Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα της Αρχαιότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα της Αρχαιότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4/7/10

Σέτι Α΄


Ο Σέτι Α' (1345-1304 π.Χ. κατά προσέγγιση) ήταν φαραώ της 19ης αιγυπτιακής δυναστείας, γιός του φαραώ Ραμσή Α΄ και πατέρας του Ραμσή Β΄. 
Αφού αποκαταστάθηκε η τάξη στο εσωτερικό της χώρας ύστερα απο τα θυελλώδη γεγονότα που ακολούθησαν την απόπειρα θρησκευτικής μεταρρύθμισης του Αμενόφη (Ακενατόν), από τον Χερουεμχέμπ, τελευταίο φαραώ της 18ης δυναστείας και απο τον Ραμσή Α΄, ο Σέτι ασχολήθηκε με την επιβολή της κυριαρχίας της Αιγύπτου στην Παλαιστίνη και στην Συρία, που κινδύνευε να καταλυθεί λόγω της εξασθένησης της κεντρικής Αιγυπτιακής εξουσίας και της ολοένα μεγαλύτερης πίεσης των Χετταίων. Με αυτούς ήρθε πολλές φορές σε σύγκρουση αλλά δεν κατάφερε ποτέ να τους καταστρέψει. Κατάφερε όμως να ανακτήσει μεγάλο μέρος των διαφιλονικούμενων εδαφών και να τερματίσει νικηφόρα όλες τις εκστρατείες του. Οι εκστρατείες του απαθανατίστηκαν σε ζωφόρουςστην αίθουσα κιόνων του ναού του Καρνάκ, που άρχισε να κατασκευάζεται επί των ημερών του και ολοκληρώθηκε επί βασιλείας του γιου του.

Τουταγχαμών

 Τουταγχαμών, σήμερα, είναι αναμφισβήτητα ο πιο γνωστός Φαραώ της Αιγύπτου. Ωστόσο, πριν από την ανακάλυψη του τάφου του στην Κοιλάδα των Βασιλέων δεν ήταν παρά μόνο μια μικρή μορφή της 18ης Δυναστείας.
Γεννήθηκε γύρω στο 1347 π.Χ. και πέθανε ξαφνικά, σε ηλικία 18 ετών. Τα αίτια του θανάτου του δεν είναι ξεκάθαρα. Μία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που εντοπίστηκε κατά την εξέταση της μούμιας με Ακτίνες Χ, μαρτυρά ότι ο θάνατός του ήταν βίαιος, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν επρόκειτο για δολοφονική επίθεση ή ατύχημα.
Ο τάφος του ανακαλύφθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1922 από τον βρετανό αρχαιολόγο Χάουαρντ Κάρτερ και η σαρκοφάγος ανοίχτηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1923. Ήταν ο πρώτος βασιλικός τάφος που βρέθηκε ασύλητος, γεγονός που αποδίδεται από πολλούς στο θρύλο της κατάρας που τον συνόδευε. Ο Κάρτερ, ως επιστήμονας, τον απέρριψε από την πρώτη στιγμή.

3/7/10

Μαθουσάλας


Ο Μαθουσάλα (στα Εβρ. מְתוּשֶׁלַח, Μετουσέλαχ/Μετουσάλαχ) είναι ο μακροβιότερος άνθρωπος που αναφέρεται από την Βίβλο. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι έζησε 969 έτη. (Γένεση 5:27, Ο' ) Σήμερα το όνομα αυτό είναι συνώνυμο με κάθε πλάσμα που φτάνει σε πολύ μεγάλη ηλικία.
Στο βιβλίο της Γένεσης αναφέρεται ως γιος του Ενώχ και πατέρας του Λαμέχ τον οποίο απέκτησε σε ηλικία 187 ετών. Μελετητές της Βίβλουυποστηρίζουν ότι πέθανε στον κατακλυσμό, αλλά το κείμενο δεν ξεκαθαρίζει τα αίτια του θανάτου του. Κάποιοι άλλοι τον συνδέουν με την περίοδο χάριτος του Θεού προς τους ανθρώπους που τερματίστηκε με τον θάνατο του Μαθουσάλα και την έναρξη του Κατακλυσμού.
Στο απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ επαναλαμβάνεται ότι ήταν γιος του Ενώχ και ότι είχε αδέρφια. Ο συγγραφέας του βιβλίου (ψευδεπίγραφη αναφορά στον Ενώχ ως συγγραφέα) πληροφορεί τον Μαθουσάλα για τον Κατακλυσμό και την έλευση της Μεσσιανικής Βασιλείας.


6/3/10

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγιρα της Χαλκιδικής και πέθανε το 322π.Χ. στη Χαλκίδα. Ο πατέρας του ο Νικόμαχος ήταν γιατρός και προόριζε τον Αριστοτέλη για διάδοχο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αυτό δικαιολογείται καθώς επρόκειτο για εποχή που οι ιατρικές γνώσεις και μέθοδοι κρατούνταν μυστικές και κληροδοτούνταν από τον πατέρα στο γιο. Ο πατέρας του όμως πέθανε όταν ο Αριστοτέλης ήταν περίπου δέκα ετών κι έτσι δεν ακολούθησε τον επαγγελματικό χώρο της ιατρικής. Στη συνέχεια ανατράφηκε από το θείο του τον Πρόξενο, ο οποίος τον δίδαξε ελληνικά, ρητορική και ποίηση. Στα 367 ο Αριστοτέλης μαθήτευσε στην Ακαδημία του Πλάτωνος στην Αθήνα. Έπειτα δίδαξε στη σχολή -σύμφωνα με το Διογένη το Λαέρτιο- ρητορική και διαλεκτική.

Είναι γεγονός ότι οι πολιτικές του αντιλήψεις διέφεραν σε πολλά σημεία από τις πολιτικές θεωρήσεις του Πλάτωνος. Σε αντιπαράθεση με την άποψη του Πλάτωνος ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να είναι οι βασιλείς, ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Δεν είναι απλώς περιττό για ένα βασιλιά να είναι φιλόσοφος, αλλά αποτελεί μειονέκτημα. Καλύτερα ένας βασιλιάς να συμβουλεύεται τους αληθινούς φιλοσόφους. Έτσι θα μπορούσε να γεμίσει τη βασιλική του εξουσία με καλές πράξεις και όχι με καλά λόγια.».
Μεγάλη είναι η συνεισφορά του στη φυσική φιλοσοφία. Μελέτησε την ύλη, τις μεταβολές, την κίνηση, το χώρο, το χρόνο και το διάστημα. Συνέβαλλε καθοριστικά στην ανάπτυξη και εξέλιξη τηςαστρονομίας -δίνοντας έμφαση στους κομήτες-, της χημείας -δίνοντας έμφαση σε ορισμένες διαδικασίες όπως η καύση-, της μετεωρολογίας -καθώς επιδόθηκε στη σπουδή των συννεφών-, και αναμφισβήτητα της μαθηματικής επιστήμης με τη συστηματοποίηση του αφαιρετικού - συμπερασματικού τρόπου σκέψης.
Πηγή: filosofia.gr

21/2/10

Ραμσής Β΄

Ο Ραμσής Β΄ ή αλλιώς γνωστός ως Ραμσής ο Μεγάλος, (στην ελληνική βιβλιογραφία μπορεί να βρεθεί και ως Ραμέσης Β΄, ενώ στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστό και ως Οζυμάνδιος από τη παραφθορά του επίσημου βασιλικού τίτλου του Ραμσή που ήταν Ούσερ-μαατ-ρε Σέτεφ-εν-ρε), ήταν ο τρίτος Φαραώ της 19ης δυναστείας και ο ισχυρότερος όλων των Αιγυπτίων ηγεμόνων. Θεωρείται από τους ερευνητές ως ο Φαραώ της Εξόδου΄των Ισραηλιτών όπως χαρακτηρίστηκε η φυγή τους από την Αίγυπτο όπου οι ίδιοι προηγουμένως είχαν επιλέξει να πάνε.
Η ζωή και η οικογένεια του
Γεννήθηκε το 1303 π.Χ. και ήταν ο δεύτερος γιος του Φαραώ Σέτι Α΄ και της βασίλισσας Τούγιας, ο οποίος τον έχρισε αντιβασιλέα το 1289 π.Χ., όταν ο Ραμσής ήταν 14 ετών δηλαδή. Στα 24 του, 1279 π.Χ. ανέλαβε την εξουσία και βασίλεψε μέχρι το 1213 π.Χ. σύμφωνα με τον ιστορικό Μανέθων. Ο Ραμσής είχε δυο αδερφές, τη μεγαλύτερη του πριγκίπισσα Τία και την μικρότερη του πριγκίπισσα Χανουτμίρε, την οποία και παντρεύτηκε. Η επίσημη σύζυγος του Ραμσή ήταν η βασίλισσα Νεφερτάρι αλλά είχε άλλες 7 βασιλικές συζύγους. Αυτές ήταν η Ισετνοφρέτ, μητέρα του διαδόχου του Ραμσή, η Βιντάναθ, η Μεριχτάμην, η Νεμπετάβυ, και οι τρείς ήταν κόρες του Ραμσή, η Χανουτμίρε, η αδερφή του όπως ήδη αναφέρθηκε, η Μααθορνεφέρου, η κόρη του Χετταίου βασιλία και ακόμα μια Χετταία πριγκίπισσα της οποίας το όνομα δεν σώζεται σε κανένα κείμενο.

