Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευκόνοικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευκόνοικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Το δώμαν της Αθανασίας
Κάθε βράδυ, τώρα το καλοκαίρι, που ανοίγω διάπλατα τα παραθυρόφυλλα του υπνοδωματίου μας στον πάνω όροφο του σπιτιού μας, για να αεριστεί το δωμάτιο, μετά που φεύγει ο ήλιος, με τυλίγει μια όμορφη δροσιά, ένα αεράκι που έρχεται από απέναντι, από τον Πενταδάκτυλό μας. Και κάθε βράδυ φέρνω στη σκέψη μου την ίδια εικόνα. Τη νιώθω. Τη βιώνω, άνκαι πέρασαν πενήντα και χρόνια. Νιώθω την ίδια ανατριχίλα. Νιώθω τη δροσιά.
Σαν ήμασταν παιδάκια στη γειτονιά μας στο Λευκόνοικο, είχαμε μια καλή γειτόνισσα, την Αθανασία, που ήρθε νύφη από τη Μηλιά. Ήταν πεζούνα του Λευκονοίκου, όπως λέγαμε τις νύφες που έρχονταν από αλλού. Παντρεύτηκε με τον γείτονά μας τον Αντωνή που ήταν ένας καλός ρεσπέρης, (από την τουρκική λέξη rencper), ένας γεωργός δουλευτής, ήσυχος, χαμηλών τόνων, πράος. Ένας άνθρωπος γενικά λιγομίλητος. Δεν του’ παιρνες λόγια. Ήταν ένας ψηλός, ευθυτενής άνδρας με τη βράκα του, το ζιμπούνι του, το μουστακάκι του.
Το αντίθετο ήτανε η γυναίκα του. Πώς λένε ότι τα ετερώνυμα έλκονται; Η Αθανασία ήτανε έξω καρδιά. Όλο γελούσε. Και μάλιστα δυνατά. Γελούσε και μιλούσε πολύ, με όλους. Πρόσχαρη και καταδεκτική, άνθρωπος αγάπης. Άνθρωπος προσφοράς. Η καλοσύνη προσωποποιημένη. Όσο αυτός ήταν ψηλός κι αδύνατος, αυτή ήταν κοντούλα και χοντρούλα. Πιο πολύ, όμως, ήταν χοντρά τα πόδια της, γι’ αυτό και της έβγαλαν το παρατσούκλι «η ζαμπέ». Με τον καιρό ξεχάστηκε σχεδόν το βαφτιστικό της. Το ήξερε και η ίδια, και γελούσε καλοσυνάτα.
Παιδιά δεν τους έδωσε ο Θεός. Γι΄ αυτό τον λόγο αγαπούσε τα ανίψια της και τα παιδιά της γειτονιάς, μα και κάθε παιδί που τύχαινε στο διάβα της. Το σπίτι της ήταν απέναντι από το δικό μας. Εμάς, στον κύριο δρόμο Λευκωσίας- Αποστόλου Ανδρέα, κι εκείνης απέναντι στην πάροδο.
θυμάμαι τον ηλιακό της που ήταν από χώμα και τον ράντιζε με τη βαττού( είδος κούζας, πήλινο δοχείο, κυρίως για νερό) κι έκανε περίτεχνα σχέδια. Συνεχώς μας φώναζε να πηγαίνουμε στο σπίτι της να μας φιλέψει, πότε πουρέκια, πότε πισιήες, πότε ζεστές πίτες του φούρνου, πότε κουλούρια και πότε τσιπόπιτα. Ήταν πολύ μερακλού σαν καλοφαγού. Μα της άρεσε να δίνει, να μοιράζεται τα έργα των χειρών της, όπως όλες εξάλλου τότε στο Λευκόνοικο.
 Καθόμασταν έξω στο καλτερίμι που μοσχομύριζε βασιλικό και δυόσμο, από τις γλάστρες που είχε στην αυλή της. Χαιρόταν να μας φιλεύει από τα καλούδια της. Ήταν σαν γιαγιά μας, γι’ αυτό της άρεσε να μας λέει ιστορίες και παραμύθια, που εγώ τα ρούφαγα αχόρταγα.
Μας άρεσε να πηγαίνουμε στη ζαμπέ. Μας άρεσε και το μεταδοτικό της, γάργαρο, τσιριχτό γέλιο, η αγάπη της, η ομορφιά της ψυχής της. Πιο πολύ απ’ όλα, όμως, μας άρεσε το δώμα της.
Το δώμα της ζαμπές. Ήταν κάτι πρωτοφανές για μας που τα σπίτια μας ήταν με κεραμίδια. Το σπίτι της ήταν χτισμένο με πλιθάρι. Πάνω από το μισό σπίτι είχε ανώι. Το άλλο μισό, όμως, ήταν δώμα. Ένα δώμα που το καλοκαίρι χρησίμευε για υπνοδωμάτιο.
Μόλις έφευγε ο ήλιος, ανέβαινε από τη σκάλα που ακουμπούσε στον τοίχο και έστρωνε τα άσπρα δροσερά σεντόνια της πάνω σε ένα κρεβάτι. Πίσω της κι εμείς. Ανεβαίναμε τη σκαλίτσα και ξαπλώναμε στα άσπρα δροσερά σεντόνια. Αυτή τη δροσιά τη νιώθω ακόμη και σήμερα. Πέρα μακριά προς την Κερύνεια ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει, κι η πλάση γέμιζε με κόκκινες ανταύγειες. Από τότε σαγηνεύομαι από το ηλιοβασίλεμα.
Ξαπλώναμε, λοιπόν, στο δώμα, πάνω στα καθάρια, ολόδροσα σεντόνια. Πάνωθέ μας τα άστρα του ουρανού. Απέναντί μας το βουνό μας με τα πέντε δάκτυλα που μας έστελλε το αεράκι του για να δροσίσει την καυτή πεδιάδα.
Εκεί πάνω στο δώμα ήταν μαγικά, υπέροχα. Αναρριγώ στη σκέψη της βραδινής αύρας, κι από τότε λαχταρώ να ξανανέβω στο δώμα της ζαμπές. Το δώμα που σήμερα δεν υπάρχει. Το έριξαν, όπως τα πιο πολλά σπίτια με πλιθάρι. Με τη σκέψη μου, όμως, το βλέπω ατόφιο, σαν τότε.
Κάθε βράδυ, λοιπόν, που ανοίγω τα παραθυρόφυλλά μου νιώθω εκείνη τη δροσούλα σαν τότε, πάνω στο δώμα της ζαμπές.










Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Καλό παράδεισο, πολυαγαπημένε μας Λυκούργε Κάππα



Άνοιξα σήμερα την ιστοσελίδα των φίλων της Μονής Βατοπαιδίου, το Διακόνημα, και αμέσως έπεσα πάνω στην ανακοίνωση για την αποδημία του αγαπημένου μας Λυκούργου Κάππα. Ήταν κάτι πολύ αναπάντεχο, γιατί βρεθήκαμε πριν από δέκα μέρες στην παγκύπρια συνεστίαση του Δήμου Λευκονοίκου και κάναμε σχέδια να πάμε μαζί στο Πόρτο Λάγος, για να συναντήσουμε τον Γέροντα Εφραίμ, αφού, όπως έλεγε, δεν είχε δύναμη να πάει στο Άγιο Όρος.

Φαίνεται, όμως, ότι ήταν έτοιμος για να τον καλέσει ο Κύριός μας. «Σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος», αποχαιρέτησε τον κόσμο τούτο, για να πάει στον κόσμο τον αληθινό. Έφυγε πολύ ήρεμα, μέσα σε λίγες ώρες, από ανακοπή καρδιάς. Δεν το πιστεύω ότι δεν θα μας ξαναχαμογελάσει, δεν θα μας ξαναπειράξει, δεν θα μας πλημμυρίσει με την αγάπη του.

Τούτη την ώρα, νιώθω πολύ ήρεμη μέσα μου, ξέροντας ότι κέρδισε την αιωνιότητα. Ξέροντας ότι μας θέλει, όλους όσοι τον αγαπάμε, να είμαστε δυνατοί και να αντιμετωπίσουμε το γεγονός του θανάτου του με στωικότητα, αξιοπρέπεια, ψυχραιμία, γιατί έφυγε ένας εκλεκτός άνθρωπος του Θεού.


