Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογραφήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογραφήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Ήταν μόνο οκτώ ημερών

Πέρσι, τέτοια εποχή,έγραψα αυτό το διήγημα, και το παρουσιάζω φέτος που έχω το ιστολόγιό μου.

"Ήταν μόνο οκτώ ημερών! Πριν από μια βδομάδα τη γέννησε η μάνα της. Λεχώνα εκείνη, ταλαιπωρημένη από τη δύσκολη γέννα που είχε, δεν είχε καν προλάβει να συνέλθει. Η μαμμού του χωριού τους, η μαία δηλαδή, πολύ δυσκολεύτηκε σε τούτη τη γέννα, μα και πάλι δεν ήθελε να παραδεκτεί ότι στο νοσοκομείο της πρωτεύουσας οι γιατροί ήξεραν κάτι παραπάνω.

«Σιγά», έλεγε από μέσα της, «μην ξέρουν αυτοί οι νεαροί καλύτερα από μένα να ξεγεννούν τις γυναίκες».

Αυτή είχε δει τη γιαγιά και την προγιαγιά της, είχε δει και τη μάνα της να γυρίζουν όλα τα χωριά της περιοχής και να δίνουν ζωή σε εκατοντάδες παιδιά. Κι αν κάποτε είχαν δυσκολίες, γιατί είχε και κακόγεννες γυναίκες, ήξεραν τον τρόπο να βγουν απ’ τη δύσκολη θέση. Έβαζαν όλες τις γυναίκες του σογιού και της γειτονιάς, που ήταν μαζεμένες στο σπίτι, να προσεύχονται στην Παναγία μα και στους αγίους να τους βοηθήσουν. Έτσι, με την άνωθεν βοήθεια και με τα πολλά τάματα, γινόταν το ποθούμενο.

Το ίδιο έγινε κι αυτή τη φορά. Κοιλιοπονούσε η μάνα της σχεδόν ένα μερόνυκτο. Λες κι αυτό το παιδί ήξερε τι το περίμενε και δεν ήθελε να βγει στο φως. Ήταν μεγάλο το παιδί και στενή η μήτρα της γυναίκας. Οι προσευχές ανέβαιναν συνέχεια στον ουρανό. Η μαμμού κρατούσε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και την απίθωνε συνέχεια στην κοιλιά της νεαρής γυναίκας που είχε τόσο εξαντληθεί, που δεν μπορούσε να βγάλει άχνα.

Με τις πολλές προσπάθειες, όμως, και τις προσευχές έγινε το θαύμα. Άνοιξε η μήτρα και βγήκε καταταλαιπωρημένο το παιδί, ένα κορίτσι που ζύγιζε σχεδόν τέσσερα κιλά. Η λεχώνα ύστερα απ’ αυτό έπεσε λες σε λήθαργο. Το παιδί το πήρε στα χέρια της η μαμμού κι έκανε όλα όσα ήξερε τόσα χρόνια. Ήταν 7 Ιουλίου του 1974, της Αγίας Κυριακής, μεγάλη η χάρη της.

Χάρηκαν όλοι με το κορίτσι που ήρθε στη ζωή. Η οικογένεια, βλέπεις, είχε ακόμα δυο αγόρια μεγαλύτερα. Είχαν βγάλει και τα ονόματα και των δυο παππούδων κι ήταν κι οι δυο ευχαριστημένοι που θα διαιωνιζόταν το οικόσημο!

Έμεναν οι γιαγιάδες. Καμία, ασφαλώς, δεν παραχωρούσε τα πρωτεία στην άλλη. Εξάλλου, ούτε η μια ούτε η άλλη δεν είχαν άλλη εγγονή. Θα μπορούσαν, βέβαια, να το βγάλουν το κορίτσι Κυριακή και να τιμήσουν απ’ τη μια την Αγία κι απ’ την άλλη να γλυτώσουν κι απ’ τις γκρίνιες. Τελικά, η λύση βρέθηκε. Ένωσαν τα δυο ονόματα και αποφάσισαν να πουν το παιδί Μαριλένα. Έτσι, ήταν κι οι δυο ευχαριστημένες. Και η Μαρία και η Ελένη. Έφτιαξαν τα «κούλουμα» και κέρασαν όσους περνούσαν απ’ το σπίτι, γείτονες, συγγενείς και φίλους.

