Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα προβληματισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα προβληματισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Το στέγνωμα της Αγάπης


Ο άνθρωπος από καταβολής κόσμου ένιωσε την ανάγκη να συμπήξει κοινωνίες, να ζήσει μαζί με τους άλλους, αφού είναι κοινωνικό ον, ενώ, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη «όποιος ζει μόνος του είναι ή θεός ή θηρίο».

Ζώντας, λοιπόν, μαζί με τους άλλους αναπτύσσει διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, σχέσεις ερωτικές και φιλικές, σχέσεις μακροχρόνιες ή βραχύχρονες, σχέσεις επαγγελματικές, εν πάση περιπτώσει επικοινωνεί με τους γύρω του ποικιλοτρόπως.

Η επικοινωνία, βέβαια, αυτή δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε ανώδυνη. Περνά κάποτε από συμπληγάδες. Προξενεί τραυματικές εμπειρίες. Αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη της στην ψυχή του ανθρώπου. Τον γεμίζει με κενό και απαισιοδοξία, τη στιγμή που θα έπρεπε να είναι πλήρης από την παρουσία τόσων ανθρώπων γύρω του. Εξάλλου, πολύ σοφά το έθεσε ο Αντώνης Σαμαράκης: «Ποτέ οι στέγες των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά και οι ψυχές τους τόσο μακριά».

Γιατί άραγε ο σημερινός άνθρωπος των μεγαλουπόλεων βιώνει την απομόνωση, την περιθωριοποίηση, τη μοναξιά, την αποξένωση;
Γιατί δεν μπορεί να επικοινωνήσει, γιατί νιώθει κυνηγημένος, ανέστιος και πλάνης; Γιατί είναι σαν τον Κάσπαρ Χάουζερ από την Έρημη Χώρα του Έλιοτ; Γιατί ο Κώστας, ο κεντρικός ήρωας και συνάμα αφηγητής στο «Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή διατείνεται ότι είναι «ο ξενότερος απ’ όλους τους ξένους της πολιτείας των ξένων;».

Γιατί, επίσης, νιώθει ανασφαλής και δεν εμπιστεύεται τους γύρω του;  Πολύ εύστοχα μας το θέτει ο Μανόλης Αναγνωστάκης «τώρα πια δε μιλούν, δε γελούν,   δεν εμπιστεύονται»

Πέρα από τις φοβίες, τις ξενοφοβικές τάσεις, τον ρατσισμό, την ιδιοτέλεια, τη σύγκρουση συμφερόντων, τη ζήλεια, τα συμπλέγματα κατωτερότητας, την κακία, και χιλιάδες άλλες αιτίες που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν, γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός μας, πιστεύω ότι αυτό που πρωτίστως φταίει γι’ αυτή την κατάσταση είναι ότι οι άνθρωποι ξέχασαν να αγαπούν. Φταίει η έλλειψη της αγάπης, το «στέγνωμα της αγάπης» κατά τον Σεφέρη.

Η ΑΓΑΠΗ, κατά τον Απόστολο Παύλο, στον Ύμνο της Αγάπης στην Α΄ Προς Κορινθίους επιστολή του
 «μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται,
ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται κακόν,
ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία
πάντα στέργει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.
Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει».

Αναμφισβήτητα, η πραγματική αγάπη είναι ταυτόσημη με την πλατιά καρδιά, τη μεγαλοψυχία, την ευγένεια και την αρχοντιά της ψυχής, με τον ετεροκεντρισμό. Συνάμα, έχει παιδιά της την υπομονή, την ανεκτικότητα, την κατανόηση, την ταπεινοφροσύνη, την ανυστεροβουλία, τη σεμνότητα, το μέτρο, την ηρεμία, την ελπίδα για το καλό, τη χαρά για την αλήθεια.

