Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμος Λευκονοίκου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμος Λευκονοίκου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Αγαπώ τον Συνεργατισμό

Με τον ίδιο τίτλο έχω ξαναγράψει κείμενο πριν από κάποια χρόνια. Ο λόγος είναι προφανής για «τους παροικούντας την Ιερουσαλήμ». Κατάγομαι από το Λευκόνοικο, την κοιτίδα του Συνεργατισμού στην Κύπρο. Εξ απαλών ονύχων βίωνα και συνειδητοποιούσα τη θετική, ευεργετική παρουσία του στη ζωή των αγροτών.

Παρόλο που ο πατέρας μου ασχολείτο με το εμπόριο ελαστικών και εξαρτημάτων, όπως και με τις ενοικιάσεις αυτοκινήτων, λόγω της κτηματικής μας περιουσίας, κυρίως από την πλευρά της μητέρας μου, νιώθαμε ότι ανήκαμε όλοι στη μεγάλη αγροτική οικογένεια της Μεσαορίας, της αρχόντισσας κυράς που «άμα γιωρκούσε, τρώαν μανάες τζιαι παιθκιά».

Σκέφτομαι τους σκαπανείς και τους πρωτοπόρους της ιδέας του Συνεργατισμού στην Κύπρο. Τον τραπεζίτη, ιδρυτή και της Τράπεζας Κύπρου, βουλευτή Ιωάννη Οικονομίδη, και τον ρέκτη δάσκαλο που «μόρφωσε» τα παιδιά του Λευκονοίκου, τον Μάρκο Χαραλάμπους.
Άνθρωποι υψηλού ήθους, με γενναιοδωρία ψυχής, αίσθημα αλληλεγγύης και διάθεση προσφοράς στη γενέτειρά τους και στον κόσμο της. Άνθρωποι αρετής, φιλαλληλίας, δικαιοσύνης. Με ενσυναίσθηση, θαλπωρή κι αγάπη στις ψυχές τους. Άνθρωποι της αυταπάρνησης και της θυσίας. Οξύνοες και διορατικοί, σώφρονες και νουνεχείς, άνθρωποι του μέτρου και της ταπεινοφροσύνης.

Νιώθω ότι αυτές οι αξίες σήμερα παραπαίουν. Ασφαλώς και υπάρχουν άνθρωποι αφοσιωμένοι ακόμη στην ιδέα της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, που σαν τον δάσκαλο τον Μάρκο ανιδιοτελώς προσφέρουν στους συνανθρώπους τους. Που θυσιάζονται για το κοινό καλό. Που νοιάζονται για την τιμιότητα και την ανθρωπιά.
Γιατί ο Συνεργατισμός πρώτα και πάνω απ’ όλα είναι ιδέα, είναι όραμα. Είναι στάση ζωής, τόσο ανοίκεια για κάποιους αριβιστές, ιδιοτελείς, υπερφίαλους ανθρωπάκους. Για μένα είναι ανθρωπάκια αξιολύπητα όσοι σπουδαρχίδηδες κορδακίζονται και επαίρονται για τα πτυχία και τα οφφίκια τους. Που σαν οδοστρωτήρες σπιλώνουν προσωπικότητες και ευτελίζουν, νομίζουν, ανθρώπους, που ούτε το μικρό τους δακτυλάκι δεν μπορούν να φτάσουν στο ήθος και στο μεγαλείο ψυχής, στη μόρφωση και την πνευματική καλλιέργεια.

Κάποιος που είναι ηγέτης οπουδήποτε πρέπει να έχει κάποια ηθικά χαρακτηριστικά. Πόσο μάλλον, όταν κατέχει κάποια θέση στο Συνεργατικό κίνημα. Και το εννοώ. Όσο κι αν όλες οι έννοιες σήμερα έχουν εκφυλιστεί και εκμαυλιστεί, τουλάχιστον ο Συνεργατισμός ας αφεθεί αλώβητος. Μακριά από αδικίες, ετσιθελισμούς, εκβιασμούς, εμπάθειες, υπέρμετρες φιλοδοξίες, φιλαυτία και ολιγόνοια. Μακριά από απληστία, συβαριτισμό, ματαιοδοξία, απουσία του εσύ. Μακριά από σκοπιμότητες και σκευωρίες πίσω από κλειστές πόρτες.

Ιστορικά, στις επιτροπές των Συνεργατικών Εταιρειών μετείχαν, αν σκεφτώ την πρώτη επιτροπεία της πρώτης Συνεργατικής της Κύπρου, της «Χωρικής Τράπεζας Λευκονοίκου», οι πλέον επιφανείς άνθρωποι του τόπου, οι μορφωμένοι, όπως ο γιατρός της κωμόπολης, ο δικηγόρος, ο δάσκαλος, οι καλοί γεωργοί, άτομα εγνωσμένου κύρους, αξιοσέβαστα.
Τι συμβαίνει σήμερα; Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι προτιμούνται τα πειθήνια όργανα, οι μεγάλοι καταθέτες, τα φερέφωνα κάποιων, «οι διαπλεκόμενοι», και όχι άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις, μόρφωση και καλλιέργεια, σωφροσύνη και οξυδέρκεια, ελεύθερη βούληση, κριτική σκέψη, ηθική ποιότητα, που δεν στηρίζονται και δεν προωθούν τον νεποτισμό, την οικογενειοκρατία, την ευνοιοκρατία, που δεν κοιτάζουν μόνο το προσωπικό τους συμφέρον.
Πιστεύω ακράδαντα ότι η ηγεσία του Κινήματος πρέπει να βάλει ένα φρένο στις αυταρχικές και απολυταρχικές τάσεις ορισμένων που θέλουν να ποδηγετούν και να χειραγωγούν τους ανθρώπους. Που ξεφεύγουν από τις υγιείς αρχές και αξίες του Συνεργατισμού, νομίζοντας ότι οι άλλοι τρώνε κουτόχορτο και δεν καταλαβαίνουν τις μηχανορραφίες τους.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Δήμος Λευκονοίκου

Εκδήλωση της Σχολικής Εφορείας Λευκονοίκου για τη Μαρία Πυλιώτου

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010


Καλή μου Μαρούλα,


Θεωρώ μεγάλη μου τιμή να μιλήσω για σένα ως άνθρωπο και ως λογοτέχνη. Θυμάμαι, μικρούλα στο Λευκόνοικο που σε διάβαζα στην Παιδική Χαρά και καμάρωνα που ήσουν χωριανή μας και αδελφή του φίλου του παπά μου. Αργότερα, σαν τέλειωσα τις σπουδές μου, ένα βράδυ μετά από μια διάλεξη, ήρθα και σου συστήθηκα, κι από τότε με σκλάβωσε η γλυκύτητα της καρδιάς σου και η αρχοντιά της ψυχής σου.


Η Μαρία Πυλιώτου, αγαπητοί μου φίλοι, με την προσφορά της στη λογοτεχνία και τις τιμητικές της διακρίσεις, με κορωνίδα τη βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών, το ανώτατο πνευματικό Ίδρυμα της Ελλάδας, τίμησε και τον εαυτό της και την Κύπρο μας, αλλά και την κωμόπολή μας.


Η Μαρία Πυλιώτου, ως συγγραφέας παιδικών παραμυθιών, είναι μια σύγχρονη παραμυθού, που οι ήρωές της είναι τα ζώα που μέσω αυτών μεταδίδει τις αξίες του παναθρώπινου πολιτισμού, όπως ο σεβασμός και στο πιο ποταπό πλάσμα της φύσης, η πίστη στον εαυτό μας, η ελευθερία, η αγάπη, η αξία των στόχων στη ζωή μας, η ανεκτικότητα, η αποδοχή της διαφορετικότητας, τα αγνά και ανιδιοτελή συναισθήματα, η εποικοινωνία, η θέληση για ζωή, τα ολέθρια αποτελέσματα του πολέμου κ.α.