Δεν κράτησε όμως για πολύ αυτή η ευφορία. Σε οκτώ μέρες πρωί-πρωί άρχισε ο πόλεμος. «Ξεκίνησε η θανατηφόρα συμφωνία των αρμάτων». Κι αυτοί αλλοπαρμένοι « απού φύγει φύγει» απ’ τα χωριά της Κερύνειας. Ουρές τα αυτοκίνητα κι από πάνω τους τα τουρκικά αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες. Για πρώτη φορά στη ζωή τους κατάλαβαν τι θα πει φόβος. Βίωσαν το πρόσωπο του πολέμου. Σαν να ήταν ένα μαυριδερό τέρας που τους κυνηγούσε.

Τελικά, κατέληξαν σ’ ένα χωριό λίγο έξω από τη Λευκωσία. Ένας κουμπάρος του παππού με χαρά τους φιλοξένησε. Η μητέρα όμως της νεογέννητης Μαριλένας, δεν την έφτανε η βαριά λεχωσιά που είχε περάσει, δεν ησύχαζε. Λες κι ένας δαίμονας την έβαζε πάνω συνεχώς και μουρμουρούσε για όσα άφησαν πίσω τους. Είχε ένα βρέφος, και της έλειπαν «τα ταιρκαστά» της.

Με το πες-πες τον έψησε τον καημένο τον άντρα της. Έτσι, πήραν μαζί τους και το δεύτερο αγόρι, που ήταν έξι χρονών, για παρέα, κι έπεισε κι έναν οικογενειακό τους φίλο να πάει μαζί τους.

«Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος» τους διαβεβαίωνε. «Θα πάμε στο χωριό μας να πάρουμε ό,τι χρειαζόμαστε και θα γυρίσουμε σε λίγες ώρες».

Δεν γύρισαν όμως! Μάταια οι παππούδες μαζί με το μεγαλύτερο αγόρι τούς περίμεναν να γυρίσουν. Η μικρή Μαριλένα ζούσε στον κόσμο της.

Σαν είδαν κι απόειδαν οι παππούδες, το πήραν απόφαση ότι αυτοί θα μεγαλώσουν τα δυο ορφανά. Δούλευε ο παππούς στη Λεμεσό που κατέληξαν και η γιαγιά έμενε στο σπίτι- ο Θεός να το κάμει σπίτι, δυο πισινά δωμάτια ήταν- να φροντίζει τα δυο παιδιά. Κι η Μαριλένα μέρα με τη μέρα μεγάλωνε κι ομόρφαινε κι έκανε νάζια πολλά, μα πού είχε η γιαγιά όρεξη ή μάτια ή αυτιά για να δει και ν’ ακούσει τα κελαηδήματά της.

Ο μεγάλος γιος που καταλάβαινε, κλείστηκε στον εαυτό του. Έπαθε ένα είδος κατάθλιψης. Δεν ήθελε να μιλά σε κανένα. Κι όταν με τα πολλά άνοιγε το στόμα του, τραύλιζε. Το πρόσεξαν κι οι δάσκαλοι στο σχολείο και προσπάθησαν να τον βοηθήσουν. Οι ειδικοί είπαν ότι το έπαθε από το σοκ, αλλά σιγά-σιγά θα τον βοηθούσαν να το ξεπεράσει.

Και περνούσαν τα χρόνια μέσα στην προσφυγιά και την ορφάνια. Η Μαριλένα φώναζε τη γιαγιά της « μάμμα». Της έκανε βέβαια εντύπωση που οι άλλες μαμάδες στη γειτονιά ήταν νέες. Μπορεί, λέω τώρα εγώ, να ήταν κι αυτές ταλαιπωρημένες απ’ τον πόλεμο, με την πίκρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, μα ήταν νέες. Της Μαριλένας όμως η μάμμα ήταν γριά, με πολλές ρυτίδες, με τη μαύρη μαντίλα τυλιγμένη γύρω απ’ τα μαλλιά της που όλο κι άσπριζαν.