Εδώ να σημειωθεί ότι στην αρχαία Αίγυπτο ήτανε σύνηθες φαινόμενο να γίνονται γάμοι μεταξύ των μελών της βασιλικής οικογένειας, διότι θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους των θεών και δεν μπορούσανε να ενώσουν το αίμα τους με αίμα κοινών θνητών. Εκτός των άλλων ο Φαραώ είχε το δικαίωμα όταν πέθαινε η σύζυγος του να παντρευτεί την κόρη ή τις κόρες της, καθώς οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πιστεύανε ότι μέσα από τους απογόνους τους ζει το πνεύμα τους και η συνέχεια τους. Ο Ραμσής έκανε περίπου 100 παιδία, οι μελετητές υπολογίζουν πως έκανε 45 με 55 γιους και 40 με 50 κόρες. Τα πιο γνωστά από τα παιδία του είναι, ο διάδοχος του και 13ος γιος του, Μερνεφθά, ο Χαεμσέτ, ο Άμουν-χε-χέρεσεφπου ήταν ο πρωτότοκος γιος του Ραμσή και οι κόρες του και μετέπειτα σύζυγοι του Μειχταμήν, Βιντάναθ και Νεμπετάβυ. Ο Ραμσής χτυπήθηκε σε μεγάλη ηλικία από αρθριτικά και σκλήρυνση των αιμοφόρων αγγείων. Πέθανε το 1213 π.Χ. σε ηλικία περίπου 90 χρονών. Το όνομα του έμεινε δοξασμένο στους αιώνες και μέχρι και όταν έπεσε το Νέο Βασίλειο της Αιγύπτου, όλη πιστεύανε ότι ένας απόγονος του θα έσωζε τη χώρα από τη καταστροφή. Ύστερα από τον Ραμσή Β΄ άλλοι εννέα Φαραώ πήρανε το όνομα του, για να προσδώσουν κύρος στη βασιλεία τους. Ο μεγάλος ηγεμόνας θάφτηκε στη Κοιλάδα των Βασιλέων, στη νεκρόπολη που βρισκόταν στα δυτικά των Θηβών και συγκεκριμένα στο τύμβο που σήμερα ονομάζεται KV7. Η μούμια του φυλάσσεται στο Μουσείο του Καΐρου.
Η εξωτερική πολιτική του
Η εξωτερική πολιτική του ήταν κυρίως επιθετική με σκοπό τη προάσπιση των συμφερόντων της Αιγύπτου στη συριακή και παλαιστινιακή επικράτεια. Για αυτό το λόγο ο Ραμσής διενέργησε πολλούς πολέμους στους γείτονες του.
 Στο 2ο έτος της βασιλείας του ο Ραμσής αντιμετώπισε την λεηλασία των παράκτιων πόλεων της Αιγύπτου από τους «Λαούς της Θάλασσας», πιο συγκεκριμένα πειρατές από τη Λυκία και πειρατές Šardana. Έχτισε πολλά παράκτια παρατηρητήρια και εφοδίασε της νηοπομπές και τα καραβάνια με αμυντικό στρατό υπεύθυνο για τη φύλαξη των εμπορικών περασμάτων. Αρκετές πηγές αναφέρουν ότι στα ανοιχτά τουΝείλου δόθηκε και μια ναυμαχία, αλλά δεν έχουν επιβεβαιωθεί ακόμα με ευρήματα.
 Στο 4ο έτος της βασιλείας του ο Φαραώ εκστράτευσε εναντίον της γης της Χαναάν και της Παλαιστίνης. Αυτή η εκστρατεία αποδείχθηκε νικηφόρα καθώς νίκησε και αιχμαλώτισε δυο πρίγκιπες που ήταν υποτελείς των Χετταίων.
 Στο 5ο έτος της βασιλείας του επανέλαβε μια εκστρατεία στην περιοχή της Παλαιστίνης και της Συρίας, όταν έγινε και η περίφημη μάχη του Καντές, με σκοπό να εμποδίσει την προέλαση των Χετταίων προς το νότο. Την μάχη ουσιαστικά κερδίσανε οι Αιγύπτιοι, καθώς είχανε πέσει σε ενέδρα Χετταίων, και ο νεαρός Φαραώ όχι μόνο δεν πτοήθηκε αλλά συγκέντρωσε τα σκόρπια, υποχωρούντα, στρατεύματα του, έκανε μια αντεπίθεση και κατατρόπωσε τους Χετταίους. Ο Ραμσής βέβαια δεν κατάφερε να εισβάλει στο οχυρό τους, ύστερα αναγκάστηκε να τους παραχωρήσει και τη περιοχή της Αμορού, οπότε κατηγορήθηκε ότι απέτυχε. Όμως κατάφερε να ανακόψει την προέλαση των Χετταίων, να τους προκαλέσει βαριές απώλειες και να τους αποδείξει ότι, αν και νεαρός ήταν πολύ ισχυρότερος και ικανότερος από τους Χετταίουςηγεμόνες.
 Στο 7ο έτος της βασιλείας του, μαζί με τον γιο του Άμουν-χε-χέρεσεφ, οδήγησε μια νέα εκστρατεία στη Συρία και κατέλαβε τις πόλεις Νεγέβ,Μωάβ, Ιερουσαλήμ, Ιεριχώ, Δαμασκό, Κουμίδ και Ούπι ενώ κατέστησε τους Εδωμίτες και τους Ζχάσους υποτελείς του.
 Στο 9ο έτος της βασιλείας του έκανε την τελευταία εκστρατεία του στη Συρία και επανέκτησε τη περιοχή της Αμορού και κατέλαβε τη πόλη Τουνίπ. Μετά από αυτή την εκστρατεία έκλεισε συνθήκη ειρήνης με τους Χετταίους και παντρεύτηκε δυο πριγκίπισσες τους για να σφραγίσει για πάντα αυτήν την ειρήνη.
 Ο Ραμσής ανέλαβε εκστρατείες και στη Νουβία, νότια της Αιγύπτου, μαζί με δυο γιους του, υποτάσσοντας τους αυτόχθονες κατοίκους της περιοχής και καθιστώντας τους υποτελείς του.
 Στη περιοχή των βορειοανατολικών παράλιων της Λιβύης, που είχε κατακτήσει ο Σέτι Α΄, ο πατέρας του Ραμσή, κτίστηκαν πολλά παράκτια φρούρια και ενισχυθηκαν οι φρουρές της περιοχής για τη διαφύλαξη των εμπορικών καραβανιών.
Η εσωτερική πολιτική του
Ο Ραμσής με τις εκστρατείες του επέφερε εσωτερική σταθερότητα και οικονομική άνθηση στην Αίγυπτο για αυτό και στο 30ο έτος της βασιλείας του χαρακτηρίστηκε ως Θεός. Κανένας προκάτοχος του θρόνου δεν είχε καταφέρει τόσα πολλά σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και σε τόσο νεαρή ηλικία. Θέλοντας να αφήσει το όνομα του και τα κατορθώματα του αθάνατα στο πέρασμα των αιώνων, έχτισε πληθώρα μνημείων με απεικονίσεις των μαχών και των εκστρατειών του. Η οικονομική και πολιτιστική άνθηση που έφεραν τα έργα του, τον έκαναν ακόμα πιο αγαπητό στο λαό του. Τα πιο σημαντικά μνημεία που έχτισε είναι:
 Η πόλη Πι-Ραμές Αα-Νακτού, που σημαίνει «Επικράτεια του Ραμσή Β΄, Κυρίαρχο στη νίκη». Η πόλη Πι-Ραμές κτίστηκε στο ανατολικό Δέλτα, κοντά στη πόλη Καντίρ. Εκεί που βρισκόντουσαν οι θερινές κατοικίες του πατέρα του, τις οποίες επέκτεινε και διακόσμησε με δικά του γλυπτά και απεικονίσεις.
 Το Ραμέσσειο, κοντά στη Κούρνα, δυτικά των Θηβών, που είναι ένα σύμπλεγμα ναών και σχολείων, αφιερωμένα στον Ραμσή και τον πατέρα του και διακοσμημένα μόνο με σκηνές από τη μάχη του Καντές.
 Το περίφημο Αμπού Σίμπελ, στη νότια Αίγυπτο, ένα από τα πιο καλά διατηρημένα ιερά της αρχαίας Αιγύπτου, αφιερωμένο στον Ραμσή, στη γυναίκα Νεφερτάρι και σε 4 θεότητες. Ένα λαμπρό δείγμα της αρχιτεκτονικής του Νέου Βασιλείου.
 Το ναό της Καλάμπσα και το ναό «Το σπίτι του Φθα» στη βόρεια Νουβία.
 Οι τύμβοι της συζύγου, Νεφερτάρις, και ο δικός του, είναι χαρακτηριστικά δείγματα της νεκρικής τέχνης που ακολουθούσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι στη ταφή των βασιλέων τους.
 Ο Ραμσής άφησε πίσω του και πολλά αγάλματα με τον ίδιο να απεικονίζετε με τα βασιλικά διαδήματα ή με στρατιωτική ενδυμασία ή να πλαισιώνετε από θεούς που τον αναγνωρίζουν ως όμοιο τους.
Πηγή: Βικιπαίδεια

8/12/09

Βελισάριος

Ο Βελισάριος ή Βελισσάριος (λατ. Flavius Belisarius, Γερμανίκεια Θράκηςμεταξύ 500 και 505 μ.Χ.- Κωνσταντινούπολη 565) ήταν Βυζαντινός στρατηγός επί Ιουστινιανού Α΄. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους στρατιωτικούς της βυζαντινής και μεσαιωνικής περιόδου και ένας από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες όλων των εποχών. Διακρίθηκε σε όλα τα μέτωπα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους εκείνης της εποχής (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Ιταλία, Βαλκάνια) με την εξαίρεση της Ισπανίας. Επίσης εισήγαγε πολλές καινοτομίες στην εκπαίδευση και οργάνωση του ρωμαϊκού στρατού της εποχής, καθώς και στην τακτική των επιχειρήσεων. Υπήρξε ένας από τους στενούς συνεργάτες του Ιουστινιανού, στην προσπάθεια του τελευταίου να ανασυστήσει την αρχαία ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η ζωή και η σταδιοδρομία του παρουσιάζουν εντονότατες εναλλαγές της τύχης, από τον θρίαμβο και τη δόξα στον παραμερισμό και την απώλεια κάθε εύνοιας, αξιωμάτων και περιουσίας και αντιστρόφως. Ο βίος και τα κατορθώματά του τροφοδότησαν πολλές λαϊκές αφηγήσεις αλλά και λογίους και καλλιτέχνες από τη βυζαντινή μέχρι την νεότερη εποχή, καθώς ο Βελισάριος έγινε παράδειγμα τραγικού ήρωα.
Εναντίον των Οστρογότθων
Στις αρχές του 535 η φιλοβυζαντινή βασίλισσα των Οστρογότθων Αμαλασούνθα, συνελήφθη, φυλακίστηκε και τον Απρίλιο του ιδίου έτους δολοφονήθηκε με την ανοχή του νέου συζύγου της, Θευδάτου. Η αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στην Ιταλία έδωσε στον Ιουστινιανό το πρόσχημα που ζητούσε για να κινηθεί εναντίον των Οστρογότθων. Η ταχεία και απροσδόκητα εύκολη κατάλυση του βανδαλικού βασιλείου συνέβαλε προς την απόφαση του Ιουστινιανού να επιδιώξει με στρατιωτικά μέσα την προσάρτηση της Ιταλίας.