Αναντίλεκτα, όλοι γνωρίζουμε τη ρήση του Μεγάλου Αλεξάνδρου: «Στον πατέρα μου χρωστώ το ζην και στον δάσκαλό μου το εύ ζην». Πραγματικά, οι πιο πολλοί Λευκονοικιάτες, μα και οι κάτοικοι των γύρω περιοχών, χρωστούμε το ευ ζην μας στον καθηγητή και γυμνασιάρχη μας στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου, στον μακαριστό Λυκούργο Κάππα. Στη ζώσα παρουσία του πνευματικού ανθρώπου, όχι μόνο μέσα στο σχολείο αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία του Λευκονοίκου, στον άνθρωπο με το απαράμιλλο ήθος που μας ενέπνεε τον έρωτα του καλού, που μας έκανε περήφανους, που με το χάρισμα του παιδαγωγού σμίλευε τις ψυχές μας και μας βοηθούσε να ανοίξουμε τα φτερά μας. Κυρίως, όμως, με την αγάπη του μας εμφυσούσε τον σεβασμό και τον θαυμασμό.


Αξίζει να αναφέρω επίσης ότι ο μεταστάς ήταν ο καλλιεργημένος άνθρωπος με τους ανοικτούς ορίζοντες, με τη σφαιρική παιδεία, με την ευρύτητα πνεύματος, ο λάτρης του βιβλίου, της λογοτεχνίας, ο επαρκής αναγνώστης. Ταυτόχρονα, ήταν το πρότυπό μας στη συνεχή επιμόρφωση, τη διά βίου παιδεία. Εκείνο, όμως, που τον διέκρινε ήταν η αίσθηση του χιούμορ, η πειρακτική διάθεση, η λεπτή ειρωνεία με αγάπη και κατανόηση. Αυτού του γνωρίσματος είναι μάρτυρας και ο Γέροντας Εφραίμ, ο συμμαθητής μου, που του είχε ιδιαίτερη αδυναμία.

Αργότερα στην προσφυγιά μας ήταν ο Δήμαρχός μας, όταν προσπαθούσαμε να βρούμε τους συνδημότες μας, για να συναντιόμαστε και να θυμόμαστε το Λευκόνοικό μας που μας το πήραν με το ζόρι. Ήταν η ψυχή και ο καθοδηγητής μας, σε αυτές τις πρώτες προσπάθειες, με τον καλό του τρόπο και την ευγένειά του, με το πλατύ χαμόγελο, την οξύνοια, την ευστροφία και την αρχοντιά του. Γιος της καλής μαμμούς του Λευκονοίκου, της πασίγνωστης Αρετής, ευτύχησε να μορφωθεί για να μορφώσει γενεές γενεών, να κατακτήσει αξιώματα, μα και ευλογήθηκε να έχει ως σύζυγο τη θεία Σταυρούλα με το αδαμάντινο ήθος και τη μαρτυρία Θεού, που του χάρισε τέσσερα υπέροχα παιδιά.


Μα, σε τελική ανάλυση, η μεγαλύτερη ευλογία της ζωής του ήταν ότι τα τελευταία χρόνια λόγω της στενής πνευματικής του σχέσης με τον Γέροντα Εφραίμ της Μονής Βατοπαιδίου, που ήταν μαθητής του, ήταν τακτικός επισκέπτης του Αγίου Όρους και έχει βιώσει τον ορθόδοξο τρόπο ζωής.

Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι ο μ. Λυκούργος Κάππας σε όλα τα αξιώματα που τον αξίωσε να ανέβει ο Θεός, μέχρι το ύψιστο αξίωμα του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού, τίμησε το ρηθέν υπό του Πλάτωνα στον «Μενέξενο», ο οποίος ταυτίζει τη γνώση με το ήθος: «Πάσα επιστήμη, χωριζομένη αρετής, πανουργία ου σοφία φαίνεται». Υπηρέτησε το βασίλειο του ανθρώπου, το «Imperium homini». Με λίγα λόγια, αρμόζουν και σ’ αυτόν οι στίχοι του Κων. Καβάφη «Τίμιοι κι ίσιοι σ’ όλες των τις πράξεις, αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία».