Τέτοια παραμύθια είναι η «Αρβύλα που’γινε βαρκούλα», η «Πεταλούδα με τα πράσινα φτερά», το «10 και 10 και άλλα δέκα πρόβατα». Ακόμη, «Το άγαλμα που πετούσε στο όνειρό του», «Ο σκύλος που έχασε την ουρά του», «Το ταξίδι του Γλάρου»κ.α.


Η Μαρούλα Πυλιώτου, ως εκπαιδευτικός της δημοτικής που γνωρίζει πολύ καλά την ψυχοσύνθεση των παιδιών, με τη γλυκύτητά της και την αμεσότητά της αγγίζει την ευαίσθητη παιδική ψυχή και ενσταλάζει μέσα της το απόσταγμα της ευαισθησίας της μαζί με τα μηνύματά της με τα οποία θέλει να γαλουχήσει τους αυριανούς πολίτες, για να έχουν αυτοπεποίθηση, ήθος, ενσυναίσθηση, ανοικτούς ορίζοντες, πνευματική καλλιέργεια και αυτονομία.


Ταυτόχρονα, η συγγραφέας θέλει να ταξιδέψει τα παιδιά μας στον κόσμο της φαντασίας και του ονείρου, για να ξεφύγουν από την πεζή και σκληρή καθημερινότητα του κόσμου που τα περιβάλλει, με μια απλή και λιτή γλώσσα, χωρίς φτιασιδώματα, με μια μοναδική διακειμενικότητα.


Επιπρόσθετα, η Μαρία Πυλιώτου είναι γνωστό ότι εμπνέεται από την Κύπρο, διακρίνεται για το κυπριακό ήθος, επιθυμεί να καλλιεργήσει στα παιδιά την αγάπη για τη σκλάβα γη μας, την πίστη στον Νόστο και παράλληλα προσπαθεί να καλλιεργήσει την ιδέα της φιλίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.


Αυτό φαίνεται μέσα από τις συλλογές διηγημάτων της, «Χαρούμενοι Χαρταετοί» και «Καλημέρα Μαργαρίτα», και μια νουβέλα, «Οι Λύκοι και η Κοκκινοσκουφίτσα».


Κυρίως, όμως, φαίνεται στα πέντε μυθιστορήματά της που εκδόθηκαν ή επανεκδόθηκαν στην Αθήνα από γνωστούς εκδοτικούς οίκους, από το 1979 ως το 1997, με τους τίτλους, «Το κάστρο μας», «Τα δέντρα που τρέχουν», «Τα παιδιά του ήλιου», «Το ασημένιο καπνιστήρι» και «Τζιαφέρ Γιασίντ Αλή: Μικρή Ερωτική Ιστορία».


Αξιοσημείωτο είναι ότι τα τελευταία χρόνια η λογοτέχνις στρέφεται και σε έργα φαντασίας, ενώ στα τρία τελευταία της μυθιστορήματα ασχολείται με θέματα που απασχολούν όλους τους ανθρώπους και τους νέους: «Λεώνη», «Περιπέτεια στο


Βοτανόκηπο» και το τελευταίο της «Μ’ αγαπάς; Σ’ αγαπώ».


Αξίζει, νομίζω, να τονίσουμε ότι ως κυπροκεντρική συγγραφέας η Μαρία Πυλιώτου στέλλει μηνύματα στα παιδιά για τα προβλήματα που απασχολούν το νησί μας και τους καλλιεργεί την αγάπη για τους ανθρώπους και τη φύση. Οι ήρωές της είναι ολοκληρωμένοι και δρουν σε απολύτως ρεαλιστικά πλαίσια, ενώ εγκλείουν μια δυναμική αυθεντικών αξιών. Ταυτόχρονα οι ήρωές της συνεργάζονται και αλληλοβοηθούνται, κυρίως για να ορθοποδήσουν μετά την προσφυγιά, άνκαι η ψυχή τους είναι στην κατεχόμενη γη τους στην οποία θέλουν να επιστρέψουν.


Επιπλέον, με τη ρέουσα γραφή της και την αφηγηματική της δεινότητα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους καλύτερους συγγραφείς της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας. Οι ήρωές της


«κάνουν άλματα», όπως θα έλεγε ο Ελύτης, «πάνω από τη φθορά».Διαπνέονται από έναν παγκόσμιο ουμανισμό δίχως σύνορα. Έτσι, η συγγραφέας μέσα από αληθινές εικόνες καρδιάς δείχνει εθνικούς και διαπολιτισμικούς δρόμους αυτογνωσίας και ατομικής καταξίωσης.


Ταυτόχρονα, κρατάει ανοικτά τις πόρτες της συνείδησης σ’ ένα φιλόξενο σπίτι με αξίες την αγάπη, τον ανθρωπισμό, την ανεξαρτησία, τη ζωντανή μνήμη, την αποδοχή του άλλου.


Μαρούλα μου, σ’ ευχαριστούμε για όσα πρόσφερες μέσα απ’ την καρδιά σου σε μας και στα παιδιά μας, και είμαστε σίγουροι ότι θα συνεχίσεις με την ίδια ζέση και αγάπη να γράφεις ιστορίες και παραμύθια που αγγίζουν την ψυχή μας!


Να σε έχει ο Θεός καλά και σου ευχόμαστε κάθε καλό σε σένα και στην οικογένειά σου.

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Ημερολόγιο του Δήμου Λευκονοίκου για το 2011

Το Ημερολόγιο του Δήμου Λευκονοίκου για το 2011 είναι αφιερωμένο σε ξεχωριστές προσωπικότητες που λάμπρυναν με την παρουσία και το έργο τους την κωμόπολή μας. Θεωρώ τιμή μου που μου αναθέτουν να γράφω τις λεζάντες κάτω από τις φωτογραφίες.
Επίσκοπος Κιτίου Κυπριανός(1833-1886)


Υπήρξε η σημαντικότερη πολιτική και εκκλησιαστική φυσιογνωμία της Κύπρου κατά τον δέκατο έννατο αιώνα.


Σχολάρχης και μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, υπερασπιστής των λαϊκών δικαιωμάτων, ακραιφνής πατριώτης, λάτρης της Ελλάδας.


Υποδέχτηκε τον πρώτο Ύπατο Αρμοστή της Κύπρου σερ Γκάρνετ Γούλσλεϊ στη Λάρνακα, με τα εξής:


«Στέργομεν τήν μεταπολίτευσιν χωρίς νά λησμονώμεν τούς πόθους καί τήν καταγωγήν ημών καί ελπίζοντες ότι η Αγγλία θά επαναλάβη καί εν τή ημετέρα νήσω τό παράδειγμα όπερ έδωκε διά τής παραδόσεως τών Ιονίων νήσων εις τήν μητέρα Ελλάδα...”.






Βασίλης Μιχαηλίδης(1850-1917)


«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου»


Ο ποιητής της 9ης Ιουλίου, βάρδος της Ρωμιοσύνης, υπήρξε ο εκφραστής της ψυχής του Κυπριακού Ελληνισμού που αφιέρωσε την ποιητική του Μούσα στην Υπηρεσία της Μεγάλης Ιδέας, της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων της Κύπρου.


Άφησε πίσω του σημαντικό ποιητικό έργο, γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, όπως το μεγαλόπνοο ποίημά του «Η 9η Ιουλίου 1821», η «Χιώτισσα», η «Ανεράδα», η «Ασθενής Λύρα»,
η «Τοκογλυφία», «Το όρομαν του Ρωμιού»κ.α.








Ιωάννης Οικονομίδης(1864-1934)


Επιφανής προσωπικότητα της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου, δικηγόρος, δικαστής, βουλευτής, εισηγήθηκε τον νόμο περί Συνεργατικών Εταιρειών που ψηφίστηκε από τη Βουλή το 1914.