Την υλοποίηση των σχεδίων του αυτοκράτορα ανέλαβαν οι στρατηγοί Βελισάριος, που κινήθηκε με στόλο εναντίον της Σικελίας με 12.000 άνδρες, και ο Μούνδος, που προέλασε προς τη γοτθική Δαλματία με 4.000 άνδρες. Η Σικελία ήταν σχεδόν αφύλαχτη από γοτθικές φρουρές, με συνέπεια μέσα σε επτά μήνες να αποτελεί τμήμα της ανατολικής αυτοκρατορίας. Μόνον η Πάνορμος (σημ. Παλέρμο) πρόβαλε αντίσταση, χωρίς αποτέλεσμα.
Η απώλεια ενός τόσο μεγάλου τμήματος της επικράτειάς του, πανικόβαλε τον Θευδάτο. Ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Ιουστινιανό, αλλά πολύ σύντομα άλλαξε γνώμη. Αιτία ήταν η εσπευσμένη αναχώρηση του Βελισάριου για την Αφρική, όπου είχε εκδηλωθεί μεγάλη στάση μεταξύ των απλήρωτων στρατιωτών, και ο θάνατος του στρατηγού Μούνδου στη Δαλματία.
Όμως ο Βελισάριος κατάφερε σε ελάχιστο χρόνο να επαναφέρει την πειθαρχεία στις ρωμαϊκές δυνάμεις της Αφρικής και να επιστρέψει στην Ιταλία. Αποβιβάστηκε στο νότιο άκρο της Καλαβρίας (αρχές καλοκαιριού του 536) και προέλασε ταχύτατα προς Βορρά. Οι ελληνόφωνοι κατά κύριο λόγο πληθυσμοί υποδέχονταν τους Βυζαντινούς σαν ελευθερωτές. Ακόμη και οι γοτθικές δυνάμεις της περιοχής, υπό την ηγεσία του γαμβρού τού Θευδάτου, παραδόθηκαν στον Βελισάριο χωρίς καν να προβάλουν αντίσταση. Η προέλαση διακόπηκε κάτω από τα τείχη τηςΝεάπολης. Η πόλη αυτή διέθετε ισχυρή γοτθική φρουρά, ίση με τη δύναμη του Βελισάριου. Επίσης η οχυρή θέση της ενθάρρυνε τους κατοίκους της να αντισταθούν στον Βυζαντινούς. Πράγματι, η πόλη αντιστάθηκε επιτυχώς για έναν μήνα περίπου, σε σημείο που ο Βελισάριος ετοιμάστηκε να άρει την πολιορκία για να μην χρονοτριβήσει περαιτέρω. Τότε όμως, κάποιοι στρατιώτες του βρήκαν τυχαία μία δίοδο προς το εσωτερικό των τειχών μέσα από το υδραγωγείο της πόλης. Ένα απόσπασμα 400 επίλεκτων ανδρών εισήλθε στην πόλη και άνοιξε τις πύλες για τον υπόλοιπο στρατό.[18]
Η πτώση της Νεάπολης (536) συγκλόνισε τους Οστρογότθους. Υπεύθυνος θεωρήθηκε ο Θευδάτος που δεν είχε πράξει κάτι σημαντικό στον στρατιωτικό τομέα για την αναχαίτιση του Βελισάριου. Ο ηγεμόνας των Γότθων εκθρονίστηκε και λίγο αργότερα εκτελέστηκε, ενώ τη θέση του κατέλαβε ένας γηραιός στρατηγός τού Θευδέριχου, ο Ουΐτιγγης ή Βίτιγκ. Ο τελευταίος άφησε ισχυρή φρουρά στη Ρώμη και έφυγε για τηΡαβέννα, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κύριος όγκος των γοτθικών στρατευμάτων. Επιπλέον αντιμετώπιζε μια φραγκική εισβολή στη βόρειο Ιταλία, για την οποία, όπως και στην περίπτωση της επαναστατημένης εναντίον του Γελίμερου Σαρδηνίας, ευθυνόταν οι διπλωματικοί χειρισμοί του Ιουστινιανού.[19]
Ο Ουΐτιγης εξαγόρασε την αποχώρηση των Φράγκων από την Ιταλία με χρυσό και εδαφικές παραχωρήσεις και σύντομα ήταν έτοιμος να αντεπιτεθεί στους Βυζαντινούς. Ενόσω βρισκόταν στην Ραβέννα, παντρεύτηκε την κόρη της Αμαλασούνθας, Ματασούνθα για να νομιμοποιήσει την εξουσία του. Εν τω μεταξύ ο Βελισάριος είχε γίνει κύριος της Αιώνιας Πόλης αναίμακτα. Η παλαιά Ρώμη άνοιξε τις πύλες της στους στρατιώτες της Νέας Ρώμης μετά από σύντομες διαπραγματεύσεις, την ίδια ώρα που η γοτθική φρουρά εγκατέλειπε την πόλη (9 Δεκ. 536). Για τον Ιουστινιανό η ανάκτηση της Ιταλίας είχε επιτευχθεί το ίδιο εύκολα και γρήγορα όπως η βανδαλική Αφρική. Όμως ο Βελισάριος άρχισε να ετοιμάζεται πυρετωδώς για μακρά πολιορκία, καθώς γνώριζε ότι οι Γότθοι θα έκαναν το παν για να ανακτήσουν τη Ρώμη όπως και όλες τις απολεσθείσες περιοχές. Για την υπεράσπιση της Ρώμης δεν διατίθεντο περισσότεροι από 5.000 άνδρες, αφού οι υπόλοιποι επάνδρωναν φρουρές στη Σικελία και την νότιο Ιταλία.[20]
Οι Γότθοι έφθασαν κάτω από τα τείχη της Ρώμης τον Μάρτιο του 537 με στρατό 150.000 θωρακισμένων ιππέων, κατά κύριο λόγο, όπως μας πληροφορεί ο Προκόπιος.[21] Οι Ρωμαίοι είχαν προλάβει να προετοιμαστούν αρκετά καλά, αλλά ο Βελισάριος, όπως συνήθιζε, δεν αρκέστηκε σε μια παθητική άμυνα. Κάθε τόσο καταπονούσε τους πολιορκητές του με γρήγορες και ξαφνικές εξόδους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν άφηνε ποτέ τους εχθρούς του να αναπαυτούν, καταφέρνοντας επιπλέον να διατηρήσει ανοικτές τις θαλάσσιες επικοινωνίες του για μεγάλο διάστημα. Από την άλλη πλευρά των τειχών, οι Γότθοι ταλαιπωρούνταν και από επιδημίες. Όσο και αν δυσκόλευαν τους Ρωμαίους, αυτοί βρίσκονταν πάντα σε χειρότερη θέση. Συνέχιζαν όμως να στενεύουν τον κλοιό, και όταν κατάφεραν να αποκλείσουν τη Ρώμη και από θαλάσσης, οι πολιορκημένοι βρέθηκαν σε απόγνωση. Η δυσφορία των κατοίκων εκφράστηκε κυρίως από τους συγκλητικούς και την αριστοκρατία, αρκετοί εκ των οποίων συνελήφθησαν από τον Βελισάριο. Μεταξύ αυτών ήταν και ο πάπας Σιλβέριος. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του Βελισάριου λόγω του αξιώματος τού Σιλβέριου, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε στην Ανατολή, επειδή θεωρήθηκε ύποπτος συνεργασίας με τους Γότθους.[22]
Οι πολυπόθητες ενισχύσεις, περί τις 5.000, έφτασαν τον Νοέμβριο του επόμενου έτους. Τώρα ο Βελισάριος είχε τη δυνατότητα να επιχειρήσει τολμηρότερες ενέργειες. Με όλο και αυξανόμενες επιδρομές στα μετόπισθεν των Γότθων, έπληττε τις γραμμές ανεφοδιασμού τους, καταλαμβάνοντας μάλιστα κάποιες πόλεις και οχυρά σε καίρια σημεία. Έτσι οι Γότθοι μετατράπηκαν από πολιορκητές σε πολιορκημένους και τον Μάρτιο του 538, μετά από ένα χρόνο και εννέα ημέρες, έλυσαν την πολιορκία. Κατευθύνθηκαν βόρεια με τους Βυζαντινούς στο κατόπι τους. Οι τελευταίοι, με ευκίνητες δυνάμεις ιππικού, ενεργούσαν σε μεγάλη ακτίνα, τόσο απασχολώντας τους εχθρούς τους όσο και καταλαμβάνοντας διάφορες πόλεις. Τον Ιούνιο του 538 αφίχθησαν στην Ιταλία νέες ενισχύσεις (7.000) υπό τον Ναρσή, οι οποίες όμως δεν είχαν τα αποτελέσματα που ανέμενε ο Ιουστινιανός. Ο Ναρσής δεν έδειχνε διάθεση να αναγνωρίσει την αρχιστρατηγία του Βελισάριου. Ο τελευταίος αξίωνε απ’ όλους απόλυτη υπακοή στις διαταγές του, αφού είχε διοριστεί από τον Ιουστινιανό αρχιστράτηγος του μετώπου στην Ιταλία. Από την άλλη ο Ναρσής, έχοντας την εύνοια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, έβρισκε προσχήματα για να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία του Βελισάριου.[23]Αποτέλεσμα των διαφωνιών των δύο στρατηγών ήταν η πτώση της μεγάλης και εύρωστης πόλης των Μεδιολάνων (σημ. Μιλάνο, αρχές του 539) στους συνασπισμένους Γότθους και Βουργουνδίους. Η πόλη λεηλατήθηκε άγρια με αποτέλεσμα να καταστραφεί τελείως, ο ανδρικός πληθυσμός σφαγιάστηκε και τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν ως δούλοι στους Βουργουνδίους.
Η καταστροφή των Μεδιολάνων, που από τις σύγχρονες πηγές περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα, προκάλεσε βαθιά εντύπωση, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιουστινιανός δεν επέρριψε ευθύνες σε κάποιον, ωστόσο ανακάλεσε τον Ναρσή, αφήνοντας τον Βελισάριο μοναδικό αρχηγό των δυνάμεων στην Ιταλία. Η κατάσταση στη χερσόνησο είχε γίνει ιδιαίτερα δύσκολη και πολύπλοκη. Επιπλέον οι Φράγκοι εισέβαλαν ξανά στη βόρειο Ιταλία καταστρέφοντας και λεηλατώντας. Μάλιστα λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης, Γότθοι και Βυζαντινοί σκέπτονταν σοβαρά το ενδεχόμενο σύμπραξης εναντίον των Φράγκων.[24] Τελικά οι τελευταίοι, αφού ερήμωσαν μεγάλες εκτάσεις της βορειοϊταλικής υπαίθρου, υπέκυψαν στον λιμό που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει και αποσύρθηκαν πέρα από τις Άλπεις.[25]
Ως εκ τούτου, οι εχθροπραξίες μεταξύ Γότθων και Βυζαντινών ξανάρχισαν. Τώρα όμως οι Βυζαντινοί διέθεταν ενιαία ηγεσία και σύντομα περιόρισαν τον Ουΐτιγγη στη Ραβέννα. Αλλά και αυτός δεν έμεινε άπραγος. Ενώ είχε προετοιμαστεί όσο καλύτερα γινόταν για πολιορκία, απέστειλε πρέσβεις στην Περσία με την ελπίδα ότι μια αναζωπύρωση του ανατολικού μετώπου της αυτοκρατορίας, θα μείωνε την πίεση των Βυζαντινών εναντίον του. Όταν μαθεύτηκαν οι διπλωματικές κινήσεις των Γότθων, ο Ιουστινιανός ειδοποίησε τον Βελισάριο να εγκαταλείψει την Ιταλία και να σπεύσει στην Κωνσταντινούπολη, εν όψει ενός νέου πολέμου με τους Πέρσες. Αλλά ο Βελισάριος δεν ήθελε να αφήσει την πολύμηνη πολιορκία να πάει χαμένη. Αντ’ αυτού, επέσπευσε τις προσπάθειές του, με αποτέλεσμα η Ραβέννα να παραδοθεί κατόπιν τεχνάσματος (Μάιος του 540). Αρκετοί ευγενείς (Γότθοι και Ρωμαίοι) είχαν προτείνει στον Βελισάριο το στέμμα της Ιταλίας. Ακόμη και ο Ουΐτιγγης είχε έρθει σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Βυζαντινό στρατηγό με ανάλογες προτάσεις. Ο Βελισάριος συμφώνησε με όλες τις πλευρές και όταν εισήλθε στη Ραβέννα, ανακοίνωσε ότι καταλαμβάνει την πόλη στο όνομα του Ιουστινιανού. Ακολούθως επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη με αιχμαλώτους τον Ουΐτιγγη, την Ματασούνθα και άλλους επιφανείς Γότθους, καθώς φυσικά και με πολλά λάφυρα, μεταξύ αυτών και τους βασιλικούς θησαυρούς.
Πηγή: Βικιπαίδεια