Αυτός που έχει αγάπη για τους ανθρώπους λυπάται για την αδικία που υφίστανται, δεν επιχαίρει, δεν φθονεί …Σκεπάζει τις ελλείψεις τους και δεν τους διαπομπεύει. Ξέρει να συγχωρεί, αλλά και να ζητά συγγνώμη, αν ως άνθρωπος αδύναμος έσφαλε…

Αυτός που έχει αγάπη για τους ανθρώπους δεν μεγαλαυχεί και δεν υπεραίρεται, δεν είναι οιηματίας και επηρμένος…δεν τους οικτίρει ούτε τους χλευάζει, δεν τους προπηλακίζει ούτε τους διασύρει… 

Αυτός που έχει αγάπη για τους ανθρώπους τους συμπονεί, τους συντρέχει, βάζει τον εαυτό του στη θέση τους, χαρακτηρίζεται από συναισθηματική νοημοσύνη.

Ταυτόχρονα, αυτός που έχει αγάπη για τους ανθρώπους είναι αλτρουιστής, θυσιάζεται για τους άλλους, προσφέρει απλόχερα ό, τι έχει για να τους ανακουφίσει υλικά και ψυχικά.

Αξίζει, πιστεύω, να τονίσω ότι αυτός που έχει αγάπη για τους ανθρώπους πάντα έχει έναν καλό λόγο για όλους. Πάντα εμψυχώνει, χαίρεται με τις επιτυχίες και τις καλές στιγμές των άλλων. Δεν φείδεται επαίνων, όχι ψεύτικων και υποκριτικών, αλλά αληθινών που βγαίνουν μέσα από την ψυχή.

Για να μπορεί, όμως, να χαίρεται πραγματικά και ειλικρινά με τις επιτυχίες ή τα χαρίσματα του άλλου θα πρέπει ο άνθρωπος πέρα από την ανιδιοτελή αγάπη, να χαρακτηρίζεται από αυτοπεποίθηση μεγάλη. Πρέπει να νιώθει τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, που να μη φοβάται να επαινέσει τον άλλο, να προβάλει τον άλλο ή να τον προωθήσει, όχι ασφαλώς με νεποτισμό και ημετεροκρατία.

Επιλογικά, θα ήθελα να αναφέρω ότι για όσους ανθρώπους δεν βρίσκουν έναν καλό λόγο για τους γύρω τους, μου έρχεται στο νου η φράση: «εζυγίσθησαν, εμετρήθησαν και ευρέθησαν ελλιπείς». Θέλει πληθωρικότητα, αρχοντιά και αυθυπέρβαση  η ψυχή για να δείχνει έμπρακτα την αγάπη, όχι  εγωπάθειες, ζηλόφθονα αισθήματα, τσιγκουνιές και άθλιους υπολογισμούς. Ειδαλλιώς, θα συνεχίσουμε το ταξίδι της ζωής με την ψυχή μας στεγνή από αγάπη.

Ζήνα Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλόλογος

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Περί μαθημάτων ο λόγος

Βρισκόμαστε στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Μια γενιά μαθητών ανοίγουν τα φτερά τους για να κατακτήσουν τον κόσμο. Να γίνουν, όπως χαρακτηριστικά μας έλεγε η αγαπημένη μας φιλόλογος «ελεύθεροι ακαδημαϊκοί πολίτες».

Ένα θέμα που το βιώνουμε πολύ έντονα αυτή κυρίως την εποχή μα και όλο τον χρόνο είναι το θέμα των μαθημάτων που επιλέγουν οι μαθητές.

Υπάρχουν διάφορες σχολές σκέψης. Μια σχολή σκέψης είναι αυτή που ακολουθούν τα περισσότερα παιδιά: επιλέγουν μαθήματα της αρεσκείας τους, των δυνατοτήτων τους, μαθήματα απαραίτητα για πρόσβαση σε σχολές που επιθυμούν να εισαχθούν. Και, βεβαίως, για απαιτητικές και δύσκολες σχολές, όπου υπάρχει μεγαλύτερος συναγωνισμός, τα μαθήματα είναι πιο δύσκολα. Και όλοι γνωρίζουμε τον τιτάνιο αγώνα αυτών των παιδιών να εξασφαλίσουν τη θέση που ονειρεύονται.