Ήταν από τους πρωτεργάτες για την ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Το 1899, μαζί με τον γιατρό Αντώνιο Θεοδότου, ίδρυσε το «Ταμιευτήριο η Λευκωσία», το πρώτο τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου, το οποίο το 1912 μετατράπηκε σε Τράπεζα Κύπρου.


Στις 5 Δεκεμβρίου του 1909, μαζί με τον Μάρκο Χαραλάμπους, ίδρυσαν στο Λευκόνοικο την πρώτη συνεργατική Εταιρεία της Κύπρου με το όνομα «Χωρική Τράπεζα Λευκονοίκου».








Μάρκος Χαραλάμπους(1876-1932)Μεγάλος Παιδαγωγός, φωτισμένος δάσκαλος, απόφοιτος του Διδασκαλείου Αθηνών. Ήταν ο πνευματικός ταγός του Λευκονοίκου που απολάμβανε του σεβασμού και της αγάπης όλων και συντέλεσε στην πνευματική ανάπτυξη της κωμόπολής μας.


Ο τότε διευθυντής της Ακρόπολης Αθηνών, ο Βλάσης Γαβριηλίδης, που επισκέφθηκε για λίγες ώρες το Λευκόνοικο, τον Μάϊο του 1911, τον παρομοίασε με τον Ηρακλή που σκότωσε τον «λέοντα της Νεμέας» του χωριού του, τον τοκογλύφο.


Υπήρξε ο στυλοβάτης της Πρώτης Συνεργατικής Τράπεζας της Κύπρου.










Θεόδουλος Καλλίνικος(1904-2004)


«Ψαλώ τω θεώ μου έως υπάρχω»


Άρχοντας Πρωτοψάλτης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, μαθητής του Στυλιανού Χουρμούζιου, Δάσκαλος Βυζαντινής Μουσικής, πτυχιούχος του Εθνικού Ωδείου Αθηνών, κατέγραψε δημοτικά τραγούδια και κυπριακούς χορούς, διασώζοντας τον θησαυρό αυτό της παράδοσής μας.


Για την προσφορά του αυτή τιμήθηκε με αρκετές τιμητικές διακρίσεις, όπως της Ακαδημίας Αθηνών, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Κυπριακής Δημοκρατίας.








Ο Άγιος Φωκάς
«Το τραγούδι του Άη Φωκά»


Μιχαήλ Καζαμία




"Το εννιακόσια εννιά εν η χρονολογία


π’ αρκέφτηκεν τ’ Άη Φουκά τότες η εκκλησία…


Όσοι εβοηθήσασιν εις τούντην εκκλησίαν


να τους χαρίνει ο Θεός τζιαι την καλήν εγείαν


τζιαι που τον Επουράνιον να βρουν την βασιλεία.


Το ποίημα αυτό διέσωσε η Χρυστάλλα Καζαμία-Παναγή, όπως της το διηγήθηκαν ο πατέρας της και ο θείος της.


Άγιε Φωκά μου, μεσίτευσε στον Κύριο για την Ευλογημένη μέρα που θα σε κτίσουμε ξανά!

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ

Ομιλία στην Ένωση Κυπρίων Ελλάδας
Αθήνα, Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010


Τι να πρωτοθυμηθώ από σένα,
 αγαπημένο μου Λευκόνοικο;
Τα κάτασπρά σου σπίτια, τις πεντακάθαρες αυλές σου
τον απέραντο κάμπο της Μεσαορίας
που ήταν πηγή κάθε αγαθού;

Κι όπως πολύ εύστοχα διαζωγραφίζει τη ζωή μας στο Λευκόνοικο με τη γραφίδα της η ποιήτριά μας κ.Κούλα Παρασκευά:

«Στα απλωτά σεντόνια του
πλούσιος ο αμητός.
Κάθε σπίτι και «ευφορία» αγαθών.
Και «ευφορία» χαράς και πραότητας και ιλαρότητας.
Και προπαντός «ευφορία» αυτάρκειας.
 Όλα τα είχαν. Παράπονο κανένα.
Και «δόξα τω Θεώ».
Κιτρινόχρωμες αχτίδες να θερμαίνουν τη γη και τους ανθρώπους».

Καταρχάς, να μου επιτρέψετε να ευχαριστήσω θερμότατα την Ένωση Κυπρίων Ελλάδας για τη μεγάλη τιμή που μας κάνουν να μιλήσουμε για το Λευκόνοικό μας, το καμάρι της Μεσαορίας. Σας συγχαίρουμε ειλικρινά που ζώντας στο «Κλεινόν Άστυ» κρατάτε τη μνήμη ζωντανή της κουρσεμένης μας μικρής πατρίδας.

Κι ήτανε τόσο όμορφος ο τόπος μας!
Ζωή γαλήνια, πλούσια, χαρισάμενη.
Να’  σαι αφέντης στη γη σου
και πάνωθέ σου μόνο ο Θεός. 
Να στέκεσαι και να θωρείς
 κι όσο που φτάνει το μάτι σου
 στου κάμπου την ανοικτοσύνη
να’ ναι δικά σου.
Τούτη είναι η ομορφιά του κάμπου!
Τούτη είναι η μοναδικότητα της γης!
Σε δένει στη χιλιόχρονη αλυσίδα των αιώνων
τελευταίος κρίκος εσύ
που’ χεις πάρει τη σκυτάλη
για να την παραδώσεις στα παιδιά σου!
 
Ήτανε όμορφος ο τόπος μας!
Μπορείς να ξεχάσεις τον τόπο σου;
Μπορείς να ξεχάσεις το σπίτι σου το πατρικό;
Τις καμάρες της αυλής...τον ηλιακό,
τα προικιά στο σεντούκι, τον αργαλειό,
τη σουβάντζα με τα πιάτα της προγιαγιάς
τ’ ασημένια καπνιστομέρεχα
τον λαγομάνο
τον κήπο, την κληματαριά, το κοτέτσι;

Μπορείς να ξεχάσεις
το πηγάδι με τ’ αλακάτι στην αυλή
το ανώι για τις ζεστές καλοκαιρινές νύκτες
και τ’ αεράκι που φυσούσε από το Μερσινίκι;

Μπορείς να ξεχάσεις
το ντεπόζιτο που σεριάνιζες τα όνειρά σου,
την παλιά φουντάνα,
εκεί που άλλοτε ήταν το σπίτι της γιαγιάς σου;

Μπορείς να ξεχάσεις
την ομορφιά της φύσης έξω από το Λευκόνοικο,
στους πρόποδες του Γέρο Πενταδάκτυλου;

Μπορείς να ξεχάσεις
την ομορφιά των ανθρώπων
την ομορφιά των πραγμάτων
την ομορφιά της ψυχής;

Είναι, φαίνεται, μια εσώτερη ανάγκη της ψυχής εμείς οι ξεριζωμένοι να θέλουμε να μιλούμε για τα μέρη που χάσαμε.

Κάτασπρο ήταν το πρώτο σπίτι, γι’ αυτό το χωριό ονομάστηκε Λευκόνοικο. Λευκός οίκος, σύμφωνα με τον Σίμο Μενάρδο και με τον πατέρα της Κυπριακής Λαογραφίας Νέαρχο Κληρίδη, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ονομασία δόθηκε κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, όταν μιλιόταν ακόμη η αρχαία ελληνική γλώσσα.

Σύμφωνα με την παράδοση, κτίστηκε στην περιοχή ένας «λευκός οίκος», δηλαδή ένα άσπρο σπίτι. Οι άνθρωποι έλεγαν «πάω στον λευκόν οίκον» και στη συνέχεια γύρω από τον αρχικόν «λευκόν οίκον» κτίστηκαν κι άλλοι «λευκοί οίκοι», κι έτσι ο συνοικισμός ονομάστηκε Λευκόνοικο.