6/12/09

Νεφερτίτη

Η Νεφερτίτη (περίπου 1370 - 1330 π.Χ.) ήταν σύζυγος του Φαραώ Ακενατόν. Η Νεφερτίτη και ο σύζυγος της ήταν γνωστοί για το ότι εισήγαγαν το μονοθεϊσμό στην Αιγυπτιακή θρησκεία. Πίστευαν μόνο στον θεόΑτόν (Άθωνα).
Η Νεφερτίτη ήταν επίσης γνωστή στην Αίγυπτο για την ομορφιά της. Ήταν περήφανη για τον μακρύ λαιμό της. Το όνομά της σημαίνει «έφτασε η όμορφη».
Είχε πολλούς τίτλους. Για παράδειγμα στο χώρο λατρείας Καρνάκ βρέθηκαν οι επιγραφές: η Κληρονόμος, η Αγαπητή, Κυρά της Άνω και Κάτω Αιγύπτου, Σύζυγος του Μεγάλου Βασιλιά, Κυρά των Δύο Χωρών και άλλες.

Έγινε ευρύτερα γνωστή εξαιτίας της προτομής που βρίσκεται τώρα στο Altes Museum του Βερολίνου. Η προτομή της είναι ένα από τα έργα τέχνης της αρχαίας Αιγύπτου με τα περισσότερα αντίγραφα. Η φιλοτέχνησή του αποδίδεται στον γλύπτη Τουθμόση και βρέθηκε στο εργαστήριό του. Η κατασκευή της προτομής δείχνει χαρακτηριστικά την κατανόηση που είχαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι για τις διαστάσεις του ανθρώπινου προσώπου.
Μερικοί λόγιοι υποστηρίζουν πως η Νεφερτίτη κυβέρνησε για μια σύντομη περίοδο μεταξύ του θανάτου του συζύγου της και την ενθρόνιση του Τουταγχαμόν με το όνομα Ankhkheprure Neferneferuaten. Πρόσφατες έρευνες θέτουν υπό αμφιβολία αυτόν τον ισχυρισμό. Υπάρχει επίσης σύγχυση σε σχέση με τον συμβασιλέα γνωστό ως Smenkhkare ο οποίος ως ενθρονισμένος είχε το όνομα Ankhkheprure Smenkhkare.
Πηγή: Βικιπαίδεια

24/11/09

Αντίπατρος ο Σιδώνιος

Ο Αντίπατρος ήταν Έλληνας συγγραφέας και ποιητής του 2ου αιώνα π.Χ.. Είναι γνώστος για την λίστα που συνέταξε για τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Μάλιστα λέγεται ότι τα επισκέφτηκε όλα για να διαπιστώσει ιδίοις όμασι αν άξιζε να συμπεριληφθούν στην λίστα του. Από σωζόμενα γραπτά που έχουμε φαίνεται να μαγεύτηκε από την μεγαλοπρέπεια του Ναού της Άρτεμης στην Έφεσο όπου και το παρομοίασε με τον Όλυμπο. Πιθανολογείται ότι ο ίδιος μαζί με τον μαθηματικό και αρχιτέκτονα Φίλωνα τον Βυζαντινό (γεννημένος το 280 π.Χ. περίπου) ήταν παρατηρητές των επτά θαυμάτων.

14/11/09

Φίλων ο Αλεξανδρεύς

Ο Φίλωνας, Φίλων ο Αλεξανδρεύς (Φίλων της Αλεξάνδρειας) ή Φίλων (ο) Ιουδαίος (λατ. Philo Judaeus) (20 ΠΚΧ - 50 ΚΧ) ήταν ελληνιστής Ιουδαίος φιλόσοφος ο οποίος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια τηςΑιγύπτου, η οποία αποτελούσε εκείνη την εποχή κέντρο της εβραϊκής διασποράς.
Οι ελάχιστες βιογραφικές πληροφορίες για τον Φίλωνα προέρχονται από τα δικά του έργα, συγκεκριμένα στο έργο του Πρεσβεία προς Γάιον, και από τον Ιώσηπο στο έργο του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία.

Το έργο του
Ο Φίλων χρησιμοποίησε την αλληγορία για να αναμείξει και να εναρμονίσει την ελληνική φιλοσοφία και τονΙουδαϊσμό—αν και δεν θεωρείται ότι αυτή η προσέγγιση ήταν αντιπροσωπευτική των Ιουδαίων της διασποράς[1]. Η μεθοδολογία του περιλάμβανε πρακτικές τόσο της ιουδαϊκής ερμηνευτικής όσο και της στωικής φιλοσοφίας. Ορατές είναι επίσης οι πυθαγοριστικές επιρροές, όπως η κρυπτοσυμβολιστική και η προσκόλληση στην αυτοπειθαρχία ως προετοιμασία για την αθανασία. Αν και τα έργα του δεν έγιναν ευρέως αποδεκτά από τους συγχρόνους του, οι χριστιανοί εκκλησιαστικοί πατέρες, από το 150 ΚΧ και μετά, έκαναν δεκτό το έργο του με ενθουσιασμό εντοπίζοντας σε αυτό μια μορφή κρυμμένου Χριστιανισμού. Οι φιλελεύθεροι, εκκοσμικευμένοι Ιουδαίοι της Αλεξάνδρειας αντιμετώπιζαν τον Φίλωνα ως ιουδαϊκό αντίστοιχο του Πλάτωνα[2].
Ο Φίλων ταύτισε τον Λόγο των Στωικών, δηλαδή την αρχή που συγκροτεί το σύμπαν, με την πρωτόκτιστη σοφία του Θεού που αναφέρεται στηΜετάφραση των Εβδομήκοντα της Εβραϊκής Βίβλου, διά της οποίας πλάστηκε ο κόσμος, και αυτός ο συσχετισμός επηρέασε εμφανώς την πρωτοχριστιανική Χριστολογία[3]. Ο Ευσέβιος Καισαρείας έκανε την υπόθεση ότι οι Εσσαίοι «θεραπευταὶ καὶ θεραπευτρίδες» στην έρημο της Αιγύπτου, οι οποίοι αναφέρονται από τον Φίλωνα (Περί Βίου Θεωρητικού ή Ικετών), ήταν στην πραγματικότητα μια χριστιανική ομάδα, «ὅτι δὲ τοὺς πρώτους κήρυκας τῆς κατὰ τὸ εὐαγγέλιον διδασκαλίας τά τε ἀρχῆθεν πρὸς τῶν ἀποστόλων ἔθη παραδεδομένα καταλαβὼν ὁ Φίλων ταῦτ’ ἔγραφεν, παντί τῳ δῆλον». (Εκκλησιαστική Ιστορία 2.17.24) Ο Φίλων απέδιδε την προέλευση της ελληνικής φιλοσοφίας στην Πεντάτευχο. Σαν τοναπόστολο Παύλο, ο Φίλων θεωρούσε ότι η σεξουαλική διαστροφή και αταξία αποτελούν σύμπτωμα ειδωλολατρίας. Απέρριπτε την ελληνικήηθική παράδοση και θεωρούσε την αποκαλυμμένη θρησκεία ανώτερη από τη φιλοσοφία. Αν και εξυμνούσε τη σπουδαιότητα της μελέτης των επιστημών η οποία με τη σειρά της προωθεί την εμβάθυνση στη φιλοσοφία με απώτερο σκοπό την υψηλού επιπέδου θεολογία, ο ίδιος υπήρξεεκλεκτικιστής, χωρίς να εντάσσεται σε κάποια συγκεκριμένη φιλοσοφική σχολή. Η αντίληψη του Φίλωνα περί Θεού επηρεάστηκε έντονα απόπλατωνικές ιδέες. Ο Φίλων θεωρούσε ότι ο Θεός είναι Ένας, η απόλυτη Μονάδα, πέρα από κάθε έννοια πολλαπλότητας, και ότι δεν υπάρχει καμία γλώσσα που θα μπορούσε να περιγράψει την ύπαρξή Του.
Ο Φίλων θεωρείται ως ο ιδρυτής της θρησκευτικής φιλοσοφίας στον Ιουδαϊσμό, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ. Σύμφωνα με τον Τσάντγουικ (Henry Chadwick), «η ιστορία της χριστιανικής φιλοσοφίας αρχίζει όχι με έναν Χριστιανό, αλλά με έναν Ιουδαίο, τον Φίλωνα της Αλεξανδρείας, έναν ηλικιωμένο σύγχρονο του Αγίου Παύλου». Μάλιστα «ο Φίλων είναι πλήρως εξελληνισμένος, παρουσιάζοντας ένα κατά πολύ ελληνικό πρόσωπο στον κόσμο». Ο Φίλων «γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου» την εβραϊκή γλώσσα, καθώς «η εβραϊκή γλώσσα και ο εβραϊκός πολιτισμός εξελληνίσθηκαν βαθμιαία και εύποροι Εβραίοι γονείς (όπως οι γονείς του Φίλωνα) εξασφάλιζαν για τα παιδιά τους φιλελεύθερη μόρφωση από Έλληνες εκπαιδευτές». Η άποψη που διακρατούσε ότι η μετάφραση των Εβραϊκών Γραφών (Παλαιά Διαθήκη) των Εβδομήκοντα στην ελληνική γλώσσα «ήταν θεόπνευστη, τον απάλλασσε από την ανάγκη ή την ευθύνη να κάνει αναφορές από το πρωτότυπο [εβραϊκό] κείμενο».
Η αλληγορική ερμηνεία των Γραφών χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τον Κλήμεντα Αλεξανδρείας, ενώ συστηματοποιήθηκε από τον Ωριγένη και μετέπειτα από τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας.
Πηγή: Βικιπαίδεια

5/11/09

Ιουλιανός

Αυτοκράτορας του Βυζαντίου για δύο χρόνια (361 -363). Ήταν γιος του Ιούλιου Κωνσταντίνου, ανεψιός του Μ. Κωνσταντίνου. Γεννήθηκε το 331 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε το 363 κατά τη διάρκεια εκστρατείας του εναντίον των Περσών.
Έχασε τους γονείς του πολύ μικρός και επειδή θεωρήθηκε επικίνδυνος για το θρόνο από τον ξάδελφό του, αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνστάντιο, απομακρύνθηκε από την Κωνσταντινούπολη. Ήρθε στη Νικομήδεια, όπου είχε δάσκαλο τον επίσκοπο Νικομήδειας Ευσέβιο και το Μαρδόνιο, ειδικό στην ελληνική φιλοσοφία. Έτσι ο Ιουλιανός άκουσε και τις δύο διαφορετικής μορφής διδασκαλίες. Ο Κωνστάντιος τον ανάγκασε να μείνει για λίγα χρόνια στην Καππαδοκία και κατόπιν πάλι στη Νικομήδεια, όπου συνέχισε τις μελέτες του εκδηλώνοντας εκεί για πρώτη φορά τις σοβαρές του κλίσεις προς την ειδωλολατρία. Παρακολούθησε τις διδασκαλίες του Λιβάνιου, ενός μεγάλου ρήτορα, που καταφρονούσε το Χριστιανισμό και επηρεάστηκε πολύ απ' αυτόν.