Μια άλλη σχολή σκέψης είναι αυτή που υπαγορεύεται από τη νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας. Το σκεπτικό είναι γιατί να κουραζόμαστε, αφού δεν ενδιαφερόμαστε για πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο; Έτσι, θα πάρουμε μαθήματα εύκολα για να περάσουμε.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στην τρίτη σχολή σκέψης. Αυτή είναι η σχολή της υστεροβουλίας. Κάποια παιδιά, μη έχοντας τις δυνάμεις να αναμετρηθούν με καλύτερούς τους μαθητές και να αντέξουν τον συναγωνισμό, αλλά έχοντας και υπερβολικές φιλοδοξίες, καταλήγουν να επιλέγουν όσα μαθήματα θεωρούν εύκολα ή οι καθηγητές βάζουν εύκολα τα εικοσάρια.  Μάλιστα, κομπάζουν για την εξυπνάδα τους και τη διαλαλούν. Γι’ αυτό και καταλήγουμε σε τραγελαφικές καταστάσεις.

Αρχικά, το θέμα ξεκινά στο τέλος της Α΄ Λυκείου. Οι μαθητές που σκέφτονται πονηρά, έχοντας επίγνωση της αδυναμίας τους, αλλά ξέροντας πολύ καλά τους κανόνες του παιχνιδιού, επιλέγουν τα εύκολα μαθήματα, άρα μπαίνουν και σε τμήμα με πολύ αδύνατους μαθητές. Ξεχωρίζουν κι έτσι έχουν τις ψηλότερες βαθμολογίες, ενώ αν βρίσκονταν σε τμήμα με δυνατούς μαθητές θα ήταν από τους τελευταίους.

Αναμφίβολα, ο στόχος είναι να διακριθούν, από την πλάγια πόρτα. Ύπουλα και αριβιστικά. Αρκετές φορές το πετυχαίνουν, γι’ αυτό παρατηρούμε συχνά το φαινόμενο να αριστεύουν και να μπαίνουν και να φιγουράρουν στο άγημα του σχολείου, παιδιά που συγκριτικά με τα άλλα είναι κατά παρασάγκας κατώτερα. Μάλιστα, υπάρχει και ένα παραθυράκι, γιατί όσοι παίρνουν τα δύσκολα μαθήματα έχουν έντεκα μαθήματα, ενώ οι άλλοι έχουν δώδεκα, οπότε εκεί κερδίζουν στο τέλος λόγω κάποιου δωδέκατου.

Το φαινόμενο συνεχίζεται και στην τρίτη Λυκείου. Είναι παιδιά που θα σπουδάσουν στην Αγγλία ή θα δώσουν εξετάσεις στην Ελλάδα με τους ομογενείς(που παρακάθηνται εξετάσεις μόνο στα Νέα Ελληνικά, ενώ λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψιν το απολυτήριο). Οπότε για να έχουν το επιθυμητό απολυτήριο παίρνουν τα πιο εύκολα μαθήματα.

Μόνο από το μάθημα των Νέων Ελληνικών δεν μπορούν να ξεφύγουν. Κι εδώ, όμως, δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσουν στο τμήμα με τους αδύνατους μαθητές που βρίσκονται λόγω της επιλογής των μαθημάτων τους. Εξάλλου, στην ουσία έχουν ένα μόνο μάθημα που τους δυσκολεύει. Άρα, έχουν τον χρόνο να ασχοληθούν μόνο με αυτό, ενώ οι άριστοι μαθητές παλεύουν με τέσσερα δύσκολα μαθήματα.