Όχι, βέβαια, πως ήταν και τόσο μεγάλη η γιαγιά, μα τα βάσανα και το σαράκι που κατέτρωγε τα σωθικά της, τη γέρασαν πρόωρα. Στα πενήντα της φαινόταν εβδομήντα. Ήταν και τα μαύρα ρούχα που δεν τ’ αποχωριζόταν. Μέρα νύκτα έκλαιγε την κόρη της που με την αμυαλιά και το πείσμα της πήρε στο λαιμό της τον άντρα μα και το παιδί της.

«Να μην έπαιρνε τουλάχιστον το παιδί», έλεγε και ξανάλεγε στον άντρα της. Καημός μεγάλος τής είχε γίνει το παιδί. Είχε και τ’ όνομα του αντρός της. Κυριάκος. Ο πρωτογιός, σύμφωνα με το έθιμο, πήρε το όνομα του παππού του απ’ την πλευρά του πατέρα του. Ο Κυριάκος, απ’ τη μέρα που γεννήθηκε, ήταν η αδυναμία της. Το κανάκευε τούτο το παιδί πιότερο απ’ τ’ άλλο.
Ήτανε, όμως, κι αυτό τόσο καλόβολο!

Όταν η Μαριλένα έγινε έντεκα χρονών, δεν τα’ χε κλείσει καλά-καλά, ένα κοριτσάκι όλο ζωντάνια, καλοσύνη και ομορφιά, γυρνάει ένα μεσημέρι απ’ το σχολείο μαζί με τη φιλενάδα της την Άντρη και βλέπει κόσμο μαζεμένο απέξω απ’ το σπίτι του συνοικισμού. Ψυχανεμίστηκε μεμιάς ότι κάτι κακό συμβαίνει. Η γιαγιά έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ξεψύχησε, προτού φτάσει το ασθενοφόρο που το κάλεσαν οι γειτόνισσες.

Έπιναν όπως κάθε μέρα τον καφέ τους στο σπίτι η μια της άλλης. Σήμερα ήταν η σειρά της γιαγιάς. Αφού σκούπισε το στενό της, πότισε τα λουλούδια της- οι τριανταφυλλιές θέλουν περιποίηση, σκέφτηκε , τακτοποίησε το φτωχικό της σπιτάκι, έφτιαξε και ένα κέικ, να μην πιουν τον καφέ έτσι, σκέτο. Εξάλλου, το ίδιο έκαναν και οι γειτόνισσές της που ήταν χρυσοχέρες. Ήταν και οι δυο από την επαρχία Αμμοχώστου και μια την άλλη έφτιαχναν διάφορα γλυκά και αλμυρά, και πάντα η μοίρα της ήταν μέσα.

Η μια ήταν από την Κώμα του Γιαλού και η άλλη από το Λευκόνοικο. Τι πουρέκκια με την αναρή, με το χαλλούμι, με την κρέμα, της σάτζιης, τι κολοκωτές, ελιόπιτες, χορτόπιτες. Αμ οι σιαρλότες τους, οι πισιήες και τα δάκτυλά τους! Η Λευκονοικιάτισσα, όμως, η κυρία Χαρίτα, ήταν μαστόρισσα και στην «τσιπόπιτα». Μοσχοβολούσε η γειτονιά σαν την έψηνε. Της έφερνε τσίπα μια κουμέρα της που είχε κοπάδι και έπαιρνε το βούτυρο από το γάλα των προβάτων. Η χοληστερόλη μπορεί να καραδοκούσε, μα τούτη την απόλαυση που έμαθε στο Λευκόνοικο δεν ήταν διατεθειμένη να τη στερηθεί.