Μετά τη δολοφονία του αδελφού του Γάλλου από τον Κωνστάντιο έρχεται στο Μιλάνο και μετά στην Αθήνα, για να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκεί γνωρίζει το Ναζιανζηνό και το Βασίλειο το Μέγα. Το 355 παντρεύτηκε την κόρη του αυτοκράτορα Ελένη, έγινε καίσαρας και ανάλαβε την αρχηγία του στρατού στη Γαλατία. Το 361 πέθανε ο Κωνστάντιος και αυτοκράτορας του Βυζαντίου έγινε ο Ιουλιανός.
Έτσι εμφανίζεται πια ως επίσημος υποστηρικτής του ελληνισμού και της ειδωλολατρίας. Αποκήρυξε το Χριστιανισμό και αναγνώρισε επίσημη θρησκεία του κράτους την ειδωλολατρία. Ήξερε βέβαια ότι δεν ήταν δυνατό ν' αναστήσει τελείως την παλιά θρησκεία. Γι' αυτό τη μεταρρύθμισε και τη μετέβαλε σ' ένα δικό του πρωτότυπο κατασκεύασμα, φτιαγμένο με στοιχεία της αρχαίας θρησκείας και δικών του φιλοσοφικών ιδεών. Ο θρίαμβος αυτός της ειδωλολατρίας επηρέασε πολύ τη θέση των χριστιανών στην αυτοκρατορία. Πολλοί χριστιανοί αντικαταστάθηκαν με ειδωλολάτρες στις πολιτικές και στρατιωτικές θέσεις που είχαν πριν. Άλλαξε ριζικά και την εκπαίδευση, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
Το 363 πολεμώντας τους Πέρσες τραυματίζεται και πεθαίνει. Λένε ότι στις τελευταίες στιγμές του, ρίχνοντας αίμα απ' την πληγή του κατά τον ουρανό, φώναξε: "Νενίκηκάς με Ναζωραίε".
Έγραψε πολλά βιβλία όπου υποστηρίζει τις ιδέες του όπως: "Ύμνοι στον βασιλέα Ήλιο", "Συμπόσιο", "Πανηγυρικοί στον βασιλέα Κωνσταντίνο" κ.ά. Οι Χριστιανοί τον ονόμασαν "αποστάτη", γιατί αποστάτησε από τη θρησκεία του Χριστού και"Παραβάτη", γιατί την παράβηκε.
Πηγή: LivePedia

1/11/09

Μένανδρος

Αρχαίος Έλληνας συγγραφέας κωμωδιών, ο κορυφαίος της νέας αττικής κωμωδίας.
Γεννήθηκε στην Κηφισιά το 342 π.Χ. Θείο του είχε το διάσημο κωμωδιογράφο Άλεξι, που του στάθηκε πολύτιμος δάσκαλος στα πρώτα του βήματα. Πλούσιος από καταγωγή, ο Μένανδρος, έζησε με πολυτέλεια και με ηδονές, σύμφωνα με τις θεωρίες του Επίκουρου.
Στα είκοσι χρόνια του κάνει την εμφάνισή του στο θέατρο με την "Οργή". Σ' όλη του τη ζωή έγραψε 108 έργα μα μόνο οχτώ φορές βραβεύτηκε, παρόλο που ήταν ο αγαπημένος των κριτικών. Η φήμη του έφτασε ως την Αίγυπτο κι ο Πτολεμαίος ο Σωτήρ του έστειλε το πιο ωραίο του καράβι, για να τον φέρει στην αυλή του, αλλά ο Μένανδρος αρνήθηκε ν' αφήσει τις ηδονές και την Αθήνα. Πνίγηκε, ενώ κολυμπούσε στη θάλασσα το 292.

Ο Μένανδρος έζησε στην εποχή που άρχιζε η παρακμή της Αθήνας, με τα χαλαρωμένα ήθη, τα εγωιστικά πάθη και το κυνήγι της ηδονής Το έργο του, λοιπόν, αυτήν την εποχή αντιπροσωπεύει και καθρεφτίζει. Οι Οιδίποδες, οι Ιππόλυτοι και οι Αντιγόνες δίνουν πια τη θέση τους στα δάκρυα των απογοητευμένων εραστών, των πεινασμένων δούλων, των εταίρων και των μαγείρων. Οι θεοί και οι ήρωες εξαφανίζονται και κάνουν την εμφάνισή τους κουτοπόνηροι δούλοι, επιπόλαιοι και τσιγκούνηδες γέροι και κυριαρχεί παντού ο έρωτας.
Από τις 108 κωμωδίες του σώθηκαν ελάχιστες κι αυτές όχι πλήρεις. Γνωρίζουμε τους τίτλους μόνο 96 έργων του και ορισμένα αποσπάσματα. Πλήρης σχεδόν είναι μόνο ο "Δύσκολος" και κατά μεγάλο ποσοστό η "Σαμία" και η "Ασπίς". Τις υποθέσεις των περισσότερων έργων του γνωρίζουμε από τους Λατίνους Τερέντιο και Πλαύτο, που τον είχαν διασκευάσει στις δικές τους κωμωδίες, κατακλέβοντάς τον κυριολεκτικά.
Πηγή: LivePedia

21/10/09

Σοφοκλής (492-406)

Σοφοκλής

Ο Σοφοκλής (496 π.Χ.- 406 π.Χ.) (στα αρχ. ελλ. Σοφοκλῆς) ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής της κλασικής εποχής. Αυτός, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης είναι οι τρεις τραγικοί ποιητές των οποίων έχουν σωθεί ολοκληρωμένα έργα. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται ότι έγραψε περίπου 120 έργα, από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες. Ήταν γιός του Αθηναίου κατασκευαστή μαχαιρίων Σόφιλλου.

Βίος
Γεννήθηκε στον Ίππιο Κολωνό της Αθήνας. Γιος του Σοφίλλου, εύπορου Αθηναίου που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, διαπαιδαγωγήθηκε ανάλογα με την οικονομική του άνεση. Έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχθηκε μουσική από τον περίφημο μουσικοδιδάσκαλο Λάμπρο και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Δεκαπενταετής, ήταν ο κορυφαίος του χορού των εφήβων που πήρε μέρος στον εορτασμό της νίκης για τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Συνδέθηκε στενά με πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής, όπως με τον Περικλή, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα στην πολιτική, στις θρησκευτικές λατρείες και στις τέχνες. Τα έτη 443-442 π.Χ. ήταν ταμίας της αττικής ναυτικής συμμαχίας. Τα έτη 441-440 διοικούσε μαζί με τον Περικλή το στόλο στην επίθεση κατά της Σάμου, όπου εσφάγησαν όλοι οι άνδρες του νησιού, το 428 ήταν πάλι στρατηγός με τον Θουκυδίδη και από το 413 ήταν μέλος της ολιγαρχικής κυβέρνησης της Αθήνας. Είχε ένα γιο με την Νικοστάτη, ο οποίος έγινε επίσης τραγικός ποιητής, αλλά και ένα εξώγαμο γιο, επίσης Σοφοκλή, ο οποίος απεδείχθη σημαντικότερος συγγραφέας από τον έτερο γιο του. Ο μεγάλος τραγικός ποιητής εισήγαγε στην Αθήνα τη λατρεία του Ασκληπιού και ήταν ένας από τους λόγους που τιμήθηκε μετά το θάνατό του ως ήρωας «Φιλαθηναίος».
Έργο
Η πρώτη του θεατρική εμφάνιση έγινε το 468 π.Χ. σε δραματικό αγώνα όπου αντιμετώπισε ο Σοφοκλής τον κατά 30 χρόνια μεγαλύτερό του τραγωδό Αισχύλο, τον οποίο ο Σοφοκλής εκτιμούσε και σεβόταν, και πήρε την πρώτη του νίκη. Εκτιμάται ότι παρουσίασε σε διαγωνισμούς περί τις 30 τετραλογίες, με περίπου 20 από τις οποίες απέσπασε την πρώτη θέση και σύμφωνα με μαρτυρίες, δεν πήρε ποτέ την τρίτη θέση σε διαγωνισμό. Πρέπει όμως να συνεκτιμηθεί ότι ο Σοφοκλής ήταν στους Αθηναίους πολύ δημοφιλής, λόγω και των πολιτικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων του, σε αντίθεση με τον νεώτερο φίλο του, τον Ευριπίδη, ο οποίος ήταν μάλλον αντιπαθής λόγω του απομονωμένου τρόπου ζωής του.
Ο Σοφοκλής συνέγραψε 123 τραγωδίες, είναι όμως γνωστές κατ' όνομα οι 114, από τις οποίες έχουν διασωθεί μόνο 7 ολοκληρωμένες, ανάμεσά τους η Αντιγόνη (περί το 442) και Ηλέκτρα (περί το 413). 'Αλλα έργα του που έχουν διασωθεί είναι Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος, Αίας, Φιλοκτήτης, Οιδίπους επί Κολωνώ. Στο επίκεντρο των έργων τού Σοφοκλή βρίσκεται το άτομο, το οποίο έρχεται σε αναπόφευκτη, τραγική και ένοχη σύγκρουση με την τάξη που εκπροσωπούν οι θεοί. Αν και ιδιαίτερα ευσεβής στη ζωή του ο Σοφοκλής, πράγμα που επηρεάζει τα έργα του, δίνει μεγαλύτερο βάρος στην ανθρώπινη στάση έναντι αυτής των θεών, παρότι το πεπρωμένο των ανθρώπων είναι αναπόδραστα προδιαγεγραμμένο από τις βουλές των θεών, οι οποίες δεν είναι όμως πια αυθαίρετες και τυχαίες, όπως σε παλαιότερους τραγικούς, αλλά σκόπιμες και μελετημένες.
Από τα αποσπάσματα που έχουν σωθεί, σημαντικός είναι ένας πάπυρος που διασώζει μεγάλο τμήμα από το σατυρικό δράμα Ιχνευταί, το οποίο αναφέρεται στην ιστορία της κλοπής των βοδιών του Απόλλωνα από τον Ερμή. Άλλες τραγωδίες από τις οποίες έχουν σωθεί κάποια αποσπάσματα είναι ο Ευρύπυλος, η Νιόβη, οι Σκύριοι, η Πολυξένη, ο Θησέας, η Φαίδρα και Τηρεύς.
Στον Σοφοκλή έχουν αποδοθεί αρκετές καινοτομίες. Ήταν ο πρώτος ποιητής που κατάργησε τις τριλογίες με ενιαίο θέμα και παρουσίαζε ανεξάρτητες τραγωδίες. Αποτέλεσμα αυτού ήταν τα έργα του να έχουν μεγαλύτερη συνοχή και να προβάλλεται περισσότερο ο τραγικός ήρωας. Ακόμη, αύξησε τον αριθμό των μελών του χορού σε δεκαπέντε, αντί δώδεκα, και καθιέρωσε τον τρίτο ηθοποιό. Τέλος, φαίνεται ότι εισήγαγε τη σκηνογραφία.
Πηγή: Βικιπαίδεια