Καταληκτικά, νομίζω ότι σ’ αυτούς τους καιρούς τους εκμαυλιστικούς, , ο συγχωρεμένος Λυκούργος Κάππας, κόντρα στο κλίμα του συβαριτισμού, αποτελεί πρότυπο ανθρώπου που δεν υπηρέτησε τον Κερδώο Ερμή, που δεν παρασύρθηκε από τις σειρήνες του εύκολου πλουτισμού, που δεν θέλησε να αμαυρώσει την τιμή και την υπόληψή του με δοσοληψίες ύποπτες με απώτερο σκοπό την απόκτηση υλικών αγαθών. Πίστεψε σε πνευματικές αξίες που είναι ένα κερί στον ναό της ψυχής. Σώφρονας και εγκρατής, νουνεχής, «νούσιμος» δηλ. Μεσαρίτης, άνθρωπος του μέτρου, ζώντας σε μια κοινωνία από τοξικομανείς της ευμάρειας, δεν αλλοτριώθηκε, αλλά κράτησε ήθος ελεύθερο. Συνεπώς, πρέπει να σεμνυνόμαστε για τον αγαπημένο μας μ. Λυκούργο Κάππα, με την ψυχική μεγαλοσύνη, την ακτινοβολούσα προσωπικότητα, τη μετριοπάθεια, την αρετή της συναίνεσης, την αγάπη που εξέπεμπε σε όλους όσοι ήταν γύρω του. Το Λευκόνοικο από σήμερα είναι πιο φτωχό, κι εμείς  θρηνούμε για τον χαμό του. Τον ευγνωμονούμε, γιατί μας έμαθε Αγγλικά!


Καλό ταξίδι, πολυαγαπημένε μας, λατρευτέ μας γυμνασιάρχη. Αφήνεις μνήμη αγαθή! Τα παιδιά σου, τα βιολογικά  μα και τα πνευματικά, όπως και όλοι οι συγγενείς σου, είναι πολύ περήφανοι για σένα. Θα θυμόμαστε πάντα την προσήνεια και την καλοσύνη σου, την ωριμότητα και την ευπροσηγορία σου, την ακεραιότητα και την αγάπη που έδειχνες σε όλους μας, το χιούμορ και την εγκαρδιότητά σου.


 Ήσουν ο «καλός καγαθός» άνθρωπος.Ένας πραγματικός ευπατρίδης, ένας ευγενής άνθρωπος του μέτρου και του πνεύματος. Για σένα ισχύει το "Οία η μορφή, τοιάδε και η ψυχή", που έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Ήσουν ο ενεργός πολίτης που πρόσφερες απλόχερα τη σοφία και τις γνώσεις σου, που αγωνιούσες για το μέλλον το νησιού μας, που ανταποκρινόσουν στο κάλεσμα για προσφορά στον τόπο σου. Κυρίως, όμως, η ψυχή σου και η καρδιά σου ήταν στραμμένη στο Λευκόνοικό μας που τόσο αγαπούσες.


Ο Θεός ας αναπαύσει την  ψυχή σου. Πας να βρεις τους γονείς σου, και κυρίως τη μητέρα σου Αρετή που τόσο αγαπούσες. Ο Θεός να παρηγορήσει τη θεία Σταυρούλα, τα παιδιά και τα εγγόνια σου.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει. Καλό Παράδεισο, πολυαγαπημένε μας, αξέχαστέ μας καθηγητή. Χαιρετισμούς στους συνδημότες μας, τους τιμαριώτες του ουρανού.






  

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Τι είναι το σπίτι για μας

Αφορμή για το παρόν άρθρο μού έδωσε μια φράση της μ. Μάργκαρετ Θάτσερ που διάβασα τις τελευταίες μέρες σε κάποιο ιστολόγιο. Είχε πει η σιδηρά κυρία τα πιο κάτω φαιδρά, κατά την άποψή μου: «Σπίτι είναι ο τόπος όπου πας, όταν δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις».