Η άλλη φιλενάδα της από την Κώμα του Γιαλού ήρθε πρώτη για τον καφέ. Αυτή, η κυρία Μυροφόρα, είχε έναν αδελφό που τον σκότωσαν οι Εγγλέζοι, ενώ ήταν ακόμα μαθητής. Μαζί με έναν άλλο συμμαθητή και φίλο του έστησαν ενέδρα έξω από το χωριό τους σε μια αγγλική περίπολο, πράγμα πολύ συνηθισμένο τον καιρό της Ε.Ο.Κ.Α..

Η βόμβα-επιτόπιας κατασκευής- έσκασε και έκανε κομμάτια όσους επέβαιναν στο πρώτο τζιπ των Άγγλων. Όμως, λίγο πιο πίσω ακολουθούσαν κι άλλα στρατιωτικά αυτοκίνητα που τους είδαν και τους κυνήγησαν. Ο ένας κατάφερε να ξεφύγει, μα ο αδελφός της δεν πρόλαβε. Τον σκότωσαν, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει. Ήταν μόνο δεκαέξι χρόνων.

Κάθισαν, λοιπόν, στη βεράντα του μικρού σπιτιού της, γύρω από το πλαστικό άσπρο τραπέζι ανάμεσα στα λουλούδια του κήπου και έμειναν να τα κοιτάνε. Ήταν μια μικρή όαση. Το γιασεμί μοσχοβολούσε. Οι τριανταφυλλιές τώρα πια έβγαζαν πού και πού κανένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Στις δόξες τους όμως ήταν οι πετούνιες με τα κόκκινα, ροζ και άσπρα φυλλαράκια τους, μα κι οι δαφνούλες που όρθωναν λες το ανάστημά τους για να φανούν κι αυτές και να δείξουν τα κάλλη τους στον ήλιο. Η κληματαριά παραδίπλα άρχισε να κρεμάζει τα πρώτα τσαμπιά της, πράσινα ακόμα. Τι πανδαισία χρωμάτων ήταν αυτή;

«Ελένη μου», της είπε η Μυροφόρα, «μα μυρίζουν πολλά όμορφα οι τζίνιες σου. Φέτος αμέλησα να φυτέψω. Αλλά τούτες τις μέρες θα πάω να γοράσω».

Με το χαζολόγημα του κήπου έφτασε και η κ. Χαρίτα.

«Καλημέρα! Τι κάμνετε, γειτόνισσές μου! Εν ώρα του καφέ; Επεινάσαμεν. Εν σχεδόν δέκα η ώρα τζι εγώ εξύπνησα που τες τρεις σήμερα τζι εν εξανατζιοιμήθηκα».

«Τζι εγώ τούντες νύχτες έχω μεγάλο πρόβλημα», είπε η κυρία Ελένη. «Το πιστεύκετε ότι τον τελευταίον τζιαιρόν θωρώ κάθε νύκταν στον ύπνον μου την κόρην μου τζιαι το μωρόν, τον Κυριάκον μου; Ήντα ρκεται να πει, ατζιαπή σου; ».

«Μεν διάς σημασίαν στα όνειρα, γειτόνισσα», της είπε ανέμελα η κυρία Μυροφόρα, για να την κάνει να ξεχάσει το λαμπρόν που είχιεν ακόμα στην ψιυχιήν της. Ήξερε κι αυτή από
«λαμπρά που κρούζουν τζει που ππέφτουν». Μα το δικό της, όσο κι αν την έντυσε στα μαύρα στα καλύτερα χρόνια της νιότης της, δεν συγκρινόταν με αυτό της κυρίας Ελένης. Αυτηνής πέθανε ο αδελφός της νέος στην Αυστραλία, πριν γίνουν πρόσφυγες.

«Καλά λαλείς, Χαρίτα μου, αλλά ανησυχώ».

«Άτε, κάμε μας τον καφέ τζι εποσταθήκαμεν που τες δουλειές που εκάμαμεν ως τωρά», είπε η Χαρίτα για να αλλάξουν κουβέντα και να σταματήσει η κυρία Ελένη να σκέφτεται τα άσχημα όνειρα. Εξάλλου, τούτο το πρωινό η γειτόνισσά της τής φαινόταν κάπως αλλιώτικη. Πιο κουρασμένη από άλλες φορές, λιγάκι χλωμή, σαν κάτι να την πονούσε.