Το 1913, ο Sir Iohn Myres μαζί με τον Έφορο του Κυπριακού Μουσείου Μενέλαο Μαρκίδη έκαναν ανασκαφές κοντά στο ξωκκλήσι της Αγίας Ζώνης, ένα χιλιόμετρο νότια του Λευκονοίκου, και έφεραν στο φως μνημεία που αποδεικνύουν ότι υπήρχε μια πολιτεία από τον 7ον αιώνα π.Χ. μέχρι τα Βυζαντινά χρόνια, που ήταν ο μακρινός πρόγονος του σημερινού Λευκονοίκου.

Σ’ αυτές τις ανασκαφές βρέθηκε Ιερό Τέμενος, αφιερωμένο στον θεό του φωτός, τον Απόλλωνα,  με πλήθος αγαλμάτων και άλλων ιερών
αντικειμένων που φανερώνουν τη  θρησκευτικότητα και την καλλιτεχνική ευαισθησία των προγόνων μας.

Τα αγάλματα που βρέθηκαν στο Ιερό αυτό κοσμούν σήμερα το κυπριακό Μουσείο και άλλα ξένα Μουσεία. Τα αγάλματα αυτά ήταν αναθηματικά, αφιερώματα δηλαδή των πιστών στον θεό Απόλλωνα, όπως τα σημερινά τάματα στους Αγίους.

Το Λευκόνοικο αποτελεί μια πινακοθήκη στην οποία εκτίθενται όλες σχεδόν οι εικόνες της πολυκύμαντης ιστορικής μας ζωής. Θυμόμαστε όλοι  έξω από το Σωματείο «Ανόρθωση» του Λευκονοίκου, τον «Σεντόνα», όπως τον λέγαμε μικροί, έναν ακέφαλο ανδριάντα,  πιθανόν φιλοσόφου ή ρήτορα, που βρέθηκε στο χώρο των ανασκαφών και μας θύμιζε την εθνική μας καταγωγή.

Για τη Βυζαντινή περίοδο στο Λευκόνοικο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Από τον Λεόντιο Μαχαιρά ξέρουμε ότι ο Άγιος Ευφημιανός, ένας από τους 300 Αλαμάνους Αγίους της Κύπρου, ασκήτεψε στο Λευκόνοικο. Όμως, στις εκκλησίες μας σώθηκαν θαυμάσια δείγματα βυζαντινής τέχνης, τα καλύτερα των οποίων ευτυχώς μεταφέρθηκαν έγκαιρα στο βυζαντινό Μουσείο στη Λευκωσία, κι έτσι σώθηκαν από τη βεβήλωση.

Οι εκκλησίες και τα ξωκκλήσια μας ανήκουν σε μεταγενέστερη εποχή, σίγουρα, όμως, κτίστηκαν εκεί που υπήρχαν παλαιότεροι βυζαντινοί. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τον Αρχάγγελό μας, τον Σωτήρα μας, τον Τίμιο Σταυρό, το ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Ζώνης, του Αγίου Θεοδώρου, του Αγίου Φωκά και του Αγίου Γεωργίου.

Την περίοδο της Φραγκοκρατίας που ακολούθησε,  η Επανάσταση των χωρικών που ξέσπασε στην Κύπρο το 1427 είχε σαν επίκεντρο το Λευκόνοικο, που ήταν η έδρα του εμψυχωτή και οργανωτή της,
του ρε Αλέξη, που οι χωρικοί τον ανακήρυξαν «Ρήγα», δηλαδή βασιλιά. Τόσο ήταν αγαπητός στον λαό ώστε, όπως γράφει ο Μαχαιράς, «όλοι οι χωργιάτες εδόθησαν εις την πόταξίν του».

Ο Ρε Αλέξης ήταν ταχυδρόμος του παλατιού και γνώριζε πάρα πολύ καλά τις αδυναμίες της άρχουσας τάξης, όπως και την εξαθλίωση στην οποία ζούσε ο λαός. Γι’ αυτό και σαν άρχισε η επανάσταση, στο Λευκόνοικο και αλλού οι απελπισμένοι χωρικοί άνοιξαν τις αποθήκες και άρπαξαν τα κρασιά, τη ζάχαρη, τα τρόφιμα γενικά.

Ακόμη και από τα αλώνια του Λευκονοίκου άρπαξαν τα σιτηρά...

Στη συνέχεια, οι κατακτητές οργανώθηκαν και κατέπνιξαν την επανάσταση, λόγω της έλλειψης οργάνωσης, της φτώχιας, της κακομοιριάς και της αγραμματοσύνης. Τον Ρήγα Αλέξη τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στη Λευκωσία. Γράφει ο Μαχαιράς: «…Επιάσαν το Ρήγα Αλέξη και εφέραν τον εις την Λευκωσίαν και κραμμάσαν τον εις την φούρκαν τη Δευτέρα εις τα ιβ΄μαγίου αυκζ Χριστού(1427).

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αξιόλογη πηγή πληροφοριών είναι οι κώδικες της αρχιεπισκοπής, με βάση τους οποίους φαίνεται ότι κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια τουλάχιστον του 19ου αιώνα, το Λευκόνοικο ήταν το μεγαλύτερο σε πληθυσμό και πλουσιότερο σε παραγωγή χωριό της Κύπρου.

Για να καταλάβουμε τη διαφορά του Λευκονοίκου από τα άλλα χωριά ως προς το μέγεθος της παραγωγής φτάνει να πούμε ότι το Λευκόνοικο είχε 215 «μόδια Κυπριώτικα σιτάρι, η Αθηαίνου 114 μόδια, η Αραδίππου 94, η Άχχια 139, η Μόρφου 25, το Ιδάλιο 82, η Λύσις 59, το Τρίκωμο 16, το Πραστειόν 41». 

Επίσης, η εμπορία των κατοίκων φαίνεται από τον κεφαλικό φόρο. Οι 128 φορολογούμενοι του Λευκονοίκου πλήρωσαν 8890 πιάστρες, οι 98 της Λύσης 5660, οι 86 της Ακανθούς 4653, οι 126 του Ριζικαρπάσου 6617, οι 73 του Παραλιμνίου 4477, οι 95 της Γύψου 5601κ.λπ.

Ακολουθεί η Αγγλοκρατία, όπου στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1878, ο πρώτος Άγγλος διοικητής της Αμμοχώστου, ο λοχαγός Swaine, έκαμε περιοδεία στην επαρχία του για να τη γνωρίσει. Το ιστορικό της επίσκεψης στο Λευκόνοικο διέσωσε η Αγγλική εφημερίδα « Εικονογραφημένα Νέα του Λονδίνου», στις 12 Οκτωβρίου, 1878.

Εξάλλου, την ανταπόκριση για το Λευκόνοικο συνοδεύει και μια ωραία γκραβούρα που αποτελεί εύγλωττη μαρτυρία του Λευκονοίκου κατά το 1878. Ήταν το πιο σπουδαίο χωριό (most important) της επαρχίας, γι’ αυτό ο Διοικητής προτιμά να διανυκτερεύσει σ’ αυτό. Προσθέτει, δε, ότι στην υποδοχή  συγκεντρώθηκαν «πολλές εκατοντάδες» ανθρώπων ή τουλάχιστον 6 ή 7 εκατοντάδες.

Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ σε σημαίνουσες προσωπικότητες του Λευκονοίκου, όπως  τον Μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανό, ακραιφνή πατριώτη, λάτρη της Ελλάδας, που, όπως είναι γνωστό, υποδέχτηκε τον πρώτο Ύπατο Αρμοστή της Κύπρου σερ Γκάρνετ  Γούλσλεϊ  στη Λάρνακα, υπογραμμίζοντας ότι οι Έλληνες της Κύπρου θεωρούν την αγγλική κατοχή προσωρινή και ευελπιστούν ότι οι Άγγλοι θα τους ενώσουν με τη Μάνα Ελλάδα.

Ασφαλώς, το Λευκόνοικο σεμνύνεται και για τον ποιητή της 9ης  Ιουλίου 1821,  τον Βασίλη Μιχαηλίδη που έζησε 67 χρόνια γεμάτα «περιπέτειες και ατυχίες, πίκρες και καημούς, πόθους και ανεκπλήρωτους οραματισμούς, φτώχια και στερήσεις, πολλές απογοητεύσεις και λίγες αναλαμπές χαράς και αναγνώρισης».