Αξίζει να τονιστεί ότι αυτό το φαινόμενο έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, κι έτσι έχουμε μαθητές που σαρώνουν τα βραβεία στο τέλος του χρόνου, χωρίς να είναι πραγματικά οι πρώτοι των πρώτων, όπως βαυκαλίζονται να πιστεύουν. Αυτό φαίνεται περίτρανα στις Παγκύπριες εξετάσεις…

Τι πρέπει να γίνει; Μήπως πρέπει το Υπουργείο Παιδείας να επιληφθεί του θέματος;  Δεν υποτιμούμε προς Θεού κανένα μάθημα και κανέναν κλάδο.  Όλα τα μαθήματα είναι ίσα, αλλά δεν έχουν όλα τον ίδιο βαθμό δυσκολίας. Αυτός ο βαθμός δυσκολίας πρέπει να υπάρχει τρόπος να λαμβάνεται υπόψιν. Δεν μπορεί ένα παιδί να παλεύει με Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά, Βιολογία ή Λογιστική και Πολιτική Οικονομία ή Αρχαία Ελληνικά και Ιστορία-για να πάρουμε τα μαθήματα Κατεύθυνσης- και ένα άλλο να έχει όλα τα κοινού κορμού ή να επιλέγει εύκολα ομολογουμένως μαθήματα, ή που δεν έχουν πολλές απαιτήσεις.

Και ας μην στρουθοκαμηλίζουμε…και να μην αυτοεμπαιζόμαστε ότι όλα τα μαθήματα έχουν τον ίδιο βαθμό δυσκολίας…

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚ ΜΗΤΡΟΓΟΝΙΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Από καιρό ήθελα να ξαναγράψω για το θέμα της Μητρογονίας, όχι μόνο γιατί με αφορά άμεσα, μια που κατάγομαι από το Λευκόνοικο, αλλά γιατί νιώθω ότι θέλω να πω ξεκάθαρα κάποιες σκέψεις, «χωρίς φόβο και πάθος», δηλώνοντας a priori ότι δεν είμαι υπέρ του δίκαιου αυτού αιτήματος των μητέρων για ιδιοτελείς σκοπούς, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στη συνέχεια.
Αφορμή για τη σημερινή μου δημοσίευση στάθηκε η ανάρτηση ενός σχολίου στην ιστοσελίδα του φίλου Στροβολιώτη. Ασφαλώς, μέσα στα πλαίσια του πλουραλισμού των απόψεων και του δικαιώματος του καθενός να εκφράζει τις απόψεις του και να διαφωνεί, η κάθε άποψη πρέπει να είναι σεβαστή. Έγραψα στην ιστοσελίδα του το ακόλουθο σχόλιο:
«Αγαπητέ Στροβολιώτη,
επειδή δεν έχω χρόνο να διαβάσω όλα τα σχόλια και τις δικές σου απαντήσεις, γιατί έχω πάρα πολλή δουλειά, θα ήθελα να σου πω ότι όσο το πρόβλημα δεν λύνεται και οι μη πρόσφυγες πουλούν τις “καφκάλλες τους”, σύμφωνα με την εύστοχη ρήση της κ.Λούλλας Ιωνίδου από το Βαρώσι, σε ποσά αστρονομικά, ναι, είμαστε πρόσφυγες.
Μένω στα Λατσιά. Προχθές πουλήθηκε μια τέτοια “καφκάλλα” κάτω από το σπίτι μου 250,οοο ευρώ. Πού να τα βρει ο πρόσφυγας που έχει δυο και τρία παιδιά ή ο οποιοσδήποτε φτωχός τόσα λεφτά; Πόσα χρόνια πρέπει να δουλεύουμε για να ξεχρεώσουμε τους “τυχερούς” που λόγω της δικής μας προσφυγιάς τρώνε άκοπα λεφτά, ενώ όταν υπήρχε το Βαρώσι, η Μεσαορία, η Μόρφου, η Κερύνεια, δεν είχαν υπόθεση;
Θα γράψω περισσότερα για τη Μητρογονία στη δική μου ιστοσελίδα».

Επιπλέον, χθες ήταν στο γραφείο μου ο καλός μου φίλος και εκλεκτός συνάδελφος, ο κ. Δημήτρης Ταλιαδώρος, ιστορικός-συγγραφέας, με τον οποίο συζητήσαμε διεξοδικά το θέμα. Ο Δημήτρης μου είπε ότι η παράνοια του όλου ζητήματος φαίνεται από το ότι η αδελφή του η οποία έζησε πολύ περισσότερα χρόνια στον Τράχωνα στο πατρικό τους σπίτι, η οποία είναι πραγματικά πρόσφυγας, γέννησε παιδιά τα οποία δεν θεωρούνται πρόσφυγες, ενώ τα δικά του, επειδή είναι άνδρας, θεωρούνται.