Πόσο αποκαρδιωτικά λόγια. Πόση αλλοτρίωση και ισοπέδωση της γυναίκας. Το σπίτι είναι μόνο για τα ναυάγια της ζωής, για τους άχρηστους και τους περιθωριακούς, σαν να μας λέει. Με λίγα λόγια όσοι είναι στο σπίτι τους, δεν αξίζει να ζουν. Οποία απαξίωση στις χιλιάδες νοικοκυρές όλου του κόσμου που μεγαλώνουν σωστές οικογένειες, που θυσιάζουν τη ζωή τους για να έχουν μια όμορφη ατμόσφαιρα σε όσους αγαπούν, που τους έχουν πάντα ζεστό, φρέσκο φαγητό, που διακρίνονται για τον ετεροκεντρισμό της αγάπης.

Σπίτι για μας είναι η φωλιά μας. Είναι ο δικός μας χώρος. 
Είναι ο τόπος όπου τα πρόσωπα που αγαπιούνται βρίσκονται μαζί, μαθαίνουν να συμβιώνουν, έστω και με τις διενέξεις τους, μαθαίνουν να λύνουν τις διαφορές τους  και να αγαπιούνται κάθε φορά. Είναι ο χώρος, ακόμη, που συναντούνται δυο και τρεις γενιές, όταν υπάρχουν  γιαγιάδες και παππούδες που δεν αφήνονται στη μοναξιά τους.
Ταυτόχρονα, σπίτι είναι ο χώρος που έχεις όλα τα πράγματα που σου αρέσουν. Αντανακλά το γούστο σου, τις συνήθειές σου, την πνευματική σου στάθμη, τα χρώματα που σου αρέσουν, τα πιστεύω και τις αρχές σου, τους ήρωες και τις ηρωίδες σου.

Επιπλέον, το σπίτι για μας είναι ο χώρος που δεχόμαστε τους συγγενείς και τους φίλους μας, τους περιποιόμαστε, ετοιμάζουμε με αγάπη και χαρά τα αγαπημένα μας φαγητά και γλυκά για να τους ευχαριστήσουμε, γελάμε με τα αστεία μας, συζητάμε για την πολιτική, και καμιά φορά ανεβαίνουν και οι τόνοι…

Αξίζει να τονίσουμε ότι σπίτι είναι ο χώρος όπου δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να φορά τη μάσκα του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, που αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να εκτονωθεί, να είναι ο εαυτός του. Οι δικοί του άνθρωποι δεν τον παρεξηγούν και τον κατανοούν, κι αν ακόμα δεν νιώθει καλά. Απεναντίας, τον συντρέχουν, τον συμπονούν και τον παρηγορούν. Είναι ο χώρος που ακουμπά ο κάθε πονεμένος για να βρει ανακούφιση από τα βάρη της ζωής. Είναι το καταφύγιό μας.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι σπίτι είναι ο χώρος που μοιραζόμαστε τα μυστικά μας, που δείχνουμε τον πραγματικό εαυτό μας, που ξεγυμνωνόμαστε ψυχικά, που ξεκουραζόμαστε σωματικά, που αναλαμβάνουμε δυνάμεις, σαν τον μυθικό Ανταίο που από τη Γη έπαιρνε δύναμη.

Το σπίτι, επίσης, είναι ο καρπός του αγώνα δυο ανθρώπων, η ανταμοιβή των κόπων τους, το αποτέλεσμα της σκληρής δουλειάς και της οικονομίας, για να έχουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους. Είναι το συναίσθημα του «έχειν», η έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου για ασφάλεια, μα και η μέγιστη και πρωτόφαντη ικανοποίηση ότι δυο άνθρωποι μαζί ένωσαν τις δυνάμεις τους κι έκαναν κάτι δικό τους, χωρίς να περιμένουν από άλλους να τους το δώσουν έτοιμο.    

Σπίτι, για μένα είναι η μυρωδιά που με τύλιγε, μόλις έφτανα έξω από το σπίτι μας, κι ερχόταν από το φούρνο, όταν η μητέρα μου έψηνε τα πρόσφορα και την πίτα, την «κόρτα», που παίρναμε στην εκκλησία για το μνημόσυνο του παπά μου ή των παππούδων μου, μετά την προσφυγιά μας. Αυτή η μυρωδιά του φρεσκοψημένου άρτου είναι αξεπέραστη, διαπερνά κάθε πόρο της ύπαρξής μας, και δεν φεύγει ποτέ.