20/10/09

Αισχύλος

Αισχύλος

Τραγικός ποιητής από τους μεγαλύτερους των αιώνων, συγγραφέας τραγωδιών. Γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 525 π.Χ. και πέθανε στη Γέλα της Σικελίας το 456 π.Χ. Πατέρας του ήταν ο ιερέας Ευφορίωνας και αδελφός του ο Κυναίγειρος που πολέμησε και σκοτώθηκε ηρωικά στο Μαραθώνα. Ο Αισχύλος είχε δυο παιδιά τον Ευφορίωνα και το Βίωνα που και αυτοί ήταν τραγικοί ποιητές.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια τον βοήθησαν στην ανάπτυξη του θρησκευτικού συναισθήματος και στάθηκε ο αληθινός δημιουργός και ο αναμορφωτής του αρχαίου θεάτρου. Στα εικοσιπέντε του χρόνια παρουσιάστηκε σαν ηθοποιός και ποιητής και συναγωνίστηκε το Χοίριλο, τον Πρατίνο και το Φρύνιχο. Το καινούριο που έφερε στο θέατρο ήταν τα πολλά πρόσωπα, γιατί ως τότε το κάθε έργο παιζόταν από ένα μονάχα, τον υποκριτή. Είναι ο πρώτος που σκέφτηκε την σκηνογραφία και διακρίθηκε σαν ποιητής, μουσικός, ηθοποιός, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, δάσκαλος του χορού, αρχιτέκτονας, μηχανικός.

Οι περσικοί πόλεμοι το 495 π.Χ. σταμάτησαν την παραγωγή του και στη μάχη του Μαραθώνα πληγώθηκε βαριά. Πολέμησε στη Σαλαμίνα, στο Αρτεμίσιο, στις Πλαταιές και καλεσμένος από τον τύραννο των Συρακουσών τον Ιέρωνα το 471 π.Χ. πήγε στη Σικελία για να γυρίσει στην Αθήνα το 469 π.Χ. Όταν για δεύτερη φορά έφτασε στη Σικελία, πέθανε στη Γέλα στην ηλικία των εβδομήντα χρόνων.
Ο Αισχύλος, γιος του Ευφορίωνα από την Ελευσίνα και μέλος αριστοκρατικής οικογένειας, γεννήθηκε το 525/4 π.Χ. Στα εφηβικά του χρόνια στάθηκε μάρτυράς της πτώσης των τυράννων και σε όλη του τη ζωή παρακολούθησε την ανάπτυξη της δημοκρατίας. Πολέμησε στο Μαραθώνα όπου ο αδελφός του Κυναίγειρος βρήκε ένδοξο θάνατο και ίσως και στη Σαλαμίνα. Ο Παυσανίας προσθέτει και το Αρτεμίσιο, χωρίς να μπορεί να αποδειχτεί ο ισχυρισμός αυτός. Πολλοί πιστεύουν ότι είχε μυηθεί στα Μυστήρια, με αφορμή σχετικό χωρίο του Αριστοτέλη. Δεν είναι βέβαιο τι ακριβώς εννοεί ο φιλόσοφος εκείνος στα "Ηθικά Νικομάχεια" όταν αναφέρει ότι ο Αισχύλος κατηγορήθηκε για αποκάλυψη των Μυστηρίων και ότι στη σχετική απολογία του είπε ότι δε γνώριζέ πως αυτά που είπε δεν έπρεπε να τα ξεστομίσει. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς γράφει ότι αθωώθηκε γιατί απόδειξε πως δεν ήταν μυημένος. Πάντως η ψυχοσύνθεσή του ήταν βαθιά θρησκευτική και πατριωτική. Η επίδραση των μεγάλων ιστορικών γεγονότων της εποχής του είναι φανερή στην πεποίθησή του για την υπεροχή της δικαιοσύνης και στις ιδέες του σχετικά με το θείο.
Το 496 άρχισε να συμμετέχει σε δραματικούς αγώνες. Για λίγα χρόνια, όπως φαίνεται, δεν πήρε μέρος σε κανέναν αγώνα. Ίσως πάλαιψε να κατακτήσει την Τέχνη του, να κυριαρχήσει στα μυστικά της, να αλλάξει ορισμένα πράγματα, όπως θα δούμε. Ίσως πάλι και να ήθελε να κατασταλάξει μέσα του ο σάλαγος της πρώτης εκείνης μεγάλης νίκης τους Ελληνισμού, δηλ. των ελευθέρων ανθρώπων εναντίον του δεσποτισμού της Ανατολής, να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα και να παρακολουθήσει τις πολιτικές εξελίξεις που γίνονταν στην Αθήνα. Πάντως, το 485 ή 484 π.Χ. παρουσιάζεται ξανά στους τραγικούς αγώνες και κερδίζει την πρώτη νίκη. Από τότε κρατά για πολύν καιρό τα πρωτεία.
Στο μεταξύ οι Πέρσες ξαναγύρισαν (480 π.Χ.) και ακολούθησε η καταστροφή της Αθήνας και η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Και εδώ, όταν ο μικρός ευκίνητος στόλος των Ελλήνων συνέτριψε τον περσικό, ο Αισχύλος ήταν ανάμεσα στους αθάνατους πολεμιστές. Ο βιογράφος του μας λέγει ότι πήρε μέρος και στη μάχη των Πλαταιών, όπου οι Πέρσες νικήθηκαν οριστικά στην ξηρά και στη ναυμαχία κοντά στο Αρτεμίσιο.
Το 471 π.Χ. πήγε στις Συρακούσες της Σικελίας όπου τον είχε καλέσει ο τύραννος της πόλης Ιέρων, φίλος των Γραμμάτων και των Τεχνών. Εκεί βρίσκονταν, προσκαλεσμένοι - και αυτοί κατά τη συνήθεια της εποχής - ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης. Λέγουν ότι έφυγε στις Συρακούσες ο Αισχύλος, γιατί νικήθηκε από το Σιμωνίδη σε αγώνα ελεγείας αφιερωμένης στους νεκρούς του Μαραθώνα - πράγμα απίθανο, αφού και οι δυο ποιητές φιλοξενήθηκαν μαζί από τον Ιέρωνα - ή γιατί νικήθηκε από το Σοφοκλή σε δραματικό αγώνα - πράγμα που έγινε αργότερα, όπως θα δούμε.
Άλλωστε, όταν ο Αισχύλος νικήθηκε κάποτε σε ένα δραματικό αγώνα, είπε ότι αναθέτει στο χρόνο (την κρίση) με την πεποίθηση ότι θα του φέρει την πρεπούμενη τιμή (αναγνώριση) - τόση εμπιστοσύνη είχε στην αξία της τέχνης του. Ένας πιθανός λόγος που έφυγε, ήταν γιατί κατηγορήθηκε ότι αποκάλυψε τα Ελευσίνια Μυστήρια από τη σκηνή. Αθωώθηκε, βέβαια, γιατί δεν ήταν μυημένος σε αυτά, όμως η πίκρα για την άδικη κατηγορία έμεινε.
Στις Συρακούσες έγραψε την τραγωδία "Αιτναίαι" για να τιμηθεί η ίδρυση από τον Ιέρωνα της πόλης Αίτνας, που την έκτισε στα ερείπια της καταστραμμένης από το ηφαίστειο Αίτνα Κατάνης. Ύστερα από ένα περίπου χρόνο (469 π.Χ.) ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου έμεινε ως το 458 π.Χ. συνέχεια. Το 468 π.Χ. νικήθηκε από το Σοφοκλή, το μαθητή του, γιατί κριτές του αγώνα ήταν ο Κίμων και οι εννέα συστράτηγοί του, που είχαν τότε γυρίσει από μία νικηφόρα εκστρατεία στη Θράκη, και όχι οι πέντε αγωνοδίκες που κληρώνονταν. Ο αγώνας πάντως ήταν σκληρός και το κοινό είχε μοιραστεί σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Τον άλλον χρόνο όμως ο Αισχύλος κέρδισε ξανά την πρώτη νίκη με την τριλογία του "Λάιος- Οιδίπους- Επτά επί Θήβαις" και το σατυρικό δράμα "Σφιγξ".
Από τότε μοιράζονταν πότε ο ένας και πότε ο άλλος, οι δυο μεγάλοι τραγικοί τη νίκη. Για τελευταία φορά νίκησε ο Αισχύλος το 458 π.Χ. με την τριλογία του "Ορέστεια" και το σατυρικό δράμα "Πρωτεύς":
"Επί άρχοντα Φιλοκλέους, Ολυμπιάδι ογδοηκοστή, πρώτος Αισχύλος Αγαμέμνονι, Χοηφόροις, Ευμενίσει, Πρωτεί σατυρικώ, εχορήγει Ξενοκλής Αφινδεύς". Με τη νίκη του αυτή είχε κερδίσει ζωντανός 13 νίκες, γιατί μετά το θάνατό του κέρδισε τις πρώτες νίκες τρεις ή τέσσερις φορές, με έργα του που παραστάθηκαν με τις φροντίδες του γιου του Ευφορίωνα, που ήταν κι αυτός τραγικός ποιητής, όπως και ο άλλος του γιος Βίων.
Το 458 π.χ. έφυγε ξανά για την Σικελία και έμεινε στην πόλη Γέλα. Εκεί πέθανε το 456/5 π.Χ. ογδόντα περίπου χρονών. Στην πλάκα του τάφου του χαράχτηκε επίγραμμα που είχε ετοιμάσει μόνος του, λίγο πριν να πεθάνει, στο οποίο δεν κάνει καθόλου λόγο για το ποιητικό του έργο, γιατί πάνω από όλα έβαζε το ότι πήρε μέρος στη μάχη εκείνη που έσωσε τον Ελληνισμό, δηλ. βάζει πάνω από όλα την πατρίδα και το καθήκον.
"Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας, αλκήν δι' ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος".
Δηλαδή: Αυτό το μνήμα της σιτοφόρου Γέλας κρύβει τα λείψανα του Αισχύλου του Αθηναίου του παιδιού του Ευφορίωνα, για τη δύναμή του μπορεί να πει το δάσος του Μαραθώνα και ο Μήδος με τα μακριά μαλλιά που καλά γνωρίζει.
Οι Αθηναίοι τιμούσαν πάντα τη μνήμη του μεγάλου τραγικού και τόσο τον θαύμαζαν, που έκαναν ειδικό ψήφισμα να παίρνουν μέρος στους δραματικούς αγώνες χορηγοί με έργα του Αισχύλου.
Για να τον τιμήσουν ανάθεσαν στο γιο του Ευφορίωνα να παρουσιάσει τις άπαιχτες βραβευμένες τραγωδίες του κι αποφάσισαν να παιχτούν ξανά οι τραγωδίες του που είχαν παρουσιαστεί στο θέατρο. Εκατό χρόνια αργότερα, στο θέατρο του Διονύσου στήθηκε το χάλκινο άγαλμά του, φανέρωμα τιμής και μνήμης.
Από τις 82 τραγωδίες που αποδίδονται στον Αισχύλο, σώζονται μόνον επτά:
Αγαμέμνων, Ευμενίδες, Χοηφόροι, Πέρσες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Επτά επί Θήβας και Ικέτιδες
Πηγή: Live-Pedia.gr