Σηκώθηκε η κυρία Ελένη να ετοιμάσει τον καφέ. Μα δεν πέρασε ένα λεπτό κι ακούστηκε ένας γδούπος από την κουζίνα. Αμέσως οι δυο γυναίκες έτρεξαν προς την κουζίνα και τι να δουν; Η κυρία Ελένη ήταν πεσμένη στο πάτωμα, ξέπνοη, αναίσθητη. Λαχτάρησαν, τους κόπηκε η αναπνοή από τούτο το ξαφνικό θέαμα που αντίκρισαν.

Ευτυχώς, όμως, γρήγορα συνήλθαν κι έβαλαν τις φωνές. Βγήκαν κι άλλες γειτόνισσες στον δρόμο. Η πιο ψύχραιμη τηλεφώνησε αμέσως στις Πρώτες βοήθειες του νοσοκομείου. Σαν έφτασε όμως το ασθενοφόρο, ο γιατρός που ήρθε μαζί μ’ αυτό, διαπίστωσε απλώς τον θάνατό της.

Έτσι, η Μαριλένα έχασε στα έντεκά της χρόνια τη γιαγιά της. Μοναδικό αποκούμπι πια γι’ αυτήν και τον μεγαλύτερο αδελφό της έμεινε ο παππούς. Ανέλαβε αυτή το νοικοκυριό. Τη βοήθησαν βέβαια και οι καλές γειτόνισσες και φίλες της γιαγιάς της, κι έτσι σε λίγα χρόνια έγινε μια πολύ καλή και άξια κοπέλα. Της έλειπε όμως πάντα η γιαγιά της. Αυτή γνώρισε σαν μάμμα της, αυτή την ανάθρεψε. Κάθε στιγμή τη θυμόταν, ό,τι έκανε, ό,τι έλεγε…

Ο παππούς φοβόταν ότι θα πεθάνει και θα τα αφήσει απροστάτευτα στους πέντε δρόμους. Η ανασφάλεια τον έπνιγε. Κυρίως για το κορίτσι. Έτσι, στα δεκάξι της, βρήκε κάποιον και την αρραβώνιασε. Ευτυχώς, βγήκε καλό παιδί.

Η Μαριλένα σήμερα είναι παντρεμένη κι έχει τρία δικά της παιδιά που τα υπεραγαπά και τα παραχαϊδεύει. Είναι μια πολύ ανοικτόκαρδη, ευγενική και δυναμική γυναίκα, με το χαμόγελο στο στόμα, καλότροπη και γλυκύτατη, που σε τίποτα δεν θυμίζει την τραγική ιστορία της.

Ο Θεός όμως επέτρεψε κι άλλη δοκιμασία. Το δεύτερό της παιδί, ένα κορίτσι, γεννήθηκε με ένα σύνδρομο που της προκαλεί μαθησιακές δυσκολίες. Η Μαριλένα το αντιμετωπίζει με γενναιότητα, αξιοπρέπεια, στωικότητα, ψυχραιμία και δεν χάνει την πίστη της στον Θεό. Είναι πολύ περήφανη για τις επιτυχίες της κόρης της, γιατί στο πρόσωπό της βλέπει έναν μικρό Χριστό.

Αυτή την ιστορία μού τη διηγήθηκε σε γενικές γραμμές η ίδια σαν παραμύθι. Το παραμύθι της ζωής της! Συνεχώς, όμως, χαμογελούσε, δεν επιζήτησε τον οίκτο ή τη συμπόνια, γι’ αυτό και είναι μοναδική!".