 Βάρδος της Ρωμιοσύνης, υπήρξε ο εκφραστής της ψυχής του Κυπριακού Ελληνισμού που αφιέρωσε την ποιητική του Μούσα στην Υπηρεσία της Μεγάλης Ιδέας, της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων της Κύπρου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στο Λευκόνοικο λειτουργούσε κοινοτική Σχολή από το 1840 που τη συντηρούσαν οι γονείς των μαθητών. Οι πρώτοι δάσκαλοι πληρώνονταν με πέντε γρόσια τον μήνα που έδιναν οι γονείς  και με ένα ψωμί κάθε Σάββατο που λεγόταν «Σαββατιάτικο».  Πολλοί οι άξιοι δάσκαλοι που θα έπρεπε να μνημονευθούν, αλλά θα αναφέρω μόνο τον μεγάλο δάσκαλο του Λευκονοίκου, τον αείμνηστο Μάρκο Χαραλάμπους, που η αίγλη του ονόματός του έφτασε στις μέρες μας, αφού μεγαλώσαμε, ακούοντας ο αδελφός μου κι εγώ τον πατέρα μας να μας μιλά για τον δάσκαλό του, που τόσο ωφέλησε το Λευκόνοικο και πέθανε στην ακμή της σταδιοδρομίας του, αφήνοντας πίσω του δυσαναπλήρωτο κενό .

Δεν αντέχω στον πειρασμό να μην αναφέρω για τον γιο του. Τον έστειλε να σπουδάσει  στη Βιέννη της Αυστρίας ιατρική, όπως και ο μακαρίτης Μιχαήλ Παπαπέτρου, αλλά δυστυχώς παρασύρθηκε από τις σειρήνες του χαρτοπαίγνιου και του γυναικείου ποδόγυρου, ενώ έγινε πρωταθλητής στο                     . Έτσι, δεν γύρισε ποτέ στην Κύπρο. Αυτό δεν είχε επιπτώσεις μόνο στην περηφάνια του πατέρα, αλλά απώθησε και άλλους Λευκονοικιάτες από του να στείλουν τα παιδιά τους στην Αυστρία για σπουδές.

Συνεχίζοντας, φτάνουμε στο καμάρι του Λευκονοίκου, το Γυμνάσιό μας. Το 1938 ιδρύθηκε από έναν φιλοπρόοδο εκπαιδευτικό, τον Ανδρέα Λοϊζίδη, ένα ιδιωτικό σχολείο με την επωνυμία «Εμπορικόν Κολλέγιον Λευκονοίκου», που στεγαζόταν στο σπίτι μας, το οποίο είχε ενοικιάσει.

Το 1940 το σχολείο έγινε κοινοτικό και μετονομάστηκε σε «Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου». Το 1947 θα γίνουν τα εγκαίνια του νέου σχολικού κτηρίου στον λόφο του Προφήτη Ηλία με την επωνυμία «Καμίντζειος Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου» από το όνομα του ευεργέτη της, του Γεώργιου Καμιντζή από το Λευκόνοικο που ζούσε στη Μόρφου.  Μετά το 1960 θα ονομαστεί «Γυμνάσιο Λευκονοίκου».

Ως Λευκονοικιάτες, ωστόσο, σεμνυνόμαστε για τους προγόνους μας που υπήρξαν οι σκαπανείς του Συνεργατισμού στο νησί μας. Τους μακαρίζουμε, γιατί το Λευκόνοικο στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μεσουρανούσε στο στερέωμα της κυπριακής υπαίθρου. Εκεί γίνονταν παγκύπρια αγροτικά συνέδρια, εκεί, το 1909, γεννήθηκε η πρώτη ελληνική Συνεταιριστική Αγροτική Τράπεζα που απάλλαξε τους αγρότες από τον βραχνά της τοκογλυφίας. Οι δυο σκαπανείς ήταν ο Ιωάννης Οικονομίδης και ο δάσκαλος Μάρκος Χαραλάμπους.

Ο τότε δημοσιογράφος της Ακρόπολης Αθηνών, ο Βλάσης Γαβριηλίδης, που επισκέφθηκε το Λευκόνοικο το 1911, βλέποντας τον γραμματέα της Συνεργατικής, τον αείμνηστο Μάρκο Χαραλάμπους, τον παρομοίασε με τον Ηρακλή που σκότωσε τον «λέοντα της Νεμέας» του χωριού του, τον τοκογλύφο.

 Όπως έχουμε αναφέρει, ο Μάρκος Χαραλάμπους, που σπούδασε στην Αθήνα, ήταν ο πνευματικός ταγός του Λευκονοίκου που απολάμβανε του σεβασμού και της αγάπης όλων και συντέλεσε στην πνευματική ανάπτυξη της κωμόπολής μας. Μάλιστα, όταν είχε παιδί που τελείωνε την έκτη δημοτικού, έκανε από μόνος του τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου.

Ο Ιωάννης Οικονομίδης, δικηγόρος, βουλευτής, Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου, εισηγήθηκε τον νόμο περί Συνεργατικών Εταιρειών που ψηφίστηκε από τη Βουλή το 1914.

Δεν θα μπορούσα να παραλείψω τη συμμετοχή του Λευκονοίκου στον απελευθερωτικό Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.. Το Γυμνάσιο Λευκονοίκου, ιδιαίτερα, αποτέλεσε φυτώριο αγωνιστών με πλούσια δράση.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει την καταδρομική επιχείρηση της πενταμελούς ομάδας Αυξεντίου στις 4 Νοεμβρίου 1955 εναντίον του Αστυνομικού Σταθμού Λευκονοίκου, απ’ όπου απέσπασαν όλο τον οπλισμό του;

Ένα άλλο γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του Λευκονοίκου ήταν και το κάψιμο του Ταχυδρομείου μας στις 3 Δεκεμβρίου του 1955 κατά τη διάρκεια διαδήλωσης των μαθητών του Γυμνασίου μας ενάντια στα μέτρα του Κυβερνήτη Σερ Τζων Χάρντιγκ. Ακολούθησε πενθήμερο κέρφιου και οι χωριανοί μας αναγκάστηκαν να πληρώσουν 2000 λίρες πρόστιμο.

Επιπρόσθετα, στις 23 Νοεμβρίου του 1956 σκοτώθηκαν δύο Άγγλοι στρατιώτες και πληγώθηκαν πέντε από έκρηξη βόμβας, ενώ έπαιζαν ποδόσφαιρο στο γήπεδο του Γυμνασίου. Αυτό το γεγονός μου έκανε τρομερή εντύπωση όταν ήμουν μικρή.

Υπάρχουν κι άλλα ασφαλώς γεγονότα, αλλά θα αναφερθώ μόνο στον τραυματισμό του ήρωα Λουκά Ιατρού στις 7 Νοεμβρίου του 1955, ο οποίος έμεινε παράλυτος στα δεκαοκτώ του χρόνια, όταν έπεσε από ηλεκτρικό στύλο, προσπαθώντας να κρεμάσει την ελληνική σημαία, όταν εμφανίστηκαν Άγγλοι στρατιώτες. Τον θυμόμαστε οι πιο πολλοί κάθε Κυριακή στην εκκλησία του Σωτήρος με το καροτσάκι του. Πέθανε στις 27 Απριλίου του 1965.

Άλλοι ήρωες του Λευκονοίκου του Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. είναι ο Σάββας Ζάνου, ο Θεόδωρος Αχιλλέως και ο Κυριάκος Μπάκας, που τα παιδιά τους μεγάλωσαν μέσα στην ορφάνια κι ευτυχώς που τα νοιάστηκαν οι συγγενείς τους, γιατί το ανάλγητο κράτος μας περί άλλα τύρβαζε.