16/10/09

Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης (480 π.Χ. - 406 π.Χ.), υπήρξε τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδάσκαλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Καταγόμενος από τη Φλύα, δήμος της Κεκρωπίας (σημ. Χαλάνδρι) λέγεται ότι γεννήθηκε στην Σαλαμίνα την ημέρα της ναυμαχίας όταν ο Αισχύλος αγωνίζονταν ως πρόμαχος άνδρας ο δε Σοφοκλής ως έφηβος που έσερνε το χορό των επί το τρόπαιο επινικίων. Το γένος του ποιητού δεν ήταν επιφανές όπως των άλλων τραγικών. Γονείς του φέρονται ο Μνήσαρχος και η Κλειτώ την οποία ο Αριστοφάνης σκώπτει ως λαχανοπώλη (Αχαρν.480, Ιππ.19). Ο Ευριπίδης έζησε σε εποχή ακμάζουσα, τον χρυσό αιώνα του Περικλέους. Κατά τον Φιλόχορο ο ποιητής έτυχε επιμελημένης αγωγής, σε συμμετοχή του σε εορτές του δήμου του, έγινε πυρφόρος του εκεί λατρευομένου Ζωστηρίου Απόλλωνα σε δε αγώνες έλαβε μέρος στο παγκράτιο και στη πυγμήν όπου και νίκησε ακόμη και στους Παναθήναιους γυμνικούς αγώνες. Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και μίσησε τους αθλητές διότι κατά τον ίδιον "κακών γαρ μυρίων όντων καθ΄ Ελλάδα, ουδέν κάκιον έστιν αθλητών γένος" (Αποσπ.284).

Ακμή
Ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική έργα του οποίου παρουσιάσθηκαν στα Μέγαρα, την δε επ΄ αυτού ιδιοφυΐα μαρτυρούν και πλείστες εικόνες στις τραγωδίες του. Για λίγο ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την ποίηση. Υπήρξε ακουστής (ακροατής) του Αναξαγόρα, Προδίκου, Πρωταγόρα αλλά και του Σωκράτη με τον οποίο διατηρούσε μακρά φιλία. Θαυμαστής των φιλοσόφων Δημόκριτου και Ηράκλειτου διότι δεν ήταν μόνο μελετηρός αλλά διέθετε μια από τις πιο πλούσιες βιβλιοθήκες (Αθην.Ι,3).
Με την πολιτική δεν ασχολήθηκε όπως οι άλλοι τραγικοί αλλά τη δική του θέση, γνώμη και θεωρία τις παρουσίαζε μέσα από τα έργα του κρίνοντας την άκρατη οχλοκρατία αλλά και κατακρίνοντας με σφοδρότητα τους δημαγωγούς που με ιταμότητα παρέσερναν στον όλεθρο τα πλήθη ενώ την μεσαία τάξη των πολιτών θεωρούσε σωτήρες της πόλης και φύλακες της τάξης "Τριών δε μοιρών η εν μέσω σώζει πόλεις,κόσμον φυλάττουσ΄ όντιν αν τάξη πόλις" (Ικετ.244-247). Αλλά και η φιλοπατρία του ποιητή είναι φλογερή και ενθουσιώδης όπως φαίνεται στα έργα του που δεν διστάζει και να καυτηριάσει τους νικητές του Πελοποννησιακού πολέμου τους Λακεδαιμονίους για τους οποίους λέγει:
"Ώ πάσιν ανθρώποισιν έχθιστοι βροτών
Σπάρτης ένοικοι, δόλια βουλευτήρια,
ψευδών άνακτες, μηχανορράφοι κακών
ελικτά κουδέν υγιές, αλλά παν πέριξ
φρονούντες αδίκως ευτυχείτ΄ αν Ελλάδα" (Ανδρομ. 444 κ.εξ).
Ήταν σύγχρονος των σοφιστών και γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε πολλές απο τις απόψεις τους είτε δεν τις δεχόταν είτε τις παραποιούσε σύμφωνα με την δική του σκέψη. Ο Ευριπίδης με τις τραγωδίες του προβληματίζει τους πάντες ακόμη και σήμερα. Η τραγωδία του "Ελένη" παρουσιάζει στοιχεία πρωτοφανή για την εποχή εκείνη καθώς ο Ευριπίδης δίνει λόγο σε ρόλους ως τότε "βουβούς", όπως ο ρόλος το δούλου. Αρκετές φορές μέσα από τα έργα του αμφισβητεί τα πάντα, ακόμη και την ύπαρξη των Θεών, χωρίς ωστόσο να είναι άθεος.
Ιδιωτικός βίος
Ο ιδιωτικός του όμως βίος του ποιητή δεν ήταν ευτυχής. Τη πρώτη του γυναίκα την Χοιρίνη την απέπεμψε για ακολασία. Η δεύτερη η Μελιτώ, υπήρξε πιο ακόλαστη απ τη πρώτη και τον εγκατέλειψε. Από την πρώτη απέκτησε τρεις γιους τον Μνησαρχίδη - έμπορος, τον Μνησίλοχο έγινε υποκριτής και τον Ευριπίδη τον νεότερο που δίδαξε (ανέβασε και παίχθηκαν) δράματα του πατέρα του μετά τον θάνατο εκείνου.
Η δύση
Ο Ευριπίδης τον περισσότερο χρόνο της ζωής του τον πέρασε στην Αθήνα αλλά τα τελευταία τα πέρασε στη Μακεδονία προσκεκλημένος στην βασιλική αυλή στη Πέλλα από τον ίδιο τον φιλόμουσο Βασιλιά τον Αρχέλαο που συνήθιζε να καλεί μεγάλους καλλιτέχνες προκειμένου να λαμπρύνει αλλά και να αναπτύξει στη χώρα του καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Εκεί ο ποιητής μετά ολιγόχρονη παραμονή στη Μαγνησία όπου τιμήθηκε τα μέγιστα μέχρι προξενίας και ατέλειας, έγινε δέκτης επίσης μεγάλων τιμών από τον ίδιο τον Βασιλιά. Εκεί ποίησε δράμα με τον τίτλο «Αρχέλαος» στο οποίο εγκωμίαζε τον Βασιλιά καθώς και το έργο «Βάκχαι που όμως δεν αξιώθηκε να το παρουσιάσει αλλά ούτε και την πατρίδα του να ξαναδεί λόγω του πρόωρου θανάτου του. Ο Βασιλεύς πένθησε και ανήγειρε μεγαλοπρεπή τάφο που αργότερα έγινε τόπος προσκυνήματος των θαυμαστών του.
Αλλά και οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν το θάνατό του πένθησαν. Ο δε Σοφοκλής παρουσιάσθηκε με μαύρο χιτώνα και εισήγαγε αστεφάνωτους τους υποκριτές και τον χορό κατά την είσοδό τους στο Θέατρο. Αλλά και μετά την άρνηση του Μακεδόνα Βασιλιά να τους παραδώσει τα οστά του Ευριπίδη, εκείνοι ανήγειραν μέγα κενοτάφιο στην άγουσα προς Πειραιά οδό (Παυς. 1,2,2) με το υπό Θουκυδίδη επίγραμμα:
«Μνήμα μεν Ελλάς άπασ΄ Ευριπίδου. οστέα δ΄ ίσχει
γή Μακεδών. η γαρ δέξατο τέρμα βίοο.
πατρίς δ΄ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι. Πλείστα δε Μούσα:
τέρψας εκ πολλών και τον έπαινον έχει»
Κατόπιν οι Αθηναίοι με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου έστησαν χάλκινο ανδριάντα του ποιητή στο θέατρο του Διονύσου. Κατά τον βιογράφο ο τραγικός ποιητής φαίνονταν σκυθρωπός, αυστηρός και αγέλαστος, εικόνα θεόπνευστου ποιητή.
Σύνολο έργων
Ο Ευριπίδης εκτός ενός επινίκιου προς τιμή του Αλκιβιάδη που νίκησε στο άρμα και μιας ελεγείας προς τιμή των πεσόντων Αθηναίων στις Συρακούσες εποίησε 92 δράματα ή 23 τετραλογίες αλλά στα χρόνια των βιογράφων του σώζονταν μόνο τα 78 εκ των οποίων τα 8 ήταν σατυρικά. (Στην πίσω πλευρά του εις Λούβρο ανδριάντα αναγράφονται σε αλφαβητική σειρά 37 δράματα μέχρι του Ορέστη). Σήμερα είναι γνωστοί 81 τίτλοι έργων εκ των οποίων έχουν διασωθεί «πλήρη» 19 εξ ων 1 σατυρικό. Σε αγώνες ποιητικούς κέρδισε μόλις 5 φορές. Για πρώτη φορά συμμετείχε σε ποιητικό αγώνα το 455 π.Χ. διδάσκοντας το έργο «Πελιάδας» με το οποίο και έλαβε τις «τριτείες» και εφεξής δίδασκε μέχρι το τέλος του βίου του. Κατά το Πάριο μάρμαρο το 441 π.Χ. σε αγώνα αξιώθηκε των πρωτείων σε ηλικία μόλις 39 ετών.
«σοφός Σοφοκλής, σοφότερος Ευριπίδης, ανδρών δ΄ απάντων Σωκράτης σοφότατος»
(ο παρά του Πλάτωνα χρησμός, υπό τινός σχολιαστή μνημονευόμενος).
Πλήρη έργα
Τα διασωθέντα 19 πλήρη έργα από τους 81 γνωστούς τίτλους, κατ΄ αλφαβητική σειρά με το έτος παρουσίασης
• Άλκηστις - 438 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Άλκηστις
• Ανδρομάχη - 420 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ανδρομάχη
• Βάκχαι έτος άγνωστο - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Βάκχαι
• Εκάβη - 425 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Εκάβη
• Ελένη - 412 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ελένη
• Ηλέκτρα - 413 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ηλέκτρα
• Ηρακλείδαι - 417 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ηρακλείδαι
• Ηρακλής μαινόμενος - 424 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ηρακλής μαινόμενος
• Ικέτιδες - 420 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ικέτιδες
• Ιππόλυτος - 428 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ιππόλυτος
• Ιφιγένεια εν Αυλίδι άγνωστο έτος - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ιφιγένεια εν Αυλίδι
• Ιφιγένεια εν Ταύροις άγνωστο έτος - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ιφιγένεια εν Ταύροις
• Ίων - 412 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ίων
• Κύκλωψ - (το μοναδικό σατυρικό), έτος άγνωστο. Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Κύκλωψ
• Mήδεια - 431 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Μήδεια
• Ορέστης - 408 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ορέστης
• Ρήσος - 453 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Ρήσος
• Τρωάδες - 415 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Τρωάδες και
• Φοίνισσαι - 408 π.Χ. - Περί του έργου και την υπόθεσή του δείτε Φοίνισσαι.
Πηγή: Βικιπαίδεια