Θα αναφέρω ακόμη μια περίπτωση από τις χιλιάδες που υπάρχουν σε όλη την Κύπρο. Φίλη από την Αμμόχωστο, η οποία παντρεύτηκε στο Παραλίμνι, πολλές φορές αγανακτισμένη μου μίλησε για την αδικία που νιώθει, επειδή τα παιδιά της δεν θεωρούνται πρόσφυγες, ενώ τα παιδιά των γυναικών από το Παραλίμνι, που είδαν τις περιουσίες τους να εκτοξεύονται στα ύψη, θεωρούνται πρόσφυγες, επειδή αρκετοί πρόσφυγες άνδρες, κυρίως τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς μας, ξέρουμε ότι παντρεύτηκαν μη πρόσφυγες για να βρουν ένα σπίτι και περιουσία.

Επίσης, είτε μας αρέσει είτε όχι, οι γυναίκες αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Έτσι, έχουμε το τραγελαφικό φαινόμενο να θεωρούνται πρόσφυγες παιδιά που ίσως να μην ξέρουν τίποτα για τον τόπο καταγωγής του πατέρα τους, ενώ τα παιδιά που δεν θεωρούνται, λόγω αυτής της εξωφρενικής αδικίας, να γνωρίζουν τα πάντα για την κατεχόμενη γη μας, γιατί η γιαγιά, ο παππούς και η μητέρα τους, τους μεγαλώνουν με τις ιστορίες, τα παραμύθια, τα φαγητά, τα γλυκά, τις αναμνήσεις από την ευλογημένη γη μας.

Προσωπικά, νιώθω ότι το παιδί μου, μπορεί να μεγαλώνει στα Λατσιά, αλλά οι συνήθειες μέσα στο σπίτι, οι μυρωδιές, τα ήθη και τα έθιμά μας, οι κουβέντες μας, όλος ο τρόπος της ζωής μας, το modus viventi μας, αποπνέει Λευκόνοικο! Γιατί αυτό ακριβώς κουβαλήσαμε μαζί μας φεύγοντας. Αφήσαμε τα σπίτια και τα χωράφια μας, «τον μέγα κάμπο της Μεσαορίας», κατά τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, αλλά φέραμε μαζί μας την ψυχή του Λευκονοίκου.

Φέραμε τον πολιτισμό μας, την αρχοντιά και το μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπου του χορτάτου, που έμαθε να δίνει απλόχερα στους άλλους, που η καρδιά του είναι πλατιά και χωράει όλο τον κόσμο, όπως την απλοχωριά του κάμπου. Πολύ ωραία το λέει η αγαπημένη μου φιλόλογος, η ποιήτρια κ. Κούλα Παρασκευά:

«Κάθε σπίτι και «ευφορία» αγαθών.
Και «ευφορία» χαράς και πραότητας και ιλαρότητας.
Και προ παντός «ευφορία» αυτάρκειας.
Όλα τα είχαν. Παράπονο κανένα.
Και «δόξα τω Θεώ».
Κιτρινόχρωμες αχτίδες να θερμαίνουν τη γη
και τους ανθρώπους».

Ταυτόχρονα, θα ήθελα να τονίσω ότι οι μη πρόσφυγες άνδρες, που νυμφεύτηκαν κοπέλες οι οποίες τα πρώτα χρόνια κυρίως της προσφυγιάς δεν είχαν τίποτα, αξίζουν συγχαρητηρίων, γιατί δεν σκέφτηκαν υστερόβουλα, αλλά ακολούθησαν την καρδιά τους. Αντί, λοιπόν, να έλθουμε να τους επαινέσουμε για την αφιλοκέρδειά τους και την ανιδιοτέλειά τους, τους καταδικάζουμε να είναι πάντα πρόσφυγες στους συνοικισμούς, χωρίς καμιά βοήθεια για τα παιδιά τους, ενώ άλλοι που θεωρούνται πρόσφυγες, έχουν παιδιά τα οποία, λόγω της περιουσίας της μητέρας τους, δεν έχουν καμιά ανάγκη.