Με την ανεξαρτησία, οι περισσότεροι ατένιζαν το μέλλον με αισιοδοξία, παρόλη την απογοήτευση από την έκβαση του Αγώνα. Όμως, δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ, αφού το 1964 το Λευκόνοικο θρηνεί άλλα δυο αδικοχαμένα παλληκάρια: τον Μιχαλάκη Μακρίδη που έχασε τη ζωή του στο Μερσινίκι και τον Αναστάσιο Ζαρβό που έπεσε στις μάχες της Τυλληρίας. (μάνα)

Όμως, τα νιάτα του Λευκονοίκου επέπρωτο να βάψουν με το άλυκο αίμα τους ξανά τη γη του νησιού μας σαν ήρθε η αποφράδα χρονιά του 1974. Δεκατέσσερις νεκρούς και δεκαέξι αγνοουμένους κλαίει το Λευκόνοικο, ανάμεσά τους και τον καθηγητή των Μαθηματικών μας, τον Σωτήρη Μιχαήλ, και συμμαθητές μας και φίλους μας που σπουδάζαμε τότε μαζί στην Αθήνα.

Θα ήθελα, επιπρόσθετα, να αναφερθώ και στα σινεμά και τα κέντρα διασκέδασης που υπήρχαν στο Λευκόνοικο: το μεγαλόπρεπο θερινό κέντρο και σινεμά «Πανόραμα» του Παναγιώτη Χαραλάμπους, το παλιό σινεμά και κέντρο «Ακρόπολις» του Π. Πεταχτού, το θερινό σινεμά του Φυρίλλα, το χειμερινό σινεμά του Φυρίλλα και το «Αγροτόσπιτο» του Πανίκκου Χατζηκακού.

Επιπλέον, στο Λευκόνοικο υπήρχε νοσοκομείο, δικαστήριο, αποθήκες σιτηρών της ΣΠΕ Λευκονοίκου, Γεωργικό Τμήμα, Κτηνοτροφικός Σταθμός, Φαρμακεία, Τράπεζες, Αλευρόμυλοι, Φυτώριο, Γκαράζ Αυτοκινήτων, Ιδιωτικοί γιατροί, Σχολή Βυζαντινής Μουσικής, πολλά εμπορικά καταστήματα, βιβλιοπωλείο, πρατήρια βενζίνης, Σωματεία, γραφεία ταξί, εστιατόρια, ΠΕΚ, ΘΟΙ, Λαϊκές Οργανώσεις, Ζαχαροπλαστεία, κ.α., ενώ έξω από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ δέσποζε ο ανδριάντας του Βασίλη Μιχαηλίδη.

Φίλοι και φίλες,
αυτή την ιερή παρακαταθήκη που μας άφησαν οι πρόγονοί μας τη φυλάμε ως κόρη οφθαλμού, γιατί όραμά μας και στόχος μας είναι να αξιωθούμε το «νόστιμον ήμαρ»,τη γλυκιά μέρα της επιστροφής στη γη των προγόνων μας, στη γη του Λευκονοίκου μας, στη μάνα γη τροφό μας, που όπως πολύ εύστοχα με τη γραφίδα της επισημαίνει η κ. Κούλα Παρασκευά:

«Σε πήρε ο Τούρκος τζι αλυσώθης
μα γιω σε κουβαλώ μες την καρκιάν μου».

Εμείς οι πρόσφυγες πάντα θέλουμε να μιλούμε για τα μέρη που χάσαμε. Είναι μια εσώτερη ανάγκη της ψυχής. Για να μην ξεχαστεί, να μη γίνει άλλη μια χαμένη πατρίδα.

Γιατί θέλουμε να συνεχιστεί ο πολιτισμός του Λευκονοίκου. Όσα έφτιαχναν οι χρυσοχέρες νοικοκυρές του από τα λευκονοικιάτικα υφαντά μέχρι τα υπέροχα γλυκά τους,  όπως η τσιππόπιτά τους.

Ένας πολιτισμός με ποιότητα και με ανοικτούς ορίζοντες, αφού μόρφωνε τη γυναίκα και έτσι η Λευκονοικιάτισσα πέρα από πολύφερνη νύφη ήταν και δυναμική προσωπικότητα με πνευματική καλλιέργεια και αγωγή της ψυχής, που κατά τον Πλάτωνα είναι το «μέγιστον μάθημα».

Δήμος το Λευκόνοικο έγινε την 1η Απριλίου του 1939. Ολόγυρα από το Λευκόνοικο το μάτι αντίκριζε απέραντες εκτάσεις σπαρμένες με σιτάρι και κριθάρι, θαλερούς ελαιώνες και στα βόρεια περιβόλια με βερύκοκα, χρυσόμηλα και καϊσιά.

Οι δημότες του, άνθρωποι της γης και του ανοικτού κάμπου της Μεσαορίας, που έδεναν και τα ξωκκλήσια με άσπρο νήμα και δέονταν στον Ύψιστο να τους λυπηθεί τις κακές χρονιές  και να τους ρίξει τις ευεργετικές βροχές του για να καρπίσει ο κάμπος και να αναγεννηθεί η Μεσαορία.

Άνθρωποι του «μέτρου», με ήθος και αρχοντιά, με ανοικτή καρδιά, όπως ήταν και το σπίτι τους, φιλόξενοι και περήφανοι, όπως όλοι οι αφέντες της γης που είχαν πάνωθέ τους μόνο τον Θεό.

Μα και η κοινωνία του Λευκονοίκου  ήταν μια κοινωνία που ήξερε να τιμά τους ήρωές της και όσους την τιμούσαν, θυμίζοντας τη ρήση του Ολύμπιου Περικλή ότι στην περίπτωση ανθρώπων

«Έργω γενομένων αγαθών,
έργω και δηλούσθαι τας τιμάς».


Σήμερα που το Λευκόνοικο είναι για μας μια ανάμνηση και για τα παιδιά μας ένα ερειπωμένο χωριό, που η γη μας δεν μας ανήκει τυπικά, αλλά ψυχικά και ουσιαστικά είναι και θα είναι δική μας, μόνο τον πολιτισμό μας έχουμε και την παρακαταθήκη των προγόνων μας για να αντέξουμε στους καιρούς της θλίψης και της δοκιμασίας. Έχουμε το πνεύμα ενάντια στην ύλη, το μέτρο στην ύβρη, την ομορφιά στην ασκήμια.

Με τον πολιτισμό μας, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κώστας Γεωργοσόπουλος «θα πνίξουμε τα διεθνή κέντρα αποφάσεων που δεν ακούνε τον βραχνά μας». Ίσως τότε αντιληφθούν ότι αυτά τα χώματα κι αυτές οι πέτρες κουβαλούν τριών χιλιετηρίδων ελληνική ιστορία.


Σας ευχαριστώ πολύ.

 






Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Η θεία μου η Μαρή του Σωκράτη

Ο παππούς μου ο Πανάος, όπως μας έλεγε ο παπάς μου, διάλεξε για τον πρωτογιό του τον Σωκράτη ως σύζυγο την Μαρή, την κόρη του Σιαμπτάνη, του άρχοντα της Πηγής. Και τους έκτισε εκείνο το καλλιμάρμαρο όντως δίπατο σπίτι κοντά στον Σταυρό. Τότε μας φαινόταν παλάτι. Με το μπαλκόνι του, τη γυριστή σκάλα, τα μεγάλα δωμάτια. Τώρα που το έριξαν, γιατί τους ενοχλούσε στη γωνία, το οικόπεδο φαίνεται πολύ μικρό.

Μ’ έπιασε το παράπονο, όταν είδα το άδειο οικόπεδο. Οι χαλαστές του είναι ξένοι, δεν μπορούν ν’ ακούσουν το κλάμα του. Δεν μπορούν να καταλάβουν τη συναισθηματική αξία που έχει για τους οικείους του αυτό το σπίτι. Ούτε ασφαλώς κοπίασαν ούτε δούλεψαν ούτε ξόδεψαν τα λεφτά τους για να το κτίσουν, κι έτσι «χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ» το κατεδάφισαν...Ούτε καν την αξία του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν.