13/10/09

Βίας ο Πριηνεύς

O Βίας ο Πριηνεύς ήταν έλληνας φιλόσοφος , ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδαςαπό την Πριήνη της Ιωνίας (6ος π.Χ. αι.), γιός του Τευτάμου. Γνώρισε μεγάλη φήμη και δόξα γύρω στα 570 π.Χ., την περίοδο που βασιλείς της Λυδίας ήταν ο Αλυάττης και ο Κροίσος.
Έγινε γνωστός για την δικαιοσύνη του και την ρητορική του δεινότητα. Σήμερα σώζονται ηθικά αποφθέγματα του, ως και απόσπασμα λυρικού ποιήματός του. Ο Σάτυρος τον κατανέμει ανάμεσα στους 7 σοφούς.

Ο Σάτυρος ο περιπατητικός, που έγραψε τις βιογραφίες των Σοφών, ονόμασε το Βίαντα "προκεκριμένον των Επτά".
Ο Βίας ήταν γνωστός στην αρχαιότητα για τη μεγάλη αγάπη που έτρεφε στην γενέτειρα πατρίδα του και παροιμιώδης έμεινε η μεγάλη δικανική του δεινότητα. Έφθασε σε βαθιά γηρατειά και πέθανε όπως διηγείται ο Διογένης ο Λαέρτιος, όπως πεθαίνουν όλοι οι δίκαιοι άνθρωποι. Έγραψε το ποίημα "Περί Ιωνίας, τίνα μάλιστ' αν τρόπον ευδαιμονοίη" (με ποίον τρόπο δηλαδή θα μπορούσε να ευτυχήσει η Ιωνία) με δύο χιλιάδες στίχους.
Στο Βίαντα αποδίνονται τα γνωμικά: "Λάλει καίρια", "φρόνησιν αγάπα" και πολλά άλλα.
Όταν κάποτε οι Αθηναίοι, σύμφωνα με κάποιο θρύλο, βρήκαν, ενώ ψάρευαν, ένα χάλκινο τρίποδα με την επιγραφή "τω σοφώ", δηλαδή στο σοφό, έστειλαν το εύρημα τους στο Βίαντα, κρίνοντάς τον σαν τον σοφότερο άνδρα της εποχής του.
Λέγεται ότι κάποτε απελευθέρωσε κάποιες γυναίκες που είχαν γίνει δούλες, καταβάλλοντας τα λύτρα και αφού τις δίδαξε και τις προίκισε τις έστειλε πίσω στους δικούς τους, στη Μεσσηνία.
Έγραψε το ποίημα «Περί Ιωνίας, τίνα μάλιστ' αν τρόπον ευδαιμονοίη» με 2000 στίχους, και πολλά γνωμικά.
Πηγή: LivePedia, Βικιπαίδεια

2/10/09

Κράτης ο κυνικός

Θηβαίος κυνικός φιλόσοφος (5ος - 4ος αι. π.Χ.). Ήταν σύζυγος της φιλοσόφου Ιππαρχίας και ο σπουδαιότερος μαθητής του Διογένη του Κυνικού. Η διδασκαλία του ήταν κήρυγμα του πλέον αυστηρού κυνισμού με μορφή πνευματωδών στίχων (παίγνια) και ομιλιών. Τη διδασκαλία του αυτή εφάρμοσε έμπρακτα, μοιράζοντας τα υπάρχοντά του στο "κοινό των Θηβών".

Γιός του Ασκώνδα, μαθητής του Διογένη, τον οποίο ακολουθούσε συνεχώς. Άκμασε περί το 330 π.Χ. Η οικογένειά του ήταν πλούσια, ο ίδιος όμως έζησε φτωχός, διότι, κατά ορισμένους, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, κατ’ άλλους έριξε τα χρήματά του στην θάλασσα, ενώ υπάρχει και η παράδοση ότι τα κατέθεσε σε τραπεζίτη με τον όρο να τα παραδώσει αυτός στα τέκνα του μόνο αν δεν γίνουν φιλόσοφοι, ειδάλλως να τα μοιράσει στο λαό.
Ο Κράτης πίστευε ότι οι φιλόσοφοι δεν έχουν ανάγκη τα χρήματα. Αν και ήταν άσχημος και κυφός, τον ερωτεύτηκε η Ιππαρχίς, που καταγόταν από ευγενή οικογένεια της Θράκης. Ο αδελφός της Ιππαρχίδος Μητροκλής, αρχικά μαθητής του Ξενοκράτη και του Θεοφράστου, έγινε Κυνικός χάρη στον Κράτη και στα επιχειρήματα που του ανέπτυξε. Έτσι, παρουσίασε στην αδελφή του την εικόνα του νέου του δασκάλου τόσο ζωηρά ώστε αυτή τον αγάπησε και θέλησε να τον παντρευτεί, δεχόμενη τον όρο να ακολουθεί τον βίο του. Ο Κράτης, νυμφευόμενος, προέβη σε πράξη ασυνεπή προς την κυνική διδασκαλία, ονόμαζε δε τον γάμο του «κυνογαμία».
Η ανεκδοτολογία η σχετική με τον Κράτη είναι μεγάλη. Στην προσπάθειά του να συμφωνήσει με τα δόγματα της κυνικής φιλοσοφίας θεωρούσε το γάμο ως σχέση που δεν εμποδίζει την ανεξαρτησία, αφού συνάπτεται από ελεύθερα άτομα. Εισερχόταν απρόσκλητος στα σπίτια, γι’ αυτό και απέκτησε το προσωνύμιο «Θυρεπανοίκτης». Όταν εξορίστηκε ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, ο Κράτης τον παρηγόρησε τόσο φιλικά ώστε ο πρώτος καταράστηκε τον προηγούμενο τρόπο ζωής του που τον εμπόδισε να γνωρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο. Έγραψε έργα που φέρουν το συνοπτικό τίτλο Παίγνια και έχουν κυρίως ηθικό χαρακτήρα.
Πηγή: mousa.gr

1/10/09

Νέρωνας

Ο Λεύκιος Δομίτιος Κλαύδιος Νέρωνας (37 -68 μ.Χ. ) ήταν γιος του Γαίου Δομίτιου Αχενοβάρβη και της Αγριππίνας και θετός γιος του αυτοκράτορα Κλαύδιου. Όταν η μητέρα του με τη βοήθεια των πραιτοριανών δολοφόνησε τον Κλαύδιο, ο Νέρωνας ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Ρώμης και κυβέρνησε 14 ολόκληρα χρόνια τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Στα 5 πρώτα χρόνια της βασιλείας του, έχοντας για συνεργάτες και συμβούλους τον αρχηγό των πραιτοριανών Βούρρο και το δάσκαλό του, φιλόσοφο Σενέκα, ο Νέρωνας κυβέρνησε με σύνεση. Μετά το θάνατο όμως του Βούρρου και την απομάκρυνση του Σενέκα, βασίλεψε μ' εγκλήματα, μηχανορραφίες κι ακολασίες. Σκότωσε τον αδελφό του Βρετανικό, τη μητέρα του Αγριππίνα, το Σενέκα, τη γυναίκα του Οκταβία και πολλές άλλες μεγάλες προσωπικότητες της Ρώμης.
Ο ίδιος πίστευε ότι ήταν μεγάλος ποιητής και μουσικός, ισάξιος του Όμηρου και, θέλοντας να εμπνευστεί, διέταξε να κάψουν τη Ρώμη, πιστεύοντας ότι θα έπαιρνε έτσι μια ιδέα της πυρπόλησης της Τροίας.
Για την καταστροφή αυτή κατηγόρησε τους χριστιανούς και εξαπόλυσε εναντίον τους φοβερό διωγμό. Χιλιάδες πιστοί χριστιανοί κάηκαν σαν λαμπάδες, φωτίζοντας τους κήπους του τη νύχτα ή κατασπαράχτηκαν απ' τ' άγρια θηρία στον ιππόδρομο. Πήγε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στους αγώνες ως ποιητής και αθλητής κι έφυγε παίρνοντας μαζί του τους θησαυρούς των ναών. Στο μεταξύ ο λαός της Ρώμης, μην αντέχοντας άλλο το φθονερό και παράφρονα αυτοκράτορα, εξεγέρθηκε κι ο Νέρωνας αναγκάστηκε να διαφύγει από τη Ρώμη. Στις 9 Ιουνίου όμως του 68 δολοφονήθηκε από έναν απελεύθερο.
Πηγή: LivePedia

22/9/09

Καλλίστρατος

Ρήτορας και πολιτικός της αρχαίας Αθήνας. Έζησε κατά τον 4ο αι. την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Φιλοπόλεμος, ήθελε σύγκρουση με τη Σπάρτη, αλλά το 371 εργάστηκε για τη σύναψη ειρήνης μ` αυτήν. Δικάστηκε δύο φορές και καταδικάστηκε σε θάνατο το 361 π.Χ.
Το όνομά του συνδέεται με την εισαγωγή στην Ελλάδα των 24 στοιχείων της αλφαβήτου τα οποία μεταφέρθηκαν από αυτόν στην Αθήνα επί των αρχόντων Ευκλείδη και Ευκλή.
Οι ιστορικοί λένε ότι πράγματι την αλφαβήτα συναρμολόγησε ο Καλλίστρατος, ενώ προηγουμένος χρησιμοποιούνταν 11 και μετέπειτα 19 γράμματα.