρο. Αναγνωρίζω ότι κάναμε κι εμείς τα λάθη μας.

Αλλά το να εξισώνεις αυτά τα λάθη με τη γενοκτονία που επιχείρησε η Τουρκία, με την κατοχή, την αιχμαλωσία, τον αφελληνισμό ολάκερων χωριών, την αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, τον εκτοπισμό 200 χιλιάδων Ελλήνων από τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους, είναι έγκλημα. Είναι αμαρτία. Μόνο όσοι έχασαν ανθρώπινες ψυχές, όσοι ζουν για 40 χρόνια με το δράμα των αγνοουμένων μας, και μόνο όσοι περάσαμε μέσα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη για να επιβιώσουμε μετά την προσφυγιά μας, ξέρουμε πόσο οδυνηρό ήταν αυτό που μας έκανε ο τουρκικός στρατός και η κατοχική Τουρκία.

Περάσαμε ως Ελληνισμός της Κύπρου από πολλούς κατακτητές, αλλά οι πρόγονοί μας ήταν στα σπίτια και τις περιουσίες τους. Δεν έγιναν πρόσφυγες στην ίδιά τους την πατρίδα. Δεν έγινε εθνοκάθαρση!
Νιώθω ότι η συγγραφέας, λογοτεχνική αδεία, αλλά και ελαφριά τη καρδία, έμπηξε ακόμη ένα μαχαίρι στην καρδιά της Κύπρου μας. Τώρα πώς για λόγους προβολής διατυμπάνιζαν  σε όλους τους τόνους ότι αυτό το βιβλίο είναι ένας ύμνος για την Αμμόχωστο, ότι θα μάθουν όλοι για το πρόβλημα της κατεχόμενης από τα τουρκικά στρατεύματα πόλης μας, είναι άξιον απορίας.

Οι ξένοι  που θα διαβάσουν το βιβλίο σίγουρα θα θεωρήσουν τα περί μιας πανέμορφης πόλης ή μιας πόλης φαντάσματος ως αποκύημα της φαντασίας της συγγραφέως, όπως τα πιο πολλά γεγονότα από όσα αναφέρει φαίνονται σ’ εμάς που τα ζήσαμε. Στο τέλος δε, δεν φαίνεται πουθενά ότι ακόμη υπάρχει παράνομος τουρκικός στρατός κατοχής για 40 χρόνια τώρα.

Καταληκτικά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Βικτώρια Χίσλοπ ξέρει καλά να υφαίνει εύπεπτες και ευπώλητες ιστορίες, με ήρωες καλούς και κακούς. Ασφαλώς, άμα διαβάσεις το μυθιστόρημα, πιο πολύ κακοί είναι οι Ελληνοκύπριοι, με τους οποίους ο γιος της οικογένειας  Οζκάν, ο Αλή, δεν θέλει να παίξει στην ίδια ομάδα:

«Δεν τους έχω εμπιστοσύνη» είπε. «Θα παραβαίνουν τους κανόνες».

Με ενόχλησε, επίσης, και θέλω να το αναφέρω, που συνεχώς αναφέρει το ρατσιστικό σχόλιο για τον παχύσαρκο Πανίκκο, τον γαμπρό της ελληνοκυπριακής οικογένειας.

Λυπάμαι, ειλικρινά, για το ατόπημά μου τη βραδιά της παρουσίασης, όπου μαζί με τόσους άλλους, αφέθηκα να παραπλανηθώ  ότι το μυθιστόρημα αυτό θα ανακινήσει το θέμα της Αμμοχώστου σε χιλιάδες ανθρώπους ανά τον κόσμο, ενώ το μόνο που θα κάνει είναι να δικαιώσει την τουρκική εισβολή και κατοχή! Είναι ακόμη ένα υπερόπλο στα χέρια της Τουρκίας. Μήπως αυτός τελικά ήταν ο σκοπός;

Υ.Γ.
Πέρσι, παρουσίασα το βιβλίο της συμπατριώτισσάς μας Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου με τίτλο «Αργός Χορός», το οποίο στην αρχή διαδραματίζεται μέσα στην παλιά Αμμόχωστο, όπου ζούσαν οι ήρωές του μέχρι το 1956, όταν αναγκάστηκαν να φύγουν για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Κανένας δεν συγκινήθηκε ούτε κανένα κανάλι την πρόβαλε. Η ξενομανία μας και η εθελοδουλεία φάνηκε φέτος με την Βικτώρια Χίσλοπ που την θεώρησαν ως  από μηχανής Θεό που ήρθε να μας σώσει!

Επίσης, διηγήματα για την Αμμόχωστο έγραψε και ο φίλος Νίκος Νικολάου Χατζημιχαήλ, αλλά ελάχιστοι Αμμοχωστιανοί πήγαν στην παρουσίαση του βιβλίου του, κι αυτοί ήταν φίλοι του, όπως γράφει.