Θυμάμαι τη θεία τη Μαρή και τον θείο τον Σωκράτη να κάθονται έξω από το μαγαζί τους, το μικρό μπακάλικο που είχαν στην αριστερή γωνιά του σπιτιού τους. Γι’ αυτούς ο χρόνος κυλούσε αργά, πολύ αργά, νωχελικά. Τυπικό δείγμα ανατολίτη ο θείος μου ο Σωκράτης, με εγκαρτέρηση, στωικότητα, απόλυτη ηρεμία.Λες και δεν του καιγόταν καρφί για τίποτα. Ο κόσμος να χαλούσε, αυτός με το παντοτινό σφύριγμα στο στόμα, πάντα προσηνής, πράος και χαμογελαστός. Τα μάτια του, σαν χαμογελούσε, γλύκαιναν αφάνταστα και η μορφή του αποκτούσε μια ιλαρότητα.

Λες και είχε την αθωότητα μικρού παιδιού. Εξωτερικά, κατά που λένε, έμοιαζε του παππού μου του Πανάου, ψηλός, ευθυτενής, ευσταλής, μα δεν πήρε καθόλου από τον δυναμισμό εκείνου που είχε το μεγαλύτερο μπακάλικο της περιοχής, όπου έβρισκες τα πάντα… Η χαμηλών τόνων συμπεριφορά, η ψυχραιμία, η αταραξία, φαίνεται ότι κληρονομήθηκαν από τη μητέρα του, την Παναγιώτα του Τουμάτσια η οποία πέθανε πολύ νέα.

Μάλιστα, ο παππούς μου ο Πανάος το 1909 την πήρε με το καράβι και σε γιατρούς στην Αθήνα, αλλά το μοιραίο δεν αποφεύχθηκε για την πλουσιοκόρη του άρχοντα Τουμάτσια την οποία ο παππούς μου ο Πανάος προτίμησε σαν ήταν παλληκάρι να πάρει ως γυναίκα του, παρόλο που όταν μαθήτευε σε έναν έμπορο στη Λευκωσία, αυτός τον προόριζε για γαμπρό του…

Κι έτσι πέθανε νέα η Παναγιώτα κι άφησε πίσω τρία ορφανά: τον Σωκράτη, τη Μαρία και τον Κάκο. Φαίνεται ότι όταν έλειπε η μητέρα τους, τα τρία μωρά έπαιζαν με τη γειτόνισσά τους τη Ζήνα, μια νεαρή κοπέλα που τα πρόσεχε και τα αγαπούσε.

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα ο Πανάος να παντρευτεί για δεύτερη φορά για να στήσει ξανά το ρημαγμένο σπιτικό του, προτίμησε να πάρει τη Ζήνα που ήταν μεν μια φτωχή κοπέλα της γειτονιάς του, αλλά τη συνήθισαν και την αγαπούσαν τα παιδιά του. Βεβαίως, να μην ξεχνάμε ότι την πήρε και παιδούλα. Την περνούσε εικοσιδύο χρόνια. Άλλο που δεν ήθελε!

Η θεία μου η Λουλλού μου’ λεγε συχνά ότι ήταν τόσο αγαπημένοι, που πάντα ο παππούς ο Πανάος την είχε στην αγκαλιά του , όταν ξάπλωναν. Κι έκαναν μαζί άλλα έξι παιδιά: τον Αλεξαντρή(την αδυναμία της γιαγιάς, γιατί ήταν φιλάσθενος), τον Άντωνα (τον παπά μου), τον Ττόμα(που πέθανε στην εφηβεία), τον τατά μου τον Μιχαλάκη, τη θεία την Παναγιώτα και τελευταία τη θεία τη Λουλλού.

Κι έγινε το πλουσιόσπιτο του Πανάου η γη της Χαναάν για όλους τους συγγενείς της γιαγιάς της Ζήνας. Όλους τους ψυχοπόρευε. Εκείνο το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, που το’φτασα κι εγώ, τάισε κόσμο και ντουνιά, ορφανά ανίψια κι άλλους συγγενείς.

Έτσι, όταν μεγάλωσε ο θείος ο Σωκράτης, ο παππούς μου ο Πανάος, που του είχε αδυναμία, τον προίκισε πλουσιοπάροχα, κι ήλθε κυρά κι αρχόντισσα η θεία η Μαρή στο δίπατο το σπίτι. Ψηλη, ξερακιανή, μα με πολύ μεγάλη, έμφυτη καλοσύνη. Τουλάχιστον εμένα αυτή η εντύπωση μου έμεινε. Τη θυμάμαι, που όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο, της άρεσε να με ανεβάζει στον πάγκο του μαγαζιού τους για να τους απαγγέλλω ποιήματα ή τραγούδια που μου μάθαινε η Σταυρούλα του Σώτηρου. (Θυμάμαι ότι, όταν γύρισε από την Αθήνα η Σταυρούλα, εγώ τη ντρεπόμουν. Κι όταν με ρώτησε η μάμα μου γιατί δεν πάω πια στη Σταυρούλα, της απάντησα ότι τώρα μιλά ευγενικά και ντρέπομαι).

Κι ύστερα, σαν έμαθα να διαβάζω μ’ έβαζε πάλι στον πάγκο για να της διαβάζω εφημερίδα. Με καμάρωνε μα και μου τόνωνε πολύ την αυτοπεποίθηση. Έτσι, φαντάζομαι θα’ νιωθε κάθε παιδί που το θαυμάζουν για ένα χάρισμα που έχει. Μάλιστα, τόση ήταν η περηφάνια της, που καλούσε και τους περαστικούς να με ακούσουν, κι εγώ έδινα κανονική παράσταση. Άλλο που δεν ήθελα, «φιλοθεάμον κοινό». Από τότε μου’ μεινε το κουσούρι…Κι ο θείος μου ο Σωκράτης να χαίρεται σαν μικρό παιδί και να γελά άδολα…Γι’ αυτό τους αγαπούσα τόσο πολύ.

Δεν τους χάρισε ο Θεός παιδιά, μα οι δυο τους ήταν απόλυτα ταιριασμένοι. Γνήσιοι ανατολίτες, ποτέ δεν βιαζόντουσαν. Το μεσημέρι έκλειναν το μαγαζί τους, έτρωγαν κι ανέβαιναν τη μεγαλοπρεπή σκάλα για το ανώι τους που είχε τον κεντρικό ηλιακό με το μπαλκόνι του δρόμου και δύο δωμάτια δεξιά και αριστερά.

Η μεσημεριανή σιέστα απαραίτητη στη δροσιά του ανωγιού. Και το απόγευμα κάθονταν έξω στο πεζοδρόμιο… Ζωή ήσυχη, χαρισάμενη, χωρίς άγχος και σκοτούρες. Με μεγαθυμία και ιλαρότητα. Χωρίς περιττές ανάγκες. Ευφορία αυτάρκειας, όπως λέει και σ’ ένα εξαίσιο ποίημά της η κ. Παρασκευά. Και βέβαια «δόξα τω θεώ». Οι συγγενείς τους φρόντιζαν για τις ανάγκες τους.

Μου φαίνεται ότι αν δεν γινόταν η εισβολή, θα ζούσαν και οι δυο μέχρι τα βαθιά γεράματα μαζί ευτυχισμένοι. Σαν φύγαμε από το Λευκόνοικο, τους βρήκαμε στην Πηγή και τους παρακαλούσαμε να τους πάρουμε μαζί μας, όμως δεν θέλησαν να φύγουν. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε! Έμειναν εγκλωβισμένοι. Τους πήραν στη Γύψου και μετά στον Μαραθόβουνο…

Η θεία Μαρή δεν άντεξε την πείνα. Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα, την πρόδωσε. Σιχαινόταν να τρώει αυτά που τους έδιναν, κι έτσι πέθανε από ασιτία. Εξαντλήθηκε. Την έριξαν σ’ ένα χαντάκι, την ώρα που ψυχορραγούσε κι έφυγαν, μονολογούσε ο θείος ο Σωκράτης. Δεν ήξερε πού την πήγαν, πού την έθαψαν… Τραγικό το τέλος της, αλήθεια! Πόσο την πόνεσα τη θεία τη Μαρή για τούτη τη δραματική κατάληξη της ζωής της! Άλλη μια τραγωδία. Πέθανε μόνη κι αβοήθητη, σαν το σκυλί στον κάμπο. Χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Αυτό είναι το πρόσωπο της κυπριακής τραγωδίας.