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Η κυρία Σοφία από τη Μήλο

Της το χρωστώ της κυρίας Σοφίας. Πήγα τον Αύγουστο με τα δώρα μου και δεν τη βρήκα. Κατηφορήσαμε στα Μαντράκια. Σουρούπωσε, κι ο ήλιος βυθίστηκε για τα καλά στη θάλασσα. Πρώτα- πρώτα προσκυνήσαμε στη μικρή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που είναι στην άκρη του μικρού οικισμού. Κάθε φορά νιώθω δέος όταν μπαίνω σ' αυτό το εκκλησάκι. Ιδίως, αυτή την ώρα που φωτιζόταν μόνο από τα λιγοστά κεριά, νιώθαμε ότι ο χώρος μάς υπέβαλλε περισυλλογή και ησυχία. Μόλις βγήκαμε έξω, αμέσως τραβήξαμε για το σπιτάκι της κυρίας Σοφίας-δέκα, το πολύ δεκαπέντε μέτρα- που είναι κτισμένο ακριβώς πάνω από τη θάλασσα. Ανοίγουμε το παραθυράκι της πόρτας και ταυτόχρονα φωνάζουμε τ' όνομά της. Μέσα είναι σκοτεινά και νομίζουμε ότι ξαπλώνει ή ότι είναι στην κουζίνα. Ταυτόχρονα, όμως, ακούγεται μια φωνή απέξω που καθόταν στο πεζούλι του διπλανού σπιτιού, αλλά στα σκοτεινά δεν την είχαμε προσέξει."Τώ…ρα η κυρία Σοφία! Πήγε στον άλλο κόσμο!".

Παγώσαμε…Μείναμε σαν στήλες άλατος. Ήταν αυτό το «εξαπίνης», που λένε.
Καθήσαμε στο πεζούλι. Αμέσως, κατάλαβα, γιατί τον τελευταίο καιρό δεν μου απαντούσε στο τηλέφωνο…

Πέρσι, όταν ξαναπήγαμε στη Μήλο το καλοκαίρι, τη βρήκαμε στο κρεβάτι πολύ εξαντλημένη. Είχε κάνει κολοστομία. Όμως, ήλπιζε, όπως τη διαβεβαίωναν οι γιατροί ότι θα γίνει καλά. Συνεχώς πηγαινοερχόταν στον
Πειραιά, στο νοσοκομείο. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της.

Ήταν ένας αγνός άνθρωπος η κυρία Σοφία, με γλυκύτητα και καλοσύνη. Καρτερική. Με εσωτερικότητα. Με ιώβειο υπομονή. Από εκείνες τις παλιές γυναίκες που υποτάσσονταν στο θέλημα του άντρα τους, άνκαι ήταν πολύ νέα, γύρω στα εξήντα Ήξερε να υπηρετεί. Δεν την άκουσα ποτέ να βαρυγκομήσει. Ζούσε με τον άντρα της σ’ έναν μικροσκοπικό οικισμό στα βόρεια του νησιού, πλάι στη θάλασσα, που ήταν η φιλενάδα της, μια που τους πιο πολλούς μήνες του χρόνου ζούσαν μόνοι τους με τον άντρα της. Τα παιδιά τους αποκαταστάθηκαν και ζούσαν στον Τριοβάσαλο. Παλιά κι αυτοί έμεναν εκεί, μα σαν πάντρεψαν την κόρη τους, της έδωσαν προίκα το σπίτι τους, κι ήρθαν να ζήσουν στα Μαντράκια, όπου υπήρχε αυτό το μικροσκοπικό σπιτάκι από τα πεθερικά της.

Εκεί σ’ αυτό το σπίτι πάνω απ’ τη θάλασσα τη γνώρισα κι εγώ, το 1996, όταν πήγα με τον άντρα μου στη Μήλο, όπου ήταν διευθυντής στην Εθνική Τράπεζα στον Αδάμαντα, το λιμάνι του νησιού. Με το που πήγα στη Μήλο, ξεχώρισα τα Μαντράκια. Με άγγιξαν στην ψυχή μου. Τ’ αγάπησα, κι από τότε έμειν’ εκεί κολλημένη η ψυχή μου. Έχει κάτι αυτός ο τόπος που με εμπνέει. Νομίζω είναι η μαγεία του Αιγαίου πελάγους που στη βορινή ακτή λυσσομανά τον χειμώνα. Μ’ αρέσει να κάθομαι στα βράχια και ν’ αγναντεύω το βαθυγάλαζο χρώμα της θάλασσας, να γεύομαι την αλμύρα της, να χάνομαι στον ορίζοντα και ν’ αδειάζει το μυαλό μου…Ξαλαφρώνω, ανανεώνομαι, ταξιδεύω. Νιώθω πραγματικά ευτυχισμένη! Με πόσο λίγα πράγματα μπορούμε οι άνθρωποι ν’ ανεβούμε στους εφτά ουρανούς της ευτυχίας, κι όμως αναζητούμε τα μάταια και τα ασήμαντα.