Σπίτι, πρωτίστως, για μας τους πρόσφυγες είναι το πατρικό μας που κουρσεύτηκε. Για μένα είναι το επιβλητικό αρχοντικό μας σπίτι με τα κεραμίδια, με το ανώι για τις ζεστές νύκτες του καλοκαιριού, με τα σκαλιά της εισόδου που κάναμε τσουλήθρα. Σπίτι για μένα είναι τα περίτεχνα σχέδια στην πόρτα της εισόδου, τα πανέμορφα μαρμαράκια με τα εντυπωσιακά χρώματα και σχέδια, το δωμάτιό μου όπου έκανα τα κοριτσίστικα όνειρά μου. Σπίτι για μένα είναι εκεί που γεννήθηκα, και φυλάω στην πιο πολύτιμη γωνιά της καρδιάς μου τις ανεξίτηλες εικόνες από τον παπά μου να μας διηγείται ιστορίες και να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια, και τη μητέρα μου να μας προλαβαίνει κάθε μας ανάγκη.

Σπίτι, επίσης, είναι οι οικογενειακές φωτογραφίες που βγάλαμε στο φωτογραφείο του Βασιλείου στο Βαρώσι, το σεντούκι με τα προικιά, στην περίπτωσή μας τα πολύχρωμα λευκονοικιάτικα υφαντά, τα ταϊστά, τα μεταξωτά. Επιπρόσθετα, είναι και η σουβάντζα με τα πιάτα της προγιαγιάς, η βιτρίνα με τα κινέζικα βάζα, η αυλή μας με τους λεμονανθούς και τα γιασεμιά.

Το σπίτι μου, μου το θυμίζουν οι δυο φούρνοι της αυλής του πατρικού μου που μοσκοβολούσαν στη γειτονιά σαν φούρνιζε η μητέρα μου στον μεγάλο φούρνο ψωμιά που έβγαιναν αχνιστά και μυρωδάτα, μαζί με τις ελιόπιτες, τις χαλλουμόπιτες, τις τιτσιρόπιτες, και άλλα καλούδια, και το μικρό φουρνάκι για το ψητό της Κυριακής, το κέικ και τον σιμιγδαλένιο χαλβά.

 Σπίτι, τέλος, είναι ο τόπος που θέλουμε να γυρίσουμε. Εκεί που αφήσαμε τα νεανικά μας όνειρα. Εκεί που κάναμε τις ζαβολιές μας. Εκεί που δεθήκαμε με ακατάλυτους δεσμούς αγάπης με την οικογένειά μας.

Πού να καταλάβουν άνθρωποι ψυχροί, άτεγκτοι και αδυσώπητοι, τι σημαίνει σπίτι; Πού να τη βρουν την ευαισθησία, όταν στη θέση της καρδιάς έχουν το χρήμα, το συμφέρον, την εξουσιομανία, την επικράτηση;

Δεν είναι, λοιπόν, για μας το σπίτι ο τόπος που καταλήγεις, όταν δεν έχεις τι άλλο να κάνεις, αλλά ο τόπος όπου παίρνει νόημα η ύπαρξή σου! Προσωπικά, αγάπησα πιο πολύ το σπίτι μου, από πέρσι τέτοιο καιρό που αφυπηρέτησα πρόωρα και έμεινα στο σπίτι. Δεν υπάρχει ωραιότερος τόπος!



Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Τι πήραμε μαζί μας, φεύγοντας από το Λευκόνοικό μας

14 Αυγούστου 1974. 

Από τις 4 το πρωί, μας ξύπνησαν τα εχθρικά αεροπλάνα που πετούσαν από Λευκωσία προς Αμμόχωστο και πετούσαν πάνω από το Λευκόνοικο. Σηκωθήκαμε αλαφιασμένοι. Κατεβήκαμε γρήγορα από το ανώι μας, στο οποίο κοιμόμασταν τα καλοκαίρια για να μας δροσίζει το αεράκι που φυσούσε από το Μερσινίκι μας, και φωνάζαμε στον παπά μου να φύγουμε. Το μόνο που θέλαμε εκείνη την ώρα ήταν να φύγουμε. Να σωθούμε.