Ο θείος ο Σωκράτης έζησε κι άλλα χρόνια από δω, μόνος του στο Πεντάκωμο, σ’ ένα σπίτι τούρκικο που σε τίποτα δεν θύμιζε το αρχοντικό του. Μέχρι το τέλος της ζωής του υμνούσε και δοξολογούσε τον Κύριο και λαχταρούσε το Λευκόνοικο. Πάντα «δόξα τω Θεώ». Όμως, του έλειπε η Μαρή του, ζούσε με τη θύμησή της στη μοναξιά του. Οι εφιάλτες θα τον στοίχειωναν τα βράδια. Οι τελευταίες εικόνες της…Όμως, ποτέ δεν βαρυγκόμησε, ποτέ δεν παραπονέθηκε για τις συνθήκες της ζωής του, για την περιπέτειά του, για «την τροπή των πραγμάτων στο αντίθετο».

Η χαρά του ήταν απερίγραπτη σαν μας έβλεπε. Χαιρόταν σαν μικρό παιδί κι έτρεχε να μας περιποιηθεί. Με στωικότητα και γλυκύτητα στο πρόσωπο. Μα σαν μιλούσε για τη θεία τη Μαρή
πικραινόταν. Στο πρόσωπό του διαγραφόταν η οδύνη… Μ’ αυτόν τον καημό κίνησε να τη βρει…

Αυτή είναι η ιστορία της θείας μου της Μαρής και του θείου μου του Σωκράτη. Ο Θεός ας αναπαύσει τις ψυχές τους! Εμείς, όσο ζούμε, θα τους θυμόμαστε και θα τους μακαρίζουμε.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

ΣΠΕ Λευκονοίκου: Η Πρώτη Συνεργατική της Κύπρου, το 1909.

Το Συνεργατικό Κίνημα στην Κύπρο γεννήθηκε στο Λευκόνοικο. Το Λευκόνοικο είναι συνυφασμένο με την αρχοντιά, το ήθος και την ποιότητα των ανθρώπων του, μα κυρίως είναι γνωστό για την πολιτιστική του στάθμη και τη συμβολή του στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική πρόοδο του νησιού μας.

Οι κάτοικοι του Λευκονοίκου είμαστε πολύ περήφανοι, γιατί φωτισμένοι και προοδευτικοί άνθρωποι της κωμόπολής μας, ο δάσκαλος Μάρκος Χαραλάμπους και ο τραπεζίτης Ιωάννης Οικονομίδης συνέλαβαν και υλοποίησαν πρώτοι στη γενέτειρά μας την ιδέα του Συνεργατισμού.

Αυτούς τους πρωτεργάτες του Συνεργατισμού έχουμε ιερό χρέος να τους τιμούμε οι απόγονοι, γιατί σε μια εποχή μιζέριας, εκμετάλλευσης και έσχατης εξαθλίωσης των γεωργών, ύψωσαν το ανάστημά τους και έσωσαν τον αγροτικό κόσμο από τη γάγγραινα της τοκογλυφίας. Ανακούφισαν χιλιάδες οικογένειες από τον βραχνά του ξεκληρίσματος των περιουσιών τους για τον άρτο τον επιούσιο.

Το 1911 ήλθε στο Λευκόνοικο ο δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης, της Ακρόπολης Αθηνών. Είναι πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει:"Προχτές μετέβην επί τούτω στο Λευκόνοικον δια να μελετήσω εκ του πλησίον μίαν χωρικήν σας Τράπεζαν. Διευθυντής αυτής είναι ο δημοδιδάσκαλος του χωρίου. Ένας δυνατός, ογκολιθικός, χονδρός με την υπέροχην κυπριακήν διανοητικότητα ζωγραφισμένην εις το πρόσωπόν του και την κυπριακή φωτιά σπινθηροβολούσαν μέσα από τα μάτια του. Ενόμιζα πως εσυμβόλιζε τον Ηρακλή και ότι είχε σκοτωμένον τον λέοντα της Νεμέας του χωριού του, τον τοκογλύφο. Όταν με οδήγησε εις το Αναγνωστήριον του χωριού του εις μίαν γωνίαν του οποίου-έτσι κι ο Χριστός γεννήθηκε σ' ένα σταύλο-ήτο εγκαθιδρυμένη η πρώτη Χωρική Τράπεζα της Κύπρου".

Όλοι οι Λευκονοικιάτες και οι Λευκονοικιάτισσες μεγαλώσαμε ακούοντας για τον δάσκαλο τον Μάρκο, τον εμπνευσμένο εκπαιδευτικό που άνοιξε νέους ορίζοντες στην πνευματική ζωή της κοινότητάς μας.Ο άλλος μεγάλος άνδρας του Λευκονοίκου, ο Ιωάννης Οικονομίδης, δικηγόρος, βουλευτής που ίδρυσε την Τράπεζα Κύπρου, από τα ταξίδια του στην Ευρώπη γνώρισε τον Συνεργατισμό, ενώ ο δάσκαλος Μάρκος Χαραλάμπους σίγουρα είχε ενημερωθεί για το ζήτημα αυτό από τα φυλλάδια που κυκλοφορούσε ο Άγγλος Διευθυντής του Γραφείου Γεωργίας και διαφήμιζε το μεγάλο θαύμα του Συνεργατισμού.

Έτσι, οι δυο άνδρες του Λευκονοίκου συνεργάζονται για να πετύχουν τον μεγάλο σκοπό, να συμβάλουν στην κοινωνική αναμόρφωση όλου του νησιού μας. Σε γενική συνέλευση στο Λευκόνοικο, στις 21 Νοεμβρίου 1909,τα πρώτα 23 μέλη υπογράφουν το καταστατικό που ετοίμασε ο Ιωάννης Οικονομίδης, με βάση το γερμανικό σύστημα"Raiffeisen", που εδραζόταν πάνω στη συνεργασία, την αλληλεγγύη, τη φιλαλληλία και την απεριόριστη ευθύνη των μελών. Μέχρι να στεριώσει ο θεσμός όλοι δούλευαν αμισθί.

Η επίσημη εγγραφή της "Χωρικής Τραπέζης Λευκονοίκου" γίνεται στις 11 Ιανουαρίου
1917, οπότε και μετονομάζεται σε "Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκονοίκου". Η φήμη της Συνεργατικής του Λευκονοίκου απλώθηκε σε όλη την Κύπρο, γι' αυτό η κυβέρνηση επέλεξε τον Μάρκο Χαραλάμπους για να προετοιμάσει κατάλληλα υποψηφίους γραμματείς απ' όλη την Κύπρο. Η Τράπεζα του Λευκονοίκου έγινε φυτώριο Συνεργατιστών που διακρίθηκαν αργότερα σε ανώτερες θέσεις, όπως ο Σάββας Ιωαννίδης, ο Χριστοφής Οικονομίδης κ.α.

Τη μεγαλύτερη τιμή, όμως, γνώρισε το Λευκόνοικο και η Τράπεζά μας στις 11 Ιουνίου του 1931, όταν σε μια συγκινητική τελετή ο Μάρκος Χαραλάμπους παραλαμβάνει από τον Άγγλο Κυβερνήτη το Κύπελλο για την καλύτερη Συνεργατική Τράπεζα της Κύπρου.