Κι έρχεται το κράτος με τον παράλογο χωρισμό των προσφύγων, να τους βοηθά κι από πάνω, ενώ όσοι έχουν πραγματική ανάγκη μένουν στο έλεος του θεού. Άρα, η πρώτη κατηγορία παιδιών είναι σε αρκετές περιπτώσεις διπλά ευνοημένη: έχουν και περιουσία από τη μητέρα μη πρόσφυγα και επίδομα του κράτους από τον πατέρα πρόσφυγα. Βεβαίως, θα αντείπει κάποιος δεν υπάρχουν και γυναίκες που παντρεύτηκαν μη πρόσφυγες για να τακτοποιηθούν οικονομικά; Ασφαλώς, και υπάρχουν, αλλά συνήθως, όπως ξέρουμε, στην Κύπρο «παλαιόθεν και ως τώρα» την προίκα τη δίνει η γυναίκα. Έτσι, πολλοί άνδρες μη πρόσφυγες, μπορεί και να μην έχουν καθόλου περιουσία.

Ανακεφαλαιώνοντας, η εισήγησή μου είναι: επίδομα από το κράτος να παίρνουν όσα παιδιά έχουν πραγματική ανάγκη, με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια, είτε είναι πρόσφυγες εκ μητρογονίας είτε εκ πατρογονίας. Το δικό μου παιδί γιατί να πάρει βοήθεια από το κράτος, αν δεν έχει ανάγκη; Επιπρόσθετα, αν θέλουμε να έχουμε κράτος προνοίας, το κράτος πρέπει να έρχεται αρωγός και σε όσους από τους μη πρόσφυγες έχουν ανάγκη.

Πέρασαν οι εποχές όπου οι άνθρωποι είχαν μάθει να τα περιμένουν όλα από το κράτος. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν πιστεύει στην παθητικότητα, τη νωθρότητα, την έλλειψη πρωτοβουλίας, την ισοπέδωση. Και κάτι τελευταίο: η έγνοια πολλών για το πού θα ψηφίζουν όλοι αυτοί οι πρόσφυγες, επειδή με την αναγνώριση της Μητρογονίας η πλειονότητα των κατοίκων της Κύπρου θα θεωρούνται πρόσφυγες, μπορεί να ρυθμιστεί με διάλογο και συναίνεση. Κάποια χρυσή τομή θα βρεθεί, ώστε να μην ανατραπούν οι ισορροπίες μεταξύ των επαρχιών.

Όμως, όλα αυτά τα προβλήματα που ανεφύησαν λόγω της προσφυγοποίησής μας θα λυθούν μόνο, αν με τη βοήθεια του Θεού βρεθεί κάποια λύση. Διαφορετικά, οι «τυχεροί» σ’ αυτόν τον τόπο θα εξακολουθούν να ζουν και να βασιλεύουν παρασιτικά πάνω στη ράχη των υπολοίπων, είτε είναι πρόσφυγες είτε όχι. Έχει τα κότσια το κράτος να περιορίσει την ασυδοσία ορισμένων, να φορολογήσει την κερδοσκοπεία και τον αχαλίνωτο πλουτισμό; Έχει τα κότσια να αποκαταστήσει την αδικία που έγινε με τον ξεριζωμό μας; Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Το ρήγμα

Το ρήγμα
25 Φεβρουαρίου, 2010 — vatopaidifriend1


Πώς στέκεται ο σημερινός άνθρωπος μπροστά σ’ αυτό πού λέμε «Παράδοση», δηλαδή, στην πείρα και την αστάθμητη δύναμη που αναβρύζει αδιάκοπα από τα σπλάγχνα της ιστορίας για να διαμορφώνει, ως ήθος και ως έθος, την ατομική και κοινωνική ζωή σε κάθε εποχή; Αυτό είναι το πρόβλημα που μας απασχολεί σήμερα.