Στην πρώτη, λοιπόν, επίσκεψή μας στα Μαντράκια μαζί με τον σύζυγό μου και τη μητέρα μου, που είχε έρθει να μας επισκεφθεί, βγαίνοντας από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, συναντήσαμε την κυρία Σοφία, η οποία εκείνη τη στιγμή κατέβαινε κάτω στο σύρμα, που είχε ο πεθερός της, για να ξαπλώσει στη δροσιά του. Σύρματα, λένε οι νησιώτες τα μικρά δωμάτια που είχαν πλάι στη θάλασσα για να βάζουν μέσα τις βάρκες τους, και σήμερα οι πιο πολλοί τα χρησιμοποιούν ως δωμάτια για να παραθερίζουν.

Μας κάλεσε, λοιπόν, η κυρία Σοφία να μας φιλέψει και να γνωριστούμε, κι από τότε ταίριασαν τα σκουφιά μας και μας ένωσε μια όμορφη φιλία. Όσον καιρό έμεινα στη Μήλο(είχα πάρει άδεια από την υπηρεσία μου για έξη μήνες), σχεδόν κάθε μέρα, αφού τακτοποιούσα το σπίτι, έπαιρνα τ’ αυτοκίνητο και κατηφόριζα για τα Μαντράκια. Εκεί στη βεραντούλα της, απέναντι από τη θάλασσα, σ’ ένα τραπεζάκι καθόμασταν και πίναμε τον καφέ μας, τα λέγαμε, και μετά εγώ καθόμουν κι έγραφα διάφορες ιστορίες που θυμόμουν από το Λευκόνοικο. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Εμπνεόμουν από τη θάλασσα. Δεν χόρταινα να γράφω. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής μου, που θα μου μείνουν αξέχαστες.

Όλα αυτά τα χρόνια της γνωριμίας μας κάθε φορά που πηγαίναμε στη Μήλο, ένιωθα ότι πήγαινα να δω έναν δικό μου άνθρωπο. Πάντα μας έκανε το τραπέζι με ψάρια κι άλλους μεζέδες που κουβαλούσε ο σύζυγός της ο κύριος Στέλιος. Η χαρά της ήταν ανείπωτη σαν μας έβλεπε. Πάντα ήθελε να της τηλεφωνώ. Ήταν μόνη της, αλλά ένιωθα ότι τη συνήθισε τη μοναξιά, γιατί είχε παρέα της τη θάλασσα, τη γειτόνισσά της, που τον χειμώνα πολλές φορές γινόταν απειλητική και λυσσομανούσε. Κάθε φορά τη ρωτούσα στο τηλέφωνο και μου περιέγραφε πολύ παραστατικά τα τερτίπια και τους θυμούς της, ή σαν ήταν μπουνάτσα ζήλευα τα νάζια και τι σκέρτσο της.


Μεγάλη χαρά για τη ζωή της κυρίας Σοφίας ήταν η εγγονή της η Σοφία. Ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι που, από τον καιρό που έχω να το δω, μεγάλωσε, κι έγινε μια πολύ όμορφη κοπέλα, κατά πώς μου έλεγε με καμάρι η κυρία Σοφία.

Αχ, κυρία Σοφία μου, δεν μπορώ να φανταστώ τα Μαντράκια έρημα, χωρίς την όμορφη παρουσία σας! Θα μας λείψετε, αλλά κυρίως στον σύζυγό σας τον κύριο Στέλιο και στα παιδιά και στα εγγόνια σας. Ας είναι αιωνία η μνήμη σας.

Νιώθω ευτυχής που γνώρισα έναν τέτοιον άνθρωπο!