Το ίδιο συναίσθημα βίωσαν όλοι εκείνο το πρωινό. Κι έτσι, βρεθήκαμε στο περιβόλι του μακαρίτη του Παναγιώτη στη Μηλιά. Τα πορτοκαλόδεντρα μάς πρόσφεραν ασφάλεια. Βλέπαμε τα αεροπλάνα να συνεχίζουν να περνούν πάνω από το Λευκόνοικο. Μαζί μας πήραμε λίγα χαλλούμια, ψωμί, ντομάτες, αγγουράκια, καρπούζι και πεπόνι. 

Το απόγευμα, γύρω στις πέντε, κινήσαμε για να επιστρέψουμε στο Λευκόνοικο. Είχαν σταματήσει τα αεροπλάνα να πετούν. Θεωρήσαμε ότι θα ήμαστε ασφαλείς. Εξάλλου, φύγαμε για λίγες μόνο ώρες...

Ο Βασίλης ο Κιρλιτσιάς, στρατιώτης τότε, μας σταμάτησε στον δρόμο για το Λευκόνοικο. "Απαγορεύεται να προχωρήσετε. Οι Τούρκοι προχωρούν, και όπου και να'ναι θα μπουν στο Λευκόνοικο", μας είπε.

Μόνο όσοι έζησαν τέτοιες στιγμές, μπορούν να καταλάβουν την απογοήτευση αυτή. Απού φύγει, φύγει. Ένα καραβάνι ξεριζωμένων προχωρούσε στον δρόμο. Κάποιοι με τα τρακτέρ και οι πιο πολλοί με τα αυτοκίνητά μας. Προχωρούσαμε αργά προς τον δρόμο για το Πραστειό, κι από κει για την Άχνα. Κάποια στιγμή, ένα σμήνος αεροπλάνων διέσχισε τον ουρανό, και μάλιστα, πολύ χαμηλά. Μπορούσαν να μας θερίσουν όλους. Πιάστηκε η αναπνοή μας. Ουρλιάζαμε. Ευτυχώς, δεν μας κτύπησαν. Φαίνεται, όμως, ότι ήθελαν να μας αφήσουν να φύγουμε.

Φύγαμε. Νομίζαμε και πάλι ότι θα ήταν για λίγο. Φτάσαμε στην Άχνα, στο σπίτι του μ. του Ττοφαλλή. Μας υποδέχθηκαν θερμά, μαζί με την οικογένεια του αδελφού του, του Κοκή Κωνσταντινίδη. Σε λίγη ώρα, όμως, ακούστηκαν πάλι φήμες έρχονται οι Τούρκοι στην Άχνα. Πάλι νέο φευγιό. Φτάσαμε στην Ξυλοτύμπου, όπου περάσαμε τη νύκτα στο αυτοκίνητό μας.

Μας ρωτάνε αν πήραμε τίποτα μαζί μας, φεύγοντας. Πώς να πάρεις και τι να πάρεις από όλη τη ζωή σου; Πώς να πάρεις σπίτια ολόγιομα από όλα τα καλά; Πώς να πάρεις κάτι, και τι να αφήσεις πίσω; Αλλά, είπαμε, εμείς φύγαμε μόνο για λίγες ώρες, για να προστατευτούμε από τους βομβαρδισμούς. Δεν μπορούσε να περάσει από το μυαλό μας ότι θα φεύγαμε για πάντα. Δεν ξέραμε τι σημαίνει προσφυγιά. Μόνο στα βιβλία διαβάζαμε για τους πρόσφυγες της Μικρασίας που πολύ μας συγκινούσαν οι ιστορίες τους. Πού να ξέραμε ότι μας ανέμενε ίδια μοίρα. 

Μας ρωτάνε, λοιπόν, τι πήραμε μαζί μας, φεύγοντας. Δεν πήραμε υλικά αγαθά. Αλλά πήραμε τα πιο σημαντικά. Αυτά που δεν τα παίρνει κανένας Τούρκος. Πήραμε τον πολιτισμό μας. Τις συνήθειές μας. Την αρχοντιά μας. Τη φιλοξενία μας. Την περηφάνια μας. Τη μόρφωσή μας. Πήραμε αξίες διαιώνιες και αναλλοίωτες. Αυτά είναι ο πλούτος της ψυχής μας.