Παλιότερα, η ζωή του κάθε ανθρώπου που ζούσε συνειδητά, άγρυπνα, ήταν ένας συνεχής διάλογος με την παράδοση, μια επίμονη αναμέτρηση μαζί της και μια νόμιμη λεηλασία της απ’ όλα τα στοιχεία εκείνα που φαίνονταν ζωντανά, πολύτιμα και απαραίτητα για να θεμελιωθεί πάνω τους η καινούρια μορφή της ζωής. Ο άνθρωπος εκείνος δεν αρνιόταν την παράδοση. Την εξέταζε, τη μελετούσε και ερμήνευε το αιώνιο πνεύμα της με μια σύνθεση ζωής που έδινε μορφή σε όλα τα νέα προσωπικά ή κοινωνικά στοιχεία της εποχής. Η παράδοση ήταν το θεμέλιο, το προζύμι που η κάθε γενιά χρησιμοποιούσε για να μορφοποιήσει, για να τοποθετήσει και δικαιώσει ιστορικά και ηθικά τη ζωή της.

Σήμερα, αυτός ο διάλογος του ανθρώπου με την παράδοση έχει – για τους περισσότερους τουλάχιστον – διακοπεί. Η παράδοση δεν λέγει τίποτε στον νέο άνθρωπο ή η γλώσσα της του είναι ακατανόητη. Άλλοτε το πνεύμα της εποχής επιδίωκε και πετύχαινε να την ερμηνεύσει, να την πρακτικοποιήσει και να διακηρύξει έτσι τη συνέχεια της ζωής που γέμιζε γαλήνη και σιγουριά την ψυχή του ανθρώπου.

Τώρα, και η γαλήνη και η σιγουριά έχουν εξαφανιστεί. Η αβεβαιότητα έγινε το χαρακτηριστικό βίωμα του αιώνα μας. Το πνεύμα της εποχής, ένα πνεύμα ατίθασο, ανισόρροπο και βλάσφημο, αρνείται την παράδοση, αποκρούει τη συνεργασία μαζί της και επιδιώκει να δημιουργήσει μια ζωή εκ θεμελίων νέα. Ζωή άμορφη, με μοναδικό μέχρι στιγμής χαρακτηριστικό την ψυχόρμητη ασυδοσία του ζώου.

Το σημαντικότατο αυτό γεγονός δεν παρουσιάστηκε ξαφνικά, αναιτιολόγητα. Εκδηλώθηκε, βέβαια, και κορυφώθηκε στα τελευταία μεταπολεμικά χρόνια, όταν η αβεβαιότητα της ειρήνης, η πικρία και η απογοήτευση δημιούργησαν αυτό το ζοφερό κλίμα στο οποίο ζούμε μέχρι σήμερα και που δηλητηριάζει βαθμιαία τον καθένα μας. Ξεκινά όμως από πολύ μακριά. Από τότε που μέσα στα πυροτεχνήματα της Αναγέννησης, οι πνευματικοί αρχηγοί του ανθρώπινου γένους άρχισαν να ξηλώνουν τον κόσμο, από τα ουράνια ως τα καταχθόνια. Δεν άφησαν τίποτε που να μη γίνει αντικείμενο της εγωιστικής διαλεκτικής τους. Μέσα στο ταραγμένο ορθολογιστικό πνεύμα δεν υπήρχε καμία διάθεση οικοδομής. Τους δυνάστευε ένα πάθος ελευθερίας, πλατιάς αναπνοής· πάθος που έφτασε σε ακρότητες, έχασε την ισορροπία του και έγινε στείρα άρνηση. Φανερό πια, πως η ορθολογιστική υπερβολή εκείνων είχε μέσα της – με την απόρριψη ενός μεγάλου μέρους των αξιών που η παράδοση διαφύλαγε- τα σπέρματα του παραλογισμού που βασανίζει σήμερα και εξουθενώνει την Τέχνη, την Επιστήμη, τη ζωή μας ολόκληρη.

Έτσι, ανάμεσα στον άνθρωπο και στην παράδοση παρουσιάζεται σήμερα ένα ρήγμα· ρήγμα τέτοιο που μας κάνει αβέβαιους για το μέλλον.

Η περιπέτεια της σημερινής νεότητας είναι ακόμη πιο σοβαρή. Όταν ζήτησε από τους μεγάλους μια ζωή καλύτερη, δεν εννοούσε τίποτε άλλο στην ουσία παρά μια ζωή θερμή, γεμάτη από το νόημα και το πνεύμα της παράδοσης. Γιατί μια μορφή ζωής ολότελα καινούρια δεν σημαίνει πως είναι καλύτερη από την παλιά. Την Παράδοση τη δημιουργεί ο άνθρωπος. Η άρνησή της κινδυνεύει να μας ρίξει μέσα σε νέα αλλά απάνθρωπη ζωή.

Οι περασμένες όμως γενιές την παράδοση αυτή την είχαν αρνηθεί, την είχαν εξορίσει από τη ζωή τους, χωρίς να υποπτεύονται πως έτσι εξορίζουν την αλήθεια, την ειλικρίνεια και τη δικαιοσύνη. Έτσι, ο παραδομένος τρόπος ζωής, το έθος και το ήθος που κληροδοτούσε η παράδοση, παρουσιάστηκαν μπρος στους νέους χωρίς αίμα, χωρίς πειθώ, ένα φρούριο από χαρτόνι, ικανό να ξεγελάσει μονάχα τους απλοϊκούς.

Για πρώτη φορά οι νέοι με τη δαιμονική – όπως λένε οι μεγάλοι -ευφυΐα, για πρώτη φορά αισθάνονται μια βαθιά, ανομολόγητη πλήξη. Πλήξη για τις αρχές, τη μεταφυσική πίστη που πρέπει να γίνει βίωμα, τον τρόπο ζωής, για όλα. Πλήξη και κούραση. Προσπαθούν να απλοποιήσουν τη ζωή, να αφήσουν ελεύθερο το έδαφος για τις ευκαιρίες εκείνες που ωριμάζουν γρήγορα. Και αυτή η απλοποίηση επιχειρείται χωρίς προζύμι, χωρίς την παράδοση που είναι ο φρόνιμος οδηγός των επαναστάσεων.

Αυτό το γεγονός γεννά το αίσθημα του ξεριζωμένου, του πανικού που γίνεται αναρχισμός και αυθάδεια. Συχνά, αυτή η απλοποίηση φέρνει μια νύστα πνευματική. Η ζωή γίνεται ομοιόμορφη, χωρίς ακίδες, χωρίς ποικιλία, και δεν εφάπτεται ποτέ με την ψυχή για να την ξυπνήσει. Ζωή χωρίς ερεθισμούς. Και η προσωπικότητα, αυτό το τίμιο δώρο του Θεού, καταποντίζεται. Αυτή είναι η τραγικότερη συνέπεια του ρήγματος ανάμεσα στον σύγχρονο άνθρωπο και στην παράδοση.

Κανείς δεν μπορεί να διακινδυνεύσει σήμερα και να προφητεύσει για τη ζωή που μας περιμένει.

Άλλοτε μια προφητεία στηριζόταν στις πιθανότητες. Τώρα, οι πιθανότητες καθημερινά ανατρέπονται. Εκείνο όμως που φαίνεται κρίσιμα αναγκαίο -αν θέλουμε να συνεισφέρουμε στη ζωή που μορφοποιείται- είναι να σκύψουμε, να μελετήσουμε, να μπολιαστούμε με την Παράδοση, να ξαναπατήσουμε στη γη και να αντλήσουμε δυνάμεις από το ταμείο που μας προσφέρει η ιστορική ζωή.

Αυτό δεν είναι πια έργο των μεγάλων, που η πνευματική τους φυσιογνωμία έχει κρυσταλλωθεί. Είναι έργο των νέων. Και οι νέοι, στην Πατρίδα μας, τουλάχιστον, έχουν να αντλήσουν την παράδοση από δύο κεφαλόβρυσα: την Ορθοδοξία και το Ελληνικό Πνεύμα.

(Κ.Ε.Τσιρόπουλου, «Δοκίμια ευθύνης»)